Στιφάδο

Σύντροφε ουρανέ
πεθύμησα στιφάδο της μητρός μου
και το Μπρούκλιν
όπου, δεν έχω πάει ποτέ
τα κοκαλάκια να γλείψω
στίλβοντας
τα ενθύμια της σφαγής.
Σύντροφε ουρανέ
είμ’ ο ανθός που περιμένει
την χέρα του ασημένιου κηπουρού.
ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Ως βάτεμα εκφωνήθηκε
απ’ τα μεγάφωνα χωνιά
ο άκρατος ηρωισμός της παλιγγενεσίας.
Κοντάρια φαλλικά
έσκασαν μύτη απ’ την άβυσσο των χθαμαλών αιδοίων
λίμπιντο γαλανόλευκη κυματίζοντας
απαγγελίες λεπτεπίλεπτες
υπέροχα γιορταστικά ελληνικά
από μαθήτριες ρουφήχτρες
πασιονάριες
αριστούχες στην ονείρωξη
απ’ τα κόκκαλα βγαλμένες
που ακούς τη σάρκα τους να σκάζει από χυμούς
απ’ τα υπονοούμενα στραγάλια της μαρίδας
τα υγρά τα λογοπαίγνια ανδρών επιφανών
ίσα για να ντοπάρουνε
την προαιώνια λαχτάρα του σφαχτού
για τη σφαγή
τον πρόεδρο που τρεμοπαίζει σαν πυρσός
κάτω απ’ την τέντα
αποθανατίζοντας
τη γάργαρη υποτέλεια της λαμπερής νεότητας.
τώρα που η φαντασία σκάρτο με βγάζει

τώρα που η φαντασία σκάρτο με βγάζει
και το φιλί στα χαρακώματα σπαρταρά
τώρα που σε σκέφτομαι υγρή και καυλωμένη
πυρώνοντας τη γλώσσα ως το αναφιλητό
σφήκες σε παραπλεύρον νεκροταφείο γλιστερό
πατικώνουν με γύρη πλαστικά λουλουδάκια
κι ετοιμάζουν γιουρούσι
σε χνουδάτο αφαλό
Βυζί δεν έχω να σου σκυλέψω σάλιο
![]()
βυζί δεν έχω να σου σκυλέψω σάλιο
λεχρίτη πολιτευτή
τώρα που βασιλεύει η νύχτα στον κόσμο κι εσύ
διεκδικείς το κοινό σου στα ουζερί
θηλαστικά που’ χουν στην πλάτη τους
χίλια χρόνια γάμου
με τόσες ελκυστικές αποχρώσεις χαράς
πιπιλίζοντας το ζεστό αλκοόλ
εξπέρ στο ρόλο του θύματος
κι από μέσα η γύμνια αλοιφή
ξοδεμένη ασυλλόγιστα
καθώς
κατασκοπεύεις λεχρίτη, την κυρά μου αλύπητα
που’ χει στα μπούτια ανάμεσα
σακουλάκι με τσίπς
μα
να ξέρεις πως
τη νύχτα που ο πάγκαλος κάρφωσε τον Oτσαλάν στο φτερό
κι οι μαύρες νύφες φυτεύαν κουφέτα στο Κουρδιστάν
η κυρά μου δάκρυσε
Οι επαίται κλέπτουν τους πτωχούς

Οι επαίται κλέπτουν τους πτωχούς
Με τα παιδιάστικα καμώματα της τέχνης
ξεχνάμε τα θανάσιμα γνωρίσματα της ζωής.
Κάθε σταγόνα σάλιου που δραπετεύει απ’ το στόμα της
γίνεται στίχος.
Οι λαοί φτιάξανε το θεό για να προστατεύει
τους τρείς ουσιαστικούς νόμους της ύπαρξης
το φαί, τον έρωτα και το χέσιμο.
Είναι η ποίηση πράξη αντιποιητική.
Το ιερατείο πρόσφερε στις μάζες ένα ανέλπιστο δώρο
τη βασιλική δωρεά μιας ζωής μετά θάνατο.
Οι ζωγράφοι κάνουν τέχνη για να βγάλουν λεφτά
χαϊδεύοντας τους φιλότεχνους μπουρζουάδες.
Κάθε έργο είναι άχρηστο αν δεν τρομοκρατεί
τα δουλοπρεπή πνεύματα.
Υπάρχει ένα είδος λογοτεχνίας που δε φτάνει
ποτέ στις αδηφάγες μάζες.
Κάθε θεατής είναι ένας συνωμότης
κρυμμένος στο καβούκι της συζυγικής ζωής.
Χίλια κομμάτια

Παρηγοριά στον άρρωστο είναι
για τα ανήσυχα νιάτα
τα νυσταγμένα δασκαλάκια του κράτους
κραδαίνοντας σχολικά βοηθήματα
και μούχλα αγαμησιάς στ’ άγκιστρά τους
Είναι χίλια κομμάτια τα μυαλά
σαν τα σκάγια
άνοιξη που μυρίζει λαμπρά κι αδίστακτα
χνώτα που θα ξοδευτούν
στο νικηφόρο οργασμό στου Αχελώου τις όχθες
και κορμάκια που θα λιώσουνε
σε κάποιο ένδοξο νοικοκυριό
ποδοπατώντας το ρυθμό
και των μηρών το ξέφωτο
Αναμνήσεις από τη λίμνη Ζηρού

