ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Η πισίνα των αναρτήσεων

pisina

Εδώ είναι ο λάκκος του ζευγαρώματος των ανήσυχων ψυχών. Εδώ ρίχνουν τις βουτιές τους όλα τα εγκλωβισμένα θηρία. Ο ηλεκτρισμός μας φέρνει πιο κοντά. Η επαφή μας πυροδοτείται απ’ την ταχύτητα της σύνδεσης. Εδώ μέσα σ’ αυτή τη μήτρα του δούρειου ίππου της επιθυμίας, αρχίζουν να ξιφουλκούν τα κορμάκια που δεν αγγίζονται, με αναρτήσεις. Φωτογραφίες, εξυπνάδες, σχόλια, στίχοι, άρθρα, κακίες, καλοσύνες, στριγκλιές, μα κυρίως ο νάρκισσος εαυτός που όλο και ναρκισσεύεται.

Η φιλία αρχίζει και τελειώνει με το πάτημα ενός κουμπιού. Η ευχαρίστηση είναι προγραμματική. Δικτυώνομαι άρα υπάρχω. Πάντα εγώ ο βασιλιάς της μοναξιάς μέσα στο πανοπτικόν μου ενδιαίτημα. Μπορώ να συζητώ ξεβράκωτος με έναν άγνωστο απ’ την Αυστραλία, να ανεβάζω τραγούδια, να παίρνω κεφάλια, να σχολιάζω, να το παίζω έξυπνος, καλός ή κακός. Μπορώ να βλέπω πόλεμο χωρίς γρατζουνιά, να παίρνω μάτι όμορφες εργάτριες του σεξ τζάμπα και παστρικά, μπορώ να θαυμάσω λίμνες, θάλασσες, ποτάμια, βουνά.

Μπορώ να ξεσπαθώσω όταν έχω όρεξη εναντίον κάποιου που δε γουστάρω τις ιδέες του. Να τον στοχοποιήσω, να του μαγαρίσω το συκώτι, να τον γελοιοποιήσω. Μπορώ μέσα σ’ αυτόν τον ιδιωτικό κατάλογο θαυμάτων να καλλιεργήσω την αιώνια νιότη μου. Να είμαι δια παντός αυτό που δε μπορώ να γίνω για μια στιγμή. Να αφοσιωθώ στη φροντίδα της εγκατάλειψης της έμφυτης ικανότητάς μου να επικοινωνώ. Να αφοσιωθώ στο παραστράτημα μιας αέναης εξομολόγησης στο υπερπέραν.

Εκεί που η λογοτεχνία μοιάζει με συνταγές που γράφουν οι άρρωστοι στα κρεβάτια τους και η είδηση με κουτσομπολιό. Εκεί που η επικοινωνία γίνεται πορνογραφία της ανάγκης για επαφή. Εδώ που ο αγέρωχος καπιταλισμός της επιβίωσης πετάει καθημερινά μέσα σ’ αυτή την πισίνα των αναρτήσεων το φόβο, ένα κουβά με πηχτό αίμα. Κι όλες οι παιχνιδιάρικες ψυχές, σαν πεινασμένα ορφανά πιράνχας γεύονται το αίμα. Το φόβο.

Και κολυμπούν ολόγυρα, σερφάροντας, ψάχνοντας να βρουν από πού προέρχεται το αίμα, αλλά δε βρίσκουν τίποτε. Κι έτσι τρελαίνονται και λυσσάνε. Κι αρχίζουν τότε να καταβροχθίζουν το ένα το άλλο. Και οι άνθρωποι της προόδου και της ανάπτυξης τρίβουν τα χέρια τους αφού μπορούν να προοδεύουν και να αναπτύσσονται ανενόχλητοι, έχοντας απασχολημένους τους υπηκόους τους με τον τεχνολογικό τους κανιβαλισμό μέσα στην πισίνα των αναρτήσεων.

