ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Οδηγός επιβίωσης του ποιητή

odige

Το ποίημα δεν απαγορεύει τίποτε.
Το ποίημα δε γράφεται για μια ντουζίνα εκλεκτών.
Πρέπει ο ποιητής να διαθέτει περίστροφο λέξεων.
Ο ποιητής πρέπει να αγαπά το καλό φαγητό αλλά και την κακοπέραση. Έχει να του προσφέρει πολλά.
Ο ποιητής πρέπει να λατρεύει το σεξ. Ο ποιητής που δεν λατρεύει το σεξ είναι υπάλληλος της ποίησης. Ως και ο Σεφέρης ήτο φοβερός ματάκιας.
Οι αρετές του ποιητή όταν περνάνε στο ποίημα το ποίημα γίνεται ψεύτικο, διδακτικό για σχολικά εγχειρίδια.
Ο ποιητής πρέπει να λέει τα πράγματα όπως είναι.
Ο ποιητής πρέπει να αφήνει το ποίημα στην τύχη του.
Ο ποιητής πρέπει να καπνίζει άφιλτρα στην πρώτη του νεότητα.
Ο ποιητής πρέπει να έχει κατά νου τον αδιάκοπο πόλεμο με το φόβο.
Ο ποιητής πρέπει να μυρίζει το μουνί σα να μυρίζει λουλούδι.
Ο ποιητής που δεν ξεπέφτει στο μουνί γίνεται εκδότης.
Η γλώσσα του ποιητή είναι η γλώσσα κατά των ασθενειών του γήρατος.
Ο ποιητής είναι και τη νύχτα ποιητής.
Ο ποιητής δεν βγαίνει στην σύνταξη ποτέ.
Ο ποιητής που δε ρίχνει χαστούκια στο γούστο του κοινού και γροθιές στο στομάχι του κράτους είναι λαπάς.
Ο ποιητής είναι επαγγελματίας ερασιτέχνης.
Ο ποιητής πρέπει να λατρεύει ότι έχει σάρκα και οστά.
Ο ποιητής στην πόλη των ιδεών γίνεται γραφειοκράτης ή σχολικός σύμβουλος.
Ο ποιητής ξέρει πως οι ιδέες χωρίς τον άνθρωπο είναι σαν καρφίτσες στον κώλο.
Ο ποιητής δε λύνει γρίφους.
Ο ποιητής δίνει φωτιά στις άγριες γυναικάρες.
Όταν πρέπει να είναι στρατευμένος ο ποιητής θα πρέπει με πάθος να είναι στρατευμένος. Κι ας μοιάζει με πλασιέ.
Δεν θα πρέπει να δίνει υποσχέσεις στον καθρέφτη του ο ποιητής.
Ο ποιητής που δεν προβοκάρει είναι μαλάκας ποιητής.
Δεν υπάρχει ποιητής κακός αλλά ποιητής που δε διαβάζεται υπάρχει.
Υπάρχουν συνταγές μαγειρικής που βγάζουν ποίηση.
Υπάρχουν κορμάκια που αχνίζουν ποίηση.
Ο ποιητής πρέπει να κοιτά τη γυναίκα στα χείλη.
Γράφω ποίηση σημαίνει εκδίδω με σέβας την ασέβειά μου.
Η ασέβεια του ποιητή απέναντι στην υποκρισία είναι ποίηση.
Αν ο ποιητής δεν είναι βέβηλος του πλούτου θα βραβευτεί απ’ τους βέβηλους της ζωής.
Ο ποιητής δεν είναι στοχαστής.
Ο ποιητής πρέπει να γράφει κάθε μέρα.
Ο ποιητής έχει για εργαστήρια κρεβάτια και αγρούς από καταβολής υγρών.
Η ερωτική διάθεση είναι ο παράξενος ελκυστής του ποιητή με τα πρόσωπα.
Όλα τα πρόσωπα έχουν για τον ποιητή αυτό το εκτυφλωτικό μεγαλείο της μοναδικότητας.
Ο ύμνος του ποιητή είναι ο ύμνος στην πολυμορφία.
Ο ποιητής δεν διαθέτει ατζέντα αλλά μνήμη αλανιάρα.
Ο ποιητής ζει με τα ψίχουλα των βλεμμάτων του κόσμου.
Ο ποιητής που το παίζει πατριώτης είναι ένας σπουδαίος γλείφτης των πελατών του.
Ο ποιητής που γράφει παραδοσιακά έχει κληρονομήσει ένα σκυλί που δε γαβγίζει.
Ο ποιητής που καίγεται για τους νέους τους έχει βάλει ήδη φωτιά.
Δεν υπάρχουν ποιητές στον πύργο τους, αλλά προικοθήρες στο προικώο τέμενος της μαμής υπεραξίας.
Ο ποιητής είναι το όχημα που μεταφέρει τις αλλόκοτες καταστάσεις στο μέλλον.
Ο ποιητής δεν έχει πίστη.
Ο ποιητής έχει χεσμένα τα εθνικά σύμβολα.
Ο ποιητής δεν πιστεύει στο αρχαίο κλέος.
Καταϊδρωμένα κορμιά αρμενίζουν στην κάμαρα του ποιητή.

Το ιδιότροπο σπέρμα

to idio

Δεν πιστεύω στον επικοινωνιακό ακτιβισμό της ψηφιακής ψωροκώσταινας αλλά στη σκέψη. Σκέψη λιμανίσια που νιώθει και νιώθεται βαθειά. Στις δυνατότητες του μέσου και στις μαγικές εικόνες όταν σκουραίνουν τα πράγματα κι όταν οι νοικοκυραίοι ελευθέρας βοσκής εξολοθρεύουν τη φυσική ζωή. Το ιδιότροπο σπέρμα. Εκείνο τον ωραίο παλιό καιρό με τη νευρικότητα του Αδάμ και της Εύας. Εκείνες τις οφθαλμολάγνες νοηματοδοτήσεις του νοικοκυραίικου οίστρου στα χαρακώματα των σούπερ μάρκετ. Εκείνα τα ψηλά βουνά του Παπαντωνίου με την ουτοπία της επαναστατημένης παιδικότητας. Τα πάντα όλα, όσα υπέστη το φεγγάρι από δυτικούς της ρομάντζας και το χνώτο του τυρέμπορα που έγινε παραγωγός του σινεμά. Η ζωή που μας δίνεται μας αφήνει μόνο να παίζουμε με τα ζύγια. Όταν μουδιάζεις απ’ την προσήλωση στις δεξιώσεις και τις διαταγές δε σου μένουν σκέψεις αλλά κινήσεις και πόζα. Μια βραχνάδα απ’ τις πολλές απάνθρωπες ανθρωποσυνάξεις. Κι αν αυτό που έχτισες με κόπο κι αφήνεις πίσω σου θέλει ξύλο και ΜΑΤ για να διατηρηθεί, έ τότε θα καταρρεύσει. Τίποτε. Ερείπια και σπασμένα αγάλματα. Τα δασώδη εφηβαία στα μουσεία, για να θαυμάζουν μηχανικά τις ομορφιές και τις γλύκες μιας εποχής που χάθηκε οριστικά, οι νέοι ακτιβιστές της ζωής. Τα παιδάκια που θα σηκώσουν κάποτε κεφάλι όταν μάθουν την πάσα ταξική αλήθεια.

Φρί πρές

fri pres

Η χρεωκοπία ως πλαδαρή κόρη στερήσεων θα επανέλθει δριμεία. Το φάντασμά της σχετίζεται με τη δυναμική του ντετερμινιστικού χάους της προπαγάνδας. Σιγά που η κριτική της αφήγησης της αθηναϊκής αρθρογραφίας στα δύσκολα θα κάνει πίσω. Καθετί που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του αυτοαναφλέγεται για να μπορεί να μπει ξανά στο παιχνίδι ως θύμα καταστάσεων που μαγειρεύουν ακραίοι όταν κωλοβαράνε. Η καιόμενη εφημερίς που αναστήθηκε ακαριαίως πανηγυρίζει την αθανασία της κάνοντας ανορθόδοξες συσχετίσεις. Έχει ένα στρατό από νέους και ημίγερους που δεν έχουν τίποτε και με κανένα. Είναι οι πέστροφες στο σιγανό ποταμάκι του αλαζόνα με το σακίδιο. Το ιερό σακίδιο της δημοσιογραφίας της υπέρβασης. Μιας υπέρβασης των πάντων. Με λέξεις γιρλάντες από παχυλές χορηγίες. Με τη ζηλόφθονη χουντική χαμάρα του υπερφίαλου αναθεωρητή της ορθοδοξίας. Με σαγιονάρες, σπορτέξ και προσωπικά είδη. Η λέξη χρεωκοπία που θα μπει ξανά στη γραμμική υπονόμευση κάθε αλλοδαπής αριθμητικής με χρέη και μνημόνια θα ξανανέβει στο βάθρο της. Οι συνταξιούχοι που δεν καταλαβαίνουν τους αριστερούς γλωσσοδέτες θα ψηφίσουν πάλι δεξιούς επαναστάτες που αλλάζουν το κράτος. Που κάνουν την οργανική ύλη της άρχουσας τάξης, άρχουσα για πάντα. Για να ζήσουμε εμείς όπως όπως κι αυτοί καλύτερα. Γιατί αυτοί ξέρουν πως για να ζήσεις καλύτερα θέλει βούρδουλα, πούτσα στον ανήφορο, στενά παπούτσια και λοιπά. Φιλοσοφικά πράματα δηλαδή.

Ο ένοικος του τύμβου

15

Έχω μια φοβερή καούρα για τον νεκρό του τύμβου. Ή μάλλον για τον ένοικο του ταφικού μνημείου της Αμφιπόλεως.

Οι λέξεις μέσα στα εκδρομικά καλάθια της ιδεολογίας.

Παιδάκια μέσα σε πούλμαν θα επισκέπτονται μελλοντικώς τον ένοικο. Με αι φον της γενιάς του μνημονίου θα απαθανατίζουν τον ταφικό διάκοσμο. Άλλοι θα πίνουν τα σιρόπια τους για τις χαρούμενες διαδρομές. Άλλοι θα εξηγούν το ενοικιοστάσιο στους μελλοντικούς ενοικιαστές.

Η ιστορία γράφεται με παλμογράφους και ακτίνες Χ. Η φεγγαρίσια αρχαιολογία κληροδότησε το ρομαντισμό της στην επιστήμη. Κι η επιστήμη βαρά ταμπούρλα.

Και η δεξιά σακαράκα νεκροφόρα πάει το νεκρό συστηματάκι στον τάφο του. Το σύστημα πεθαίνει αλλά οι άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν. Να βγάζουν σκυλάκια βόλτα στα πάρκα. Να ταξιδεύουν φτηνά στο Λονδίνο. Να μοιράζονται ντομάτες του κήπου και να ανταλλάσουν ωραία πλαστικά νέας γενιάς.

Πολλοί όμως πανικόβλητοι δεν έχουν καταλάβει. Δεν ξέρουν. Ούτε τον νεκρό ούτε τους απογόνους του. Ο ένοικος δεν ξέρουν αν είναι συγγενής τους. Κάποιοι απ’ αυτούς δεν έχουν δεύτερο βρακί και δεύτερο πιάτο. Σαπούνι ξύδι λάδι.

Κάποιοι κάνουν δεύτερες σκέψεις στην περιοχή της λυρικής εκδοχής του χειραγωγημένου λαού.

Πάλι λαός που η γλώσσα τον φορτώνει ιδεολογία άλλων. Δηλαδή εχθρική ποίηση γνώση τέχνη θεωρία.

Οι μαστραπάδες δεν καταλαβαίνουν πως κάθε ανάγκη αναπαραγωγής μύθου είναι αντιστρόφως ανάλογη με την γλυκιά ζωή. Δεν καταλαβαίνουν γιατί όση γλωσσική ύλη τους αναλογεί απορροφάται από το σφουγγάρι της συγκίνησης. Το λαμπρό πεδίον δόξης καθεστώτων που αυτοφορτίζονται. Που παράγουν ανάγκες μελλοντικής λεηλασίας εργατικής ύλης. Που όλο το λούστρο της ψυχικής διαταραχής των υπηκόων το κάνουν μεταφυσική θαυματουργία στα ιστορικά συγγράμματα.

Κυρίες κυρίως, αθύρματα της καριέρας τους και των κατηχητικών της ακαδημαϊκής διαλεκτικής σκάβουν τους τύμβους έχοντας παραπόδα καταστολή κρατική και δημόσιους γράφους που συγκινούν μετωπικά το κοινό. Με επιθέσεις πατρικής αγάπης. Παστρικά και ψηφιακά. Με όση αντίστιξη απαιτεί η θεωρητική μπροσούρα περί σαγήνης και όση λαγνεία απογραφής ένδοξης παρελθούσης ύλης χρειάζεται η ματαιοδοξία των στεγνών. Γιατί οι στεγνοί κυβερνούν. Και οι στεγνοί γίνονται στυγνοί. Όσοι δεν έχουν υγρά ή τα κατακρατούν κυβερνούν διαχρονικά.

Δεν έχει σημασία τόσο η ταμπέλα του μαντριού. Το μαντρί με τα αρμεκτήριά του δίνει γαλατάκι στις αντιφάσεις. Και τους ενοίκους των μεγαλόπρεπων τάφων από καταβολής μισθού, τους έχει στο εικονοστάσι του. Να φυλάν αυτό που δεν μπορεί να φυλάξει ο φύλαξ. Να καταστέλλουν αυτό που γλιτώνει το ψέκασμα.

Όντα που έχουν υποθηκεύσει τις αξίες τους στα μεγάλα αρχίδια του πιο δυνατού. Του κάποιου κάποτε που γάμησε κι έδειρε. Ταπεινά παπαδίστικα δείχνοντας απόλυτο σεβασμό σους προσκυνημένους. Σ’ αυτούς που του προμηθεύουν καραμπογιά για να βάφει τα μαλλιά του και να φαίνεται νέος.

Ο στρατηλάτης χωνεύει κάθε εκφραστικό ένστιχτο των πολεμιστών του. Οι πολεμιστές του είναι αυτός. Κι αν ο ένοικος είναι στρατηλάτης είναι κοντά του θαμμένοι και οι στρατιώτες. Διότι αν δεν έχεις τους ηλίθιους με το μέρος σου χάνεις. Κι η μεγάλη χασούρα των καλών της ιστορίας ήταν η άρνηση ν’ ανοίξουν την αγκάλη τους στους ηλίθιους. Να ταΐσουν το μέσο όρο Ανίτα Πάνια. Ψηφιακό σανό και μπόλικη ακατέργαστη μαλακιούλα στο φου μπού.

Διότι ο σβίγγος λαός έχει γίνει φουμπούλης. Σχολιαστής κάθε συγκρουσιακής σχέσης που δε συμμετέχει. Αγέρωχοι γραφομανείς βαθέως γήρατος.

Εδώ θα βρεις ωραία κιλοτάκια Πεκίνου, μυτζήθρα κάποιας συλλογικότητας απ’ τα Γρεβενά, βιβλία μεταχειρισμένα κι αδιάβαστα, νάρκισσους ποιητές να σχολιάζουν τον εαυτό τους βάζοντας το γκομενάκι τους κόντρα στην απόρριψη απ’ το χωροχρόνο της ζωής, συγγραφείς που τους έφαγε η εκδοτική μαρμάγκα και τώρα αναπολούν τα παλιά. Ακόρεστη σαβουρογαμία νεολαίων που μαράγκιασαν απ’ την ακινησία και το λολ.

Σχολιάζοντας τους σχολιαστές που σχολιάζουν στο φουμπού. Οι μεγαλόσχημοι που υπήρξαν κάποτε γιατί έπιανε το γλείψιμο.

Μα τώρα έχουν κορδέλα δυστυχήματος γύρω απ’ τον τύμβο τους.

Πένθος με άποψη.

Επιθέσεις φιλίας.

Φίλια πυρά.

Αποκλεισμούς.

16

Λίγη βία ακόμη

lig

Να ξέρετε πως όσοι καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται δεν καταδικάζουν τη βία που προέρχεται απ’ αυτούς.

Η βία είναι ο βαρύς χειμώνας.

Η βία είναι τα βαμπίρ της εξωφρενικής φρονιμάδας.

Η ντροπαλοσύνη του Διονυσίου Σολωμού. Ο κόντε κοιμόταν στο μικρό εκκλησάκι των στεναγμών. Με όλο το επτανησιακό του φλέγμα αφομοίωσε την απειλή των τραγωδιών του Μοριά. Λίγο σαν τους αμερικανούς κρουαζιερίστες που χόρευαν φοξ τροτ μυρίζοντας τέφρα Σμυρναίικη. Και λίγο σαν απεσταλμένος του ΟΗΕ στα χασάπικα.

Η βία καταλαμβάνει χώρο και χρόνο. Κυρίως έναν αέρα μυστηρίου στο δωμάτιο της τηλεόρασης.

Τα μερμήγκια που μεταφέρουν πτώματα και τροφές.

Ο νάρκισσος έχει στο βλέμμα τη γλυκιά βία της υποταγής στους αυλικούς του. Με τα παιδικά παντελονάκια σκιάχτρου που διαβάζει κόμικς.

Ο βίαιος απαγγέλλει ποιήματα. Η φωνή του είναι βία στο στόμα της ερωμένης.

Ο σερβιτόρος είναι ο θεατρίνος που περιφρουρεί τις επιθυμίες μας. Την αδυναμία να περιποιηθούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Η βία εκπορεύεται απ’ τους στοχαστές. Κι να δε διαλέξεις τον κατάλληλο στοχαστή θα βιαιοπραγήσουν πάνω σου οι Ερινύες.

Οι τρελοί άνθρωποι πηγαίνουν στη βία από άλλο δρόμο. Ο στρεβλωμένος νους πιστεύει στον Τρωικό πόλεμο.

Το άκακο αρνάκι ή ο καλός άνθρωπος δεν υπήρξαν ποτέ. Πάντα τα λιγότερο κακά πλάσματα προκαλούσαν μέγιστη βία.

Τα άκακα πλάσματα βιαιοπραγούν προγραμματικά. Για την πίστη τους κάνουν σταυροβελονιά το πετσί των απίστων.

Ο άπιστος ο άθεος ο άθρησκος είναι στερημένος από βία. Γράφει πρωινές ώρες ποιήματα για γυμνά κορίτσια. Τα μανιφέστα έχουν δική του μυρουδιά. Δεν είναι τόσο ζηλόφθονος όσο οι γραφειοκράτες.

Η βία είναι να κάθεσαι αποκηρυγμένος απομονωμένος και ντροπαλός και να γράφεις.

Η αγοραφοβία κάποιων είναι αποτέλεσμα βίας.

Με ένα κυματισμό χαρτονομισμάτων λαδώνει ο πλούσιος τη μη βία.

Η βία του κλέφτη και του ληστή είναι τα χαρτάκια καραμέλας των δελτίων ειδήσεων.

Εδώ Πολυτεχνείο! Των ελεύθερων αγωνιζόμενων ματατζήδων

poli

Το πολυτεχνείο δεν ζει. Ψόφησε. Το πολυτεχνείο πότε πότε βρικολακιάζει. Όλη η ρομαντική αστική διαμαρτυρία που εκφράζεται πάντα με εθνικό ύμνο και μαγνητοφωνημένο συναισθηματισμό του εβδομήντα τρία, καταλήγει σε ξεκωλιαστικό ξυλοδαρμό ανυποψίαστων παιδιών, που ο πολιτικός παρασιτισμός της γενιάς του πολυτεχνείου τα οδήγησε στο περιθώριο.

Παιδιά που τα έθρεψε η ωμή βαρβαρότητα του πολιτικού τεκτονισμού όσων εξαγόρασαν τους αγώνες με καρέκλα και φράγκα. Μια κοινωνία που ενσωμάτωσε την κουλτούρα του μίσους στη καθημερινή της ρητορική και αποδέχτηκε το φασισμό ως λαϊκό κίνημα τώρα δέρνει τα παιδιά της.

Η εξαχρείωση, ο εξευτελισμός, η απανθρωπιά, η μιζέρια, ανέκαθεν γεννούσαν την ανάγκη για ήρωες. Το ιλιγγιώδες υπαρξιακό κενό της ελληνικής κοινωνίας το μπουκώνει κάθε τόσο με αυταπάτες ο κούφιος μεγαλοϊδεατισμός της εθνικής υπερηφάνειας και η εθνικόφρονη ρητορεία περί σωτηρίας της πατρίδας. Όλοι χρειάζονται ήρωες και γιορτούλες. Άλλοθι για τις λάθος επιλογές και τις εγκληματικές πρακτικές.

Όλα τα εγκλήματα της μεταπολίτευσης παραγράφονται. Οι ανελέητοι ξυλοδαρμοί, το σπάσιμο των απεργιών, η θεσμοθέτηση της φτώχειας, η κτηνώδης αποθέωση του εθελοντισμού των πρόθυμων ηλιθίων, τα συσσίτια του έκφυλου παπαδαριού, η αποσάθρωση κάθε κοινωνικής δομής, ο εκφυλισμός της ανθρώπινης ανάγκης.

Σήμερα στην ένδοξη πατρίδα μας εντοπίζεται ως κοινωνικό ζήτημα μόνο το γεγονός ότι υποβιβαζόμαστε στην πλανητική κλίμακα εκμετάλλευσης και όχι το ότι μέχρι τώρα αποδεχόμασταν την ύπαρξή της. Το μιλιταριστικό ΝΑΤΟ, ο δουλοπρεπής και πούστικος ρόλος του ΟΗΕ, ο αποικιακός μποβαρισμός των αποφάσεων της ευρωπαϊκής ένωσης δεν ενοχλούν τους όψιμους επαναστάτες που θέλουν εκ νέου να καθίσουν στις ζεσταμένες υπουργικές καρέκλες.

Ο κυνισμός, οι ατομικές λύσεις, ο ανταγωνισμός, το ανικανοποίητο, φαινομενικά δημιουργούν ένα κουβάρι αξεδιάλυτο. Αν όμως πιάσεις το νήμα από την αρχή, διαπιστώνεις ότι η κυριαρχία αναπαράγεται με το χειρισμό και την καλλιέργεια των πιο απλών και βάρβαρων ενστίκτων. Κι αυτά τα απλά και βάρβαρα ένστικτα του φοβισμένου ατομικισμού εδώ και χρόνια καλλιεργούνται μεθοδικά στον καθένα.

Μέσα στο κάτεργο της αλλοτριωμένης ζωής οι άνθρωποι χάνουν την ικανότητα τού να παλεύουν για την ουσία της ύπαρξής τους και εύχονται την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση, περιμένοντας τη σωτηρία από κάποιον ηγέτη-σαγηνευτή.

Οι πλάτες των μαθητών και των φοιτητών γίνονται τα πεδία συγκρούσεων όλων των ανταγωνισμών. Αν το πολιτικό πρόταγμα κάθε εξέγερσης και κάθε διαμαρτυρίας δεν είναι το ξεπάστρεμα του ανθρωποκτόνου καπιταλισμού τότε ο συστημικός μπόγιας ψάχνει για νέους ήρωες.