Φτάσαμε στης Φρειδερίκης τα χαλάσματα
εγώ στραβάδι που ξαπλώνει με σένα στα χόρτα
σοβάς η ψυχή μου ανταμώνοντας σφήκες, άσεμνη φάρα
που τρυπάν το δέρμα με γύρη.
Κάναμε της λίμνης το γύρω με αθλητικό στρωτό
οξύνοντας το πνεύμα ντοπάροντας τους μυς
ντερλικώνοντας πευκοβελόνες και τροπάρια της Κασσιανής
ναι!
Έβγαλα συμπέρασμα τα ψοφίμια πως
είναι μια ποσότητα ζωής
και είμαι βαθύς υπερφίαλος φαρσέρ ποιητής
δέσμιος κάθε μεσ’ το δάσος γυμνής.
Το’ πα στο φίλο μου που ακολουθούσε
σαν ανάσα χιονιού ιδρωμένος και μου είπε
για έναν μαλάκα που’ χει όμορφη γυναίκα
που την έχουν πάρει όλοι με τα μάτια
μου είπε πως, ο εν λόγω μαλάκας σώθηκε τελευταία στιγμή
από βέβαιο γκρεμό
γιατί πιάστηκε από κλαρί κάνωντας σβούρα Νουρέγιεφ.
Φίδια δε βρήκαμε στο λιμνίσιο σύμπαν
μόνο Βιετκόνγκ προσκόπους που ψαλλιδίζανε άρθρα του αρανίτση
κάνοντας λαχειοφόρο λέξεων.
Ένα γήπεδο ποδοσφαίρου βρέθηκε μπροστά μας
με τα μπέκ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας
σαν τσουτσούνες κάτω απ’ την κοιλιά του θεού
που κάτι κοτσύφια έπαιρναν το λουτρό τους
και κάτι μάγκες αφόδευαν το τελευταίο πόνημα
της Ζυράνας Ζατέλη
μιας
και οι σκέψεις φτιάχνονται στο μπλέντερ του στομαχιού
και οι περιττές λεπτομέρειες είναι για το κοπάδι
χαριτωμένη ευαισθησία
μπουκώνοντας
αγάμητες τριαντάρες στις πλάζ
λιαστές γυαλιστερές
μέλλουσες νευρασθενικές
κρυφοκαυλιάρες που τα δίνουν όλα στο μάστερ.
Και με κόπο ανασύρω σκέψεις γριές
απ’ τα τηγάνια στις αλυκές και τα ξερνώ όλα μπροστά
σαν κινέζος στην ύφεση
με μπιχλιμπίδια
αγιορείτης
βουδιστής
ωσάν μοναχός παθιασμένος αδίστακτος στα δημόσια λουτρά
να ουρήσω θέλω να συλλάβω το νόημα της παραβολής.
Λέω στο φίλο
οι ιδέες κουράζουν δες αχνό
μ’ αυτός τη βρίσκει με βιβλία θρησκευτικά σανό θεολογικό.
Και λέω σε μένα καύλα είναι θα περάσει
ο κάμπος είναι μπροστά η Άρτα του Ζέρβα με τα ωραία μπετά
βυζαρού της εθνικής με τα λαμπρά κωλάδικα
παρηγορίτησες φοράδες με τα μπούτια ανοιχτά
που’ χουν στα μάγουλα του Τσαουσέσκου χάδι νωπό
και ασθενική προφορά για να ερεθίζουν τους παγουράδες
να καβαλικεύουν ντάτσουν κα μερσεντές
μωλωπισμένα καυλιά από σπιτίσιο σεξ.
Πέρσες αρβανίτες με το ήπαρ κουρελαρία
με τα σκοτωμένα γατιά στο φτερό και
το λαό μεταξωτό στις φαβέλες.
Εθνικόφρονα βαρύμαγκα δουλευταρά
την ιστορία να γράφει με SMS
βραδύγλωσσος
λαζός
καύχημα των δασκάλων του
και της πλέμπας της γηπεδικής με το φουρό από συνθήματα
των ορίτζιναλ που ριγούν αλοιφή φρέσκια μαστούρα
και μαμάδικο συναίσθημα σβουριχτό και
οι Ωραίες κυρίες είναι που ακονίζουν τα όπλα τους
στο λιμνίσιο νερό
δίπλα στους σπάγκους απ’ τους πιασμένους αετούς
στα κλαδιά
κι απ’ τα χείλη τους κρέμονται τα φεγγαρίσια σκυλιά
που γουστάρουν γαμήσι στεγνό στη Σκουφά
και στις όχθες του Λούρου ξύσιμο μέχρι θανάτου.
Το λέτσο χοροπηδηχτό αντινομάρχη ακολουθώντας
που του καρφώνει την κυρά ένας τσαγκάρης
λογοτέχνης
ψάλτης και φυσιολάτρης και
μολονότι σώβρακο με λουλουδάκια φορεί
οργανωτής είναι πασόκος αμείλιχτος και
τρυφερά κορίτσια τον αγαπούν μα δεν το ξέρει
δρόμος κατήφορος με τα μνημόσυνα γης μαδιάμ
στο σφριγηλό της κολώνας κορμί
και δήθεν φιγουρίνι
ποζάρεις στις φασκιές του στα σπάργανα, ποιητικός
τη δόξα παίρνοντας
του αιμοσταγούς ποιητή που συγγράφει στη λίγδα
παράπονα για γκόμενες ψηλομύτες και παγκήρια
σε παραπλεύρων χωριό.
Ω! το παγκάρι είναι η κλειτορίς του ναού
το’ χω γράψει ξανά και οι λέκσεις που λες είν’ κλεμμένες
και καθώς
φανέλα αλλάζουμε απ’ τον ιδρώτα συνωμοτικά
δε μιλάμε για τέχνη μα για βρακιά
κιλοτάκια σχισμένα που εγίναν θυσία
πριν
να σαλιώσει η γλώσσα την πληγή από κάτω
πριν, να βαρέσει τα κύτταρα ρεύμα
καθώς λεν
τα μυθεύματα καθώς
λεν τα χαρτιά.
Έχω απόψεις κι εγώ συμπολίτες

Έχω απόψεις κι εγώ συμπολίτες
και κατεβαίνω απ’ τη φωλιά στη μυρμηγκότρυπα
κι αν θα γυρνούσα το χρόνο πίσω
στιχάκια θα της έγραφα χαζά με καλλιέπεια
καψούρη δαγκωμένου ντροπαλού.
Τώρα που αποφεύγω τα κυκλώματα και ευπρεπώς διαβιώ
τη λίστα με τα ψώνια απαγγέλλοντας
την λιπαρή ματιά του καταδότη στα γαλακτοκομικά
καθώς σχεδιάζω ποίημα σιωπηρώς και τελεσίδικα
για να δοξάσω τόσων φίλων τη σφαγή απ’ την κυρά.
Συμμαθήτριες εργόχειρα

Εγώ που δεν γεννήθηκα να δρέψω δάφνες στη Βαλτιμόρη
μα να γράφω ποιήματα, Κυριακάτικα σκεφτόμενος
ξελιγωμένος, συμμαθήτριες εργόχειρα
που δεν προλάβανε να γίνουν μούσες στο ποίημα κανενός
μεσήλικα μισογύνη της γενιάς του εβδομήντα
που ξεδιαλέγει τις μυλόπετρες
λαδώνοντας γρανάζια και
δεν έχω φλάουτο να σφυρίξω τον πόνο μου
ας έρθει κάποιος να δει το νεροχύτη μου
το σπέρμα που ευωδιάζει από κορίτσια στα εικονίσματα
φωτογραφίες που ηχούν όπως τα ζάρια μαύρα μεσάνυχτα
κι ο νους αγγίζει το ποθούμενον.
Βιντεοκλίπ

Ξέμεινα εδώ στα αμοντάριστα πλάνα, να υμνώ
το ζευγαρίσιο ερωτισμό. Αδόκιμος, λειψός να
προστρέχω στις κοινές συγκινήσεις, έχοντας
ολόγυρα λέκσεις και το σάλιο στη γλώσσα ν’ ανθεί
για επέλαση έτοιμο να λιπάνει μασχάλες
στην ερημιά του κρεβατιού τραυλίζοντας
λαμπρά κατορθώματα, έπαρση, ρομαντισμό
γυναικείων οργασμών νοσταλγία, που
ο βυρσοδέψης χρόνος τιμητικά θα σταλάξει
στα σπλάχνα της γης βαθειά ωσάν βιντεοκλίπ
ποιητού ανερχόμενου που εμβριθώς μελετά
πως λιανίζουν την όραση οι υγρές λεγεώνες.
Αναγνώστη, σε συμπονώ στα κρυφά

Φοβάμαι τη μεταφυσική φάπα
που ο κραβαρίτης εικαστικός
θα σου σβουρίξει αναγνώστη
και θα τον βγάλεις το βίο ορθοπεταλιά
με πάγκαλο και άδωνι γεωργιάδη
και η άχαρη πόλη
θα σε στέρξει σταλαγμένη
σαν αγιασμός στα μάτια.
Κι όπως θα σβήνουν μέσα σου τους πόθους
τα κυκλώματα, οι κλίκες
με άκρα συστολή εσύ θα πνίγεις τη χαρά σου
σε γάμους και βαφτίσια
διότι έχεις ηγέτες που συγκινούν
και παλεύουν το χρέος και τους κακούς
καθώς θα σκεπάζεις με νάιλον τις πληγές
και τα φτωχά παιδιά στις ξένες χώρες
Θα υιοθετείς με ένα ευρώ.
Αναγνώστη, σε συμπονώ στα κρυφά
σου γράφω ραβασάκια
σου ζωγραφίζω βυζιά
Τις ρόγες σου τις βάφτισα φυτίλια

Είμαι θαμώνας σου τώρα
Τις ρόγες σου τις βάφτισα φυτίλια
Και ποιητίζω ολοσχερώς
Χρόνια θα με φαρμακώνεις μέχρι να γίνεις γριά
Χρόνια θα με καυλώνεις μέχρι το κόκκαλο
Χρόνια μέχρι να σου βάλω φωτιά
Είσαι κάπου αλλά δεν ξέρω που
Άριες με θερίζουν κι είναι γνωστό
Πως εμβριθώς μελετώ από νωρίς
Την άκρα διαλεκτική τη γλίσχρα φαντασία
Σε βιβλία θα σε κεντάω κρυφά
Με κοφτές και μετρημένες ρίμες
Θα ανταλλάσω τα ελάχιστα με τα πολλά
Θα σου γράφω, θα σου στέλνω φιλιά
Ο έρως σε βοηθά να γεννοβολάς ωραίους λόγους.