Βιοτεχνία ετοίμων ποιητικών ενδυμάτων

biot

Μέχρι να αποδεχτείς το γόνιμο εαυτό σου περνά καιρός και μέχρι να σκοτώσεις τον πατερούλη μια αιωνιότητα. Πολλά μετέωρα όνειρα και πολλά ξενύχτια έντρομα που το ζουμί τους είναι πικρό και το κέρδος αβέβαιο. Ένας μονοσήμαντος βίος πλακωμένος από βιβλία και βιβλικές καταστροφές εκ των εσω, μαγνητισμένος απ’ το φουτουρισμό του βιοπορισμού, γεννά τόσα ποιητικά τέρατα που δε φτάνουν όλοι οι Αι γιώργηδες της κριτικής για να τα καρφώσουν. Εκφράσεις, θεωρίες, κινήματα, κανόνες, μπούρδες που διακονούν νεοσσοί ορμώμενοι απ’ το πάθος της καταγραφής και της υστεροφημίας. Μια γλίτσα διακοσμημένη με γραφική μουγκαμάρα μα και ακονισμένο καλά ναρκισσισμό ώστε να βγάζει μάτι. Εδώ πρώτα σου βγαίνει η ψυχή, μα το χούι ποτέ. Εδώ οι φανατικοί του καθρέφτη καθρεφτίζονται στο υπέρμαχο αλκοόλ της αλαζονείας που έχει να πει πολλά και να κάμψει ποιητικές αναστολές. Η ποίηση φτάνει ως προβλέψιμη κορασίς στα σαγόνια του καρχαρία της δημοσιότητας, που σημαίνει εδώ θα γράψει για σένα ο τάδε σεβαστικά πράγματα κι εσύ γι’ αυτόν ομοίως και ανυπερθέτως δίκην αλλαξοκολιάς. Εδώ θα βρεις παπαριές και ξελιγωμάρες και ελληνικά της γενιάς του τριάντα με μια πινελιά μαλακίας απ’ τη γενιά του εβδομήντα περιγράφοντας το Σαμψών της ποίησης, ως υπερμοντέρνο ιμπρεσιονιστή και ως υποψήφιο μεταξοσκώληκα κρατικού βραβείου. Ως μάστορα που μαστορεύει τις μαστοριές του με σπουδή και υφαίνει αυτό το βαρύτιμο βαράτε με κι ας κλαίω. Εδώ θα χαρείς οξύμωρα σχήματα, πατέντες για το φέουδο των φροντιστών φιλολόγων που προλογίζουν και καταλογίζουν εις τους εκδοτικούς κολάφους ευγάμητα ταλαντούχα γκομενάκια. Εδώ θα σου φράξουν οι αρτηρίες απ’ το γέλιο αφού η ετερότητα της αλαμπουρνέζικης μαστροπείας βρίσκει το κοινό της. Εδώ θα καταλάβεις πόσο δραστικό εντομοκτόνο είναι οι κριτικές ομοτέχνων και πως εδώ η ποίηση πάει μπαμ και κάτω, μα ο ποιητής ολοζώντανος και ακμαίος απολαμβάνει σποραδικά την υστεροφημία του.

Το παστίτσιο της αρχιεπισκοπής

to pa

Άλλοι πολεμούν κι άλλοι λιβανίζουν τους πεθαμένους.
Κάποιοι αύριο θα έχουν βγει ήδη στην παρανομία της αιωνιότητας.
Με το βαζάκι τους και τα κέρματα να βροντούν.
Άλλους θα τους μαζέψει ο μπόγιας. Το Αλλοδαπών.
Η Κική Δημουλά θα τους εντοιχίσει στο ποίημα της.
Και στη φτωχή αστική της μοναξιά.
Ο Τίτος Πατρίκιος θα απαγγέλει στεντόρεια στην Κοτζιά.
Ποιήματα της ήττας.
Γέροι ετοιμοθάνατοι απ’ τα ιδιωτικά τους θεραπευτήρια
θα αγναντεύουν εξωγήινους Πακιστανούς.
Την ορθοδοξία να κατουρά το Ισλάμ.
Την αρχιεπισκοπή να μοιράζει παστίτσιο.
Γεύματα αγάπης και επιδόρπια μίσους.

Ω μη λησμονάτε τη χώρα μου βροχούλες.
Το λιοστάσι μου.
Να βγάλω και φέτος το λαδάκι της χρονιάς.