Όλες οι απολίτικες ύαινες οδύρονται για τα καημένα τα παιδάκια. Αυτά τα παιδάκια που είναι πιόνια στη σκακιέρα των ανταγωνισμών. Αυτά τα παιδάκια που τα θέλουν εργαλεία για να βγάζουν λεφτά. Αυτά τα παιδάκια που τα θέλουν με το σταυρό στο χέρι να ανάβουν κάθε χρόνο επετειακά τα καντήλια της βρικολακιασμένης εξέγερσης κι έπειτα να πηγαίνουν τρέχοντας στα σπίτια τους για διάβασμα. Να γίνουν καλοί επιστήμονες και καλοί ευυπόληπτοι δεξιοί που νοιάζονται για το καλό της πατρίδας.

Αυτά τα παιδάκια που μεγάλωσαν την περίοδο της πλαστής ευμάρειας, τότε που η ελληνική κοινωνία σχεδόν στο σύνολό της, αντιμετώπιζε τους μετανάστες όχι ως ανθρώπους αλλά ως δούλους. Τότε που τα μεγάλα και μικρά αφεντικά αντιμετώπιζαν τους μετανάστες ως φτηνό εργατικό δυναμικό και ως μέσο υπονόμευσης των δικαιωμάτων των ντόπιων.

Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι ποιητής, διανοούμενος, κινηματογραφιστής προφήτεψε το σημερινό φασισμό γράφοντας με μιαν ανάσα για τους έλληνες δολοφονημένους φοιτητές.

ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, ΜΕ ΜΙΑΝ ΑΝΑΣΑ, ΝΟΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1973

Το φασισμό εγώ τον έζησα στη χώρα μου, τον ξέρω.

Βασάνιζε, φυλάκιζε· σκότωνε μόνο το κορμί

Μα πάντα έμενε το αθάνατο σιτάρι του λάου μου… Όμως

έρχεται ο καιρός (στη χώρα μου ήδη έχει φτάσει)

που θα γνωρίσουμε τις μαύρες εξουσίες των ανθρώπων της “κουλτούρας”,

πού ’ναι οι σημερινοί Αντιφασίστες και

είναι οι Πλέον Γνήσιοι Φασίστες…

Αυτοί σκοτώνουν τις ψυχές

και τις ρουφάνε προς το κέντρο σα βρικόλακες

αφήνοντας τα σώματα σκιές.

Μήπως ο Παζολίνι γράφει για τους σημερινούς ταγματασφαλίτες των Βρυξελών, τα τέκνα του Τολιόπουλου και του Μανιαδάκη; Μήπως μιλά καθαρά για τον κάθε δοσίλογο τιμονιέρη που μηρυκάζει πατριωτισμούς και ένδοξο παρελθόν; Μήπως λέει ξεκάθαρα πως οι σημερινοί βρικόλακες εξαργύρωσαν με μαεστρία τον αντιφασισμό τους και την ρητορεία περί κοινωνικής δικαιοσύνης;

Το Πολυτεχνείο υπήρξε η ιερή αγελάδα της μεταπολίτευσης. Ο ελληνικός Μάης του 68 που χρειάστηκε η αστική τάξη για να στήσει τις μυθολογίες της. Για ν’ αλφαδιάσει τους σκληρούς κοινωνικούς αγώνες με την πολιτική ορθότητα του School of economics. Της φωλιάς απ’ την οποία ξεμπουκάρουν ένας ένας οι σημερινοί αρουραίοι της πολιτικής ζωής και του δημόσιου βίου.

Οι νέοι φιλελεύθεροι που έρχονται να αφήσουν την κοτσιλιά τους. Έρχονται να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Από την Καθημερινή και τον Σκάι μέχρι το Protagon.gr, από τη φιλελεύθερη αριστερά μέχρι τον πεφωτισμένο συντηρητισμό διαμορφώνονται πλέον αξιοσημείωτες συγκλίσεις.

Ο ένας κραυγάζει απ’ το Βήμα και τα μεγάφωνα του συγκροτήματος, προς θεού όχι άλλοι αγώνες, η άλλη ουρλιάζει σαν στειρωμένη σκύλα απ’ το lifestyle έντυπο της Athens voice, σφάξτε τους κομουνιστές για να προκόψει ο τόπος.

Οι άνθρωποι της κουλτούρας με το έξυπνο ύφος και τη σπιρτάδα τους δεν βλέπουν δίπλα τους ανισότητες, εργασιακή βία, εργοδοτικό δεσποτισμό παρά υγραίνονται απ’ τη συγκινητική φιγούρα του επιχειρηματία δημιουργού που καινοτομεί. Αναγνωρίζουν ως αξίες, τον υπεύθυνο ατομικισμό και την καταγγελία του μεγάλου κράτους.

Σφυρίζουν κατάρες για όποιον εναντιώνεται στο σύστημα που υπηρετούν. Τον στριμώχνουν στα στενά και τού αλλάζουν την Παναγία. Του σπάνε τον τσαμπουκά, τον τρομοκρατούν. Τον ψεκάζουν.

Ο Ezra Pound έγραψε:

…γέμισε το γαλάζιο τ’ ουρανού με βρώμικους καπνούς· κανείς δε βρίσκεται

για να στολίσει με κεντήματα

το βυσσινί· κανένα Μέμπλιγκ

δε θά ’βρεις για το σμαραγδί.

Η τοκογλυφία

σκοτώνει το παιδί μέσα στη μήτρα

κόβει την όρεξη στον άντρα για ποδόγυρο·

φέρνει τη νέκρα πάνω στο κρεβάτι,

χώνεται ανάμεσα στη νύφη εκεί και στο γαμπρό

(CONTRA NATURAM).

Πουτάνες φέρανε στην Ελευσίνα

πτώματα στρώσαν στο συμπόσιο για το δείπνο

γιατί αυτό προστάχτηκε

απ’ την τοκογλυφία».

Σήμερα που η αστική δημοκρατία δείχνει τα χουντικά της δόντια, σκέφτομαι το γενναίο Βασίλη Διαμαντόπουλο το Νοέμβρη του 1995 να λέει:

Για τους γνωστούς άγνωστους.

«Πιπιλάμε την καραμέλα όλοι μας -και σ’ αυτό βοηθήσανε κι οι δημοσιογράφοι οφείλω να πω- περί γνωστών αγνώστων. Για μένα είναι ένα σημείο, όπου αρχίζει ο συμβιβασμός. Αρχίζει, δηλαδή το παζάρι. Ποιοι είναι οι γνωστοί άγνωστοι και ποια είναι τα παιδιά, τα οποία αυθόρμητα βγάζουν την κραυγή, γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Οσο μεγάλοι κι αν είναι, δεκαοκτάχρονοι, εικοσάχρονοι, δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πολιτικά, ούτως ώστε να οργανωθούν και να δώσουν τη μάχη τους οργανωμένα, σωστά και αποτελεσματικά. Και το δωδεκάχρονο ακόμα εισπνέει, εισπράττει ένα σμπαραλιασμένο κράτος που δεν πιστεύει πουθενά. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που πιθανόν υπάρχουν, όλο το πολιτικό φάσμα είναι σμπαραλιασμένο, είναι ψευδές. Ψεύδεται. Ψεύδεται απέναντι στο λαό κι εγώ το θεωρώ προδοσία. Αυτά λοιπόν τα παιδιά εισπράττουν αυτό το μπλοκάρισμα και δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Το εκφράζουν έτσι. Χτυπώντας, καταστρέφοντας, κάνοντας αυτές τις πράξεις τις καταδικαστέες όπως λέμε όλοι -που για μένα δεν είναι καταδικαστέες. Γι’ αυτά τα παιδιά, αυτό ήταν μια κραυγή. Όταν πετάγαν το σκαμνί, πετάγανε το κράτος, πετάγανε αυτή τη γελοιότητα. Δεν ήταν λοιπόν η καταστροφή. Η καταστροφή ήταν μία κραυγή, ήταν μια θέση, μια στάση. Ετσι πρέπει να το δούμε. Εμένα με συγκινεί αυτή η στάση. Συγχωρέστε με».

Για το άσυλο:

«Ποια είναι η διαφορά των τανκς της χούντας με τα ΜΑΤ που μπήκαν στο Πολυτεχνείο; Θα ‘θελα να ξέρω ποια είναι η διαφορά. Αυτοί μπήκανε με τα τανκς και εμείς μπήκαμε οπλοφόροι και με τις μάσκες. Με τα ΜΑΤ. Θα ‘θελα να ξέρω ποια είναι η ουσιαστική διαφορά. Διότι αν μιλάμε περί ασύλου, όπως οι χριστιανοί πιστεύουν ότι η εκκλησία είναι ένα άσυλο, έτσι κι εμείς πιστεύουμε ότι το πανεπιστήμιο είναι ένα άσυλο».

Για το κάψιμο της σημαίας:

«(Η σημαία) είναι ένα πανί που το δώσαν σε έναν ράφτη και που το ‘ραψε καταλλήλως και δεν έχει καμία παραπέρα σημασία. Αφήστε με να τελειώσω. Δικαίωμά σου είναι να διαφωνείς. Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω από αυτό το σύμβολο. Συμβολίζει μία κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη να ορμήσει, να αγωνιστεί. Αυτό, ναι. Το σέβομαι και το προσκυνώ. Αλλά αυτό το πανί που κάψανε, καλά κάνανε και το κάψανε. Γιατί αυτό το πανί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα. Να διώξουμε τη σαπίλα πρώτα».

Για τη διαφορά από τη χούντα:

«Η διαφορά μας από τη χούντα είναι τούτη: ότι η χούντα ήταν ένας ξεκάθαρος εχθρός, γι’ αυτό και σχεδόν ολόκληρος ο λαός συμμετείχε (στην αντίσταση) ενάντιά της. Σήμερα, υπάρχει μία χούντα -επιτρέψτε μου να πω και έχω συνείδηση αυτού που λέω- η οποία καλύπτεται απ’ το άλλοθι της δημοκρατίας. Όταν λοιπόν γίνονται αυτά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, με τους βανδαλισμούς -σε εισαγωγικά, διότι εγώ δεν τους κρίνω βανδαλισμούς, είναι μια έκφραση κραυγής- και όλα τα δημόσια πρόσωπα, όλοι οι υπεύθυνοι του κράτους αυτού δεν έχουν συγκινηθεί, δεν έχουν ανατριχιάσει γι’ αυτά τα γεγονότα καθόλου, από κει και πέρα καταλήγω στο συμπέρασμα -το φρικτό συμπέρασμα αν θέλετε- ότι οι πράξεις αυτές ήταν λίγες. Αφού δεν ξύπνησαν κανένα. Και ίσως πρέπει να πολλαπλασιαστούν για να ξυπνήσουμε κάποτε».

Μηδέ δίδοτε τόπον τω διαβόλω

no pasar

Πολλοί τρομάζουν με τα ερωτικά ποιήματα. Άλλοι παθαίνουν κωλούμπρα. Άλλοι αγανακτούν, τηλεφωνούν στην αστυνομία των λογοτεχνικών περιοδικών και στον αρχιεπίσκοπο των πετσοκομμένων νοημάτων. Αρκετοί φοβούνται κιόλας τις λέξεις μουνί, πούτσα, κώλος, αρχίδι, γαμήσι και λοιπά. Κι ίσως φοβούνται την απέραντη ελευθερία των λέξεων. Φοβούνται τα υγρά στο βρακί τους και τις πλούσιες φυλλωσιές κάθε ερωτικής αρμονίας που απλώνει στα κορμάκια του κόσμου. Γιατί η μέγιστη και πιο φοβερή επανάσταση είναι να ξεμαντρώσεις την ευχαρίστηση. Να κάνεις τον κλούβιο συζυγικό οργασμό δημιουργία. Να κάνεις τις εξουσίες υποπόδια για την τούρλα της αγαπημένης σου. Να ξεφτιλίσεις κάθε σόλοικο αντράκι με γραβάτα που θέλει να πουλήσει κλουβιά και πλαστικά επιχρυσωμένα κλαδάκια. Είναι ακόμα κι άλλοι πολλοί που τρελαίνονται και χρειάζονται ηλεκτροσόκ όταν διαβάζουν ερωτικά ποιήματα. Γιατί δεν μπορούν να δεχτούν αυτό το επίπεδο της αλήθειας που τσούζει. Της αλήθειας του μπιντέ και του νεροχύτη. Αυτής της αλήθειας που καταλήγει στο βόθρο. Αυτής της αθωότητας που ρήμαξε τον ξενέρωτο ρομαντισμό της εταιρίας λογοτεχνών. Γιατί ο έρωτας είναι το αποχωρητήριο κάθε βαρβαρότητας και κάθε βάναυσου καταναγκασμού. Γιατί ο έρωτας είναι ο έκπτωτος άγγελος που κυνηγήθηκε απ’ τον Αλλάχ, το Χριστό, το Μωάμεθ, το Βούδα. Είναι ο εχθρός του Ιεχωβά και του γερμανού χασάπη Μένγκελε. Ο έρωτας δεν έχει πατρίδα κι είναι ο πιο παλιομοδίτης μοντερνιστής. Μπαίνει στα μυαλά των ποιητών απ’ την εποχή των σπηλαίων, στη γλώσσα της Σαπφώς και στα χείλη του Αρχίλοχου. Οι ποιητές δε φοβούνται τον έρωτα. Το διαβολεμένο έρωτα. Τον αληθινό θεό που ημερώνει τα κτήνη. Τον αληθινό θεό που δεν προσφέρει χάπια στους ανθρώπους αλλά φιλιά. Γλωσσόφιλα δαιμονισμένα. Χνώτα και αναπνοές για να γλυκάνει τα ακονισμένα δόντια της γύμνιας. Ο έρωτας είναι η φυσική κατάσταση των όντων. Ο μάγειρας κάθε ομορφιάς. Όσοι μαλώνουν τους ποιητές για τις κακές λέξεις έχουν περάσει απ’ την προστυχιά του παπά, που μαγάρισε την ερωτική πράξη. Του τράγου που κακολόγησε το γαμήσι και έχτισε τα μπουρδέλα. Του τράγου που έγινε εικόνισμα στα εικονοστάσια των νταβατζήδων. Που τον τρέφουν τα φράγκα των στερημένων. Όλων αυτών που επειδή είναι στο δρόμο του θεού πρέπει να ξεσκάνε επί χρήμασι. Τα ερωτικά ποιήματα απειλούνε το καθεστώς. Απειλούνε την κυρίαρχη τάξη. Τα ερωτικά ποιήματα προπαγανδίζουν την ουτοπία. Σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους χρόνους. Τα ερωτικά ποιήματα δεν γράφονται για να τραβάν μαλακία οι αναγνώστες. Αλλά για να μεταλάβουν τη δική τους ουσία. Γιατί η ουσία αυτή είναι το καύσιμο της αληθινής ζωής κι όχι της ψευτοζωής. Γιατί πίσω απ’ αυτά τα λαγνικά και άσεμνα, βρίσκεται πίκρα απροσμέτρητη και πίκρα που κρύβεται καλά. Βρίσκεται όλη η ηθική εξουθένωση του ανυπεράσπιστου γυμνού όντος απ’ το σφοδρό και βάρβαρο καπιταλισμό. Απ’ τα ιδεολογήματα του πλούτου που ρουφάν το ζωτικό ανθρώπινο μεδούλι στο προγραμματισμένο οχτάωρο της μισθωτής σκλαβιάς. Στην προγραμματισμένη αιχμαλωσία απ’ αυτούς που κρατούν την ηδονή για πάρτι τους. Απ’ αυτούς που ψάχνουν εθελοντές σκλάβους και πρόθυμους ηλίθιους. Απ αυτούς που ζαλικώνονται όλμους για να πάνε να ξεσχίσουν άγνωστους ανυπεράσπιστους στο πουθενά. Ε ναι, οι ερωτογραφίες είναι απεχθείς για τις καλαματιανές φοράδες που κοπρίζουν εις Παρισίους.

Παραδόσεις υγρής ανατομίας

parad

Ο πόλεμος είναι η στιγμή της πικρής αλήθειας όλων των σχετικών εκτιμήσεων της αξίας που έχουν κάνει οι οικονομολόγοι. Πίσω απ’ το έθνος, τις πατρίδες, τα κράτη και άλλα τέτοια κλασμένα μαρούλια υπάρχουν τα εμπορεύματα. Και πίσω απ’ τα εμπορεύματα η εργασία. Και πίσω απ’ την εργασία ο αιώνια χαμένος χρόνος χαράς. Ο χρόνος που γλίστρησε στο καταπέτασμα της παραγωγής. Ο χρόνος που δε θα ισοσκελιστεί ποτέ αλλά θα ουρλιάζει βάζοντας κάθε τόσο τα σημεία στίξεως στους προσήκοντες ολέθρους του βίου. Ο χρόνος που χάνουμε στο οχτάωρο της εξαναγκασμένης παραγωγικής ταλάντωσης είναι χρόνος χωνεμένος στις αξίες. Σε μια μετρική κλίμακα στελεχωμένη από προσδοκίες καλύτερου μέλλοντος. Οι γονείς μας που τους ξεσπλάχνισε η εργασία μας έσπρωχναν στα γράμματα. Σχεδόν μας βούτηξαν βιαίως στην κολυμπήθρα της ειδικευμένης ημιμάθειας που σε έχριζε αυτομάτως υποψήφιο μελλοντικής καλοζωίας. Γίναμε τα πιόνια που διαχειρίζονται τις αξίες. Με γαλλικά, πιάνο, μάστερ και αλλοπρόσαλλο βίο, παραγεμισμένο με άρτο, θεάματα και καλές πράξεις. Όμως εμείς τα πιόνια είμαστε και οι αξίες. Η πραγματική αξία που έχει ένα πιόνι δεν είναι σε καμία περίπτωση η αξία της υπόστασής του αλλά η θέση του πάνω στη σκακιέρα. Ένας πύργος περικυκλωμένος από μια σειρά από πιόνια, δεν αξίζει τίποτα. Η αξία του είναι καθαρά δυνητική. Αν δεν απελευθερώσουμε το πεδίο δράσης του μέσα στο παιχνίδι, τότε δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να εκδηλώσει τη δυνητική του αξία. Αντίστροφα, ένα στρατιωτάκι, που θεωρητικά δεν αξίζει και πολλά, μπορεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή να αξίζει πολύ περισσότερο κι από την ίδια τη βασίλισσα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έχει καρφωθεί στο μυαλό μια ανατριχιαστική μαλακία του Τσόρτσιλ που μας κουδούνιζαν στο κεφάλι οι εθνικοτραφείς μας δάσκαλοι. Οι ήρωες πολεμούν σαν έλληνες κι όχι οι έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, είχε πει ο εγγλέζος επιβήτορας για τους έλληνες. Ε λοιπόν αυτές οι ένδοξες μεγαλοστομίες μας κηδεμονεύουν ακόμα. Στο σχολείο, στην τηλεόραση, στη δουλειά, στο δημόσιο χώρο. Όλο και κάποιο τσιτάτο θα ερεθίζει συναισθηματικώς την υποχόνδρια φυλετική μας υπερηφάνεια. Συνήθως ο ανελέητος γαμιάς και ο σφαγέας σου έπειτα σε εκθειάζει. Απ’ τη μια για να φανεί η ανωτερότητα και το μεγαλείο του κι απ’ την άλλη για να σε ιππεύει διηνεκώς. Τα ωραία λόγια είναι το καύσιμο για το καμίνι της ματαιοδοξίας των υποτελών. Αντί όμως για την ξεχαρβαλωμένη μηχανή της ανθρωπότητας βλέπω γύρω μου τους καθημαγμένους μου προγόνους να με παρηγορούν. Τους καλλιτέχνες που δεν είχαν αυλές και φιλοδοξίες. Λογοτεχνικές κούρνιες και μαγαζάκια πολιτισμού. Όλος αυτός ο αχός ματαιόδοξων ανθρώπων που περιμένει το ξεροκόμματο της επιβεβαίωσης δύσκολα μπορεί να μετατρέψει αυτή τη λασπώδη ζύμη της ζωής σε άρτο επιούσιο. Δύσκολα μπορεί να καρδιοχτυπήσει μπροστά στα ευγενή αιδοία που του δίνονται. Δύσκολα μπορεί να το σκάσει δια παντός απ’ τη σκακιέρα. Απ’ το μαντρί. Δύσκολα μπορεί να γράψει στ’ αρχίδια του τους μηχανισμούς και να στήσει πλεκτάνες έρωτος. Δύσκολα μπορεί να διάγει βίον χαρισάμενον στα τροπικά νησιά του Πάσχα της ηδονής. Να βγάλει απ’ τον κώλο του τις εξατμίσεις και τα φουγάρα. Να γίνει ο ελαφρόμυαλος κι ο ελαφρός. Να ζήσει.