Εκεί που κηρύττει τη μάχη ευγενικά
η γύμνια σου, τόσο εξαίσια που
ψυλλιάζομαι υγρά ν’ ακολουθούν
τις τοποθεσίες που υμνώ, διότι
τι, σου έταξε μεσ’ το λιοπύρι ο σάτυρος
κι έβγαλες το μαγιό σου
σκηνίτισσα των εγκρεμνών τρέχοντας
προς τη θάλασσα για να τη μεταλάβεις!
αυτό το φεγγάρι

αυτό το φεγγάρι που βλέπεις και βλέπω
δεν είναι λείψανο του ορθολογισμού
είναι θαύμα γυμνωμένο
η πλέον ωραία σελήνη
σαν την ωραιότερη γυναίκα
η πλέον ωραία άγνωστη
ψυχορραγεί αιωνίως στα μάτια όλου του κόσμου
κι άλλο φιλί

κάτω απ’ το χείλι μου το χείλη της
φωτιά και χόβολη
οι μπούκλες μεταξωτές
ώμος ολόγυμνος
σκιά διεγερτική
κι άλλο φιλί
κι άλλο
κι άλλο
όπως ξέρω να φιλώ θα τη φιλήσω
Ο μεγάλος σεβντάς ή ιστορία χωρίς πλοκή

Για να καταλάβω αυτό που διαφέρει από μένα χρειάζεται αγάπη.
Ο χώρος της γραφής είναι ένα καμαράκι που λειτουργεί ως καταφύγιο
φλογίζοντας όλες μου τις απασχολήσεις που απαιτούν απαραβίαστη μοναξιά.
Οι λέκσεις μεταξύ έρωτος και πολέμου διαλέγουν το μύθο.
Ακριβώς διότι, κατάκτηση, σαγήνη, αιχμαλωσία, είναι λέκσεις πολέμου και έρωτος.
Πενθούμε την εικόνα που χάσαμε παρότι η εικόνα πεθαίνει για να ζήσουμε εμείς.
Τις παιδικές αρρώστιες της γραφής τις πέρασα
Μα τα αφροδίσια θα τα κουβαλώ μέχρι τον τάφο.
Βρίσκομαι αιδώ!

Μου είπε το γλυκόλαλον αιδοίον
Δεν υπάρχει θέμα. Βρίσκομαι αιδώ! Βρίσκομαι πάντα αιδώ!
Το είπε κι ο Ρεμπώ
Μάτια αυγά τηγανιτά

Οι φίλες μου
προσφέρθηκαν
να φτιάξουνε αυγά
Μάτια αυγά τηγανιτά
Μα είδα στο βλέμμα τους
τι θέλαν για μετά
Κι αρνήθηκα ευγενικά
λέγοντας πως
Θα φάω έξω τελικά…
Συνεισφορά στο πείραμα CERN ή κυνηγώντας το σωματίδιο του θεού που πάει γαμιώντας

Κι αν είναι η επίμονη στύσις
Που διαστρέφ
Ει τις όψεις!
Κι αν σε κάνει να βλέπεις χοάνας
Στοάς και προσόψεις αν
Ο θεός κουμαντάρει τους όρχεις
Κι αν έχει δίκιο ο Μάτριξ
Κι αν δεν υπάρχει ότι νιώθεις
Κι αν προσποιούνται τα σπέρματα στύσεις
Κι είν’ όλαυτά θεικές ψευδαισθήσεις!
ω Μετανοείτε χωριανοί
Η Δευτέρα παρουσία μια Τρίτη θα’ ρθεί!!
Αύγουστος

θα αμπαρώσω απόψε την καρδιά μου
απo τη βέβηλη εισβολή των πειρασμών
στα σκέλια κάποιας θα καλπάσω
παίρνοντας το ξημέρωμα για λύτρα τα υγρά της
καθώς
Αύγουστος άπατρις ξιφήρης
γονυπετής του αιδοίου
βέβηλος λάγνος σοδομάκιας
που φωνασκεί συμπόσια ελληνικά
μαστίχα Χίου κολλημένη σε χειλάκια
ω τα φριχτά τα τραύματα από βλέμματα
ω τα ανοιχτά τα σκέλια αφηνιασμένα
καταπάνω του φαλού
ω λαιμητόμοι αρχιερείς
ανάσκελα προσφέροντας
απ’ το ιερό αιδοίον σας
μεταλαβιά την καύλα σας
τα πορφυρά σας χείλη
την κάψα υπερασπίζοντας του θέρους
τη λαμπερή αλφαβήτα των μηρών
που εν ριπή οργασμού αχνίζουν λέξεις
κι αγκομαχητά
στύσεις ανίατες
για ποιήματα μελλοντικά που θα διαβάζονται
σε κάποια βηθλεέμ ερωτική
σε κάποιον γαμιστρώνα ιερό.
Αγιογραφία για τον διάβολο Pablo Picasso

(απόσπασμα)
Φόρεσε
το
καπέλο
του
ο ρεαλιστής
ζωγράφος
Άλειψε
το κορμί
της αγαπημένης του
με
τα
τρομαχτικά
χρώματα
της αγάπης
Ζωγράφισε
στους
γοφούς
της
μαύρα
πουλιά
Φωταγώγησε
το
κεφάλι
ενός
αλόγου
Έκανε
μάγια
στις
μπαλαρίνες
Με
την
κραυγή
του
από
τέμπερα
Έλιωσε
το
σκοτάδι
και
τα
ξέφωτα
Κι
Άρχισε
να
αιμοραγεί
με
κοριτσίστικες
φωνές
Με
τα
νύχια
του
να
ξεκοιλιάζει
τους
μουσαμάδες
Με
τη
μαύρη
του
σκιά
λεπίδι
Με
τη
λάμπα
στο
χέρι
και
τις
φτερούγες
του
ανοιχτές
στον
πόθο
Κοιτάζεται
στον
καθρέφτη
της
λύσσας
Πυρωμένος
απ’ το
δαυλί
της
σιωπής
Θέλει
να
ξέρει
όλα
τα
κόκκαλα
της
ράχης
Όλους
τους
πόρους
απ’ το
δέρμα
Ελπίζοντας
στο
βέβαιο
θάνατο
του
έρωτα
Τα πορφυρά κοσμήματα

Έχει της Άρκτου προορισμό το μακρινό αστέρι
εκεί που δεν ακούγονται γαυγίσματα σκυλιών
και αηδονιών τραγούδια
εκεί που αστέρια λάμπουνε στης αλεπούς τα δόντια
κι ένα ζευγάρι ολόγυμνο την πρώτη νύχτα γάμου
στήνει χορό δαιμονικό στις λίμνες της σελήνης.
Δάση εκεί δεν έχουνε και σκοτωμένους λύκους
στους χιονισμένους τους αγρούς τη νύχτα δε βουλιάζουν
κι οι μύγες δε βυζαίνουνε ζωή απ’ τα ψοφίμια.
Μονάχα του Ωρίωνα η ζώνη ανεμίζει
μονάχα σκόνη αστρική, στάχτες που’ φερ’ ο άνεμος
για να γεννοβολήσουν
τη νέα φωτιά
τα κόκκαλα της ράχης, τους πόρους απ’ το δέρμα της
τα χέρια, τους αστράγαλους, τους ώμους και τα στήθια
τα πορφυρά κοσμήματα ανάμεσα στα σκέλια
το μονοπάτι που οδηγεί στης χουρμαδιάς την τούφα
το σφρίγος λαχταρώντας της ζωής
φιλήδονα βυζαίνοντας της γύμνιας το μεδούλι
τους θείους δυνατούς φαλλούς τους αμφορείς του πόθου
καθώς θα παραστέκονται του τρυφερού αιδοίου
ήλιοι μιλιούνια τρεμοπαίζοντας
ακολουθώντας κυκλικά το δρόμο τ’ ουρανού
μέχρι να ξεψυχήσουν
πυγολαμπίδες με φορεσιά πολεμιστή
έτοιμες να ριχτούν ως μέσα εκεί
στην αγκαλιά του Άδη.
Eθνικό μνημείο