Tο ιδεώδες της παρθενίας

toide

Οι ερασιτέχνες εραστές διαθέτουν ένα υπερόπλο που συγκινεί το έτερον φύλλο. Είναι τόσο ατσούμπαλοι και ασυνάρτητοι, που δημιουργούν ατμόσφαιρα. Φλερτάρουν και ρετάρουν σαν αρχαίες βιντεοκασέτες που τις μασάει η αναλογική μηχανική σκέψη. Είναι οι ποιητές που κατουριούνται μπροστά στη Μούσα. Όσοι έχουν ακόμη μπόλικη μανούλα να καταναλώσουν. Αυτά τα αντράκια που φόρτωσαν στην παιδική τους ηλικία όλο το οιδιπόδειο λογισμικό. Αυτοί που πάσχουν από λαχτάρα αλλά και φόβο. Αυτοί που τη σφοδρότητα της επιθυμίας τους, την έκαναν είδωλο, χάνοντας ανεπιστρεπτί το αντικείμενο του πόθου. Ο ερασιτέχνης της όποιας συλφίδας και της όποιας καλλιέπειας είναι τραγικό πρόσωπο. Παρότι αυτός νομίζει πως είναι μπήχτης, στα μάτια των άλλων είναι ξευτίλας και σακί με πέτρες. Είναι ο φλύαρος που κομπορρημονεί για τις κατακτήσεις του. Είναι ο αργόσχολος που ομιλεί δια τον εαυτόν του και τις τζούφιες κατακτήσεις του. Είναι ο φιλελέ και άνετος αλλά με ακροδεξιό αντεράκι. Είναι ο συνταξιούχος που αφού άρμεξε το δημόσιο τώρα προσκυνά την ιδιωτική πρωτοβουλία και τα σκύβαλα της εταιρίας που εκμεταλλεύονται άλλον κι όχι αυτόν. Είναι αυτός που βράχνιασε απ’ τις κραυγές. Αυτός που έχει προ πολλού συναντήσει το αθήρωμα λόγω καταναλώσεως γλυκερών αναφωνήσεων. Αυτός που έχει προσαράξει στα ρηχά και αβαθή των συναισθηματικών συγκινησιακών φθόγγων και των αποστειρωμένων αρπισμών άλλων εποχών. Είναι αυτός που έχει μείνει απελπιστικά μόνος σ’ ένα άδειο σπίτι από ψόφιες αναμνήσεις. Είναι αυτός που η έλλειψη αναγνώρισης τον έκανε μεγαλομανή. Είναι ο γερομπεμπές γόης που φαρμάκωσε τη σύζυγο με καρκίνο, για να διαθέτει ελευθέρας στο κινητό του, μουνάκια και άλλα σαρκώδη τιμαλφή για να τα δείχνει στους γερόντιους φίλους. Είναι ο πολίτης υπεράνω πάσης υποψίας που πιστεύει στο ιδεώδες της παρθενίας. Μα το ιδεώδες της παρθενίας είναι το ιδεώδες εκείνων που θέλουν να ξεπαρθενεύουν.

Αγαπητοί τηλεθεατές, εδώ έκλασε η μαντάμ Αλαμουντίν

edo

Διαβάζω τα εορτολόγια ως ποιητικούς καταλόγους. Διαβάζω γυναικεία περιοδικά στα σαλονάκια των ιατρείων. Διαβάζω διαφημιστικά φυλλάδια στον καμπινέ. Τις ετικέτες της χλωρίνης και τα συστατικά των αποσμητικών. Διαβάζω χαρτάκια για μέντιουμ που αφήνει στους υαλοκαθαριστήρες η γενιά των μηδέν ευρώ. Μικρός δε, διάβασα μπόλικα Προς Την Νίκην τα οποία μας σέρβιρε εβδομαδιαίως ο αμβλύωψ ταχυδρόμος της γειτονιάς.

Διαβάζω ότι πέφτει στα χέρια μου. Από διαφημιστικά έντυπα κρεοπωλείων, φροντιστηρίων, οίκων για μασάζ και εκτόνωση, μέχρις ιατρικών κέντρων και συνεργείων. Δεν ξέρω αν αυτό το κειμενικό χάος μου πρόσφερε κάτι αλλά ξέρω πως από πίσω βρίσκονται άνθρωποι που παραληρούν στήνοντας μιαν εύχρηστη ανάγνωση αυτού του κόσμου.