Να περνάς καλά!

na pe

Αν η γενιά μου αφιερώθηκε σε κάτι, αυτό είναι η λατρεία του φτηνού κυνισμού. Το πέρασμα απ’ την καταπιεστική υποχόντρια φαμίλια, που άνδρωσε την γενιά του εβδομήντα, στον ελευθεριακό ψυχαναγκασμό της ευτυχίας. Αυτό που νιώσαμε στην εφηβεία μας ήταν μια φονική βουβή περιφρόνηση προς τις ψόφιες αξίες. Το Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια, η αγία τριάδα της νοικοκυροσύνης και του ευφρόσυνου συντηρητισμού ήταν ήδη χεσμένη πατόκορφα. Η δεκαετία του ογδόντα υπήρξε μιαν ακραία κιτς δεκαετία. Ντελικάτοι κοντόχοντροι κομματάρχες αλώνιζαν τα χωριά και τις πόλεις. Ένας νέος τύπος ανθρώπου ερχόταν στα πράματα. Οι περισσότεροι, δεξιοί που αυτομόλησαν την προηγούμενη δεκαετία προς το κέντρο, μοίραζαν αφειδώς διορισμούς και υποσχέσεις. Το βόλεμα και η ευκολία έγιναν καθεστώς, ανοίγοντας το δρόμο για τα μεγάλα κόλπα. Ο αυριανισμός ξεχείλωνε τις συνειδήσεις και το πολιτικό προσωπικό καβαλούσε το ακέφαλο άλογο των αγορών. Δάνεια και χωματερές. Συμφωνίες για θάψιμο της παραγωγής. Ένας εισαγόμενος πολιτισμός ερχόταν να χωνέψει τον πεινασμένο νεοέλληνα. Τα παιδιά της αντιπαροχής μεγάλωσαν με χαβαλέ και Στάθη Ψάλτη. Ο διασκεδαστής αντί να μας διασκεδάσει ερχόταν κι αμολούσε μια γερή κλανιά ακριβώς στη μούρη μας. Κι αυτό ήταν τέχνη και διασκέδαση. Κάθε χαζοχαρούμενη συνθήκη του τύπου να περνάς καλά και γράψτους όλους στ’ αρχίδια σου, έγινε ο μόνιμος καταναγκασμός των άβουλων τέκνων της γενιάς μου. Μια γενιά ζαλισμένη απ’ τα ξεθυμασμένα όπια της προηγούμενης. Μια γενιά που δεν είχε το θάρρος και το θράσος να ξεκάνει την πατρική σαβούρα και να προχωρήσει μπροστά. Μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα περάσαμε στην ψηφιακή πάχυνση και την πόζα. Στην γκρίνια και την ανασφάλεια. Στις κάρτες στα δάνεια στα πτυχία. Σε μια ακραία θεολογία του χρήματος και σε έναν ξεδιάντροπο φτηνό κυνισμό. Ο θάνατος, ο πόνος, η εξαθλίωση των άλλων, έγιναν σκηνές στο ηλεκτρισμένο κάδρο της τηλεόρασης. Τρώγοντας θα δεις σφαγμένους, ξεκοιλιασμένους, άστεγους, διάσημους ναρκομανείς και άσημα πρεζάκια. Τρώγοντας και πίνοντας με τον ψυχρό συναισθηματισμό του χειρούργου η κοινωνία του θεάματος καταναλώνει αμάσητες τις ανθρώπινες τραγωδίες. Ένας καταιγισμός από εικόνες και μια βροχή από σφαλιάρες πάνω στο σβέρκο του παντοδύναμου καταναλωτή. Ο καταναλωτής που έρχεται να προδώσει τις ίδιες του τις ανάγκες λειτουργώντας ως Ιούδας του ίδιου του εαυτού του. Είναι έτοιμος να χάσει την ψυχή του, δηλαδή την ουσία της ύπαρξής του, εκπληρώνοντας το θείο σχέδιο του καπιταλιστή. Είναι έτοιμος κάθε στιγμή να πουλήσει τα παιδιά του, στον έμπορο και στον τεχνοκράτη. Είναι σαν έτοιμος από καιρό να βγει ξανά στις αγορές και να το παίξει γκόμενος και καμάκι, να φέρει ξένους, τουρίστες, επενδυτές. Να φέρει λάδι απ’ την Τουρκία, κρασιά απ’ τη Γαλλία, λαστέξ απ’ το Πακιστάν και τάπερ απ’ την Κίνα. Η γενιά μου είναι δικτυωμένη. Κυβερνά τον κόσμο απ’ το ιντερνέτ. Η γενιά μου θα βάλει τα rooms to let και την τσαχπινιά και οι ξένοι θα βάλουν τα φράγκα. Η γενιά μου ετοιμάζεται να κάνει το τελειωτικό ξεπούλημα. Η γενιά μου ετοιμάζεται για την προδοσία. Το έσχατο τεκμήριο αγάπης προς τις μέλλουσες γενιές.

Με τον τρόπο του Γ.Σ

seferis

Ο Σεφέρης επιτέλους πέθανε οριστικά
«στο φέρετρο του ακούμπησε η Ελλάδα»
Αυτός πού ακούμπησε,κανείς δεν λέει…
Θωμάς Γκόρπας

 

Ο Σεφέρης με μια συναισθηματική ντρίπλα αθωώνει το δικτάτορα Μεταξά. Ο Σεφέρης υπήρξε γλείφτης των Άγγλων. Γράφει ο μεγάλος μας ποιητής για το ίνδαλμά του «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου». Ο Σεφέρης στα ημερολόγιά του έγραψε μια μεγαλοπρεπέστατη μπούρδα. Το ζήτημα φυσικά δεν είναι η δουλική συμπεριφορά ενός νομπελίστα αλλά ο τρόπος με τον οποίο η άρχουσα τάξη γράφει την ιστορία του τόπου. Εδώ υπάρχει μόνο ο λαός και ο Μεταξάς. Ο Ηγέτης που η βασίλισσα Σοφία τον φώναζε χαϊδευτικά Γιαννάκη αφού ήταν γνωστό στα ανάκτορα πως ο μέγας δικτάτωρ είναι κρυφοπουστάρα. Οι βιογράφοι του Μεταξά δεν αναφέρουν φυσικά το πάθος του για τα αγοράκια και το αβυσσαλέο μίσος του για τους κομουνιστές. Ο Μεταξάς είναι για τους αστούς ηγετική φυσιογνωμία αφού, ως υπάκουο ανθρωπάκι, απ’ τη μια έδειχνε τα δόντια του στο λαό με τις φασιστικές του φιέστες και τους ανθρωποκτόνους νόμους κι απ’ την άλλη έκανε τα χατίρια των Άγγλων που τον καιρό εκείνο ήταν παντοδύναμοι και διατεθειμένοι να σκορπίσουν χρήμα για να αναστηλώσουν τις καταρρακωμένες τους αποικίες. Ο φασίστας Μεταξάς ήταν τόσο βολικός με τους Άγγλους αφού τους άνοιξε την μεγάλη πόρτα για να καθίσουν στο σβέρκο του λαού για τα επόμενα χρόνια. Οι Άγγλοι γνώριζαν ακριβώς την έκβαση της γερμανικής κτηνωδίας την οποία μαζί με τους απελευθερωτές Αμερικανούς είχαν υποδαυλίσει και επιχορηγήσει ιεροκρυφίως. Το αποκορύφωμα ήταν οι εκτελέσεις των διαδηλωτών απ’ τα πολυβολεία της Μεγάλης Βρετανίας του πολυτελούς αυτού μπουρδέλου στο οποίο γαμούσαν οι πλούσιοι ή έκλειναν δουλειές. Μανιωδώς οι ιστοριογράφοι της Δεξιάς, τουτέστιν οι χαμάληδες της εξουσίας που έδωσαν κώλο για να γίνουν ακαδημαϊκοί, παλεύουν να ξεπλύνουν το δικτάτορα απ’ τα εγκλήματά του. Αυτό το λάτρη του Χίτλερ, αυτό το πουλέν της ακροδεξιάς. Ο Μεταξάς είναι περασμένος στα βιβλία ως έμπειρος στρατιωτικός που προετοίμαζε το λαό να πολεμήσει. Έναν λαό ξεσχισμένο απ’ τους πολέμους, την πείνα και την εξαθλίωση. Έναν λαό που υπήρξε η μπίλια στο φλιπεράκι του ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων της εποχής. Έναν λαό που έπεφτε πάντα θύμα των γητευτών του. Έναν λαό που τον ξέσκισαν χρησιμοποιώντας τον για να διώξουν το γερμανικό φασισμό και μετά του κατέβασαν τα παντελόνια αφοπλίζοντάς τον με τον πιο σαδιστικό τρόπο. Οι αντάρτες που κλαίνε ξέρουν. Το κλάμα αυτό είναι η πιο αντρίκια τους στιγμή. Είναι η κορύφωση της τραγωδίας. Είναι αυτοί που έβγαλαν το φίδι απ’ την τρύπα και τώρα περιμένουν το δράκο να τους καταπιεί. Τον αλαζονικό αυτό δράκο της καπιταλιστικής μηχανής που με το πρόσχημα του εμφυλίου ξεκλήρισε το κίνημα απ’ τους τελευταίους υπερασπιστές του. Το δράκο που δε δίστασε να δοκιμάσει στο Γράμμο τις πρώτες ναπάλμ, κάνοντας την αρχή του νέου κύκλου αίματος και σφαγής. Μετά το Γράμμο το Βιετνάμ, το Λάος, η Καμπότζη, η Κορέα και δε συμμαζεύεται. Όποιος δεν γουστάρει το θείο Σάμ τρώει σκατά και βόμβες. Οικονομικούς αποκλεισμούς και ρουκέτες. Όποιος είναι απείθαρχος και δεν παράγει κρέας για τα στομάχια του κεφαλαίου καταδικάζεται στη φτώχεια, στον αποκλεισμό και την κακομοιριά. Σήμερα που μέχρι και οι πέτρες ξέρουν την αλήθεια, η Καθημερινή πήρε τη σκυτάλη της αγιοποίησης του Μεταξά. Βέβαια δεν θα αναφέρει πουθενά πως ο στρατός βρέθηκε απροετοίμαστος χωρίς πολεμοφόδια, με απαρχαιωμένα πολεμικά μέσα, χωρίς οχυρωματικά έργα, μπροστά στη θηριώδη φασιστική μηχανή. Βεβαίως δεν θα αναφέρει πουθενά πως όταν τον Απρίλη επιτέθηκε η ναζιστική Γερμανία, μέσα σε λίγες μέρες δόθηκε η εντολή για συνθηκολόγηση άνευ όρων, ενώ ακόμα ο στρατός και ο λαός πολεμούσαν. Δεν θα αναφέρει πουθενά πως η κατοχική κυβέρνηση ήταν συνέχεια της Μεταξικής χούντας. Κι όλες αυτές τις συναισθηματικές μαλαγανιές του Σεφέρη, μαζί με άλλες, χωνεμένες στις προχειρογραμμένες αγιογραφίες της Καθημερινής που διαβάζει ο περήφανος μικροαστός πάνω απ’ τη χέστρα του. Αυτός ο λεβεντομαλάκας που καμαρώνει το παιδάκι τους στις στρατιωτικές παρελάσεις που άφησε παρακαταθήκη ο γενναίος και ηρωικός Μεταξάς. Αυτός ο μικρομεσαίος που δεν αναρωτιέται για τίποτε. Αυτός που θέλει αξιοκρατία αλλά γλείφει κατουρημένες ποδιές και χεσμένα σώβρακα. Αυτός που θέλει ηγέτες με αρχίδια για να του κάνουν τη δουλειά. Για να επιβάλουν την τάξη. Αυτός που περιμένει το στρατό σωτηρίας των συμμάχων. Το ΝΑΤΟ. Αυτός που όπου κι αν ταξιδεύει η Ελλάδα τον πληρώνει.

Λουτρά αίματος ωραίας Ελένης

mad mar

Τα πλήθη του λαού ξαναμμένα απ’ την αναμέτρηση των μονομάχων. Και τη διάφανη φλούδα της ρόγας μιας Ελένης. Μιας Ελένης που σαπίζει, που σωριάζεται καταγής σαν ένα πελώριο ποδοπατημένο κορμί κι ωστόσο, διατηρεί ως την ύστατη στιγμή τη μεγαλοπρέπεια και την αίγλη της, τη μαγεία, το μυστήριο και τη βαναυσότητα των αξιοσέβαστων θρύλων της. Θυμίζοντας έτσι το νευρικό τρεμούλιασμα του θηλυκού που σκορπίζεται στους ανέμους της μάχης και τους πιο βαθιούς αναστεναγμούς. Με τις φλογερές γάμπες και τις ψευδολόγες καλτσοδέτες μιλημένες ν’ αλλάζουν με μιας δέρμα στο τσακάλι. Ειδοποιητήρια πυρκαγιών κι άλλες φρικαλέες πράξεις, προγραμματισμένες από μια φύση όλο μελαγχολίες και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα. Μεγαλειώδη πορνοσινεμά των δέντρων. Κούρνιες πλασμάτων ελευθέρας βοσκής όπου ασέμνως διακονούν συζυγικά καθήκοντα, μεγαλώνουν βρέφη κι ανταλλάσουν σπόρους και κοφτές φράσεις. Χωρίς λαιμαργίες και υποχθόνιους συνειρμούς υπερουράνιων κόσμων. Δεν έχουν βασιλιά οι τσαλαπετεινοί. Κι οι πέρδικες δεν έχουν πατρίδα. Κι οι κουκουβάγιες παπά να τις διαβάσει. Δεν έχουν προσλήψεις, ποσοστά ανεργίας και κρυφό σχολειό. Και νομίζω πως, και η αυτοκτονία είναι μια δυσκολοπρόφερτη λέξη για τα ζώα και τα πετεινά τ’ ουρανού. Ο θάνατος έρχεται στο τέλος και νιώθεται με κούφιο ήχο και ρυθμό λίγο πριν τη συντέλεια. Όταν αρχίζουν οι φτερούγες να μαλακώνουν και τα πλοκάμια να σέρνονται. Τα ζώα δεν έχουν τεφτέρια να γράφουν μύθους και ν’ αγριεύουν τις επόμενες γενιές και να κάνουν τους μύθους κατεστημένο και φονικά καμπαναριά. Αυτό το σμπαράλιασμα της ύπαρξης με τους χυμούς τού έρωτα στο ντενεκέ του μπουρδέλου. Θα το πληρώνεις το γαμήσι τσίτσιδε χαμηλοβλεπούσε αφού δε μπορείς να πιάσεις ντουφέκι και φαλτσέτα, να σφαγιάσεις το μαστροπό που σού πουλά τη χούφτα το νερό σε πλαστικό μπουκάλι κι αξιοποιεί την πηγή ο αρχίδης για να κάνουν μπιντέ οι τουρίστες με τα φράγκα. Τα μεταναστευτικά πουλιά που βγήκαν στη σύνταξη για να απολαύσουν αυτό που δεν απολαμβάνεται με λεφτά. Κανένα άλλο ζώο έξω απ’ τον άνθρωπο δε φτάνει στην τρέλα, με τα ωραία του χαρτονομίσματα κουρνιασμένα ανάμεσα στα μεταξωτά του βρακιά και τις αναμνήσεις. Ω Ελένη, των Τρωικών πολέμων και της αϋπνίας. Πλημμυρίδα και όργιο και ναρκωμένη οχιά. Που δε θ’ αξιωθείς ποτέ γερατειά και προσφορές στα φτηνά σούπερ μάρκετ. Ω Ελένη, των μύθων και των παραμυθιών που κάνεις τους λαούς να ερωτοτροπούν στα πεδία των μαχών. Να γεμίζουν καύσιμο σάρκας τα κρεματόρια και τα δάση ν’ αλλάζουν χρώμα απ’ την τέφρα των εκλεκτών του θεού. Ω Ελένη, μέδουσα οργασμών και φαντασιώσεων όλο πλεκτάνες και φορμαλισμό δίνοντας προοπτικές στην αδολεσχία του πλούτου. Ξαμολημένη απ’ τα σώψυχα κάποιας μάνας παραβατικής με το νέκταρ της βιτριόλι στα μάτια των λαών. Ω Ελένη, ατέλειωτη υγιεινή του κόσμου. Ελένη εσύ, αρχαίο μαδημένο μουνί. Μαργαρίτα που σε μάδησε έως θανάτου ο τυφλός ποιητής.

Ο ιερόσυλος θρίαμβος του ερωτισμού

1122

Μέσα στην κοσμική άβυσσο οδύνης και πόνου, ο ποιητής, το άθλιο τέκνο της Αφροδίτης, πλέκει δόλους. Αφροδίσιους δόλους. Διότι ο δόλος στον έρωτα γιγαντώνει την αβεβαιότητα και τη συμμετοχή τού ερωτευμένου σ’ αυτόν. Δολώνω την ομορφιά με λέξεις που τις βάζω να δουλεύουν αλλιώς. Κι έτσι θα ανδραγαθήσω στην μάχη προς τα νυφοπάζαρα. Τα ζωογόνα νυφοπάζαρα των αγρών. Εκεί που δεν φτάνει το πύον της χριστιανικής σαβούρας και οι μύξες της πολιτικής ορθότητας. Όταν οι υπάλληλοι της αρχιεπισκοπής μαγάρισαν την ερωτική πνοή και κακολόγησαν το γαμήσι άρχισαν οι αρρώστιες να παίρνουν κεφάλια. Και για να βγεις απ’ την αρρώστια δεν χρειάζονται φάρμακα και σανατόρια αλλά ανατροπή των συνηθειών. Ανυπακοή σε κάθε κλουβίσια αυταπάτη. Σε όλες τις κανιβαλικές ευχές της νοικοκυροσύνης. Εκεί που ο ηθικός θρίαμβος του έρωτα παίρνει κεφάλι, αφού αυτός ο σατανάς κι αυτός ο μέθυσος θεός της δημιουργίας, μπορεί να τρυπώσει ακόμα και στα πιο σιδερόφραχτα κατηχητικά. Ο ερωτισμός παραγκωνίζει τις εξουσίες. Τοποθετεί το αρσενικό και το θηλυκό στο αιώνιο βάθρο τους. Ο ερωτισμός δεν χρειάζεται τις καμπάνες καμιάς εκκλησίας για να ξυπνήσει απ’ το λήθαργο των καταναγκασμών. Ούτε το γλωσσίδι του ιεροκήρυκα που κοπανά τις ευαίσθητες καρδούλες με σιδερένια μοχθηρία. Ο ερωτισμός είναι εχθρός της μονογαμίας και του βολεμένου νοικοκύρη. Ο ερωτισμός προσφέρει ξανά στη γυναίκα τα ερωτικά της σκήπτρα. Αυτά που της έκλεψαν οι φθονεροί άγιοι της αγαμίας. Οι θεούσες του άστεως που καταδίκασαν τις καυλωμένες χωριατοπούλες στην κακογαμία. Οι ατσίδες που μετέτρεψαν τη γυναίκα σε κουνέλα για να τροφοδοτεί τα κανόνια και τις μηχανές. Ω ναι, η γυναίκα ήταν πάντα το πρόβλημα. Αυτή ήταν ο καταραμένος όφις που κάρφωσε ο Αι Γιώργης ο πουτσαράς. Αυτή λείπει απ’ τις ιερατικές σχολές, το Άγιον Όρος, το Θιβέτ, το Βατικανό. Αυτή είναι το μίασμα όλων των περιούσιων διαστροφών. Η γυναίκα. Αυτή πολέμησε ένας ολόκληρος στρατός Αγίων και αγιογδυτών. Αυτή τη γυναίκα φόρτωσε με νευρώσεις ο ηγεμόνας. Αυτή τη γυναίκα καταρράκωσε ο διαφημιστής. Ο ποιητής της ήττας. Ο λογοτέχνης της συμφοράς. Ο προικοθήρας μεταφραστής κάθε ξεθυμασμένης αμερικανιάς και κάθε κλιματιζόμενης νεκροφιλίας. Αυτή τη γυναίκα έκλεισε στο διαμέρισμα ο καπιταλιστής κάνοντάς την πουτάνα, μαγείρισσα, γκουβερνάντα εντός της ασφαλούς οικίας. Κάνοντάς την οικόσιτη καρδερίνα που τραγουδά τα σπαράγματα του κυρίαρχου λόγου της αρπαχτής και της πλαστής ευτυχίας. Αυτή τη γυναίκα έρχεται να ξεσκεπάσει απ’ τα πέπλα υποκρισίας ο ιερόσυλος ερωτισμός. Ένας ερωτισμός που ξέρει πως η ευχαρίστηση είναι επαναστατική πράξη και ο έρωτας κοινωνικό αγαθό. Ένας ερωτισμός που δεν μπορεί να είναι μισαλλόδοξος, δεξιός, εαυτούλης. Ένας ερωτισμός που κλάνει στα μούτρα πατρίδες, εταιρίες και αυτοδημιούργητους που γαμούν και δέρνουν με τα λεφτά τους. Ένας ερωτισμός που δεν κρατάει όσο ένα χύσιμο αλλά όσο μια αιωνιότητα.

Ζήτω η μητριαρχία, κομπογιαννίτες εραστές!

zito

Όλες οι αδικίες και οι ατιμίες ζυμώνονται μέσα στο χρόνο. Ο σπάγκος αυτού του κομισάριου της αυλαίας του κακού σπάει. Κι όλες οι ωραίες της νύχτας μισανοίγουν τον κάλυκα του άνθους τους. Μέσα στο βόθρο των θαυμάτων και στην αιολική συμφωνία των καταναγκασμών τα κούφια αυτιά γαργαλιούνται απ’ τα κηρύγματα και τις καλές πράξεις των άλλων. Υπάρχουν πάντα κάποιοι που κάνουν το καλό και το διαφημίζουν. Άνθρωποι που δειγματίζουν την πίστη σε κάτι ανώτερο, ως ηθική ανωτερότητα. Ιεροκήρυκες διεφθαρμένοι απ’ την ιδέα του καλού που οριοθετούν κάθε αταξία της ζωής με απαγορεύσεις. Μέσα στο λουτρό αίματος της αλήθειας που ο χρόνος αφήνει ανεξιχνίαστη, μονάχα η θλιμμένη αράχνη της αγάπης προς τον πλησίον αφήνει τον ιστό της πάνω στις σιδερένιες ψυχές. Ο άνθρωπος αναζητά πάντα το μύθο και το θαύμα. Κι όταν ο μύθος και το θαύμα πέφτουν στα χέρια του παπά και του στρατηλάτη το αίμα ξυπνά μπροστά στα κατώφλια των νοικοκυραίων. Η μαστοφόρος πατρίς ταΐζει φαρμακωμένα καρότα την αθώα σταχτοπούτα. Κάτω απ’ το πέπλο του ρομαντισμού οι μυξοπαρθένες της δημοκρατίας υπογράφουν το άνοιγμα των ομαδικών τάφων. Διορίζουν μουσουργούς στο φλεγόμενο μέτωπο για να υμνήσουν τις σφαγές. Εδώ ο εξευτελισμός γίνεται λογοτεχνία για τους ύστερους υποτελείς. Για να μπορεί μέσα στη λιτανεία του φθονερού πατριωτισμού να καλυφτεί ο απέραντα βουβός πόνος κάθε ψυχούλας που δεν ψόφησε στο γαμήσι αλλά στον πόλεμο. Στον πόλεμο των καλών εναντίον των κακών. Για όλους εμάς που ξέρουμε πως κάθε πόλεμος είναι εμφύλιος και πως κάθε οικοδεσπότης της σφαγής ξεπλένει το στόμα του με σώμα και αίμα Κυρίου, κανένα θαύμα και καμιά πίστη δεν μπορεί να κάνει τη ζωή υποφερτή. Μονάχα ιδέες που τις παχαίνει η διανόηση για το αιώνιο σφαγείο, κυβερνούν τα στομάχια των φτωχών. Ιδέες χωρίς μουνί και χωρίς πούτσο. Ιδέες παράλογες. Ένας στρατός από άρβυλα. Ψοφίμια κάθε πόθου στοιβαγμένα στα μουντά νεκρόφιλα διαμερίσματα. Εκεί που το μέλλον είναι προγραμματισμένο σα ντροπαλό παιδί και η ουσία της ύπαρξής του είναι το βούτυρο στο ψωμί του καπιταλιστή. Αυτός που τα πάντα υπομένει, περιμένοντας μια καρδιά κάτω από ένα ράσο, να του προσφέρει ψωμί, είναι το απόρριμμα της θεομηνίας του ανταγωνισμού. Το υπόλοιπο της δημιουργίας που πήγε στραβά. Αυτό που η τεθλασμένη προστυχιά του ερωτισμού προσπαθεί να φέρει στο ίσιο δρόμο. Ω θεέ εσύ κοσμικό μανεκέν, χωρίς μάτια, μύτη, αυτιά, μεταμορφώσου σε ζωηρό αμνό κι έλα σε τούτο το κατσάβραχο της γης με ένα άλμα, να ελαττώσεις στο μηδέν την ανυπέρβατη τάφρο που περνά για να χωρίσει το ονειροπόλημα απ’ την πράξη. Έλα θυσιάσου εσύ, σφαγιάσου ως αμνός μπροστά στα μάτια του ανθρώπου για να αναλάβει ξανά το αίσθημα της απόλυτης αθωότητάς του και της απόλυτης εξουσίας του. Ν’ αρχίσει ο άνθρωπος να σφάζει έναν έναν τους θεούς του που έγιναν επικίνδυνα θρεφτάρια. Να βάλει ξανά τη μήτρα στο κέντρο της ζωής. Ζήτω η μητριαρχία, κομπογιαννίτες εραστές! Ζήτω η χαρά της ζωής και ζήτω τα σκέλια της.