καθώς
τα μουνοπέταλά σου απλώνονται στο δωμάτιο
και υπόσχονται την αιωνιότητα
σκέφτομαι πως
θα πρέπει να τους αναγερθεί εθνικό μνημείο
έτσι καθώς κολυμπούν στην ακτή του κρεβατιού
αυτά τα σαρκώδη σελάχια
έτσι καθώς έρχονται να με κατασπαράξουν
και σκέφτομαι πάλι πως
είναι μια σανίδα σωτηρίας σ’ αυτό τον παλιόκοσμο
η εργασία είναι το όπιο του λαού

Λάγνες απόψεις εκφέρω
στον κοινό δημόσιο λόγο
είμαι κάτι σαν φυσικό φαινόμενο
ένα δέντρο που παραμένει δέντρο
κι όταν ακόμα φωλιάζει στην κουφάλα του
μια κουκουβάγια
όχι στόλισμα μα ένα συναίσθημα ρυθμού
με συνέχει από λίκνου

Μπήκανε νυχτερίδες στο δωμάτιο
και χτυπιούνται στους τοίχους
το να ζεις έξω απ’ τη φύση
είν’ ένας θάνατος
ή μια ζωή γεμάτη πληγές.

Είμαστε άνθρωποι φευγάτοι
και θα πρέπει να κουρνιάσουμε επιτέλους
κάπου
σ’ ένα μόνιμο πάθος
σε μια μόνιμη καύλα
ω! αιωνιότητα που τρίβεις τα χέρια σου
με τόσους πελάτες

κοπέλες χαζεύουν στα κινητά τους
πρωτόγνωρες στύσεις
μεταμοσχεύουν λυρική ποίηση
σε θνησιμαίους οργασμούς

Με το μολύβι που γράφει τα ψώνια
στεριώνει τον κότσο της
και μοιάζει μαινάδα
σε αρχαίο αμφορέα
κι εγώ τη χαζεύω
εγώ
ένας βιοπαλαιστής των παρομοιώσεων

Δεν είναι ανάγκη να εξηγήσω το ποίημα
ή το γαμήσι
και τα δυο συμβαίνουν
ανυπάκουος πάντα
αφηρημένος
ζωγραφίζω τσιγκελωτά μουστάκια
στο σοβαρό πρόσωπο της ζωής.

Χέλια αγκαλιάζονται
και γίνονται κουλούρες
και ταξιδεύουν
για τη θάλασσα των Σαργασών
όπως νυμφίδια ερωτομανή της φαντασίας μου
μεταμορφώνουν τον ύπνο μου
σε κοφτερό γυαλί.

Έσκυψε η κοπέλα
με το καρφιτσωμένο γαρίφαλο στο στήθος
και ψιθύρισε
στον κομματικό της ινστρούχτορα:
η εργασία είναι το όπιο του λαού.
στου αφαλού χυμένο εκεί την κούπα

τυφλώνεται όποιος κοιτά τον έρωτα στα μάτια
τα μάγια λύνοντας για πάντα της ζωής
κρούοντας με τη γλώσσα τη χορδή της ηδονής
το σαρκωμένο ρήγμα που διψά για οργασμό
με του θανάτου τον εξαίσιο συνεργό
στου γαλαξία αφήνοντας την πάχνη
το ιερό το σπέρμα που ετάχθη
να κυβερνά του σύμπαντος τη μήτρα
στου αφαλού χυμένο εκεί την κούπα
το νέκταρ των κορμιών μας να βοσκάν
του πόθου τα μελίσσια που ηχούν
τον βόμβο τον αιώνιο της αβύσσου
Αυτός, ο αυτόχειρ

Αυτός, ο αυτόχειρ
o Modigliani
ζωγράφισε τις πιο αληθινές
τις πιο εξαίσιες μουνότριχες
πυρόξανθες μουνότριχες
σαν κόσμημα στο αγαπημένο σώμα.
Ξυπνώ ιδρωμένος με το ποίημα στο στόμα

Ξυπνώ ιδρωμένος με το ποίημα στο στόμα
ψάχνω το μπρίκι
το κουταλάκι του καφέ
ανάβω το μάτι να πυρώσει
ανοίγω
το συρτάρι με το ποίημα στα χείλη
ψελλίζω τα επίθετα κρατάω το ρυθμό
το περιμένουν οι εκδότες
το περιμένουν τα περιοδικά
τα γυμνάσια οι εταιρίες λογοτεχνών
το περιμένουνε οι σύλλογοι
οι όμιλοι οι διαφημιστές
το περιμένουν τυπογράφοι κριτικοί
το περιμένει η ασφάλεια
το περιμένει η μάνα μου
οι διανοούμενοι
το περιμένουνε τα βιβλιοπωλεία τα περίπτερα
οι μασόνοι η γενιά του εβδομήντα
το περιμένουν οι μεταφραστές
τα συμπόσια ποίησης
το περιμένουν οι βιβλιοθηκάριοι
οι ταξινομητές
το περιμένει η Ασημίνα
για να μαλακιστεί κρυφά
το περιμένουν
τα ψητοπωλεία της Βερανζέρου
για να το κορνιζάρουν
το περιμένουν χασικλήδες για τη τζίβα τους
το περιμένουν τα σκυλιά για να το κατουρήσουν
το περιμένουν οι αναγνώστες μου
για να περάσουνε τη νύχτα
οι άστεγοι
τα αδέσποτα
το περιμένουν τα σπαρτά για να καούν
κι οι μελλοθάνατοι στα Κολοσσαία
Λαμπάδες για τάματα

Αλίμονο, θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα χαίρονται τον έρωτα
και θα προσεύχονται μονάχα στα βυζιά και το φαλλό.
Οι κακογαμημένοι θα κλειστούν στα μοναστήρια τους
και θα τη βρίσκουν με νηστεία κι αυνανισμό.
Αλίμονο θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα νιώσουνε βαθειά, πως
το μέγα θαύμα της ζωής
το ιερό αιδοίον το γεννά.
Τόποι λατρείας θα’ ναι τα κορμιά
και οι πιστοί για τάματα
θ’ αφήνουνε καυλιά
στο εικονοστάσι πάνω εκεί
στων γυναικών τα σκέλια τα γλυπτά
εκεί, που κατοικεί
η πάναγνη αγία ηδονή.
Κορμί μου αδέσποτο

Κορμί μου σαστισμένο μπρος στην τόση ομορφιά
που σε δαγκώνουν με το βλέμμα τους θεσπέσια θηλυκά
νύμφες με τα ιερά τους τα καμώματα, ασθμαίνουσες
καθώς, δήθεν αδιάφορες με σκέρτσο προσπερνούν
με το υγρό τους πυρ ανάμεσα στα σκέλια
με τα γλυπτά τους τα βυζιά που ο σάτυρος θεός φαλλός
με λύσσα ανάμεσά τους σπαρταρά
τη στύση του προσφέροντας βορά
στις συμπληγάδες της μαινόμενης λαγνείας.
Κορμί μου αδέσποτο στη βασιλεία των οργασμών
βάστα γερά και ασκήτεψε στη θεία συνουσία των γραφών
ταράζοντας τον ύπνο των αστών που σβήνουνε την καύλα τους
με πρέζα κι αλκοόλ νυχθημερόν δουλεύοντας
μέχρι να γίνουνε σφαχτά στου χρόνου τα τσιγκέλια, ψευτοζώντας
κλαψουρίζοντας πως φεύγει η ζωή και δεν τη γεύονται γιατί
χρωστούν τη δόση οι άμοιροι στο αδηφάγο τίποτε
που τους ακολουθεί.
Μυρουδιά αντηλιακού