Αυτή η παρδαλή απεικόνιση της ανοησίας έχει έναν απαράμιλλο επικό χαρακτήρα. Απ’ το σοβαρότατο άρθρο για το μέγεθος της σερβιέτας μέχρι το νεόκοπο θαύμα της Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω κι απ’ τον αυτοθαυμασμό των ατσίδων καθηγητών ενός φροντιστηρίου μέχρι την αποθέωση της συσκευασμένης πρέτζας, μια παρδαλή ποιητική του κοινωνικού γίγνεσθαι αναδύεται.

Εδώ μαθαίνεις και τρίβεσαι. Αν δεν περάσεις από δω δεν πρόκειται να φτάσεις πουθενά. Κάθε μεγάλη τέχνη έχει μέσα της αυτό το χυλό φλυαρίας της μαζικής κουλτούρας. Κάθε μεγάλη τέχνη έχει μέσα της αυτό το διασκελισμό της ιδιότροπης ανθρώπινης φύσης. Πλάσματα τόσο γειωμένα στο ευτελές και στο τίποτε, που συγκινούν. Πλάσματα τόσο υπνωτισμένα απ’ το ηλεκτροσόκ των ενστίχτων, που βγάζουν μάτι.

Παπάδες, διαφημιστές, λόγιοι γράφουν για να εμπνεύσουν τις μάζες και να αρματώσουν τις μεγάλες αφηγήσεις που δεν είναι άλλο από μεγάλες αυταπάτες. Κακόμοιροι απλήρωτοι εκκολαπτόμενοι ρεπόρτερ ξεσκολίζουν τη διατροφική διαδρομή της μαντάμ Αλαμουντίν. Ένα λοβοτομημένο κοινό περιμένει το φρέσκο ρεπορτάζ.

Που έκλασε η σπουδαία κόμισα; Που άφησε τη μυρωδάτη πορδούλα του αυτό το ντελικάτο θηλυκό; Θα μας φέρει τα μαρμαράκια; Το μέγα δισκοπότηρο; Το Μεγαλέξανδρο; Θα σώσει τη δεξιά και το κέντρο; Θα συγκινήσει το χρυσαυγίτη οικογενειάρχη και τη συνταξιούχα γριούλα;

Ω, σελίδες θα γεμίσουν, σπουδαία άρθρα θα γράψουν στην Καθημερινή και στο Βήμα. Κι αυτά δεν πρέπει να χαθούν απ’ την ιστορία. Πρέπει να διαβαστούν, να καταγραφούν, να καταχωρηθούν, για να βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος όλα αυτά τα σπουδαία ψηφιδωτά της ανθρώπινης μαλακίας εντοιχισμένα μέσα στο θολωτό νεοελληνικό τάφο της λογικής.