Crematorium

krem

Το αίμα είναι το πετρέλαιο της ιστορίας. Οι αγορές δουλεύουν με αίμα. Οι τράπεζες δουλεύουν με αίμα. Απ’ τα πεδία των μαχών το αίμα κυλάει στα ποιήματα και στα τραγούδια. Παιδικές φωνούλες με όλο το λυρισμό της άγουρης νεότητας τραγουδούν το αίμα. Θέλει νεκροί χιλιάδες να’ ναι στους τροχούς. Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους. Να δίνουν το συκώτι τους. Τα νεφρά τους. Μέσα σ’ αυτό το σιωπηλό τρένο της ατέλειωτης σφαγής ύμνοι ακούγονται από κοριτσίστικα χείλη. Από δροσερά νιάτα που θα οδηγηθούν λίαν συντόμως στο κρεματόριο της καριέρας ή στο καρτοσυμβόλαιο της ανεργίας. Εκεί που κανένας επίσημος δε θα μιλήσει για την χλεύη του πένθιμου κωμικού κόσμου. Εκεί που θα παρελάσουν τα τρυφερά μειράκια με όση κούφια υπερηφάνεια τους έχει μεταδώσει ο μισαλλόδοξος εθνοφασισμός. Τα ιστορικά βιβλία, τα σήριαλ, ο παπάς, ο δάσκαλος, ο κατηχητής, ο εθνικός ποιητής, ο κέρβερος, ο μπαμπάς, η μαμά, η γιαγιά, η Βέμπο, ο Κώστα Πρέκας. Η πατρίς ενώνει. Έξω η πολιτική απ’ τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις εκκλησίες, τους οίκους ανοχής. Ο ηγέτης όλων των ελλήνων Γιαννάκης Μεταξάς είπε το όχι. Ο εθνικός μας ποιητής έγραψε ένα υπέροχο φασιστικό ύμνο στη σφαγή. Έφταναν στο ακρογιάλι του τα σπλάχνα των ανθρώπων. Πόδια, χέρια, κεφάλια. Μια μάζα όλοι. Εχθροί και πατριώτες. Ένδοξη σπορά. Σε γνωρίζω απ’ την κόψη του σπαθιού την τρομερή. Σε γνωρίζω απ’ το θάνατο στα μάτια. Τη φωτιά στους φούρνους. Τα κρεματόρια. Σε γνωρίζω απ’ τα κούφια κεφάλια όπου χώρεσε τόση γνώση για αφανισμό και λιώσιμο. Αίμα στο Δίστομο, στη Χιροσίμα. Αίμα παλιό και καινούργιο και φρέσκο αίμα της στιγμής. Αίμα ελλήνων, αίμα γερμανών, είμαι πούστηδων, αίμα γυναικών, αίμα μαύρων και αίμα λευκών. Αίμα του κύκνου που τραγουδά υπέροχα πριν πεθάνει. Αίμα όλο αθωότητα και εξουσία. Αίμα καύσιμο του μίσους. Αίμα στο σβέρκο των ευζώνων. Αίμα στα μπούτια κοριτσιού. Αίμα στον κώλο του στρατιώτη. Αίμα στο μουνί της μάνας. Ψόφια παιδιά και ψόφιο μέλλον. Αίμα σε κάθε ποίημα και σε κάθε στομάχι. Αίμα στις φωνούλες των παιδιών και στις χλωμές τους φλέβες. Αίμα για το έθνος. Για του Χριστού την πίστη την αγία. Αίμα για την Εταιρία και το νοικοκυριό. Αίμα για τον Φύρερ που δεν κατάφερε να γαμήσει τόσους πολλούς όσους ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Μέγας Κωνσταντίνος. Αίμα για τα κουτάβια του Φύρερ και το Ροκφέλερ. Αίμα για το ντεπόζιτο του θεού και της ακαδημίας. Αίμα για να χορτάσει ο δικηγόρος, ο ιερέας, ο δάσκαλος, ο πολιτικός. Αίμα για να περιστρέφεται η φτερωτή ολέθρων και καταστροφών. Αίμα νυν και αεί. Και εις τους αιώνες των αιώνων.

Δίκην βροχούλας

dikin

Το σύννεφο θα φέρει βροχή
και πληγές και όμορφες λάγνες
κυρίες γλυκές και μεσόκοπες.
Αρχαϊκά φύλλα που ακολούθησαν
το δρόμο της παντρειάς. Η βροχή
θα φέρει καταλήψεις στα σχολεία
και θα γεμίσει την αγορά με
πορτραίτα του Γιαννάκη Μεταξά
από τη μουχλιασμένη Καθημερινή.
Η βροχή θα φέρει στον ύπνο μου
μαύρα κοράκια, ιστοσελίδες γεμάτες
ερωτικούς αδένες, μηδενισμό, αφίσες
του Μουσείου Μπενάκη. Η βροχή θα
φέρει σκόνη απ’ την Αφρική και γύρη
απ’ τα βάθη της Ασίας. Η βροχή θα
φέρει ειρήνη, θα βάλει τους σκοτωμένους
στους τάφους και τους ζωντανούς
στη θέση τους. Η βροχή θα φέρει
αναγούλα στους νυχτοφύλακες και
δάκρυα στους ψυχαναλυτές. Η βροχή
θα φέρει τον πατερούλη μου πίσω,
το καλοκαίρι, τη ζέστη, τα δαγκώματα
φιδιών. Η βροχή θα φέρει λύπη και χαρά
μικροπράγματα από άλλες χώρες, θα
φέρει έναν από μηχανής σπασμό στα
κοριτσόπουλα και στο υπόλοιπο αττικής
θα φέρει πλημμύρες, μπάζα, λάσπη, ανακωχή.
Ρομαντικοί όλων των χωρών ενωθείτε!
Γράψτε για της βροχούλας το ξύπνημα
απ’ τα ουράνια κρεβάτια. Πως περονιάζει
τα κορμάκια των φτωχών στις στάσεις
των λεωφορείων. Πως έρχεται σαν το σκυλί
να γλείψει τις πληγές μας. Πως έρχεται
σαν φιλενάδα υγρή για να τρυπώσει
στις ευαίσθητες ρωγμές μας!

Σκαρμούτσος εναντίον Λαζάρου

skar

Το σημείο τομής του φασίστα με τον διαφημιστή είναι η περιφρόνηση προς κάθε θεωρητική ανάλυση και κάθε λογική επιχειρηματολογία, μιας και δεν εξυπηρετούν τους στενά πρακτικίστικους σκοπούς τους. Η προπαγάνδα του φασίστα έχει τη σαδιστική παρόρμηση των πιο χαμερπών ενστίκτων. Ο φασίστας παρακολουθεί από κοντά το δάσκαλο, τον ιατρικό επισκέπτη, τον παπά, τον λεγεωνάριο, τη νοικοκυρά. Παρακολουθεί τις μικρολεπτομέρειες του βίου τους. Τα μίση, τις αγάπες, τα πάθη. Τον τρόπο που τρώει και τον τρόπο που κοιμάται ο μικροαστός. Το πώς σταυροκοπιέται, το πώς πιστεύει και το πώς σκέφτεται.

Ο φασίστας και ο διαφημιστής στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στη δεδομένη στιγμή, στο επίκαιρο, δηλαδή σε μια πραγματικότητα περισσότερο άμεση από την ιστορικότητα. Στέκονται στιγμιαία στον πόνο και παίζουν μ’ αυτόν αριστουργηματικά. Στο σύγχρονο μοντέρνο μας κόσμο ο φασίστας και ο διαφημιστής έχουν ζευγαρώσει, τεκνοποιώντας δημοσιογράφους-γκουρού, που βρίσκουν μεγάλη απήχηση στα πιο ευπειθή τμήματα της λαϊκής μάζας, παίζοντας με την άγνοια και την ημιμάθειά τους, καλλιεργώντας και κολακεύοντας τα ταπεινότερα ένστικτά τους.

Ο Χίτλερ ήταν ο πρώτος που επισήμανε ότι, από όλες τις ώρες της ημέρας, οι βραδινές είναι οι καταλληλότερες για να αιχμαλωτίσει κανείς τη βούληση των ανθρώπων. Αυτός ήταν επίσης ο πρώτος που τοποθέτησε μπροστά του, κατά την ομιλία του στη Νυρεμβέργη [ενώπιον της χιτλερικής νεολαίας το Σεπτέμβριο του 1935], ένα ειδικό ροοστάτη με τον οποίο ανεβοκατέβαζε την ένταση του φωτισμού για να μαγνητίζει τα πλήθη των ακροατών του. Ο Χίτλερ υπήρξε ο πρόδρομος του σύγχρονου εθνολαϊκισμού της τηλεόρασης.

Η πιο οργανωμένη φασιστική φατρία της χώρα μας είναι η τηλεόραση. Απ’ το μεγάλο κανάλι θα ξεκινήσει το πογκρόμ εναντίον κάθε κοινωνικής ομάδας που έχει στοχοποιήσει ο κύριος καπιταλιστής και ο ατσίδας μάνατζέρ του που αμείβεται ακόπως με δημόσιο χρήμα. Δηλαδή με το περίσσευμα του παραγόμενου πλούτου αυτών που κανιβαλίζει. Απ’ το μεγάλο κανάλι και τις περιφερειακές του ορντινάντσες ξεκινά το κυνήγι μαγισσών και ο κοινωνικός αυτοματισμός. Από εδώ ξεκινούν όλες οι μικρές και οι μεγάλες αφηγήσεις. Από εδώ σήμερα δίνονται υποσχέσεις για φοροελαφρύνσεις και από εδώ αύριο ανακοινώνονται οι πιο δυσβάσταχτοι φόροι.

Tην εποχή που το ναζιστικό κόμμα αγωνιζόταν ακόμα για την κατάκτηση της εξουσίας, ο Γκαίμπελς δεν δίσταζε να υπόσχεται, από τις σελίδες της ίδιας εφημερίδας, στους μεν ιδιοκτήτες ακινήτων ότι οι ναζιστές θ’ αυξήσουν τα ενοίκια, στους δε ενοικιαστές ότι θα τα μειώσουν. Η εξόφθαλμη αντίφαση δεν είχε γι’ αυτόν καμιά σημασία, διότι γνώριζε ότι ο καθένας διαβάζει μόνο αυτό που τον ενδιαφέρει, ότι ακούει μόνον ό,τι τον συμφέρει και πιστεύει μόνον ό,τι τού υπόσχεται ένα άμεσο κέρδος.

Μέσα σ’ αυτόν τον τηλεοπτικό αχταρμά και μέσα σ’ αυτό το παραλήρημα κούφιου πατριωτισμού και πολιτικής μισαλλοδοξίας το μεγάλο κανάλι και τα αδερφάκια του φροντίζουν να διασκεδάσουν το χριστεπώνυμο πλήθος. Μονομάχοι οι γίγαντες της μαγειρικής τέχνης. Τα θεία βρέφη της κατσαρόλας. Οι πορνογράφοι των άδειων στομαχιών, της πείνας και της κακοφαγίας. Εδώ, στην σπουδαία εθνική τηλεοπτική αρένα μας ο Καίσαρ της βραδινής ζώνης θα δώσει το σύνθημα.

Εδώ, εμείς οι τηλεθεατές τρώγοντας πίτσες, σουβλάκια, πασατέμπο, κουτόχορτο θα στρωθούμε να θαυμάσουμε τη γκουρμέ μαεστρία ανθρώπων που δεν πρόκειται να μαγειρέψουν ποτέ για μας. Μονάχα θα μας προσφέρουν το τηλεοπτικό τους συσσίτιο και το φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο. Σκαρμούτσος λοιπόν εναντίον Λαζάρου. Μάχη γιγάντων σε απευθείας μετάδοση. Μια μάχη με πολλούς σκοτωμένους, με μπόλικο Έμπολα, Τζιχαντιστές, ένφια, Τρόικα, Σύριζα, εκλογές και με γνήσια ελληνοκεντρική αμερικανιά.

Η πισίνα των αναρτήσεων

pisina

Εδώ είναι ο λάκκος του ζευγαρώματος των ανήσυχων ψυχών. Εδώ ρίχνουν τις βουτιές τους όλα τα εγκλωβισμένα θηρία. Ο ηλεκτρισμός μας φέρνει πιο κοντά. Η επαφή μας πυροδοτείται απ’ την ταχύτητα της σύνδεσης. Εδώ μέσα σ’ αυτή τη μήτρα του δούρειου ίππου της επιθυμίας, αρχίζουν να ξιφουλκούν τα κορμάκια που δεν αγγίζονται, με αναρτήσεις. Φωτογραφίες, εξυπνάδες, σχόλια, στίχοι, άρθρα, κακίες, καλοσύνες, στριγκλιές, μα κυρίως ο νάρκισσος εαυτός που όλο και ναρκισσεύεται.

Η φιλία αρχίζει και τελειώνει με το πάτημα ενός κουμπιού. Η ευχαρίστηση είναι προγραμματική. Δικτυώνομαι άρα υπάρχω. Πάντα εγώ ο βασιλιάς της μοναξιάς μέσα στο πανοπτικόν μου ενδιαίτημα. Μπορώ να συζητώ ξεβράκωτος με έναν άγνωστο απ’ την Αυστραλία, να ανεβάζω τραγούδια, να παίρνω κεφάλια, να σχολιάζω, να το παίζω έξυπνος, καλός ή κακός. Μπορώ να βλέπω πόλεμο χωρίς γρατζουνιά, να παίρνω μάτι όμορφες εργάτριες του σεξ τζάμπα και παστρικά, μπορώ να θαυμάσω λίμνες, θάλασσες, ποτάμια, βουνά.

Μπορώ να ξεσπαθώσω όταν έχω όρεξη εναντίον κάποιου που δε γουστάρω τις ιδέες του. Να τον στοχοποιήσω, να του μαγαρίσω το συκώτι, να τον γελοιοποιήσω. Μπορώ μέσα σ’ αυτόν τον ιδιωτικό κατάλογο θαυμάτων να καλλιεργήσω την αιώνια νιότη μου. Να είμαι δια παντός αυτό που δε μπορώ να γίνω για μια στιγμή. Να αφοσιωθώ στη φροντίδα της εγκατάλειψης της έμφυτης ικανότητάς μου να επικοινωνώ. Να αφοσιωθώ στο παραστράτημα μιας αέναης εξομολόγησης στο υπερπέραν.

Εκεί που η λογοτεχνία μοιάζει με συνταγές που γράφουν οι άρρωστοι στα κρεβάτια τους και η είδηση με κουτσομπολιό. Εκεί που η επικοινωνία γίνεται πορνογραφία της ανάγκης για επαφή. Εδώ που ο αγέρωχος καπιταλισμός της επιβίωσης πετάει καθημερινά μέσα σ’ αυτή την πισίνα των αναρτήσεων το φόβο, ένα κουβά με πηχτό αίμα. Κι όλες οι παιχνιδιάρικες ψυχές, σαν πεινασμένα ορφανά πιράνχας γεύονται το αίμα. Το φόβο.

Και κολυμπούν ολόγυρα, σερφάροντας, ψάχνοντας να βρουν από πού προέρχεται το αίμα, αλλά δε βρίσκουν τίποτε. Κι έτσι τρελαίνονται και λυσσάνε. Κι αρχίζουν τότε να καταβροχθίζουν το ένα το άλλο. Και οι άνθρωποι της προόδου και της ανάπτυξης τρίβουν τα χέρια τους αφού μπορούν να προοδεύουν και να αναπτύσσονται ανενόχλητοι, έχοντας απασχολημένους τους υπηκόους τους με τον τεχνολογικό τους κανιβαλισμό μέσα στην πισίνα των αναρτήσεων.

Βιοτεχνία ετοίμων ποιητικών ενδυμάτων

biot

Μέχρι να αποδεχτείς το γόνιμο εαυτό σου περνά καιρός και μέχρι να σκοτώσεις τον πατερούλη μια αιωνιότητα. Πολλά μετέωρα όνειρα και πολλά ξενύχτια έντρομα που το ζουμί τους είναι πικρό και το κέρδος αβέβαιο. Ένας μονοσήμαντος βίος πλακωμένος από βιβλία και βιβλικές καταστροφές εκ των εσω, μαγνητισμένος απ’ το φουτουρισμό του βιοπορισμού, γεννά τόσα ποιητικά τέρατα που δε φτάνουν όλοι οι Αι γιώργηδες της κριτικής για να τα καρφώσουν. Εκφράσεις, θεωρίες, κινήματα, κανόνες, μπούρδες που διακονούν νεοσσοί ορμώμενοι απ’ το πάθος της καταγραφής και της υστεροφημίας. Μια γλίτσα διακοσμημένη με γραφική μουγκαμάρα μα και ακονισμένο καλά ναρκισσισμό ώστε να βγάζει μάτι. Εδώ πρώτα σου βγαίνει η ψυχή, μα το χούι ποτέ. Εδώ οι φανατικοί του καθρέφτη καθρεφτίζονται στο υπέρμαχο αλκοόλ της αλαζονείας που έχει να πει πολλά και να κάμψει ποιητικές αναστολές. Η ποίηση φτάνει ως προβλέψιμη κορασίς στα σαγόνια του καρχαρία της δημοσιότητας, που σημαίνει εδώ θα γράψει για σένα ο τάδε σεβαστικά πράγματα κι εσύ γι’ αυτόν ομοίως και ανυπερθέτως δίκην αλλαξοκολιάς. Εδώ θα βρεις παπαριές και ξελιγωμάρες και ελληνικά της γενιάς του τριάντα με μια πινελιά μαλακίας απ’ τη γενιά του εβδομήντα περιγράφοντας το Σαμψών της ποίησης, ως υπερμοντέρνο ιμπρεσιονιστή και ως υποψήφιο μεταξοσκώληκα κρατικού βραβείου. Ως μάστορα που μαστορεύει τις μαστοριές του με σπουδή και υφαίνει αυτό το βαρύτιμο βαράτε με κι ας κλαίω. Εδώ θα χαρείς οξύμωρα σχήματα, πατέντες για το φέουδο των φροντιστών φιλολόγων που προλογίζουν και καταλογίζουν εις τους εκδοτικούς κολάφους ευγάμητα ταλαντούχα γκομενάκια. Εδώ θα σου φράξουν οι αρτηρίες απ’ το γέλιο αφού η ετερότητα της αλαμπουρνέζικης μαστροπείας βρίσκει το κοινό της. Εδώ θα καταλάβεις πόσο δραστικό εντομοκτόνο είναι οι κριτικές ομοτέχνων και πως εδώ η ποίηση πάει μπαμ και κάτω, μα ο ποιητής ολοζώντανος και ακμαίος απολαμβάνει σποραδικά την υστεροφημία του.

Το παστίτσιο της αρχιεπισκοπής

to pa

Άλλοι πολεμούν κι άλλοι λιβανίζουν τους πεθαμένους.
Κάποιοι αύριο θα έχουν βγει ήδη στην παρανομία της αιωνιότητας.
Με το βαζάκι τους και τα κέρματα να βροντούν.
Άλλους θα τους μαζέψει ο μπόγιας. Το Αλλοδαπών.
Η Κική Δημουλά θα τους εντοιχίσει στο ποίημα της.
Και στη φτωχή αστική της μοναξιά.
Ο Τίτος Πατρίκιος θα απαγγέλει στεντόρεια στην Κοτζιά.
Ποιήματα της ήττας.
Γέροι ετοιμοθάνατοι απ’ τα ιδιωτικά τους θεραπευτήρια
θα αγναντεύουν εξωγήινους Πακιστανούς.
Την ορθοδοξία να κατουρά το Ισλάμ.
Την αρχιεπισκοπή να μοιράζει παστίτσιο.
Γεύματα αγάπης και επιδόρπια μίσους.

Ω μη λησμονάτε τη χώρα μου βροχούλες.
Το λιοστάσι μου.
Να βγάλω και φέτος το λαδάκι της χρονιάς.

Tο ιδεώδες της παρθενίας

toide

Οι ερασιτέχνες εραστές διαθέτουν ένα υπερόπλο που συγκινεί το έτερον φύλλο. Είναι τόσο ατσούμπαλοι και ασυνάρτητοι, που δημιουργούν ατμόσφαιρα. Φλερτάρουν και ρετάρουν σαν αρχαίες βιντεοκασέτες που τις μασάει η αναλογική μηχανική σκέψη. Είναι οι ποιητές που κατουριούνται μπροστά στη Μούσα. Όσοι έχουν ακόμη μπόλικη μανούλα να καταναλώσουν. Αυτά τα αντράκια που φόρτωσαν στην παιδική τους ηλικία όλο το οιδιπόδειο λογισμικό. Αυτοί που πάσχουν από λαχτάρα αλλά και φόβο. Αυτοί που τη σφοδρότητα της επιθυμίας τους, την έκαναν είδωλο, χάνοντας ανεπιστρεπτί το αντικείμενο του πόθου. Ο ερασιτέχνης της όποιας συλφίδας και της όποιας καλλιέπειας είναι τραγικό πρόσωπο. Παρότι αυτός νομίζει πως είναι μπήχτης, στα μάτια των άλλων είναι ξευτίλας και σακί με πέτρες. Είναι ο φλύαρος που κομπορρημονεί για τις κατακτήσεις του. Είναι ο αργόσχολος που ομιλεί δια τον εαυτόν του και τις τζούφιες κατακτήσεις του. Είναι ο φιλελέ και άνετος αλλά με ακροδεξιό αντεράκι. Είναι ο συνταξιούχος που αφού άρμεξε το δημόσιο τώρα προσκυνά την ιδιωτική πρωτοβουλία και τα σκύβαλα της εταιρίας που εκμεταλλεύονται άλλον κι όχι αυτόν. Είναι αυτός που βράχνιασε απ’ τις κραυγές. Αυτός που έχει προ πολλού συναντήσει το αθήρωμα λόγω καταναλώσεως γλυκερών αναφωνήσεων. Αυτός που έχει προσαράξει στα ρηχά και αβαθή των συναισθηματικών συγκινησιακών φθόγγων και των αποστειρωμένων αρπισμών άλλων εποχών. Είναι αυτός που έχει μείνει απελπιστικά μόνος σ’ ένα άδειο σπίτι από ψόφιες αναμνήσεις. Είναι αυτός που η έλλειψη αναγνώρισης τον έκανε μεγαλομανή. Είναι ο γερομπεμπές γόης που φαρμάκωσε τη σύζυγο με καρκίνο, για να διαθέτει ελευθέρας στο κινητό του, μουνάκια και άλλα σαρκώδη τιμαλφή για να τα δείχνει στους γερόντιους φίλους. Είναι ο πολίτης υπεράνω πάσης υποψίας που πιστεύει στο ιδεώδες της παρθενίας. Μα το ιδεώδες της παρθενίας είναι το ιδεώδες εκείνων που θέλουν να ξεπαρθενεύουν.