Μυρουδιά αντηλιακού ταλανίζει τις αισθήσεις
κορίτσια ξαπλωμένα πλάι σε παλιό ναυάγιο
όμορφα φυντάνια που φύτρωσαν στην άμμο
κι ο άνεμος καταγράφει τα λόγια τους. Τις
λέξεις που ξεφεύγουν με λίγο σάλιο μέσ’ απ’ το
στόμα τους όπως η υγρασία στο κομμένο τριφύλλι
για τον έρωτά τους μιλούν, στις αναμνήσεις κουρνιάζουν
μεταβάλλοντας την υφή των πραγμάτων
νέες δροσερές με τη γατίσια εξυπνάδα τους
στήνουν αυτί στην άμμο για ν’ ακούσουνε
την ατελείωτη στύση των αντρών
μηδεια

Ειδα τη μηδεια του παζολινι με την καλλας σε αφρικανικα τοπια. Η φυση δεν είναι φυσικη. Η φυσικοτητα είναι αδυναμια τανθρωπου να της μοιασει. Η φυση ειναι θεικη μα θεος δεν υπαρχει. Η φυση δε μιμειται ειναι αυτό πουλεμε μη προσπαθεις πραξε.
Η φυση πρατει συνεχως. Παραγει φαινομενα που τοκαλο ματι με τη σπιρταδα του ταξινομει. Ο λαος παρακαλα το βασιλια της βροχης για βροχη την εποχη των βροχων. Κι αυτό σημαινει ακριβως πως δεν πιστευει στο βασιλια της βροχης διοτι αλλιως θα παρακαλουσε για βροχη την εποχη της ξηρασιας τοτε που η χωρα είναι καταξερη αγονη ερημος.
Η αναγκη για παιχνιδι και τελετουργια κανει τους αρχαιους να φτιαχνουν θεους οπως το παιδαριον φτιαχνει χαρταετο και περιμενει αερα για να τον αμολυσει. Γιορταζαν τον ερχομο της μερας το πρωι οταν εσκαγε μυτη ο ηλιος κι οχι τη νυχτα που καιγαν τα λυχναρια.
οταν θυμωνω χτυπαω με το ποδι το εδαφος με μανια γνωριζοντας πως δε φταιει το χωμα αλλα εχω αναγκη να γειωσω το θυμο. Οι τελετουργειες είναι τετοιες και το να χτυπας το εδαφος είναι σκιαμαχια που δεν εξηγει τιποτες. Η ομοιοτητα της πραξης ομως με την πραξη τιμωριας ειναι διαλεκτικη τουενστικτου.
Κανενας λογος δεν ωθησε τους προτογονους να λατρεψουν τη βελανιδια παρα το οτι φυλη και βελανιδια ηταν ενα. βρισκονταν ενωμενα σε μια κοινοτητα ζωης. ομως δεν είναι η ενωση βελανιδιας κι ανθρωπου που γεννησε τελετουργιες και θυσιες μα ο χωρισμος τους διοτι η αφυπνιση της διαννοιας συμβαινει ταυτοχρονα με την αποκοπη απταρχικο εδαφος απταρχικο θεμελιο της ζωης.
οταν το βρεφος βυζαινει τη μανα γινονται ένα. Ο απογαλακτισμος θα φερει τη λατρεια για να υποκαταστησει φαντασιακα την πρωταρχικη εικονα. Ο βιαιος χωρισμος θα οδηγησει σε κατι άλλο. δημιουργει αισθηματα και χρειαζεται χωρο.
Ο ερωτας μας κανει μοναδες συχνα χωρις σκεψεις μας αλεθει με τις σωματικες του μυλοπετρες. Οι τρυπες του σωματος και οι αποληξεις του που συμετεχουν σε μιαν απολυτη ενωση σε μιαν ασκοπη πραξη. οταν ερχετοχωρισμος ερχεται κι η λατρεια ο βαθυς πονος του χωρισμου που η απροκαλυπτη παραδοξοτητα του μας είναι απατηλα οικεια. Ο ερωτευμενος θα προσφυγει στο θεο του ερωτα θα γραψει ποιηματα θα κλαψουρισει σα γατι θα κατεβασει τους διακοπτες θα προσφερει το ιδιο του το σωμα οπως ο αρχαιος προσφερε στο βασηλια της βροχης μιαν αγελαδα για να κανει τα ευλογημενα νερα τουρανου να πεσουν πανω στα ηλιοκαμμενα και μαραμενα βοσκοτοπια.
μπαλαντα του ναραγιαμα

στα σημερα τηπρωιαν ειδον φοτο από αριστουργημα ιαπωνος, μπαλαντα του ναραγιαμα. ο γιος ζαλιγκωμενος τη μανα του κι ο πιστος μπροστοαιδοίον να προσύφχετο και περιπαθώς να ματιάζει τα αισθηματα την παρελαση ταρχέγονου αιματος σαν καποιος ποτης που συντονιζει σπλάχνα και μνημη και αλκοολ. εραστες διχως λεξεις ποιημα ακροβατικο σεξ και σκεφτουμε ακομα πως του εξηντα ο αντικομουν εβγαλε ριζες κι απλωσε σε μελιγγια και το σινεμα εχαθη απταματια κι εγινε χαβαλεδοπιτα για να γραφουν κριτικουλες παιδακια μοδερνα με χορηγουλες και λιβανιστηρια. Εχθες μεσημερι γυφτισα με στα ματησε σε παραπλευρον αγρον και μερωτησε αν το νερο σταυλακι πινεται. της ειπα ερχεται από νεροτριβη εχει χημικα μεσα πολιτισμο σκονες καθωςπρεπει δεν πινεται. μουπε τοβρασα κιεφτιαξα στα παιδια σουπα με ρυζακι

Μας παιδεύουν

Μας παιδεύουν έρωτες
μας γαυγίζουν σκυλιά
και μερικοί φτωχοί με τη φτώχεια τους
που δακρύζουν σα βλέπουν φτωχούς.
Πύκνωσαν τα όπια του λαού

Πύκνωσαν τα όπια του λαού και
τα στρατόπεδα συγκέντρωσης
οι ευήλιες καφετέριες με την μπουντρουμίσια χλόη
εις δόξαν του παλίμπαιδος λαού
που σε αργόσυρτο ρυθμό γνωμοδοτεί επί παντός
με τ’ άφθονα ελληνικά του μπουνταλά
τ’ αντρίκια του μαμοθρεφτίσια του καμώματα
προσμένοντας τη μέθη την ευσπλαχνική
να πατικώσει μέσα του τα πάθη.
Αναρωτιέμαι τι κάνεις τα βράδια

Αναρωτιέμαι τι κάνεις τα βράδια
σε ποιανού το στέρνο ιδροκοπάς
αν θα δεις τον καιρό στις ειδήσεις
αν ακούς στα σκοτεινά μουσική
αν οι μνήμες σου φέρνουνε πίκρα
αν τραβάς ρουφηξιές από σκόνη αστρική.
Οι έλληνες δουλεύουνε σκληρά