Η βάλανος του Συκουτρή

bal

Έχει μιαν αυτονόητη δόση σωματεμπορίας το μάθημα της λογοτεχνίας. Το μάθημα, που έχει γεννήτορα τον καθέδρας κύριο φιλόλογο-μπάτσο. Κάποιον κύριο του μισού γραμμαρίου πάθους ή κάποια κυρία που προσομοιάζει με διευθύνουσα στο Δαφνί. Ο γεννήτορας ή αλλιώς ο κλειδαράς της ερμηνείας, τα παίρνει στο κρανίο όταν το μειράκιον-το οποίο είναι σε ηλικία εργώδους αυνανισμού- τολμήσει να ξεστομίσει ερμηνεία της κούτρας του, βγάζοντας απ’ το πλάνο την οριακή και προβλέψιμη άποψη του κυρίου καθηγητή. Αν στα χρόνια μου το μάθημα της λογοτεχνίας μύριζε μούχλα σήμερα μυρίζει σκατά. Δηλαδή σκατούλια. Και βεβαίως οι ανθολόγοι φρόντισαν να φτιάξουν μια θεσπέσια κομπόστα. Μια κομπόστα λογοκριμένη απ’ την εκκλησία και το κράτος αλλά και τις συν αυτώ πομφόλυγες της υποχθόνιας ακαδημίας. Τις αραχνοΰφαντες κλίκες των περιοδικών και των νεκροζώντανων υπουργών του παραπολιτισμού και της παραπαιδείας. Συνήθως μεγαλοπρεπών και εξαίρετων γλειφτρονιών κάποιου ευαγούς ιδρύματος που αρμέγει το κράτος. Εδώ σ’ αυτές τις σχολικές αίθουσες έρχεται κάθε πρωί ο Μαχμούτ Αλή που κατέχει όλα τα μέσα τρόμου, εξουσίας και δύναμης και βιάζει με τη σοφολογιότατη ψωλή του μιαν ολόκληρη στρατιά από κορασίδες και κοπέλια. Τέκνα που κραδαίνουν λυσάρια. Τέκνα προγραμματισμένα να πετύχουν και να βγουν στις αγορές. Τέκνα που ακονίζουν το λοβοτομημένο τους ψαχνό και παλεύουν για το μεγάλο πτυχίο: το φευγιό απ’ το σπίτι. Εκεί όπου ζευγαρώνει η σακατεμένη ποίηση του οργανισμού σχολικών βιβλίων με κάποιο χωροφύλακα των Βαυαρών, που εσχάτως επροάχθει σε σχολικό σύμβουλο. Εκεί όπου ο ακροδεξιός οργανωτής συνεστιάσεων των λειτουργών μέσης και άκρας εκπαίδευσης στρατολογεί χαφιέδες και δεν υπάρχει ούτε ένας μυστηριώδης ποδηλάτης να σώσει την πολιορκημένη πόλη. Να διπλαρώσει πασχαλιές απ’ τη ζωντανή πάλλουσα φύση για τους μακελεμένους παίδες που άφησαν τη διάπλασή τους στο υπερούσιο κράτος. Που άφησαν τις καύλες τους έρμαιες στο βαμπιρισμό του ερωτισμού εγχειριδίων αποδεκτής ποίησης. Μιας ποίησης που θα μπορούσε να είναι βάλσαμο και όχι ξενέρωτος ρομαντισμός. Δηλαδή στημένη παγίδα. Δηλαδή ιδεολογία κατεστημένη και παχιά σαν αγελάδα που αφήνει στους παιδικούς αγρούς μεγαλοπρεπείς κουράδες. Δηλαδή αχρείο τσουβαλάτο πατριωτισμό, ένδοξο και βαρβάτο. Εδώ, αντί να βγει μπροστά η γλώσσα ως δούρειος ίππος βγαίνει μπροστά το τεντωμένο δάχτυλο ως παλιάλογο. Αντί να ξεσπυρίσει η αλήθεια της ζωής ξεσταχυάζει η υποκρισία της ψευτοζωής. Το νοικοκυρεμένο ερμαφρόδιτο Τίποτε. Το σκιαγμένο εγώ. Μια κούρνια για τσουτσούνες. Αντί οι κολασμένοι κι οι παραδείσιοι να ενωθούν και να ζευγαρώσουν, οι σοφοί υποχθόνιοι καταφερτζήδες βάζουν στο ψυγείο τη νεανική ορμή. Εκεί όπου τα σπαραχτικά ερωτογραφήματα είναι εξόριστα γιατί προέχει η εθνοκαπηλία και η θολούρα. Εκεί όπου η διαλεκτική και η σύνθεση θεωρούνται επικίνδυνες εταίρες, έτοιμες να παρασύρουν τον όχλο σ’ ένα κομουνιστικό μέλλον. Σ’ ένα μέλλον όπου οι άνθρωποι δεν θα κρύβουν το σεξουαλισμό τους κρατώντας τον κρυφά απωθημένο πίσω από μια πρόσοψη ευπρέπειας. Σ’ ένα μέλλον θριάμβου όπου καμία εξουσία δεν θα μπορεί να κάνει ενέσεις σαδομαζοχισμού στην εργατική δύναμη. Σ’ ένα μέλλον όπου η εργασία δεν θα γεμίζει βόμβες και δεν θα φτιάχνει περίστροφα αλλά θα σπέρνει ελαιώνες και θα απολαμβάνει τα ωραία μελωμένα αυγουστιάτικα σύκα. Σ’ ένα μέλλον όπου δεν θα κάνει κουμάντο η Ιερά Σύνοδος στη βάλανο του Συκουτρή. Και καμιά βρομοφυλλάδα δε θα κατηγορεί για ανηθικότητα και διαφθορά έναν πρωτοπόρο. Μαζί βεβαίως με σπουδαίες και λαμπρές οργανώσεις όπως το Σύλλογο γονέων και κηδεμόνων Πατρών, το σολωμιστή Φάνη Μιχαλόπουλο, τους σταφιδέμπορους Βόλου, το γεωργικό συνεταιρισμό Δουνέικων Ηλείας, τους κρεοπώλες Αιγίου, τους αχθοφόρους Λουτρών Αιδηψού, τους δεσμοφύλακες Αγίου Στεφάνου, τους αξιωματικούς εν αποστρατεία Γαστούνης, και λοιπά αποδέλοιπα της μεταξικής λογοκρισίας. Σ’ ένα μέλλον των Τέρψεων ανάμεσα στην ειρκτή και στην ουτοπία. Εκεί όπου η εκπαίδευση δεν είναι γκέτο και οι δάσκαλοι στρατηγοί. Εκεί όπου η λογοτεχνία δεν παίρνει αντισυλληπτικά και η ποίηση δεν φορά ζώνη αγνότητας. Εκεί όπου ο Αντρέας Εμπειρίκος αρραβωνιάζεται την Joyce Mansour και ο καυλωμένος νεολαίος βάζει φωτιά στα μουστάκια όλων των εξηγητών της ποίησης.