Αγαπητοί τηλεθεατές, εδώ έκλασε η μαντάμ Αλαμουντίν

edo

Διαβάζω τα εορτολόγια ως ποιητικούς καταλόγους. Διαβάζω γυναικεία περιοδικά στα σαλονάκια των ιατρείων. Διαβάζω διαφημιστικά φυλλάδια στον καμπινέ. Τις ετικέτες της χλωρίνης και τα συστατικά των αποσμητικών. Διαβάζω χαρτάκια για μέντιουμ που αφήνει στους υαλοκαθαριστήρες η γενιά των μηδέν ευρώ. Μικρός δε, διάβασα μπόλικα Προς Την Νίκην τα οποία μας σέρβιρε εβδομαδιαίως ο αμβλύωψ ταχυδρόμος της γειτονιάς.

Διαβάζω ότι πέφτει στα χέρια μου. Από διαφημιστικά έντυπα κρεοπωλείων, φροντιστηρίων, οίκων για μασάζ και εκτόνωση, μέχρις ιατρικών κέντρων και συνεργείων. Δεν ξέρω αν αυτό το κειμενικό χάος μου πρόσφερε κάτι αλλά ξέρω πως από πίσω βρίσκονται άνθρωποι που παραληρούν στήνοντας μιαν εύχρηστη ανάγνωση αυτού του κόσμου.

Αυτή η παρδαλή απεικόνιση της ανοησίας έχει έναν απαράμιλλο επικό χαρακτήρα. Απ’ το σοβαρότατο άρθρο για το μέγεθος της σερβιέτας μέχρι το νεόκοπο θαύμα της Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω κι απ’ τον αυτοθαυμασμό των ατσίδων καθηγητών ενός φροντιστηρίου μέχρι την αποθέωση της συσκευασμένης πρέτζας, μια παρδαλή ποιητική του κοινωνικού γίγνεσθαι αναδύεται.

Εδώ μαθαίνεις και τρίβεσαι. Αν δεν περάσεις από δω δεν πρόκειται να φτάσεις πουθενά. Κάθε μεγάλη τέχνη έχει μέσα της αυτό το χυλό φλυαρίας της μαζικής κουλτούρας. Κάθε μεγάλη τέχνη έχει μέσα της αυτό το διασκελισμό της ιδιότροπης ανθρώπινης φύσης. Πλάσματα τόσο γειωμένα στο ευτελές και στο τίποτε, που συγκινούν. Πλάσματα τόσο υπνωτισμένα απ’ το ηλεκτροσόκ των ενστίχτων, που βγάζουν μάτι.

Παπάδες, διαφημιστές, λόγιοι γράφουν για να εμπνεύσουν τις μάζες και να αρματώσουν τις μεγάλες αφηγήσεις που δεν είναι άλλο από μεγάλες αυταπάτες. Κακόμοιροι απλήρωτοι εκκολαπτόμενοι ρεπόρτερ ξεσκολίζουν τη διατροφική διαδρομή της μαντάμ Αλαμουντίν. Ένα λοβοτομημένο κοινό περιμένει το φρέσκο ρεπορτάζ.

Που έκλασε η σπουδαία κόμισα; Που άφησε τη μυρωδάτη πορδούλα του αυτό το ντελικάτο θηλυκό; Θα μας φέρει τα μαρμαράκια; Το μέγα δισκοπότηρο; Το Μεγαλέξανδρο; Θα σώσει τη δεξιά και το κέντρο; Θα συγκινήσει το χρυσαυγίτη οικογενειάρχη και τη συνταξιούχα γριούλα;

Ω, σελίδες θα γεμίσουν, σπουδαία άρθρα θα γράψουν στην Καθημερινή και στο Βήμα. Κι αυτά δεν πρέπει να χαθούν απ’ την ιστορία. Πρέπει να διαβαστούν, να καταγραφούν, να καταχωρηθούν, για να βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος όλα αυτά τα σπουδαία ψηφιδωτά της ανθρώπινης μαλακίας εντοιχισμένα μέσα στο θολωτό νεοελληνικό τάφο της λογικής.

Η βάλανος του Συκουτρή

bal

Έχει μιαν αυτονόητη δόση σωματεμπορίας το μάθημα της λογοτεχνίας. Το μάθημα, που έχει γεννήτορα τον καθέδρας κύριο φιλόλογο-μπάτσο. Κάποιον κύριο του μισού γραμμαρίου πάθους ή κάποια κυρία που προσομοιάζει με διευθύνουσα στο Δαφνί. Ο γεννήτορας ή αλλιώς ο κλειδαράς της ερμηνείας, τα παίρνει στο κρανίο όταν το μειράκιον-το οποίο είναι σε ηλικία εργώδους αυνανισμού- τολμήσει να ξεστομίσει ερμηνεία της κούτρας του, βγάζοντας απ’ το πλάνο την οριακή και προβλέψιμη άποψη του κυρίου καθηγητή. Αν στα χρόνια μου το μάθημα της λογοτεχνίας μύριζε μούχλα σήμερα μυρίζει σκατά. Δηλαδή σκατούλια. Και βεβαίως οι ανθολόγοι φρόντισαν να φτιάξουν μια θεσπέσια κομπόστα. Μια κομπόστα λογοκριμένη απ’ την εκκλησία και το κράτος αλλά και τις συν αυτώ πομφόλυγες της υποχθόνιας ακαδημίας. Τις αραχνοΰφαντες κλίκες των περιοδικών και των νεκροζώντανων υπουργών του παραπολιτισμού και της παραπαιδείας. Συνήθως μεγαλοπρεπών και εξαίρετων γλειφτρονιών κάποιου ευαγούς ιδρύματος που αρμέγει το κράτος. Εδώ σ’ αυτές τις σχολικές αίθουσες έρχεται κάθε πρωί ο Μαχμούτ Αλή που κατέχει όλα τα μέσα τρόμου, εξουσίας και δύναμης και βιάζει με τη σοφολογιότατη ψωλή του μιαν ολόκληρη στρατιά από κορασίδες και κοπέλια. Τέκνα που κραδαίνουν λυσάρια. Τέκνα προγραμματισμένα να πετύχουν και να βγουν στις αγορές. Τέκνα που ακονίζουν το λοβοτομημένο τους ψαχνό και παλεύουν για το μεγάλο πτυχίο: το φευγιό απ’ το σπίτι. Εκεί όπου ζευγαρώνει η σακατεμένη ποίηση του οργανισμού σχολικών βιβλίων με κάποιο χωροφύλακα των Βαυαρών, που εσχάτως επροάχθει σε σχολικό σύμβουλο. Εκεί όπου ο ακροδεξιός οργανωτής συνεστιάσεων των λειτουργών μέσης και άκρας εκπαίδευσης στρατολογεί χαφιέδες και δεν υπάρχει ούτε ένας μυστηριώδης ποδηλάτης να σώσει την πολιορκημένη πόλη. Να διπλαρώσει πασχαλιές απ’ τη ζωντανή πάλλουσα φύση για τους μακελεμένους παίδες που άφησαν τη διάπλασή τους στο υπερούσιο κράτος. Που άφησαν τις καύλες τους έρμαιες στο βαμπιρισμό του ερωτισμού εγχειριδίων αποδεκτής ποίησης. Μιας ποίησης που θα μπορούσε να είναι βάλσαμο και όχι ξενέρωτος ρομαντισμός. Δηλαδή στημένη παγίδα. Δηλαδή ιδεολογία κατεστημένη και παχιά σαν αγελάδα που αφήνει στους παιδικούς αγρούς μεγαλοπρεπείς κουράδες. Δηλαδή αχρείο τσουβαλάτο πατριωτισμό, ένδοξο και βαρβάτο. Εδώ, αντί να βγει μπροστά η γλώσσα ως δούρειος ίππος βγαίνει μπροστά το τεντωμένο δάχτυλο ως παλιάλογο. Αντί να ξεσπυρίσει η αλήθεια της ζωής ξεσταχυάζει η υποκρισία της ψευτοζωής. Το νοικοκυρεμένο ερμαφρόδιτο Τίποτε. Το σκιαγμένο εγώ. Μια κούρνια για τσουτσούνες. Αντί οι κολασμένοι κι οι παραδείσιοι να ενωθούν και να ζευγαρώσουν, οι σοφοί υποχθόνιοι καταφερτζήδες βάζουν στο ψυγείο τη νεανική ορμή. Εκεί όπου τα σπαραχτικά ερωτογραφήματα είναι εξόριστα γιατί προέχει η εθνοκαπηλία και η θολούρα. Εκεί όπου η διαλεκτική και η σύνθεση θεωρούνται επικίνδυνες εταίρες, έτοιμες να παρασύρουν τον όχλο σ’ ένα κομουνιστικό μέλλον. Σ’ ένα μέλλον όπου οι άνθρωποι δεν θα κρύβουν το σεξουαλισμό τους κρατώντας τον κρυφά απωθημένο πίσω από μια πρόσοψη ευπρέπειας. Σ’ ένα μέλλον θριάμβου όπου καμία εξουσία δεν θα μπορεί να κάνει ενέσεις σαδομαζοχισμού στην εργατική δύναμη. Σ’ ένα μέλλον όπου η εργασία δεν θα γεμίζει βόμβες και δεν θα φτιάχνει περίστροφα αλλά θα σπέρνει ελαιώνες και θα απολαμβάνει τα ωραία μελωμένα αυγουστιάτικα σύκα. Σ’ ένα μέλλον όπου δεν θα κάνει κουμάντο η Ιερά Σύνοδος στη βάλανο του Συκουτρή. Και καμιά βρομοφυλλάδα δε θα κατηγορεί για ανηθικότητα και διαφθορά έναν πρωτοπόρο. Μαζί βεβαίως με σπουδαίες και λαμπρές οργανώσεις όπως το Σύλλογο γονέων και κηδεμόνων Πατρών, το σολωμιστή Φάνη Μιχαλόπουλο, τους σταφιδέμπορους Βόλου, το γεωργικό συνεταιρισμό Δουνέικων Ηλείας, τους κρεοπώλες Αιγίου, τους αχθοφόρους Λουτρών Αιδηψού, τους δεσμοφύλακες Αγίου Στεφάνου, τους αξιωματικούς εν αποστρατεία Γαστούνης, και λοιπά αποδέλοιπα της μεταξικής λογοκρισίας. Σ’ ένα μέλλον των Τέρψεων ανάμεσα στην ειρκτή και στην ουτοπία. Εκεί όπου η εκπαίδευση δεν είναι γκέτο και οι δάσκαλοι στρατηγοί. Εκεί όπου η λογοτεχνία δεν παίρνει αντισυλληπτικά και η ποίηση δεν φορά ζώνη αγνότητας. Εκεί όπου ο Αντρέας Εμπειρίκος αρραβωνιάζεται την Joyce Mansour και ο καυλωμένος νεολαίος βάζει φωτιά στα μουστάκια όλων των εξηγητών της ποίησης.

1η δημοσίευση Περιοδικό Τεφλόν τεύχος 11

Γατούλες, ηλιοβασιλέματα και αξιολύπητες αγαμησιές

baw

Έχω τη δημιουργική ελευθερία να ενδώσω σ’ αυτή τη βέβηλη τελειότητα του σεξουαλικού ενστίκτου. Ο ολοκληρωτισμός της σεξουαλικότητας καθρεφτίζεται στα πράγματα που πιάνουν τα χέρια μας. Η έκφραση, πιάνουν τα χέρια του, έχει άπειρη ερωτική σημασία και φορτίζει κάθε τόσο τη γενναιόδωρη συνεισφορά του εραστή της ζωής με νόημα. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στα ποιήματα, όταν είναι εξιδανικευμένα όντα, βγάζουν ένα σπαστικό ήχο. Εδώ το πνεύμα παθαίνει κράμπες και ο ψεύτης ποιητής της πόζας γίνεται υπάλληλος γραφείου. Ο εραστής ψόφησε προ πολλού. Κι όταν το ποίημα δεν το γράφει ο εραστής αλλά ο γραφειοκράτης το τρώει η μαρμάγκα μιας ψόφιας ανθολογίας ή ο άκαμπτος σιαγών της νεκρόφιλης ακαδημίας. Το ποίημα μπορεί να είναι στρατευμένο, καυλωμένο, μεθυσμένο και να είναι απόλυτα εξαίσιο και ιαματικό. Μπορεί να είναι ακόμα και βλαμμένο και ανεπρόκοπο και να είναι αληθινό και καλό και φρέσκο. Δεν μπορεί όμως να γραφτεί καλό ποίημα με την πατέντα της θεωρίας. Ή με το συναισθηματικό οίστρο των νοικοκυραίων που θέλουν να ξεδώσουν. Όσοι ξεδίνουν γράφοντας, συνήθως ανακυκλώνουν κλάψες ή κλέβουν φτασμένους άλλους κλαψιάρηδες που τους συγκίνησε η κλάψα τους. Αν πάσχει από κάτι σήμερα η ποίηση είναι η πρωτοτυπία. Δεν είναι κακό να γράφουν όλοι. Κακό είναι το καρμπόν. Η πόζα. Εκεί που τα ποιήματα ξεπέφτουν στην εαυτολογία και στα αυτοπορτραίτα και τα αυτολιβανίσματα. Εκεί που πάνω απ’ το ποίημα βασιλεύει το ματαιόδοξο εγώ όχι με όρους έντασης και δημιουργίας αλλά με όρους ελιτίστικης μαλακίας. Κάποιοι κύριοι και κάποιες κυρίες δεν παύουν να συνταγογραφούν κανόνες και πολιτικές ορθότητες για τα παιδάκια που ετοιμάζονται για βραβείο. Για τα παιδάκια που ανακυκλώνουν αυτό το εκδοτικό σύστημα της καψούρας για δόξα, τελετές και πεισιθάνατες απαγγελίες. Πουθενά εκεί δε θα βρεις αυτή την ανήσυχη καρδούλα που χτυπά ζυγίζοντας τις απαιτήσεις της συνείδησης και της τέχνης. Μονάχα νεκρές λατρείες που οδηγούν σε αντιμαχόμενους θεούς. Εξυπνάδες μιας ευφυΐας που γουργουρίζει απ’ το λίπος του ναρκισσισμού. Εκεί γύρω από ανθρώπινα κουφάρια και σκεπασμένα φέρετρα και ελεημοσύνες και σβάστικες και χωροφύλακες και καραβανάδες. Εκεί γύρω απ’ την απόλυτη φτώχεια και τον απόλυτο πλούτο ο τυφλός σπεσιαλίστας της ποιητικής τέχνης καμώνεται τον πονεμένο. Κι αφήνει κουλουριασμένη την ποιητική του κουράδα εκεί που πρέπει ν’ αφήσει ένα αστροπελέκι. Περήφανος πάντα για το αρχαίο κάλος, για το έθνος, για τον ηρωισμό, που σ’ αυτή τη λαβωμένη χώρα έχουν εκφυλιστεί σε φασισμό. Γατούλες, ηλιοβασιλέματα και αξιολύπητες αγαμησιές.

Πανταχού παρών

mel

Με σκλαβώσατε εσείς, παιδιά του μέλλοντος.
Σκυλοβαριέμαι τώρα και γράφω σε σας.
Παλιομοδίτικης με τη λαϊκή ψυχούλα κομμώτριας.
Με όση ορθοστασία επιτάσσει το ψυχρό καθήκον.
Ελευθερία ή θάνατος.
Ανταύγειες της μακρινής ματιάς.
Αυτό το ασυνάρτητο ποιητικό εγώ.
Το βουητό του σύμπαντος.

Ζευγάρια που βούλιαξαν στο νεροχύτη.
Γυμνές που καταβρόχθισαν καθρεφτάκια.
Κοπέλες που δεν κατάφεραν να γίνουν μανούλες.
Αλλά παλλόμενες καρδούλες από λεφτά.
Νοικοκυρές, μεσίτριες, ιερόδουλες.
Περιμένοντας το χρυσό επιβήτορα.
Τις εκπομπές μαγειρικής.
Περιμένοντας το ξημέρωμα, τον ήλιο απ’ τα βουνά.
Νυφούλες των χωρισμών.
Σμήνη από χαλασμένα νεφρά.

Τώρα ο θεός ήλιος με κουρδίζει
για να αφήσω ένα εμβατήριο οδύνης πίσω σε σας.
Εγώ ο ακατάστατος που αγάπησα τα βιβλία και τις πουτάνες.
Που άστραψα και βρόντηξα
κι έπιασα το θεό απ’ τ’ αρχίδια και την παναγία απ’ τα βυζιά.

Εγώ που ψήφισα όλα τα νομοσχέδια της αγάπης.
Εγώ που γιάτρεψα κορμάκια απ’ τα δαγκώματα φιδιών.
Εγώ που διάβασα προσευχές στα σκέλια τους.
Κι έγινα στρατηγός στο πρωινό αεράκι τους.
Ο Νέρωνας που έβαλε φωτιά στα νοικοκυριά τους.

Fleur du mal

epi

Έχω έξτρα χυμούς.
Και τα φιλιά μου είναι πεινασμένα.
Θα σας φάω όλες, κυρίες του καλού κόσμου.
Φρούτα στον πάγκο του ποιητή.

Νύχτα ωραία
από μια χαραμάδα στο πάτωμα να εισχωρείς.
Να γράψω για το γυμνό της κώλο.
Για τη μαργαρίτα που μάδησα
σπουδάζοντας ερωτική σιωπή και σάλια.
Να γράψω για το τομάρι μου που θα το φαν οι ψύλλοι.

Να συγκινήσω μανούλες που ευνούχισαν αρσενικά.
Να συγκινήσω αρσενικά που όρμησαν στη μάχη πίνοντας βότκα.

Βαθιά νυχτωμένος και χασομέρης.
Λύνω και δένω αυτοστιγμεί το ποιηματάκι.
Αυτό που θα πάρω μαζί μου στον τάφο.
Με τόσα γύρω θηλυκά.

Ζώα στο κλουβί

Felt Suit 1970 by Joseph Beuys 1921-1986

Οι θεολόγοι της εργασίας χειρονομούν όταν η ύπαρξη τούς βγάζει τη γλώσσα. Με όση τεχνογνωσία τούς έχει εφοδιάσει ο μεταφυσικός οίστρος της αέναης παραγωγής και της αχαλίνωτης ανάπτυξης, στραγγαλίζουν την ελεύθερη βούληση και βάζουν την ιδιότροπη ανθρώπινη φύση σε κλουβί. Εκεί όπου πριν υπήρχε χώμα, αέρας και νερό, δηλαδή ρυθμός και αίσθηση, τώρα υπάρχουν ντουβάρια, καναπέδες και αναμνηστικά κουφάρια παρελθούσης ένδοξης ύλης.

Το πέρασμα του ανθρώπου απ’ την ισόγεια κατοικία στον κατακόρυφο στρατώνα ήταν μια σπουδαία νίκη της θεολογίας της εργασίας. Οι εργάτες δεν πρέπει να πιάνουν χώρο διότι ο χώρος και η οριζόντια ανάπτυξη βρωμάει ανυπακοή και συλλογική δράση. Το ζώο στο κλουβί του με όλα τα κομφόρ και τα πλαστικά του παιχνίδια είναι ένα χαριτωμένο τίποτε που τρώει, κοιμάται, σκέφτεται με το ρολόι. Που έχει την ελεύθερη βούληση να αλλάξει κανάλι αλλά όχι ζωή.

Πίσω απ’ τα βαριά κιλίμια και τα προικώα ιδεολογήματα οργιάζει ασφαλής ο αμοραλισμός της νοικοκυροσύνης. Τα κάδρα στους τοίχους έχουν ολίγα τεμάχια ρομαντισμού νεκρής φύσης. Τα παράθυρα έχουν θέα στα ανήκουστα κουτσομπολιά και οι βαριές μπαλκονόπορτες καθρεφτίζουν τα δικά μας μηχανικά μηνίγγια στο γυμνό βλέμμα του γείτονα. Το αστικό διαμέρισμα είναι το αναβαθμισμένο παράπηγμα που φιλοξένησε τους πρώτους τυχερούς σκλάβους, αυτούς που έφυγαν απ’ τα χωράφια και τους κάμπους για να τρυπώσουν στην ευεργετική αγκαλιά της ανωνυμίας.

Κατατρεγμένες κοπέλες απ’ την πατρική παραφροσύνη και την αγαμία, νέοι ντροπαλοί και καυλωμένοι που σιχάθηκαν τη σβουνιά, ανταλλάσοντας την φυσική τους ελευθερία με το προνόμιο της ανωνυμίας. Χωρικοί και χωριάτες που εκπολιτίστηκαν αναλογικά με την παραγωγή και δέθηκαν πάνω στο άρμα του προϊόντος που μηχανικά δημιουργούσε η εργατική τους δύναμη. Όταν το προϊόν έγινε υπαλληλίκι και καρέκλα φύτρωσαν μικροεξουσίες και παράσιτα. Τζόγος και σοσιαλισμός της κακομοιριάς. Ένα βόλεμα σε ευρύχωρα κλουβιά και ευέλικτα ωράρια.

Ο καπιταλιστής ξέρει πως τα λιχούδικα παιδιά είναι οι καλοί στρατιώτες της μελλοντικής κατανάλωσης. Ξέρει πως κάθε ψηφιακός χρησμός είναι ιερός για το φυλακισμένο χάνο, που, βολεμένος μέσα στο τσαρδί της τεχνολογικής οκνηρίας περιφέρεται άφυλος και ασυνάρτητος μέσα στην πλανητική μαλακία της ατάκας που γέννησε ο εγκλεισμός. Αυτός ο κλουβίσιος φιλοσοφικός οίστρος που αναπαράγουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η συγγραφική Αρκαδία του καταπιεσμένου όντος. Είναι η βαλβίδα ασφαλείας που με ακραίο επικοινωνιακό αυτισμό εκτονώνει την κοινωνία που βράζει.