Οι έλληνες δουλεύουνε σκληρά
με τη μελαγχολία τους χτίζουν πύργους
δεν αγοράζουν πια τη φωνή του Κουρδιστάν
οριζοντίως και καθέτως λύνουνε σταυρόλεξα
λαχταρώντας μπλουζάκια ριγωτά της γιουροβίζιον
δεν τους χωράει ο δρόμος ούτε ο Άδης
σε αστρολόγους τρέχουν και σε μέντιουμ
να πουν τον πόνο τους και στης κυράς τους
τον αρχαϊκό αφαλό αποκοιμιούνται
το πεπρωμένο φυγήν αδύνατο μονολογούν
καθώς το σούρουπο επιστρέφουν στη ζωή
και σχεδιάζουν πως θα καλπάσουν μέσ’ τη νύχτα
Λογοπαίγνια

Μου φαίνεται θα γράψω κι άλλα ποιήματα.
Θα επιχορηγήσω τη δίψα σου αναγνώστη
με βιώματα. Σχολιάζοντας αδρά τα θηλυκά
που εν παραβύστω τέρπονται, ελπίζοντας
πως κάποιος σαν εμέ στα χαρακώματα
με στίχους ζωηρούς και λυρικά ξεσπάσματα
θα αποθανατίσει τον καρποφόρο ερωτισμό
τα ερωτύλα λογοπαίγνια που σφαδάζουν.
Είναι η ώρα που ξυπνούν τα θηλυκά

Είναι η ώρα που ξυπνούν τα θηλυκά
με την κρυψίνοα συνουσία να προελαύνει
μπουρλότο βάζοντας ανάμεσα στα σκέλια τους
εμμένοντας στις λάγνες ονειρώξεις
τα δάχτυλα ολισθαίνοντας
να βεβηλώσουν θύρες
να βεβηλώσουν θυρεούς
κρούοντας ρόπτρα κλειτορίδες
ολισθαίνοντας μελίρρυτες ορδές
γυμνών δακτύλων
προς το έρεβος
αρταίνοντας κραυγές ομηρικές εν μια νυκτί.
Φράουλες

Πασχίζει η πανσέληνος ολονυχτίς
με το πορφυρό της χνώτο να ψιλώσει
λιγνές φράουλες στα θερμοκήπια
να τις πουλήσουν δροσερά κορίτσια
στην εθνική, ντάλα μεσημέρι
όρθιες διψασμένες για ζωή
στυγνές πωλήτριες που αγωνίζονται
να αβγατίσουν το κόκκινο
στα σπλάχνα του κόσμου.
Από τούτο δω το μέρος/ οι άνεργοι/ δίνανε βουτιά/στον ποταμό του Ηudson/ να πνιγούνε».