1η δημοσίευση Περιοδικό Τεφλόν τεύχος 11

Γατούλες, ηλιοβασιλέματα και αξιολύπητες αγαμησιές

baw

Έχω τη δημιουργική ελευθερία να ενδώσω σ’ αυτή τη βέβηλη τελειότητα του σεξουαλικού ενστίκτου. Ο ολοκληρωτισμός της σεξουαλικότητας καθρεφτίζεται στα πράγματα που πιάνουν τα χέρια μας. Η έκφραση, πιάνουν τα χέρια του, έχει άπειρη ερωτική σημασία και φορτίζει κάθε τόσο τη γενναιόδωρη συνεισφορά του εραστή της ζωής με νόημα. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στα ποιήματα, όταν είναι εξιδανικευμένα όντα, βγάζουν ένα σπαστικό ήχο. Εδώ το πνεύμα παθαίνει κράμπες και ο ψεύτης ποιητής της πόζας γίνεται υπάλληλος γραφείου. Ο εραστής ψόφησε προ πολλού. Κι όταν το ποίημα δεν το γράφει ο εραστής αλλά ο γραφειοκράτης το τρώει η μαρμάγκα μιας ψόφιας ανθολογίας ή ο άκαμπτος σιαγών της νεκρόφιλης ακαδημίας. Το ποίημα μπορεί να είναι στρατευμένο, καυλωμένο, μεθυσμένο και να είναι απόλυτα εξαίσιο και ιαματικό. Μπορεί να είναι ακόμα και βλαμμένο και ανεπρόκοπο και να είναι αληθινό και καλό και φρέσκο. Δεν μπορεί όμως να γραφτεί καλό ποίημα με την πατέντα της θεωρίας. Ή με το συναισθηματικό οίστρο των νοικοκυραίων που θέλουν να ξεδώσουν. Όσοι ξεδίνουν γράφοντας, συνήθως ανακυκλώνουν κλάψες ή κλέβουν φτασμένους άλλους κλαψιάρηδες που τους συγκίνησε η κλάψα τους. Αν πάσχει από κάτι σήμερα η ποίηση είναι η πρωτοτυπία. Δεν είναι κακό να γράφουν όλοι. Κακό είναι το καρμπόν. Η πόζα. Εκεί που τα ποιήματα ξεπέφτουν στην εαυτολογία και στα αυτοπορτραίτα και τα αυτολιβανίσματα. Εκεί που πάνω απ’ το ποίημα βασιλεύει το ματαιόδοξο εγώ όχι με όρους έντασης και δημιουργίας αλλά με όρους ελιτίστικης μαλακίας. Κάποιοι κύριοι και κάποιες κυρίες δεν παύουν να συνταγογραφούν κανόνες και πολιτικές ορθότητες για τα παιδάκια που ετοιμάζονται για βραβείο. Για τα παιδάκια που ανακυκλώνουν αυτό το εκδοτικό σύστημα της καψούρας για δόξα, τελετές και πεισιθάνατες απαγγελίες. Πουθενά εκεί δε θα βρεις αυτή την ανήσυχη καρδούλα που χτυπά ζυγίζοντας τις απαιτήσεις της συνείδησης και της τέχνης. Μονάχα νεκρές λατρείες που οδηγούν σε αντιμαχόμενους θεούς. Εξυπνάδες μιας ευφυΐας που γουργουρίζει απ’ το λίπος του ναρκισσισμού. Εκεί γύρω από ανθρώπινα κουφάρια και σκεπασμένα φέρετρα και ελεημοσύνες και σβάστικες και χωροφύλακες και καραβανάδες. Εκεί γύρω απ’ την απόλυτη φτώχεια και τον απόλυτο πλούτο ο τυφλός σπεσιαλίστας της ποιητικής τέχνης καμώνεται τον πονεμένο. Κι αφήνει κουλουριασμένη την ποιητική του κουράδα εκεί που πρέπει ν’ αφήσει ένα αστροπελέκι. Περήφανος πάντα για το αρχαίο κάλος, για το έθνος, για τον ηρωισμό, που σ’ αυτή τη λαβωμένη χώρα έχουν εκφυλιστεί σε φασισμό. Γατούλες, ηλιοβασιλέματα και αξιολύπητες αγαμησιές.