Ο άνθρωπος της πόλης επικοινωνεί απ’ το κλουβί του. Παράγει σκουπίδια και ανακυκλώνει τις αυταπάτες του. Δεν μυρίζει επειδή κινείται αλλά βρωμάει επειδή είναι στάσιμος. Έχει πάρει μαζί του γάτες, καναρίνια, σκυλιά για να διακοσμήσουν το στείρο ανθρωποβιότοπο του διαμερίσματος. Για κάθε ένα απ’ τα μικρά ή μεγάλα του εγκλήματα έχει θεσπίσει και μια παγκόσμια ημέρα. Η παγκόσμια ημέρα των ζώων δικαιωματικά τού ανήκει, αφού, αργά ή γρήγορα, όλοι οι μεγάλοι εγωιστές γίνονται φιλόζωοι.

Φθινοπωρινή σονάτα υγρών δεσποινίδων

autumn-nude-arvind-garg

Δεσποινίς μου άκαρδη με το θαυμάσιο
βυζί σου το ανυπάκουο, με τους γρίφους
στ’ ανοιχτά σου όλα, αγοραία, ζοφερή.
Τραγουδισμένη σε όλες τις επαρχίες.
Ιδιότροπη με τους διάτρητους αδένες σου
το σεξ της καρδούλας σου, τα κατηχητικά
στη διαπασών, τα σερνικά που σέρνονται
στα χείλη σου, φύτρο εσύ υποσχέσεων
στο άσυλο του πρώτου φιλιού. Στο αρμόδιο
πρωτόπλαστο χαντάκι, ενάρετη εσύ, που
έχεις στεριώσει τα πόδια σου στον ουρανό
και τις πατούσες σου στα φεγγαράκια. Τώρα
θα σε βάλω στο μούσκιο της μνήμης. Θα
σου δέσω καλώδια στα πόδια. Ηλεκτροπληξίες
ωσαννά. Θα τυπώσω βιβλίο με τα ανεμοδαρμένα
σου κάλλη να το μοιράσω στους φίλους. Θα
ταχυδρομήσω το σφυγμό σου σε θαυμαστές
μου στην Αστόρια να νιώσουν λίγο το
δυσανάγνωστο δασάκι σου να πάλλεται.
Να μάθουν τι εστί ακροβασία
πάνω στα χείλη ντόπιων κοριτσιών.

Μηχανική των ρευστών ψυχών

mix

Αρχίζεις να μαθαίνεις τη ζωή όταν δέχεσαι τα πρώτα πλήγματα χαράς. Όταν αρχίζουν να σε δονούν οι σκιές απ’ τα παραμύθια. Όταν η διαλεκτική του κακού λύκου σε γειώνει στο φόβο και την εκδίκηση, εκεί που η απονομή δικαιοσύνης είναι αποτέλεσμα πονηριάς. Εκεί που η μηχανική βιολογία της επιβίωσης ταΐζει το κακό κοτρώνες. Αρχίζεις να μαθαίνεις τη ζωή με την πρώτη φανταστική ιστορία που είναι βγαλμένη απ’ τη ζωή. Για να μην τρομάξεις απ’ τους ανθρώπους, τις κακίες και τις καλοσύνες τους, βλέπεις και ακούς τις πράξεις τους προσαρμοσμένες στο τομάρι των ζώων. Αλεπούδες, λύκοι, αρκούδες, κότες, μυρμήγκια, τζιτζίκια, πουλιά και ψάρια ενοχοποιούνται με τη βάναυση ποιητική του παραμυθά. Έχουν φορτωθεί αμαρτίες, εγκλήματα, ενοχές, μόνο και μόνο για να ξορκίσουν στα μάτια τού παιδιού την πολύτροπη ανθρώπινη φύση. Για να προσχωρήσει ο μικρός ακατέργαστος μπόμπιρας στην ανθρώπινη ζούγκλα με έναν γλυκό διδακτισμό. Με μια χειρονομία αβρότητας εκ μέρους όλων αυτών που έχουν εξουσία πάνω του. Προσφέροντας ατύπως έναν οδηγό επιβίωσης κι έναν κώδικα που θα μπορεί να διαβαστεί κάποια στιγμή αλλιώς. Ο καλλιτέχνης παραμυθάς προβάλει την ανθρώπινη ύπαρξη πάνω στη Φύση για να μπορεί να δικαιολογήσει όλες τις βαθιές και ανερμήνευτες καταστάσεις στα μάτια ενός παιδιού. Ο παραμυθάς είναι αυτός που μεγαλώνει το παιδί όχι με τη βία της ανθρώπινης πραγματικότητας αλλά με την εννοιολογική της θεολογία. Η πόλωση του καλού και του κακού, η μεταμόρφωση, ο άλλος, αποτελούν τη μαγιά για τις ατέρμονες αφηγήσεις κάθε μικρότητας και κάθε μεγαλοσύνης. Για να μην μισήσει το παιδί το σφαγέα πατέρα του ο εχθρός γίνεται δράκος που βγάζει φωτιές και η πάλη έχει νόημα αφού είναι πάλη με το κακό. Το παιδί δεν διδάσκεται πως ο πόλεμος είναι κακός αλλά πως το κακό χρειάζεται πόλεμο για να επικρατήσει το καλό. Φυσικά το καλό είμαστε εμείς. Το κακό είναι πάντα απέναντι. Οι άλλοι. Παλιότερα ήταν ο αράπης που μεγαλουργούσε στα παραμύθια. Κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και μυθολογικό τέρας. Ένα ον που καταβρόχθιζε παιδάκια που δεν έτρωγαν το φαγητό τους ή δεν αφήναν τη μαμά και το μπαμπά να γαμηθούν με την ησυχία τους στο διπλανό δωμάτιο. Ο γύφτος επίσης, τιμημένος με το μετάλλιο της κλεψιάς απ’ τους έλληνες παραμυθάδες, οι γριές, οι κουτσοί που γρύλιζαν σαν το χάρο, οι άσχημοι και οι τεμπέλες ανεπρόκοπες κόρες μιας κακιάς μητριάς. Ανώνυμοι κακοί και επώνυμοι ήρωες. Νεκρές φύσεις ντυμένες με ρούχα μάταιης ζωής. Πρίγκιπες, βασιλιάδες, αφεντικά, θεματοφύλακες του καλού και ένδοξοι στρατηλάτες που γεμίζουν τις τσέπες τους με καρδιές θυσιασμένων ανθρώπων. Εδώ συντελείται το πέρασμα απ’ το παραμύθι στην ουσία. Εδώ που αρχίζει το μπλέξιμο της ιστορίας με το μύθο. Εδώ που ο δικός μας σφαγέας αγιοποιείται, αφού το ηθικό του κίνητρο ήταν η καταστολή του κακού. Εδώ που οι ένδοξοι αυτοκράτορες φορτώνουν στα χριστιανικά τους κάρα τα άψυχα κορμιά των απίστων. Εδώ που η σύγχρονη αμερικάνικη παραμυθία του κλιματιζόμενου εφιάλτη θέλει το Ράμπο να φορτώνει σχιστομάτηδες την αυγή στα φορτηγά του θανάτου. Στήθη μισοφαγωμένα ανίερων υπάρξεων για να ταΐσουν το χοντρό παιδί της Αμερικής. Για τους ευρωπαίους Βίκινγκς και τους έλληνες εθνικιστές. Για τους Γαλάτες και τους καραμπινιέρους. Για τους Οθωμανούς με τα γιαταγάνια και τους γερμανούς με τους φούρνους. Εδώ το παραμύθι έρχεται να δηλητηριάσει την ορφανή από βασίλεια και σατραπείες παιδικότητα. Εδώ έρχεται να σου κόψει την ανάσα ο Τρωικός πόλεμος με όλη τη φλύαρη βεβαιότητα επικράτησης του καλού. Ο φασίστας στρατηλάτης με το γελοίο πρόσχημα της απιστίας μιας βασίλισσας σφάζει γυναικόπαιδα και γέρους. Εδώ ο ποιητής-παραμυθάς απ’ τη μια ξεβρακώνει την υποκρισία της ανθρώπινης απληστίας κι απ’ την άλλη στροβιλίζει μέσα στο αιματόβρεχτο έπος την κίνηση των μαζών που αλυσοδένει στα συμφέροντά της η εξουσία. Γράφουμε παραμύθια, ποιήματα, επιστολές, για να υποτάξουμε τον άλλον. Η ανάγνωση είναι πράξη υποταγής. Ο παραμυθάς είναι ο σαγηνευτής. Είναι αυτός που νανουρίζει ασύδοτα και σφραγίζει πάντα τις αμφιβολίες με το ακροτελεύτιο: αυτοί έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα. Είναι αυτός που σε αποσβολώνει στη σιωπή σου και σε κρατάει απ’ τον ιστό της ερωτικής του αράχνης. Είναι ένας πρώην σαγηνευμένος αλλά τώρα διατελεί ιεροκήρυκας, αγκιστρωμένος απ’ τις σκληρές ράχες των βιβλίων. Σήμερα είναι ένας σύγχρονος ψηφιακός διαβολάκος που έχει περάσει όλη την αυθάδικη ανθρώπινη ιστορία μέσα σ’ ένα βιντεογκέιμ. Σήμερα είναι ο διαφημιστής, ο σιτιστής του αχόρταγου κενού κάθε ματαιοδοξίας που παραμυθιάζει το μεσόκοπο καταναλωτή με πλαστικά βυζιά και πλαστικά όνειρα. Με λαμαρίνες και ντουβάρια. Είναι ο ποιητής των μαζών. Αυτός που δεν πουλάει ποιητικές συλλογές στα διψασμένα παιδάκια. Αυτός που σε κάθε κυβικό εκατοστό ανίας τοποθετεί και μιαν ανάγκη. Αυτός που κρεμάει τη βαριά αρμαθιά των ειδώλων στο λαιμό του παιδιού.

Λεπτή χειρονομία για τη νύχτα

12

Κυρά που σε τραγούδησε
ο Ρίτσος με όλη την αδιακρισία
του ρομαντισμού, οι σάτυροι
ανθολόγοι που σου βαλαν χέρι,
οι θρησκευτικοί ποιητές, η σχολή
της Φρανκφούρτης, οι δισκογραφικές
ο Καζαντζίδης. Κυρά κοστούμι και
πιτζάμα του νοικοκύρη, ύπαρξη
που δαμάζεις κάτω απ’ το ντους
το αφηνιασμένο σκοτεινό στόμα.
Κυρά που σωρεύεις χίμαιρες, δάκρυα,
αναφιλητά. Κυρά που σερβίρεις μπράντι
και κατουράς ηδύποτα, είδα τα βυζιά σου
πεταμένα σε παλιατζίδικα της Θηβών
είδα στον αφαλό σου φωτάκια και
στο χέρι σου μαστίγια για να
καυλώσεις το μακρυχέρι θεό της στέρησης
είδα να κουβαλάς κασόνια με όλμους
να μπαλώνεις κάλτσες να θρέφεις σκυλιά
γέρους πεταλούδες απ’ τις κόγχες των ματιών σου
εγώ ο άντρας σου που ήρθα στο κρεβάτι σου
και δε σε βρήκα

Tι είπε για μένα ο Ντύλαν Τόμας στον Kάτω Kόσμο των ποιητών

ti

Μαθαίνω αρκετά πράγματα απ’ την έμφυτη ανοησία μου. Είναι ίσως η πιο σπουδαία δασκάλα. Η ανοησία δεν είναι αμαρτία ή ενοχή. Το ανθρώπινο πνεύμα χωρίς την ανοησία καταντά σκέτο τσόκαρο. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ιδιοφυΐα. Εκτός φυσικά απ’ τα ψώνια. Αυτά τα ψώνια που φορούν τη λεοντή της εξυπνάδας και πλαστογραφούν τα πάντα γύρω τους χωρίς καμιά επίγνωση. Κι ίσως η ανοησία θα ήταν ακίνδυνη και χαριτωμένη αν δεν εγκωμίαζε τον εαυτό της ως ξεχωριστό και ιδιοφυή.

Ο ψυχισμός του κακομοίρη που στράβωσε δυο αράδες στο χαρτί ή τύπωσε μια οκά βιβλία είναι τρικυμιώδης. Το ψώνιο θα κάνει επίκληση στην αυθεντία. Σε πεθαμένους που τον προσκύνησαν και προφήτεψαν τη μεγαλοσύνη του. Όσοι δε γράφουν γι’ αυτόν είναι πουλημένοι και κομπλεξικοί και ζηλιάρηδες. Κι έτσι ο πονηρός μεταμφιέζεται σε αδικημένη μεγαλοφυΐα και τη βγάζει καθαρή. Πουλάει την ανοησία του στους αυλικούς του που χάσκουν μέσα στην άσπιλη από αδυναμίες μεγαλοσύνη του. Στη μεγαλοσύνη που είναι πιστοποιημένη με βαρύγδουπες κριτικές και γνώμες ομοτέχνων που μέσα σ’ ένα ντελίριο αβροτήτων ομονοούν για το τάλαντο της ανεπανάληπτης ποιητάρας.

Εδώ βέβαια παίζει πολύ δυστυχία και πολλά χάπια. Διότι αν δε συμφιλιωθείς με την ανοησία σου καβαλάς το καλάμι. Γίνεσαι σαμάνος ενός υποταγμένου κοινού που δέχεται αμάσητη τη δική σου ανοησία που τις περισσότερες φορές είναι καλυμμένος μισανθρωπισμός. Αν το γραπτό δε θυμώνει τον αναγνώστη δεν του κάνει τίποτε. Απεναντίας αποκοιμίζει με την αλαφροΐσκιωτη προσωπική μυθολογία του ξαναμμένου ποιητή, την πληκτική σου κουραδοζωή.

Στην ελληνική λογοτεχνική πιάτσα έχει μπόλικους σεφέρηδες και ελύτηδες που περιμένουν στην ουρά το κρατικό βραβείο και το νόμπελ. Κήνσορες οχυρωμένους πίσω από μια έτοιμη γλώσσα παρμένη από βιβλία με μπόλικη σοφία και παρδαλά αποφθέγματα. Κουλτουριάρηδες, της κουλτούρας του στυλ, εγώ σας γαμάω όλους. Άεργους που ύμνησαν την τεμπελιά ξεκοκαλίζοντας συντάξεις, μισθούς, περιουσίες συγγενών, εραστών και λοιπών άλλων. Πίσω από κάθε μεγάλο φωτισμένο ανήρ κρύβεται μια φαρμακωμένη γυναίκα.

Η συγγραφή στην ψωροκώσταινα είναι μια πονεμένη ιστορία. Υπάρχει μπόλικη ματαιοδοξία και βαριά επιθυμία ν’ αγιάσει κάποιος από τηλεοπτικού άμβωνος. Επιθυμία να βρει εκδότη, γκόμενα, να φτιάξει αυλή, να τρυπώσει σε παρέα, να ταμπουρωθεί σε ακαδημία. Επιθυμία να γίνει μέσω της γραφής ο Κάποιος. Μα ο Κάποιος δεν μπορεί να καταλάβει πως η χρόνια σχέση με το εγώ μας, μάς δηλητηριάζει αργά και βασανιστικά, εμάς και τους γύρω μας. Ακόμη κι αυτό το μικρό εργάκι που μπορεί να προκύψει απ’ την ταλαιπωρία μας. Και στο τέλος αντί για τα δέκα ή τα εκατό καλά μας ποιήματα θα μείνουν οι κακιούλες και το κοιτάξτε με ποιους τρώω εγώ εδώ στη φωτογραφία και κοιτάξτε ποιες γάμησα εγώ, εδώ στη φωτογραφία και, κοιτάξτε τι είπε για μένα ο Ντύλαν Τόμας στον κάτω κόσμο των ποιητών.

Καλοκαιράκι που πέρασες

kalok

Έσκαψα τα λόγια σου και δε βρήκα τίποτε.
Καλοκαιράκι με τους παραθεριστές και τα κλειστά πατζούρια.

Γράφω τώρα πλαστικά ελαφρόμυαλα στιχάκια.

Τρίματα λέξεων.
Ξερό ψωμάκι σε μπούτια ανάμεσα.
Έσκαψα τη ζεστή σου άμμο και βρήκα άμμο υγρή,
σπασμένα κουβαδάκια, αναξιόπιστες υποσχέσεις
κάποιου γαμάτου αντηλιακού.
Βρήκα αστρική ύλη και λειωμένα γαριδάκια,
τον όρκο των ντανταϊστών στο μουνί της τέχνης.
Βρήκα τα θαμμένα σκατούλια ενός μωρού
και το χαμένο κλειδί του παραδείσου.
Σαγιονάρες, αποτσίγαρα, καπότες.
Μακρόστενες κουράδες της ατελούς ανθρωπινής φύσεως.
Της σκάρτης δημιουργίας.
Έσκαψα τα λόγια σου και τη ζεστή σου άμμο.
Καλοκαιράκι που πέρασες κι άφησες πίσω ρομάντζες,
δηλητήρια για τα βάτα, λουκούμια για λαίμαργους ποντικούς.

Γράφω τώρα ξύπνιος όλη νύχτα κι άγρυπνος όλη μέρα.

Φουντάρω απ’ την ταράτσα του πρώτου στίχου
στο αιώνιο ποιητικό κενό.

Τα ωραία μου ποιήματα θα τα φάνε τα πουλιά

ta or

Τα ωραία μου ποιήματα
θα τα φάνε τα πουλιά, οι
γύπες, τα κοράκια. Θα τα
πλακώσουν οι όμορφες
στον ύπνο τους. Θα τα
λιανίσουν τα ποντίκια.
Τα ωραία μου ποιήματα
θα γίνουν αγνώριστα σε
μερικά χρόνια. Σκοτεινές
υποθέσεις για τρυφερές
ηλικίες. Φιλιά για στήθη
που θα καρπίσουν το
τρέχον έτος. Τα ωραία μου
ποιήματα θα τα διαβάζει
ο κύριος λογοκριτής στα
σχολεία. Στα στούντιο της
κρατικής ραδιοφωνίας. Θα
φωσφορίζουν αυτά σε
κάποιον κόρφο της πεδινής
Θεσσαλίας. Θα βγάζουν
ρίζες στις ιστοσελίδες του
κάτω κόσμου. Θα φυλλορροούν
αγνότητα του παρελθόντος.
Ιδιότροπους έρωτες, σκιαγμένες
υπάρξεις που φτιάχνουν τώρα
το φαγάκι τους στο μελαγχολικό
κουζινάκι της μοναξιάς.

Σκόρπια ύλη

nek

Μέσα μας δε λιώνουν οι νεκροί ποτέ. Βαστούν με τα δόντια το μερίδιο της σιωπής. Μας ομιλούν, ασφαλείς μες την κρυψώνα του χρόνου. Είναι οι αγαπημένοι μας που δε φθείρονται πια μπροστά στα μάτια μας, αλλά γεύονται χαδιάρικα τη δικής μας φθορά. Εμείς τρώμε τη σοκολάτα μα αυτοί απολαμβάνουν τη γεύση της. Γιατί ένας ένας οι νεκροί στριφώνουν το μέσα μας. Μας ελευθερώνουν σιγά και βασανιστικά απ’ τη γητειά της ευκολίας. Απ’ την ξεγνοιασιά και την αδιαφορία. Σκηνογραφούν τη μνήμη και φωτίζουν τη φαντασία. Οι νεκροί μάς κάνουν δημιουργικούς. Μάς απευθύνουν το λόγο συνωμοτικά, με όλη την έπαρση αιωνιότητας που τους έχει κληροδοτήσει ο θάνατος. Είναι μες την κοιλιά μας οι νεκροί. Μέσα στο κάδρο της μονίμως βουρκωμένης κρίσης μας. Σκόρπια ύλη που κλιμακώνει το λογοτεχνικό συναίσθημα και τον ποιητικό βερμπαλισμό του ανεόρταστου βίου. Οι νεκροί δεν βασιλεύουν και δεν ανταγωνίζονται. Τρώνε το φαγάκι τους στον κάτω κόσμο της σαδιστικής μας φαντασίας. Πίνουν τον καφέ τους υπό το φως κάποιου ξένου ήλιου. Είναι αυτοί που δεν έχουν πια εξουσία και γι’ αυτό μας εξουσιάζουν. Αυτοί που έγιναν σκόνη μέσα στην αρμονία των ουράνιων αριθμών. Αυτοί που στα δύσκολα, γίνονται δροσεροί επίδεσμοι, πάνω στη χαίνουσα πληγή της ζωής.

Ο καλός άνθρωπος

Head in the Clouds

Ένας βραζιλιάνος ποιητής ο Λέντο Ιβο λέει πως, ο καλός θαλασσοπόρος κάνει πάντα δύο ταξίδια σε κάθε ταξίδι του. Εμείς γνωρίζουμε το ένα, αυτό για το οποίο μας πείθουν τα γεγονότα. Ε λοιπόν, αυτό συμβαίνει και στη ζωή. Ο καλός άνθρωπος ζει πάντα δυο ζωές σε κάθε ζωή του. Εμείς γνωρίζουμε τη μία, αυτή για την οποία μας πείθουν τα γεγονότα. Η άλλη είναι τόσο κρυφή αλλά και τόσο φανερή που κάποιος μπορεί να την αμφισβητήσει. Είναι μια ζωή στο όριο και μια ζωή έξω απ’ τις παλινωδίες του βιοπορισμού. Ο καλός άνθρωπος δεν κάνει αγαθοεργίες. Τις παλεύει. Δεν σκουπίζει τον κώλο του με χαρτονομίσματα και δεν ανοίγει σαμπάνιες στο σκυλάδικο. Δεν πιστεύει στον ανθρωπισμό αλλά στον άνθρωπο. Ο καλός άνθρωπος κρατάει ζωντανή την ανθοφορία της επικοινωνίας. Φτιάχνει συλλογικότητες όχι για να πολεμήσει άλλες, αλλά για να στηρίξει τον εφαρμοσμένο κοινωνισμό δηλαδή την αλληλεγγύη και τη χαρά της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα. Ο καλός άνθρωπος τις μεσαίες σελίδες του Βήματος και της Καθημερινής με τους βασιλιάδες και τους προέδρους των κρατών τις βάζει στον πάτο απ’ το κλουβί για να χέζουν τα καναρίνια. Όμως ο καλός άνθρωπος στη δεύτερη ζωή του δεν κάνει ούτε αυτό. Ανοίγει το πορτάκι για να φύγει το καναρίνι. Και πάει αυτός στο μέγαρο των καναρινιών με την καλή του. Και ξαπλώνει κάτω απ’ το δέντρο της γνώσης που είναι το δέντρο της ζωής. Ο καλός άνθρωπος βγάζει το βρακί του και τα σκήπτρα της κοινωνικής του ταυτότητας. Τα φίμωτρα, τις απόψεις των εφημερίδων, τα ευαγγέλια των νικητών. Ο καλός άνθρωπος προσεύχεται δια παντός στο υγρό εικονοστάσι της καλής του.