Ο Μαγιακόφσκι από τις 25 Μαΐου του 1925 μέχρι τις 23 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου πραγματοποιεί ένα μεγάλο ταξίδι, του οποίου το δρομολόγιο είναι: Μόσχα, Καίνιξμπεργκ, Βερολίνο, Παρίσι, Σεν Ναζέρ, Ντιζόν, Σανταντέρ, ακρωτήρι Λα Κορόν στο Μεξικό, Αβάνα, Βέρα κρούζ, Μέξικο Σίτυ, Λαρέντο, Νέα Υόρκη όπου φτάνει στις 30 Ιουλίου, Σικάγο, Φιλαδέλφεια, Ντιτρόιτ, Πίτσμπουργκ, Κλίβελαντ, Χάβρη, Παρίσι, Βερολίνο, Ρίγα, Μόσχα.
Γράφει ασταμάτητα, παρατηρεί τα πάντα ως γνήσιος επαναστάτης και με όλη τη φουτουριστική του ματιά αγκαλιάζει τα δημιουργήματα των εργατικών χεριών, την ύλη του νέου ρεαλισμού που δίνει ζωντάνια στην πραγματική ζωή. Για τον Μαγιακόφσκι η γέφυρα του Μπρούκλιν είναι ένα εικαστικό θαύμα και η μορφή της είναι εικαστική στο μέτρο που είναι απαραίτητη για την ύπαρξή της και όχι το αντίθετο. Ο φουτουριστής θεωρεί πρωταρχικό και ουσιαστικό στοιχείο τον δυναμισμό της εικαστικής πλαστικότητας. Μη έχοντας καταστρέψει την αντικειμενικότητα κατορθώνει να φτάσει μέχρι τον δυναμισμό και μόνον των πραγμάτων.
Κάνει ρεπορτάζ από την πόλη της Νέας Υόρκης όπως θα έκανε ρεπορτάζ απ’ το πεδίο της μάχης. Βλέπει γύρω του πλάσματα που κινούνται διαρκώς στις φωταγωγημένες λεωφόρους, μια πηχτή μάζα από ανθρώπους έτοιμη να ριχτεί σαν μπουλούκι πλημυρίζοντας τα υπόγεια τρένα και τις εισόδους των σταθμών. Ο Μαγιακόφσκι είναι ένας λυσσασμένος που θέλει να νιώσει με όλους τους πόρους του κορμιού του τον βιομηχανικό αιώνα αυτόν που μετασχηματίζει τον παλαιό κόσμο σε κάτι νέο και ακατέργαστο. Είναι η φωνή της νέας θύελλας, του χάους και της οικοδόμησης, ο ποιητής της νέας τεχνικής, ο απόστολος ενός βιομηχανικού έθνους.
Βγάζει συμπεράσματα, κάνει αναλύσεις και αποφαίνεται βηματίζοντας ακούραστα μέσα στο δωμάτιό του κοντά στην Ουάσιγκτον Σκουέαρ, πως η Νέα Υόρκη δεν είναι μια σύγχρονη πόλη αλλά μια πόλη ανοργάνωτη. Γράφει πως οι μηχανές, τα μετρό, οι ουρανοξύστες και όλα τ’ άλλα δεν συγκροτούν μια πραγματική βιομηχανική κουλτούρα. Είναι μονάχα τα εξωτερικά στοιχεία αυτής της κουλτούρας. Η Αμερική έχει διανύσει μια μεγαλειώδικη πορεία υλικής ανάπτυξης, που αλλάζει την όψη του κόσμου. Οι άνθρωποι όμως έχουν μείνει πίσω απ’ αυτή την ανάπτυξη. Φυτοζωούν προσκολλημένοι σένα μακρυνό παρελθόν που δεν έχει τίποτε να προσφέρει. Η πνευματική ζωή της Νέας Υόρκης πάσχει από ακατάσχετο επαρχιωτισμό. Το μυαλό τους δεν έχει συλλάβει ακόμα στο σύνολό της όλη τη σημασία του βιομηχανικού αιώνα. Μοιάζει σαν μια γιγάντια παρανόηση φτιαγμένη από παιδιά κι όχι απ’ τον ώριμο καρπό της δημιουργίας ενός κόσμου που καταλαβαίνει τι ζητάει και που δουλεύει με σχέδιο, όπως δουλεύουν οι ζωγράφοι. Φέρνει κάθε στιγμή απέναντι τη Ρωσία που είναι αποφασισμένη να οικοδομήσει το βιομηχανικό αιώνα αλλιώτικα ως προσχεδιασμένο καρπό μιας συνειδητής δημιουργίας.
Η γέφυρα του Μπρούκλιν είναι το προσκύνημα του νέου αιώνα. Το τεχνολογικό θαύμα που ορθώνεται αγέρωχο, γεφυρώνοντας τις δυο όχθες του ποταμού. Μεθυσμένος από την φαντασμαγορία, ξέχειλος από ζωή στη γέφυρα του Μπρούκλιν. Είναι τόσο μαγεμένος από το μεγαλείο της κατασκευής που γράφει με τη γρηγοράδα του πολιτισμού, με τον ίλιγγο της πόλης. Αν συμβεί το τέλος του κόσμου, γράφει πως απ’ την γέφυρα αυτή και μόνο ένας παλαιοντολόγος θα καταφέρει να αναπλάσει τη εποχή μας. Μιλάει για την ατσάλινη πατημασιά που κάποτε ένωνε θάλασσες, λιβάδια και ερήμους.
Αφόρητο πρωινό αγιάζι, ουρανοξύστες που τρυπούν με τη μύτη τους τον ουρανό, τεχνολογική δύναμη που μαγεύει, ανεξέλεγκτος πλούτος και απύθμενη φτώχεια, τεράστιες λεωφόροι και μίζερα στενοσόκακα, τρέλα και ορθολογισμός στο ίδιο πακέτο. Η ποίηση για τη Νέα Υόρκη είναι ποίηση εξωστρεφής και σε διαρκή περιφορά: η ζωή της μεγαλούπολης, αεικίνητη, ολοζώντανη, απείθαρχη, σε μια γραμμή όχι διαδοχικών και κατά σειρά, αλλά σκόρπιων και τυχαία συνδυασμένων ενσταντανέ, που διαγράφουν μιαν ελλειπτική αστική τροχιά, ένα δημιουργικό και συνάμα εκρηκτικό χάος, όπου τα πάντα μεταμορφώνονται με δαιμονική συχνότητα και ταχύτητα. Οπως το θέλει ο μέγας δεξιοτέχνης του ρωσικού φουτουρισμού: Ορώ: /εδώ/ στάθηκε ο Μαγιακόφσκι, / ορθός,/ συνέθεσε ποίηση, συλλαβή με συλλαβή. / Ατενίζω / όπως ένας Εσκιμώος χάσκει στη θέα ενός τρένου, / γαντζώνομαι πάνω σου / όπως το τσιμπούρι κολλάει στο αυτί. / Γέφυρα του Μπρούκλιν – / ναι… / Είσαι κάτι το σπουδαίο!
Το 1911 είναι η χρονιά που θα γνωριστεί με τον Νταβίντ Μπουρλιούκ «υπέροχος φίλος, ο πραγματικός μου δάσκαλος, ο Μπουρλιούκ με έκανε ποιητή». Η συνάντηση αυτή θα είναι και η «ληξιαρχική πράξη γέννησης» του ρώσικου φουτουρισμού. Αυτού του ξεχωριστού καλλιτεχνικού κινήματος, που από τον Ιταλό «συγγενή» του θα κρατήσει μόνο το όνομα και την αρχική, επαναστατική ορμή του, ξεπερνώντας τον στην πορεία και αφήνοντάς τον να παρακμάσει στις «αγκαλιές» του φασισμού.
Το 1912 ο Μαγιακόφσκι θα δημοσιεύσει το μανιφέστο των Ρώσων φουτουριστών με τίτλο «Μπάτσος για το δημόσιο γούστο». «Μόνο εμείς είμαστε το πρόσωπο του καιρού μας… Το παρελθόν είναι στενόχωρο. Η Ακαδημία και ο Πούσκιν είναι πιο ακατανόητοι και από τα ιερογλυφικά. Να πετάξουμε τον Πούσκιν, τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι και τους υπόλοιπους από το πλοίο του καιρού μας! Οποιος δεν ξεχάσει τον πρώτο του έρωτα, δε θα γνωρίσει τον τελευταίο». Οι αντιδράσεις αναμενόμενες. «Οι εφημερίδες άρχισαν να γεμίζουν φουτουρισμό. Ο τόνος δεν ήταν και τόσο ευγενικός.
Ωστόσο, ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν ένας δημιουργός που θα περιοριζόταν από ένα κίνημα. Το κατοπινό του έργο θα δείξει πως η αναζήτηση της φόρμας θα είναι γι’ αυτόν ένα μέσο για την επίλυση του διαχρονικού προβλήματος για τη δημιουργία μιας νέας ποιητικής γλώσσας. Το 1913 ανεβαίνει η τραγωδία του «Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι» και το 1915 γράφει το «Σύννεφο με παντελόνια», όπου ο φουτουρισμός του μετατρέπεται από αυτοσκοπό σε μέσο δημιουργίας ενός κατεξοχήν επαναστατικού ποιήματος – σταθμού της ρώσικης λογοτεχνίας. Σημαντική είναι και η συνεισφορά του στον κινηματογράφο, ιδίως σε φουτουριστικές απόπειρες σε συνεργασία με τον Μπουρλιούκ, που εντάσσονται πλέον στις πρώτες, σημαντικές απόπειρες της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας για χρησιμοποίηση του κινηματογράφου ως πεδίο έκφρασής της.
Το 1915 θα είναι και η χρονιά που θα γνωριστεί με το ζεύγος Μπρικ, τη Λίλη (αδελφή της Ελσας Τριολέ, κατοπινής συζύγου του Αραγκόν) και τον Οσιπ, κριτικό και θεωρητικό της λογοτεχνίας και της τέχνης. Η Λίλη θα αποτελέσει το μεγάλο έρωτα της ζωής του ποιητή, ενώ με τον Οσιπ θα συνεργαστούν στενά στην ομάδα «κομμουνιστών – φουτουριστών» και στο ΛΕΦ που θα δημιουργηθούν μετά την επανάσταση.
Ο Έρεμπουργκ τον σκιαγραφεί στα απομνημονεύματά του: «Μεγαλόσωμος, με βαρύ πιγούνι, μάτια άλλοτε μελαγχολικά, άλλοτε σκληρά, με στεντόρεια φωνή, ασουλούπωτο, έτοιμο να μπλέξει σε καβγά και να ΄ρθει στα χέρια. Ήταν ένας συνδυασμός αθλητή και στοχαστή, μεσαιωνικού ζογκλέρ που απήγγελλε στίχους λες και μιλούσε σε συγκεντρωμένα πλήθη». Η Έλσα Τριολέ «τον έβλεπε να βαδίζει στους δρόμους της Μόσχας με το κεφάλι του πιο πάνω από τους άλλους διαβάτες, το μεγάλο στρογγυλό κρανίο του, τα βαθουλωτά μάγουλα, τα καστανά γεμάτα πάθος και γλυκά μάτια σάλευαν διαρκώς».
ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ

Ζεστά βυζιά του κοριτσιού
Που τα’ χει κλώσει ο ήλιος
Περήφανα διαβαίνουνε τραντάζοντας τ’ αλέτρια
Και λιάζονται γυμνά και πλαταγίζουν
Ως αρχέτυπα λωτών στις πυρωμένες στέπες
Των εραστών χαλκεύοντας την αγριεμένη κάψα
Εν μέσω αναστεναγμών, ζητωκραυγών
Και άλλων αντηχήσεων
Ως μπάντες κωμοπόλεων με λάγνα εμβατήρια
Ως κανονιές που χύνουνε το σπέρμα στις λαγόνες
Θανάτω θάνατον πατήσας στους αιώνες.
ΟΙ ΛΕΓΕΩΝΕΣ

Περνούν τα δροσερά κορίτσια, οι λεγεώνες
Ορμητικά, με τις ερπύστριες των βυζιών τους
Και της λαγνείας τ’ άγρια ποδοβολητά
Περνούν με τούμπανα και ιαχές
Απ’ τα ένδοξα κρεβάτια
Ένας στρατός ολόκληρος
Ένας στρατός της ηδονής
Αρματωμένος με τα υγρά
της πιο λαμπρής Αχερουσίας.
Εις την οδό αιωνιότητας

Εις την οδό αιωνιότητας
σε γνώρισα
και με γνώρισες
πάνω στη φούστα σου
απίθωσα την καρδιά μου
σαν ζυμωτό ψωμί
έσκυψα να σε μυρίσω
σαν δαίμονας
έγλειψα το στήθος σου
όταν κοιμόσουν.
Όρμησα σαν ταύρος
πάνω στη γύμνια σου
που ανέμιζε σαν κόκκινο πανί
κι άπλωσα πάνω στο κορμί σου
τις μπογιές μου
κι έγινες το καβαλέτο μου
για μια στιγμή
εις την οδό αιωνιότητας
καθώς ύψωσες τα πόδια σου
ως τ’ άστρα
ελεύθερη
σαν αγριολούλουδο στον άνεμο
που περιμένει μέλισσες
να τις φιλέψει γύρη
σαν άρπα
που περιμένει
δάχτυλα και χάδια
με τον πόθο μας
πρώτο βιολί
μέσα στη νύχτα
χωρίς όρκους
προσευχές
κι ανοησίες.
Τα χείλη μας
οι γλώσσες μας
χτυπώντας
τις τρομερές καμπάνες
του οργασμού
και τα σεντόνια με τα υγρά μας
οι σημαίες μας
λίγο πριν μας τυλίξει
η άγρια ύπαρξη
στον ύπνο της
λίγο πριν με φασκιώσεις
με τα υγρά σου
εσύ η άβυσσος
εσύ ο ήλιος που έκλεισα
μεσ’ το κορμί μου τρυφερά
εσύ το περιδέραιο της αγάπης
στο λαιμό του κόσμου
εσύ η δράκαινα
με το πελώριο μάτι σου
με το ζεματιστό σου το μηδέν
νυφούλα
στο κρυφό σχολειό της ηδονής
εσύ
που νανούριζες
το αλφάβητο της τέχνης μου
τα φαλλικά τραγούδια μου
με τις δαγκάνες των μηρών σου
εσύ που με γνώρισες
και σε γνώρισα
για μια στιγμή
εις την οδό αιωνιότητας.
Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια

Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια
και συναισθήματα με τη σέσουλα
γνωρίζει ψυχολογία και καλές τέχνες
την άνοιξη γράφει μπαλάντες για κοριτσάκια
δένει ντενεκεδάκια στις εξατμίσεις
γράφει τους τοίχους με σπρέι
ο διάβολος τρέχει στα συσσίτια και μοιράζει χαλβά
χαλβαδιάζει αφράτες κυρίες
ρίχνει πετονιά στα βαθιά ντεκολτέ
κρατάει σημειώσεις
κρατάει το ρυθμό
αυτά λένε οι ειδικοί για το διάβολο
πως κουβαλάει στο σακίδιο προκηρύξεις
και playboy παλιά
Aπ’ το λήθαργο βγείτε σας διατάζω

απ’ το λήθαργο βγείτε σας διατάζω
ο πόθος έχει ξαναπάρει απ’ όλες τις μπάντες φωτιά
η φαντασία κολλάει στο δέρμα
δρεπάνια από χέρι σε χέρι σαν άγραφα ποιήματα
χοροπηδώντας ξεμωραμένοι ποιητές από σίδερο
και στάχτη
ματιασμένοι σε εκδηλώσεις ποιητικές
σε όργια ποιητικά
με απαγγελίες κρεβατοκάμαρας και βαρεμάρα
η στραβοκάνα μπουρζουαζία
σε διαγωνισμούς εκσπερμάτωσης
αλεσμένη στο μύλο του καφέ
η είδηση πέρασε στα ψιλά
βαράτε άδειες κατσαρόλες με τα κουτάλια σας
ποιητάκια ξεκούραστα σαν φρόνιμες μικροαστές
που μοναχούλες ράβετε τις μπέρτες σας
δεν λέτε λέξεις κακές
δεν διαβάζεται απαγορευμένα γραπτά
έχετε χιούμορ πνεύμα και λεφτά
εναντίον δεν συνωμοτείτε της δημοκρατίας μας
σιχαίνεστε τους μπολσεβίκους
στην εκκλησία πάτε συχνά
ν’ αποσυρθείτε ονειρεύεστε στην επαρχία
ονειρεύεστε βραβείο σαν κοριτσόπουλα
τον ντροπαλό προσμένοντας αρραβωνιαστικό
Bartholdi και Lautrec

Ο Bartholdi ο γλύπτης του αγάλματος της ελευθερίας αφού έψαξε μάταια, να βρει ένα μοντέλο με πλούσιο στήθος να ποζάρει για το μεγαλύτερο έργο του κατέληξε σε μερικές μαμάδες μπουρδέλων της συνοικίας Ecole Militaire. Μια απ’ αυτές του παρουσίασε τη Σελινάρα (La Grande Celine) μια κοπέλα με υπέροχο στήθος που δέχτηκε να γίνει μοντέλο. Έτσι το σύμβολο της ελευθερίας του μοντέρνου κόσμου στην πραγματικότητα είναι κορίτσι του μπουρδέλου.

Ο Lautrec ήταν φιλοξενούμενος σε μια soiree της οδού La Faisanderie. Όταν ο οικοδεσπότης τον ρώτησε εάν διασκεδάζει ο ζωγράφος του έδειξε με μια πλατιά χειρονομία όλες τις κυρίες του καλού κόσμου με τα επίσημα ντεκολτέ τους και του’ πε: <<Αν διασκεδάζω; Υπέροχα φίλε μου υπέροχα….. σαν να’ μαι στο μπορντέλο!>>
Φωλιά του πόθου μου

Φωλιά του πόθου μου
που κρύβεις τα μελίσσια σου
μέσ’ τις χαράδρες των χειλιών
που κρύβεις κολπικά υγρά και άλλους δαίμονες
σάρκα ζεστή με τις φτερούγες να σκιρτούν
τα νύχια έτοιμα να σκάψουν την αυγή, καθώς
εσμίγουνε τα στήθια μας
όπως εσμίγουν τα βαπόρια στο λιμάνι
τα κρόταλα στην καταχνιά με τις χλαμύδες
σαν δυο ληστές της ηδονής σαν βεδουίνοι
καθώς φιλιούνται τρυφερά κάτω απ’ τ’ αστέρια
το κόλπο είναι να κρατηθείς ζωντανός

το κόλπο είναι να κρατηθείς ζωντανός
να σκύψεις στον αφαλό του λουλουδιού
να κατέβεις με την τρομπέτα σου στην κόλαση
το κόλπο είναι να γουστάρεις τον ήλιο
να γουστάρεις τη ζωώδικη ομορφιά του μουνιού
τον πυρηνικό χυμό του κορμιού
το κόλπο είναι να γράφεις ποίημα χωρίς λόγια
το κόλπο είναι να σκορπίζεσαι απλόχερα
σαν το μέλι μιας μέλισσας τρομερής
το κόλπο είναι να λαχταράς κάθε νύχτα τη γύμνια
να δηλώνεις πως θ’ αλλάξεις την ιστορία
με το μπαρούτι μιας λέξης
να λαχταράς ως το μεδούλι τη θάλασσα
το κόλπο είναι μέσ’ τη γεύση του ύπνου να νιώθεις
το θανάσιμο πόθο του έρωτα
το λεπίδι της καύλας να σου σκίζει τις φλέβες
το κόλπο είναι μη ξεχαστείς στα χαρακώματα
Η μητέρα ως καθαρίστρια του σταθμού Λαρίσης.

Βλέπω τώρα έναν πίνακα του Σακαγιάν.
Στολίζει μια κριτική ζωγραφικής στο Τραμ.
Η μητέρα ως καθαρίστρια του σταθμού Λαρίσης.
Οι ζωγράφοι πάντοτε στιλβώνουν την παιδική μου ηλικία.
Γράφω για να κάνω τους άλλους να μην ξεχνούν.
Γράφω για να κάνω τον εαυτό μου να ξεχνά.
Η αγαπημένη με περιμένει γυμνή πάνω στο χαλί
ενισχύει την αγάπη μου για τα απλά και τα κοινά.
Γαμιόμαστε γνωρίζοντας πως θα μας φάει κάποτε το χώμα.
Μα δεν το σκεφτόμαστε.