Όμορφος κόσμος ηθικός, ιδιωτικά πλασμένος!

omorfo

Για να καταλάβεις τι φασιστολόι κρύβει κάποιος πρέπει να του αναστατώσεις λίγο τις ιδέες και τον τρόπο που βιοπορίζεται. Ο λεγόμενος ιδιώτης βγάζει αγκάθια. Κρατά εσόδων εξόδων κι έχει μίσος για το υπαλληλίκι. Η ύπαρξή του συνοψίζεται στα πλήκτρα της ταμειακής μηχανής. Θεωρεί πως είναι ο μαστός που δίνει γαλατάκι στην κοινωνία. Η κιτσαρία της σεμνότητάς του έχει υψηλό βαθμό πολλαπλότητας. Παραληρεί όταν η κουβέντα έρχεται στις νόρμες και τα κεκτημένα κατακτήσεων. Οι αγώνες, οι μάχες, οι εμφύλιοι πρέπει να μείνουν ως στάμπες σε μπλουζάκια η ως στεγνωμένες ουτοπίες σε ντι βι ντι. Ο ιδιώτης έχει την ιδιωτία κορώνα στο κεφάλι του και την αγορά θυγατέρα, έτοιμος να την προστατέψει με τη ζωή του απ’ τους κακόβουλους δούλους εργάτες. Ψάχνει τον αντίπαλο αλλού. Όχι στον καθρέφτη του. Βγάζει σπυριά όταν ακούει για παροχές κοινοτισμό και μεθυσμένους κατωτέρων τάξεων. Αυτός διαχειρίζεται τον αλκοολισμό του στο ρετιρέ ή στη μεζονέτα κι όχι στα ουζερί και τις πάμπες. Έχει πάντα μαζί του ραβίνο συνεργάτη για να κρατιέται δημόσια και να δίνει εικόνα οργανωμένου βαθιά. Έχει έμβλημα το λογότυπο της επιχείρησης. Το πηγαίο τσιτάτο του διαφημιστικού. Θέλει πελάτες για να χτίσει το σωβινισμό της μοναδικής του περίπτωσης. Το μέτρο της διαφορετικότητάς του είναι τα φράγκα. Περίτεχνο σπίτι, έργα τέχνης, υπονοούμενα, συμμαχίες για να ξεχωρίζει από πλέμπα, μαστόρια, μισθωτούς, χαμάληδες. Είναι ο στρατός του Λοβέρδου και του Βορίδη. Ο χαϊδεμένος των καθεστώτων. Ο πατριάρχης της συναλλαγής. Ο ακομμάτιστος αλλά βαθύτατα κομματικός που μπερδεύει δολίως την ελευθερία του ανθρώπου με την ελευθερία της αγοράς. Το σκέλεθρο που θέλει να ξεχαρβαλώσει την εργασία. Που δίνει εφτά ευρώ την ώρα στον υπάλληλο καθηγητή τού φροντιστηρίου του ή δεν επιτρέπει στην πωλήτρια τού μαγαζιού του να καθίσει σε καρέκλα. Όλα κρίνονται. Όλα αξιολογούνται. Αξία έχει ότι φέρνει κέρδος. Μαθαίνω με τα λεφτά μου. Γαμώ με τα λεφτά μου. Χύνω με τα λεφτά μου. Τα λεφτά μου για να αγοράσω λίγη άβυσσο βαρβαρότητας. Για να λαδώσω, να βάλω άλλους να μου ξεσκατίσουν το παιδί και το γέρο. Η δουλεία δεν είναι ντροπή αλλά εσύ κερατά γύφτε θα μου μαζεύεις τα σκουπίδια. Εσύ βουλγάρα σκύλα θα με ξεκαβλώνεις. Εσύ νέγρο χιμπατζή θα με διασκεδάζεις. Τώρα πια τέλειωσαν οι κομουνιστικές σας μαλακίες, τα εφάπαξ, οι αποζημιώσεις, τα θωρηκτά Ποτέμκιν, ο Σοστακόβιτς. Τώρα δουλεία και σκυλάδικο. Ζήτω το υγιές πασόκ, η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Καρατζαφέρης. Ζήτω η αμερικανική πρεσβεία. Οι γερμανοί που θα μας βάλουν σειρά. Ζήτω το Νατο που θα φέρει δημοκρατία και φτηνό πετρέλαιο στα ρεζερβουάρ του πολιτισμού. Ο Εβραίος νερουλάς που πάει να ξεδιψάσει τα ορφανά της Λιβύης. Ζήτω η Άννα, ο Αντρέας, οι στελεχάρες. Οι χαφιέδες με τα λεφτά του μπαμπά. Ζήτω οι γενίτσαροι, οι προϊστάμενοι, τα υποπόδια, οι διευθυντές, οι σύμβουλοι. Ζήτω οι μή κυβερνητικές της κυβέρνησης. Ζήτω ένδοξε ελληνικέ λαέ θυμωμένε αγανακτισμένε που αγανακτείς και θυμώνεις μετά τη δουλειά αφού υπηρετήσεις τη μισθωτή σου σκλαβιά.

Η αρχαιομαλακία ως επιστήμη

arkaio

Όταν οι κυρίες και οι κύριοι του καλού κόσμου τελειώνουν το γεύμα τους και τακτοποιούν τις ελεημοσύνες τους αρχίζουν να φιλολογούν και να στοιχηματίζουν. Από το γήπεδο μέχρι τους μπαζωμένους θολωτούς τάφους, η κοινωνία του θεάματος επιτελεί το ιερόν της καθήκον. Ο χορτασμένος μεσαίος όχλος αρματωμένος με κρατική εκπαίδευση και ιερό ορθόδοξο παροξυσμό, τώρα τρυπώνει στα λαγούμια των αρχαίων. Εκεί που το σκληροτράχηλο βυζί της κυρίας εφόρου αρχαιοτήτων και το μαρκούτσι του δαιμόνιου απλήρωτου ρεπόρτερ κάνει πολιτική.

Εκεί που κάποτε μεγαλούργησαν οι σφαγές και οι δόλιες βασιλείες τώρα η σκαπάνη της αμεριμνησίας βρίσκει στόχο. Οι καναλάρχες τρίβουν τα χέρια τους και οι ντόπιοι φτωχοδιάβολοι ετοιμάζονται να αναβαθμίσουν τα καφέ μπαρ και τις ψησταριές σε γκουρμεδάδικα για βιτσιόζους γερμανοδανούς αρχαιολάτρες με φράγκα. Φιλόλογοι φροντιστές, ακαδημαϊκοί και διανοούμενοι, βρίσκουν μια ζεστή περιστρεφόμενη πολυθρόνα στα χειμερινά ανάκτορα της νεριτ για να αποθέσουν την πορδούλα τους. Οι καυλοπυρέσουσες νοικοκυρές συζητούν στα μπαλκόνια για τον Αλέξανδρο και τη Ρωξάνη, οι μπούκερς στήνουν στοιχήματα.

Εδώ, μια νέα κοσμική αυταπάτη γεννιέται με τα υπολείμματα ενός πολιτισμού που θάφτηκε μέσα στη λάσπη της ιστορίας. Τώρα που ανέλαβαν οι κρατικοί τυμβωρύχοι με τις μπουλντόζες τους, ψάχνοντας μανιωδώς για πολύτιμα τιμαλφή, δηλαδή για λίγη πρέζα εθνικής υπερηφάνειας, όλα θα βγουν στο φως. Λιοντάρια, καρυάτιδες, φαντασιώσεις. Όλες οι οδύνες των σκοτωμένων και όλες οι κούφιες ρητορείες των νικητών. Εδώ, θα βαρέσει φλέβα χρυσού ο γκασμάς. Και η τελική άποψη θα λέει πως οι Έλληνες όταν ομονοούν βγαίνουν νικητές. Και πως κάθε ένδοξος θολωτός τάφος που στεγάζει μέσα του ένδοξα βασιλικά αρχίδια και σπουδαία πριγκιπικά μουνιά χτίζεται με θυσίες.

Αλήθεια πόσοι γαμήθηκαν για να χτιστεί αυτό το κωλομνημείο και πόσοι θάφτηκαν λίγο πιο δίπλα, πρόχειρα και μουλωχτά, χωρίς τιμές και χωρίς ταφόπλακα; Πόσοι θάβονταν ομαδικά σε πρόχειρους τάφους κοντά στα κολοσσιαία μνημεία των βασιλιάδων τους και ψόφαγαν σα σκυλιά απ’ το βούρδουλα του επιστάτη;

Απ’ τις ένδοξες πυραμίδες-που ένας ολόκληρος λαός ξέσχιζε τον κώλο του μια ζωή για να τις κατασκευάσει, ώστε να κοιμηθούν εν τιμή και ειρήνη αιωνίως οι δυνάστες του-,μέχρι τα ένδοξα έθνη κράτη που βατεύει με την υπερψωλλή του ο κύριος καπιταλιστής, οι άνθρωποι γυρνούν να ακουμπήσουν στο παλιό και το φθαρμένο. Μέσα απ’ την υπεραξία των ερειπίων ελπίζουν πάντα να καλύψουν το μεγάλο τους κενό.

Ποιος αλήθεια αρχαιομαλάκας φαντασμένος νεοέλλην θα πήγαινε να δουλέψει στα κάτεργα ενός υπερμεγέθους τάφου και ποιος θα έστελνε το παιδί του πεσκέσι στον ψόφιο Φαραώ Σέσωστρις που ήθελε μαζί του φρέσκια νεανική σάρκα για να ταΐσει την κτηνώδη ματαιοδοξία του; Πραγματικά κανείς αρχαιομαλάκας δεν θα ήθελε να ζει εκείνη τη φριχτή εποχή. Κανείς δεν θα αναπολούσε αυτή τη μακρινή αρχαία αθλιότητα, αν σκεφτόταν με το μυαλό κι όχι με τα ένδοξα ελληνικά του αρχίδια.

Ποιος θα αφιέρωνε τη ζωή του για να χτίσει αυτή τη σπουδαία άχρηστη μαλακία; Αν δεν πάψουν οι θλιβεροί συμπολίτες, σα χάνοι να αναμασούν την πεθαμένη αρχαιότητα και να υπερηφανεύονται για την ένδοξη νεκροφιλία τους, δεν θα βρουν ποτέ την αλήθεια και την πραγματική υπερηφάνεια. Θα σέρνονται με τη μαγαρισμένη τους εξουσία και τους διορισμένους απ’ το εξωτερικό εγχώριους σωτήρες στα σφαγεία του νάτο, μακελεύοντας άλλους λαούς που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι.

Απ’ τη μια θα ψηφίζουν τους νενέκους και απ’ την άλλη θα τους ξορκίζουν με χωριατοφασισμό και λοστάρια. Απ’ τη μια θα γκρινιάζουν για τον πετσοκομμένο μισθό κι απ’ την άλλη θα φουσκώνουν σαν παγώνια μπροστά στην αρχαία ένδοξη σπορά ερειπίων. Μπροστά απ’ τις ακρωτηριασμένες κόρες απ’ τις Καρυές της Λακωνίας που οι βασιλιάδες έχρισαν κολώνες για να βαστούν τις στέγες ενός ετοιμόρροπου κόσμου.

Η Χώρα μου

ixor

Ζω σε μια χώρα σχεδόν ισλαμική, με φανατικούς χριστιανούς, που αύριο μπορεί να γίνουν χίτες, γερμανοτσολιάδες, λογοκριτές. Εδώ, που οι ξιπασμένοι παπάδες, στήνουν μεγάφωνα έξω απ” τους ναούς για να ακούγεται η λειτουργία τους στο υπερπέραν. Για να σκεπάσουν το αηδόνι και το κελάρυσμα του νερού. Για να φιμώσουν τον κυριακάτικο ερωτικό οίστρο του νοικοκύρη που τόλμησε να έχει καύλες.

Ζω σε μια χώρα που βασιλεύει η αυθάδεια της υπερβολής. Απ’ την ακραία ζωώδη χαρά στην κατάθλιψη κι απ’ την απόλυτη ομορφιά του τοπίου στα σκατά. Απ’ τις επαναστατικές ιαχές των καφενείων στα δουλικά σπασίματα της μέσης. Κι απ’ το αρχαίο ένδοξο κλέος στο ξεπούλημα της αγοράς. Εκεί που η σκοτεινιά της συναλλαγής του πλούτου με τους πρόθυμους ανθρωποδιορθωτές καρπίζει πόνο, δυστυχία, γρίνια και συστημικούς στοχαστές.

Ζω σε μια χώρα που έχει χάσει το μέτρο προ πολλού και επιτρέπει στους δυνάστες της, με πανηγυρικό τρόπο να της πασπατεύουν τα κωλομέρια. Ζω σε μια χώρα όπου πολιτική διακονούν οι γραμματιζούμενοι ηλίθιοι του εθελοντισμού και των δράσεων. Ζω σε μια χώρα με οθόνες και κάφρους που περιμένουν να δούνε μπάλα και μόνο μπάλα. Με ανθρωπόμορφες μαϊμούδες που νομίζουν πως το σκυλάδικο είναι παράδοση και η μαγκιά ελληνική πατέντα.

Ζω σε μια χώρα που την ξεπάστρεψαν οι νεοέλληνες, αναθέτοντας την καταστροφή της στους βλαχοδήμαρχους. Ζω σε μια χώρα όπου εκπαίδευση σημαίνει πρωινή προσευχή, μάντρωμα, παρελάσεις, στρατωνισμός. Ζω σε μια χώρα όπου ο γυμνισμός είναι παράπτωμα και η ζωή στη φύση ποινικό αδίκημα. Σε μια χώρα με ξαπλώστρες και ομπρέλες φυτεμένες στα ιδιωτικά χοιροστάσια της παραλίας. Ζω σε μια χώρα που έχει πάνω απ’ το μισό πληθυσμό της στοιβαγμένο στις τσιμεντένιες φαβέλες των Αθηνών.

Σε μια χώρα όπου κουρδισμένοι άνθρωποι κόβουν απ’ το ψαχνό τους για τον έμπορα. Ζω σε μια χώρα που κλειδώνει τα παιδιά της στα διαμερίσματα για να μη γίνουν πούστηδες ή ναρκομανείς, αλλά τα μετατρέπει με τον πιο ανήθικο τρόπο σε πρεζάκια κατανάλωσης πλαστικής σαβούρας. Σε παπαγαλάκια κάθε αστραφτερής αυταπάτης με γκόμενες, εξοχικό και λεφτά. Ζω σε μια χώρα που ο πλούτος της μεταφράζεται σε λεφτά, αξιοποίηση, ανάπτυξη, εκμετάλλευση, αγορά.

Ζω σε μια χώρα όπου οι κουράδες των πολιτών της καταλήγουν στη θάλασσα. Ζω σε μια χώρα που ταΐζει τα παιδιά της με κουράδες. Με πρόχειρο φαγητό, πρόχειρο ερωτισμό, πρόχειρο βιβλίο, πρόχειρο γιατρό. Ζω σε μια χώρα που κάθεται σούζα μπροστά στα σαγόνια του ιερατείου και μπροστά στις βουρδουλιές του Κυρίου ημών κεφαλαιοκράτη. Ζω σε μια χώρα που έχει μονίμως κατεβασμένες τις τέντες για να μη φαίνεται απ’ τον απέναντι, που έχει κι αυτός μονίμως κατεβασμένες τις τέντες για να μην φαίνεται απ’ τον απέναντι.

Ζω σε μια χώρα που σκάβει με μανία για να βρει τους σάπιους ένδοξους βασιλιάδες του παρελθόντος, αλλά πετάει χαιρέκακα τα παιδιά της στην απλήρωτη εργασία της χαλυβουργικής. Ζω σε μια χώρα όπου οι λαλίστατοι κυβερνητικοί συνδικαλιστές και οι προστάτες της εργασίας γίνονται εν μια νυκτί παλλακίδες του Λάτση. Ζω σε μια χώρα όπου οι δημοκράτες φιλελεύθεροι καλλιτέχνες της γαντζώνονται στον υπερφαλλό του κυρίου εφοπλιστή.

Ζω σε μια χώρα όπου ο άνεργος ψηφίζει χεσμένος τη δεξιά, αχνίζοντας αυτό τον πατρικό φασισμό του τηλεοπτικού σαγηνευτή. Ζω σε μια χώρα που ψευτοζεί μαϊμουδίζοντας τους ξένους. Ζω σε μια χώρα με φαντασμένους ανθρώπους που πιστεύουν ότι θα τη σκαπουλάρουν. Ζω σε μια χώρα που θέλει να πουλήσει το νερό και τον ήλιο για να αγοράσει μεταξωτό βρακί και πόρτα ασφαλείας για να ασφαλίσει την παρακμή της.

Ζω σε μια χώρα που ψάχνει κάποιον άλλο να τη σώσει απ’ τον κακό εαυτό της κι απ’ τους ταλαντούχους δυνάστες της.

Σου γράφω γράμμα πάλι

gracq-dark-stranger

Σου γράφω γράμμα πάλι.
Εγώ, ο ζητιάνος της αγάπης.
Εγώ που δεν έχω διαβάσει
την Ιλιάδα ολόκληρη και
προχωρώ ανειδίκευτος και
τσαλακωμένος και προχωρώ
ανατέμνοντας τρίχες τού
εφηβαίου, με τρόπο εξόχως
ποιητικό στην ηλεκτρονική
κοιλίτσα της χώρας μου
και στου σύμπαντος το αδηφάγο
Μέγα Τίποτε. Εκεί που η τρέλα
σουλατσάρει σα μαινάδα και
ο κωλοπετσωμένος σάτυρος
εαυτός ταχυδρομεί εκλάμψεις,
γαυγίσματα σκύλων, φαρμάκια
στους εκδότες του Κάτω κόσμου.
Τώρα μπορώ και σου γράφω
ανισσόροπα κουτσομπολιά.
Ρουφιανεύω τις καύλες μου,
τα νεοσσά κύτταρα που δε
σακάτεψε η βιοπάλη. Τώρα
μπορώ και σου γράφω.
Κι όσο μπορώ θα σου γράφω.

Τα ζουμάκια της νύχτας

tazoy

Δουλεύω μετά μουσικής και χωρίς ωράριο.
Θρηνεί η θυγατέρα μου το μπαμπά της
που αβγάτισε τα νυχτέρια.
Βγάζω νυχτόβιο πόθο, ψαχνό.
Ποίημα ευάερο και ευήλιο εν μέσω σκότους.
Τζάμπα θα το χαρίσω στους αναγνώστες το πρωί.
Μέσα απ’ τα καλώδια θα περάσει
τόσος αδέξιος λυρισμός
τόση λαθραία λίμπιντο.
Τα ζουμάκια της νύχτας.
Κορμάρες που με άφησαν νηστικό.

Αχ αυτή η παραδείσια πλήξη του λοξού που γράφει
κι αχ αυτός ο νικητήριος χαμός.
Θολώνω τα νερά σου κι άλλο χαλασμένε κόσμε
εγώ ο σάτυρος που κάνω τις ξεφτίλες ποίημα
εγώ που στριφώνω στο φουστανάκι της πυρκαγιές
και στο μέσα έρεβος σπέρμα αθώο.
Χύσια.

Pop-corn

DSC_8155ret2printfinal2.jpg.2048x1566_q90

Τώρα διαβάζω κάτι έξοχες ποιήτριες
που με βάζουν στη μπανιέρα τους
και στο μουνί τους. Μελωδικές, που
ξέρουν τα χούγια ενός αρσενικού και
ροκανίζουν με τη σκυλίσια τους
τρυφερότητα το σαράβαλο λυγμό μου.
Διαβάζω τα υγρά τους εις την διαπασών
τη μανία τους εις την νι. Τα αμετάδοτα
νοήματα. Αυτά που θέλουν να πουν στο
αυτί δαγκώνοντας λαίμαργα, αυτά που
θέλουν να ουρλιάξουν με τα νύχια.
Λεξούλες ανυπακοής, τιμητικά λογάκια,
καρδιοχτύπια άτρωτα. Ψηλαφώ στα
σκοτεινά το σφυγμό τους, τον αποχρώντα
λόγο. Στο μεδούλι τους φτάνω. Εγώ
ο υπέρτατος κριτής. Ο χωροφύλαξ
της γύμνιας.

Κύριε θάνατε, Monsieur Cannibal

kirie

στο Βάσο Γεώργα 

 

Κύριε θάνατε, Monsieur Cannibal
είμαι το παιδάκι των βροχερών σου Κυριακών.
Ο τύπος που λαχτάρησε,
από στοχαστές και μουνάρες.
Κύριε θάνατε φραξιονιστή, προπέτη,
μέχρι στιγμής
αράζω ξέγνοιαστα το κορμί μου στο ταψάκι της άμμου.
Μέχρι στιγμής
σε βλέπω να παίρνεις μαζί σου άλλους και σε χαίρομαι.
Σε καμαρώνω όπως παιδί τον πατέρα που νικάει τους κακούς.
Σε νοιώθω, εγώ ο μελλοθάνατος
με τα άπειρα μηδενικά αιωνιότητας.
Κύριε θάνατε που σου δίνω φωνούλα και φιλί ζωής
και σου προσφέρω κιμωλία, να γράψεις
στο μαυροπίνακα της ψυχής μου βρομόλογα.
Κύριε θάνατε που μυρίζεις σκόρδο και δεντρολίβανο
στο δρόμο για την κουζίνα
σ’ έχω έτοιμο πάντα να σε βάλω στο ποίημα.
Φρέσκια ώχρα πένθος πιασάρικο ποιητικό.
Ω, με σένα θα πάω αδιάβαστος
με ολίγα σκύβαλα στο εντεράκι μου, κύριε θάνατε
που σε κουρδίζω, εδώ, στη βάρδια της αγρύπνιας.

Το γένος μας θα τα πάρει στο κρανίο κάποτε

mm5

Το γένος μας θα τα πάρει στο κρανίο κάποτε.
Η ελληνική μας φυλή θα το σκάσει για το διάστημα.
Σε μέρη εξωτικά στο γαλαξία, μεταξύ Σελήνης και Ταϊτής.
Εκεί που δεν έχει παπάδες αλλά γυμνιστές.
Iεροκήρυκες που δε βγάζουν λέξη και νόημα.
Κοπέλες με το αλατάκι της Γης
αγόρια με ξένοιαστες ψωλές
γέρους με μαύρο μουστάκι και ψευδαισθήσεις
μαστουρωμένους από μανιτάρια και πάχνη.
Το γένος μας θα τρυπώσει στο παχνί του.
Η ελληνική μας φυλή θα ξαναβγεί στις αγορές του έρωτος.
Θα αγοράζει φιλιά με αγάπη και αγάπη με χάδια.
Θα πουλάει τρυφερά κουτσομπολιά στα λαίμαργα αυτάκια.
Θα βαράει τα σήμαντρα η γλώσσα.
Η κλειτορίς θα γίνει βασίλισσα των αγγέλων.
Το γένος μας θα αφανίσει δια παντός το Ισλάμ
το δωδεκάθεο, την ορθοδοξία,
τ’ ακριβοπληρωμένα τσιμπούκια στις βίλες των εφοπλιστών.
Tις ακαδημίες.
Το γένος μας θα ξαναφέρει πίσω το σεξ
που άλειψαν οι Φράγκοι με φράγκα.
Το γένος μας θα καταργήσει τα γένη και τις φυλές.
Σ’ έναν άλλο πλανήτη μακριά, χωρίς εργοστάσια και τανκς
χωρίς σι αι ει εφ μπι αι αι μπι εμ μπε εμ βε
χωρίς εμάς τα βαποράκια της πρίζας,
χωρίς εμάς τα ματαιόδοξα ποιητάκια,
τους αυτοαναφορικούς.
Τις μούτες που μας αραδιάζουν τη μοναξιά και τον πόνο τους
για να πάρουν βραβείο.

Στην κόψη της αϋπνίας

home1

Σήμερα θα τα πω όλα όπως και χθες.
Θα διατυμπανίσω ζήλιες και τρύπιες
δεκάρες. Θα γράψω στον κόρφο της
μανούλας μου γράμμα, να θυμηθώ τα
παλιά. Θα το σκάσω με την πρώτη
όμορφη λύκαινα που θα βρω στο δάσος.
Σήμερα θα κάνω τρέλες για να βουλώσω
στόματα και να τραντάξω νυχτικιές. Να
λυσσάξουν οι χωριατοπούλες που παίρνω
μάτι εκ γενετής. Για να λυσσάξουν τα
βυζάκια που αγκαλιάζουν τα βιβλία μου.
Ω αϋπνία που κόβεις με το ψαλιδάκι σου
λεξούλες παρελθόν αποκόμματα έρωτος.
Ω αϋπνία γυμνούλα έναστρη νύχτα και
βροχή στα μαλλιά της. Ω αϋπνία φιλενάδα
πιστή, το φιλί εκείνης γλίστρησε απ’ το
τρύπιο σακούλι της μνήμης, για πάντα.

Στομάχια

stoma

Επιμένω πως η φτώχεια είναι αποτέλεσμα της αδιαφορίας των φτωχών για τη φτώχεια τους. Δεν υπάρχει εδώ ευθύνη σε τρίτους. Κανένας ηγετοτραφής γραμματέας κόμματος και κανένας σούπερ σταρ αριστερός νεανίας δεν μπορεί να γίνει ο σωτήρας των φτωχών. Ο φτωχός είναι αποτέλεσμα κηδεμονίας. Είναι ο υπέρ τρίτων διαθέσιμος που καταπίνει τη μεταλαβιά και τα σκατούλια του ιερατείου. Αυτός που συντόνισε τον πόνο του με τον κερδώο μπόγια της μιας και μοναδικής άποψης. Ο φτωχός για να πάψει να είναι φτωχός πρέπει να κατακτήσει την ηδονή της ελεύθερης σκέψης. Όχι να εκφράζει τη γκρίνια του και να συγχωρεί από φόβο το δυνάστη του, αλλά να προκαλεί γεγονότα. Να μην βολεύει την αφροδίσια οδό με υποκατάστατα και να μην καταναλώνει τα σκουπίδια που τού προσφέρει, ως περίσσευμα, η αγία χείρ της αρχιεπισκοπής. Ο φτωχός του δυτικού κόσμου ερωτοτροπεί με την λαιμαργία του μικροαστού. Του μικροαστού που είναι μπογιατισμένος με πλαστική ευδαιμονία και πρόσφορα για να κρύψει τη φτώχια του. Του μικροαστού που τού σηκώνεται όταν ακούει για ιδιωτική πρωτοβουλία, εταιρία, νατο, εοκ. Του μικροαστού που όταν βγαίνει για λίγο απ’ το μαντρί του παθαίνει μαλάκυνση ψυχοπάθειες καρκίνους. Του μικροαστού που ο καθαρός αέρας τού προκαλεί δύσπνοια. Ο φτωχός γίνεται ουρά αυτού του μαλάκα που επάνδρωσε τη σκατούπολη των Αθηνών και νιώθει αυτό το ντελίριο επιστροφής στην κοιλιά του σούπερ μάρκετ. Ο φτωχός μόνο μαζί με τους άλλους φτωχούς θα λύσει τη φτώχεια του. Και κατάργηση της φτώχειας σημαίνει κατάργηση του πλούτου και της χλιδής. Κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς και της επιδοτούμενης ανεργίας. Κατάργηση της δουλικής πίστης στους θεούς και στους άρχοντες. Κατάργηση κάθε θεσμοθετημένης βεβαιότητας και κάθε υπαρξιακής απρέπειας. Κάθε διορισμένου καθοδηγητή τσοπάνου και κάθε βλαμμένου υπερήφανου πεζοναύτη που χαϊδεύει την ξιφολόγχη του κι όχι το κορμάκι μιανής.

Θεωρία Παιγνίων

ueo

1

Δεν χρειάζεται να τα πεις όλα.
Ο χορτασμένος με ωδές θα σε ξεκοιλιάσει.
Κυρίως οι πουτάνες έχουν ωραία δάχτυλα.
Η μυθοπλασία γυμναστική συναισθήματος είναι.
Το τέλος τελειώνει μοναχικά, όπως ο δήμιος.
Η πίστη δε θα σε σώσει πιστέ μονάχα η ποίηση είναι εδώ και οφείλεις να τη γευτείς.
Ο μεγαλοδύναμος ολιγωρεί.
Σηκώνει όμως με στρατηγική υπέρμαχη τα φουστανάκια.
Οι κομπλεξικοί προασπίζουν αξίες.
Χεράκια χιονισμένα απ’ το χιόνι και ψιχαλισμένα απ’ τη βροχή.
Η φωνή της δεν ξαναγύρισε δεν έφυγε δεν ήρθε δεν
Ξίνισε ο σουρεαλισμός και τα περιοδικά του τα μαγάρισε η Δεξιά.
Είναι βούλιαγμα στον περασμένο καιρό οι αναμνήσεις.
Με το τσίπουρο και τα άφιλτρα και τους σκοτωμένους όλους.

 

2

Το στόμα σου εγκυμονεί. Και το βρίσκω έτοιμο να ξεράσει πολλά.
Η γλώσσα χρειάζεται υγρά και τα υγρά γλώσσα.
Σκέφτομαι την αγκαλιά του Ηλία Λάγιου.
Τον ευσπλαχνικό αλκοολισμό που προσηλυτίζει τους δαιμόνους.
Παραμονή κοιμήσεως του αιδοίου. Κι ο φαλλός δεινός καθαιρεμένος και ικέτης.
Πάντα μια γυναίκα ξεσκάβει το νόημα.
Τόσοι και τόσοι εγίναν ποιητές για να δελεάσουν το μουνί.
Κι ο τσακισμένος ερείπιο σβησμένης δόξας.
Ένα μεγαλείο από πένθη.
Ένας μαστραπάς με λουλουδάκια και μουχλιασμένο νερό.
Μακριά από μας η διανόηση.

 

3

Δεν έχω και δεν είμαι.
Και δεν υπάρχει κριτής να εξαργυρώσει τα κρίματα.
Καυλώνω πεπτωκός.
Και καυλώνω θαμμένος στο κρεβατάκι μου.
Ο γάμος φορτωμένος ψώνια και φάρμακα.
Η αρχαιότης είναι το υπόθετο του έθνους.
Οι γενναιόδωροι οργασμοί σου με αποκοίμισαν.
Οι ορισμοί δεν έχουν αξία. Οι ορισμοί αξιώνουν.
Όλοι στον τόπο τους γυρίζουν να πεθάνουν.
Ο φιλελεύθερος παπάς είναι ύποπτος κι ο φιλήσυχος πολίτης αρπαχτικό.
Μάθε να μεθοδεύεις τη φτηνή χυδαία τάξη των μικροαστών.
Τα παιδιά τους που έχουν όνειρα με σαγιονάρες.
Τα φιλιά τους που μυρίζουν αντισηπτικό.
Τα αιδοία τους που είναι το μέσα έξω.

 

4

Ακούω απαγγελίες και φρίττω.
Περιμένω αυτό που περιμένω πάντα και.
Ο λαός δεν είναι λαός μου.
Μην σκανδαλίζεστε αδερφοί! με τα χυτά μπούτια.
Οι αγενείς χλευάζουν τη γυναίκα φανερά και.
Κρυφίως αυνανίζονται.
Ασπαστείτε τον προτεταμένο κρίνο μιας κυράς.
Ακόμα και τα δέντρα υπαινίσσονται θηλυκότητα.
Τα κοριτσόπουλα εκβάλουν το φόβο του θανάτου.
Μουσκεύουν το υπερπέραν με τη δεινή τους δεκτικότητα.
Με το μπαλτά της ομορφιάς.
Θα γίνουμε κάποτε το αίμα της αγάπης τους.
Ο θυμός του κορμιού τους.

Μνημόνια έρωτος

6

Μνημονεύω μνημόνια
έρωτος και βάζω το χέρι
μου στη σχισμένη μου
τσέπη. Αδιόρθωτος, θα
το γυρίσω πάλι στην
ποίηση, θα βάλω στο
μούσκιο την καρδούλα
σου, ερωμένη που χάθηκες
στο υπερπέραν και
παντρεύτηκες χασάπη
εργολάβο ιατρό κι άφησες
αξέσχιστο εμένα στην
υστεροφημία μου, με όση
ανεκπλήρωτη τρομάρα
αντιστοιχεί στη φωνή μου,
με όση ληθαργική έκσταση
αποκοιμίζει το νυχτοφύλακα
σπασμό. Μνημονεύω
μνημόνια έρωτος, σαν
κύκνος μπροστά στο σκιερό
καθρέφτη του θανάτου, τώρα
που ξέπεσα στις τέχνες και
τα γράμματα και το μαύρο
χιούμορ, τώρα που βλάστησα
ξέφρενη τρέλα και απαιτώ
επίδομα αλητείας απ’ το κράτος
και καύλα ασύστολη απ’ την
κυρία υπουργό του τουρισμού,
με τα φοβερά ταγιέρ και το
γαλανόλευκο ζουμάκι με τα
υπέροχα μαλλιαρικά ελληνικά,
τα ξαναμμένα υπερκόσμια
βυζάκια, που φέρνουν ξένους
στους Δελφούς και στην Πυθία.
Τα πλοία της γραμμής που μετα-
φέρουν γαλλιδούλες ώριμες στις
Κυκλάδες, που δεν καταλαβαίνουν
γρι ελληνικά, λογοτεχνία, ποίηση,
αντάρτικο. Χούντα, μεταπολίτευση,
απλήρωτη εργασία.

Παντρειά στα Όχθια

pant

Ιδού, εδώ, δημοσιεύω
το χνώτο σου. Φύση με
το φυσερό. Λύσσα τού
πρότερου έντιμου βίου
τώρα μαζεύω λεφτά για
να το σκάσουμε στον
αιώνα τον άπαντα. Τώρα
πουλάω βιβλία στα
σκοτάδια των φίλων.
Στο βαθύ λαρύγγι της
θεάς τρυπώνω. Στης
μούσας μου το κάτισχνο
κορμάκι. Με δόλο αφήνω
το φεγγαράκι λειψό και
το αστεροσκοπείο Αθηνών
στα χρέη. Ιδού, δορυφόροι
ωχροί και συγγενείς μου,
σκόρπιος, οπτικός τύπος,
καραδοκώ. Να τα βροντήξω
όλα. Νυφούλα απ’ τα Όχθια
να πάρω. Όχι Γκρέτα Γκάρμπο.
Αλλά γυμνούλα. Όχι
τσούχτρα. Αλλά εξωτικιά. Να
με κάνει φρέσκο κεραυνό ξανά
στον κρόταφό της. Στρατηγό
στο χωριό της. Να με κάνει
ξέγνοιαστο δαφνοστεφή
ποιητή στο μουνάκι της. Στο
κογκρέσο της να με κάνει
δραγουμάνο. Αγκομαχητά
να διατάζω. Κραυγές. Να
δίνω μάχες ως το κόκκαλο.
Να ρουφώ ρυθμικά το μεδούλι.
Το μέσα της όλο να στάζει
πάνω μου. Μπρούμυτα,
ανάσκελα, ζερβά. Ιδού, εδώ,
για σας δημοσιεύω το γιατρικό
για τη δύσπνοια, φιλόστοργοι
αναγνώστες. Ιδού, εδώ ο έρως.
Η παντρειά στα Όχθια.
Τα λυγισμένα πόδια.
Το στόμα. Τα φιλιά.
Τα μικροπράγματα.
Οι κρεμασμένοι τεντζερέδες
στην αυλή. Πάνω απ’ το
νεροχύτη. Εκεί στο
υπαίθριο κουζινάκι με το
αρχαίο πετρογκάζ που
περιμένει τη φωτιά για να
ταΐσει τα στομάχια της αγάπης.

Πρωινά Άνθη Ευλαβείας

aretes

Η πραγματική αρετή θέλει τον άνθρωπο χωρίς στολές και φκιασίδια. Όπως τον γέννησε η μάνα του. Η ψεύτικη αρετή που είναι αποτέλεσμα δόλου και σπουδής, θέλει τον άνθρωπο με κουστούμι, κελεμπία και αρχιερατική μήτρα. Ο ελεύθερος άνθρωπος από καταναγκασμούς και ιδεοληψίες και ωραίες μεταφυσικές αλυσίδες, είναι το έμβλημα της ευγενικής φιλίας, ενώ ο αρχιερέας και ο παπάς της μοναδικής άποψης είναι το αξιοσέβαστο τρωκτικό που ξεσχίζει ψυχούλες. Με συνοπτικές διαδικασίες ψυχικού πόνου κυριαρχεί πάνω στα ένστικτα και ξεχειλώνει με μιαν απελπισμένη ειρωνεία κι έναν σαγηνευτικό ποιητικό λόγο την διανοητική και ηθική ακεραιότητα των πιστών. Όπου υπάρχουν πιστοί φυτρώνουν ιερατικά σχήματα. Καρδούλες κάτω απ’ το ράσο και ολόλευκοι κύκνοι μαγαρισμένοι από μνησίκακη αγνότητα. Την αρετή των πιστών τη διαχειρίζεται ο μισαλλόδοξος διασκεδαστής, ο πολιτικός κατηχητής που φωσφορίζει μέσα απ’ την τηλεοπτική αδιακρισία. Αυτός που οδηγεί το κοπάδι. Ο τσοπάνος. Ο δάσκαλος. Ο προφήτης ποιητής που σαγηνεύει και λικνίζεται με τους αυλικούς του. Ο αγορασμένος διανοούμενος, ο πολιορκητής κάθε αμφιβολίας, που με το δεσποτισμό της σιγουριάς του μετατρέπει τον πιστό σε μια τραγική και εκδικητική καρικατούρα. Η κορύφωση του κοινωνικού πολέμου συσπειρώνει τους ιεροκήρυκες του κοπαδιού. Τους τελάληδες του βολέματος στη φτώχεια. Όλους τους αριστοκράτες κατασκευαστές κακομοιριάς της δεκάρας. Τους φιλόδοξους που ζουν αναπνέουν και πεθαίνουν μπροστά στον καθρέφτη τους. Παιδιά μου, εσείς είστε η γενιά του ανταγωνισμού. Τα τέκνα που μεγαλοπρεπώς θα φαγωθείτε μεταξύ σας. Εσείς που ανακυκλώνετε όλη τη σαβούρα του εκθεσά της γειτονιάς, καταπίνοντας αμάσητες όλες τις αυταπάτες, γοητευμένοι απ’ το μπριζωμένο πολιτισμό της αγέλης κι όχι απ’ τ’ άστρα. Μακελεμένοι απ’ την ασφαλή συνουσία του γιουπόρν κι όχι απ’ την αλήθεια ενός αληθινού γαμησιού. Σκασμένοι απ’ τη φιλία εξ’ αποστάσεως και την φαστφουντάδικη καύλα εξ’ Αμερικής κι όχι απ’ την επαφή και το χάιδεμα και το καθισιό σ’ έναν αγρό, στο χώμα, στα βουνά και τη θάλασσα. Νέοι εσείς, επικίνδυνοι, που σας ευνουχίζει νωρίς η μαμά-υπεραξία υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος εδώ, έτοιμος να γλυκάνει τα τρυφερά σας αιδοία. Υπάρχει ο λόγος που δεν είναι χαλκάς αλλά ταραχή. Υπάρχει αυτός που περνά ολοκληρωτικά απαρατήρητος, αλλά αφήνει μέσα στα ζεστά κορμάκια το σπόρο που θα ερεθίσει την περιέργεια και θα χορτάσει την καύλα.

Πειρασμοί

peira

Η δημιουργική γραφή είναι ας πούμε μια γυναίκα που κοιμάται, γελάει ή ψήνει καφέ. Ονειρεύεται γκόμενο και γάμο. Είναι γαμπροί πολλοί που μαζεύονται στο χείλος της γλείφοντας τη γύρη. Σούργελα που πήραν βραβείο. Μαρίκες και γιώργηδες που οδηγούν το ποίμνιό τους στον επόμενο αγρό. Εδώ έχει γέλιο παραδεισένιο. Αρκεί να διαβάσεις την πρώτη γραμμή. Ένας χαρωπός ορίζοντας από αγκαθάκια που σκάνε πάνω στη γλώσσα. Αφού δε σου βγαίνει ρε μαλάκα, κάντο χιουμοριστικό, όπως ο Πανούσης. Επινοήσεις, νεκρολογίες, ο κώστας είπε, η λίτσα έκλασε, ο μήτσος έχυσε. Μέντιουμ, χαρτορίχτρες και περιστατικά από δελτία ειδήσεων. Μεγαλόσχημοι με τριχίδια τσιγκελωτά που εξέρχονται απ’ τα ρουθούνια και πίνουν λούγκους στο Φίλιον. Παιδάκια που πήραν το χάρισμα κι ανέλαβαν εργολαβία Βιζυηνούς και Παπαδιαμάντηδες, έχοντας του Αλαφούζου την ευχή και του αφρισμένου ατλαντικού τα κύματα δει σε βιντεάκια. Που μάθαν την αλητεία παίζοντας γαλλικό σε σφαιριστήρια της Κλαυθμώνος, και σε κωλάδικα της Λένορμαν που επισκέφτηκαν με το μπαμπά. Γράφουν σα να γεννήθηκαν στο Κάνσας. Στήνουν τούβλα και νταμάρια για τους βιβλιόκαυλους, που περιστασιακά το παίζουν και σάτυροι, γλείφοντας βεβαίως το κωλαράκι κάποιας Κρεολής γραμματέως ή κάνοντας χρήση δικαιώματος σαγηνευτή. Αν αρχίσει κάτι να καίγεται κάνουν τον πυροσβέστη στο σκάι. Οι διανοούμενοι εν Ελλάδι είναι παιδιά της διαφήμισης του λουμίδη. Με λίγα ευρουδάκια γαμούν και τη μάνα τους. Κι όταν δε τους παίζουνε γίνονται αντισυστημικοί και συνασπισμός και σύριζα, αλλά όταν παίρνουν χαδάκι απ’ το συγκρότημα γίνονται πασόκ ασάλιωτο που φυλά Θερμοπύλες. Μελαγχολούν εύκολα στο ρετιρέ που τους δόθηκε και κατεβαίνουν στη Σωκράτους να μυρίσουν Σουδάν και βυζιά καλάσνικοφ και κύριο τέλει ανωμαλίαι με στραβοπατημένα ψηλοτάκουνα. Φωτογραφίζονται με πασούμια και κομπινεζόν που τους έντυνε η μανούλα, για τη φωνή της Αθήνας διαφημίζοντας μοντέρνες καύλες και συνευρέσεις δουλεμένες στα φώτοσοπ της ΚΥΠ. Είμαστε αμερικανάκια και γουστάρουμε καπιταλισμό. Ταξιδάκια κάνουμε και ιδρύματα Φορντ μας κοιμίζουν γλυκά για να γράψουμε για ρουφηγμένες κορμάρες υπαρξιακά και θανατερά σορτσάκια ασορτί με τις μοντέρνες δυστυχίες.

Ποιήματα, εγκλήματα και κολπικά υγρά

knickers-00007

Πόσοι νέοι και νέες και πόσες γραίες πλουμιστές και συνταξιούχοι κι αξιωματούχοι και λοιποί, δεν κάνανε το λάθος να πιστέψουν πως είναι προικισμένοι ποιητές! Μπορώ να πω με άκρα βεβαιότητα πως η ποίηση τους πήρε στο λαιμό τους κι αυτό διότι χαροπαλεύουν για να αρέσουν σε συγγενείς και φίλους, σε κριτικούς και κόφτες αθώου απροσδιόριστου κενού. Μόλις καταφέρανε να στήσουνε ορθό ένα στίχο χλεχλέ ή μια ιδέα ανακατώστρα και να στριμώξουν σε μια φράση κάποια λεπτεπίλεπτη χαριτωμενιά, τα μυαλά τους πήραν αμέσως αέρα και νόμισαν πως έφτασαν πια στην κορυφή του Ελικώνα. Δεν είναι λίγοι οι δικηγόροι που θέλουν να ξεκουραστούν απ’ το χαμαλίκι της δικονομίας, καταφεύγοντας στο ήσυχο άσυλο της ποίησης. Οι φιλόλογοι που σαν πλασιέ καραδοκούν για να πουλήσουν ένα κακέκτυπο ανθολογημένης αποδεκτής ποίησης λυκείου. Οι σύμβουλοι υπουργείων, οι στρατηγοί και οι δημοσιογραφικές τσουτσούνες που αλλόφρονες κάνανε την ψυχοθεραπεία τους ιδιώνυμο ήθος γραφής. Η αληθινή έμπνευση που σημαίνει αμηχανία μπροστά σε κάθε αποδεχτή ερμηνεία και σημαίνει άντε γαμηθείτε πια με τις εξηγήσεις και τα λυσάρια και τις χαρτορίχτρες νοήματος, δεν καταδέχεται πια, μάταια στολίδια και μάταιες καταθλίψεις σε μπαρ, μέγαρα και βουλεβάρτα εκδοτών. Η αληθινή έμπνευση δεν ανέχεται άλλα μεθύσια και στιχάκια σε χαρτοπετσέτες. Καταραμένους και θειάδες. Ξέκωλα ρητά και σπιτίσιο σεξισμό. Όλη η πνευματική σαβούρα της μεσαίας τάξης -που διατηρεί ακόμα κάποιο λίπος από πατρική κληρονομιά ή εφάπαξ- θησαυρίζει τους μάγκες που επινόησαν το Μπουρνάζι της λογοτεχνίας, με το κατάλληλο γλείψιμο, κάνοντας το ψώνιο ποιητή, δημιουργώντας του ακαριαία άπειρους κολπικούς οργασμούς στο άκουσμα και μόνο της λέξης ποιητής. Άπειρο πόνο και λογοτεχνικά μαλλιοτραβήγματα. Δυστυχίες και αγένειες. Συνεντεύξεις του κώλου και δασιά σκέλια.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1.704 other followers