Πανταχού παρών

mel

Με σκλαβώσατε εσείς, παιδιά του μέλλοντος.
Σκυλοβαριέμαι τώρα και γράφω σε σας.
Παλιομοδίτικης με τη λαϊκή ψυχούλα κομμώτριας.
Με όση ορθοστασία επιτάσσει το ψυχρό καθήκον.
Ελευθερία ή θάνατος.
Ανταύγειες της μακρινής ματιάς.
Αυτό το ασυνάρτητο ποιητικό εγώ.
Το βουητό του σύμπαντος.

Ζευγάρια που βούλιαξαν στο νεροχύτη.
Γυμνές που καταβρόχθισαν καθρεφτάκια.
Κοπέλες που δεν κατάφεραν να γίνουν μανούλες.
Αλλά παλλόμενες καρδούλες από λεφτά.
Νοικοκυρές, μεσίτριες, ιερόδουλες.
Περιμένοντας το χρυσό επιβήτορα.
Τις εκπομπές μαγειρικής.
Περιμένοντας το ξημέρωμα, τον ήλιο απ’ τα βουνά.
Νυφούλες των χωρισμών.
Σμήνη από χαλασμένα νεφρά.

Τώρα ο θεός ήλιος με κουρδίζει
για να αφήσω ένα εμβατήριο οδύνης πίσω σε σας.
Εγώ ο ακατάστατος που αγάπησα τα βιβλία και τις πουτάνες.
Που άστραψα και βρόντηξα
κι έπιασα το θεό απ’ τ’ αρχίδια και την παναγία απ’ τα βυζιά.

Εγώ που ψήφισα όλα τα νομοσχέδια της αγάπης.
Εγώ που γιάτρεψα κορμάκια απ’ τα δαγκώματα φιδιών.
Εγώ που διάβασα προσευχές στα σκέλια τους.
Κι έγινα στρατηγός στο πρωινό αεράκι τους.
Ο Νέρωνας που έβαλε φωτιά στα νοικοκυριά τους.

Fleur du mal

epi

Έχω έξτρα χυμούς.
Και τα φιλιά μου είναι πεινασμένα.
Θα σας φάω όλες, κυρίες του καλού κόσμου.
Φρούτα στον πάγκο του ποιητή.

Νύχτα ωραία
από μια χαραμάδα στο πάτωμα να εισχωρείς.
Να γράψω για το γυμνό της κώλο.
Για τη μαργαρίτα που μάδησα
σπουδάζοντας ερωτική σιωπή και σάλια.
Να γράψω για το τομάρι μου που θα το φαν οι ψύλλοι.

Να συγκινήσω μανούλες που ευνούχισαν αρσενικά.
Να συγκινήσω αρσενικά που όρμησαν στη μάχη πίνοντας βότκα.

Βαθιά νυχτωμένος και χασομέρης.
Λύνω και δένω αυτοστιγμεί το ποιηματάκι.
Αυτό που θα πάρω μαζί μου στον τάφο.
Με τόσα γύρω θηλυκά.

Ζώα στο κλουβί

Felt Suit 1970 by Joseph Beuys 1921-1986

Οι θεολόγοι της εργασίας χειρονομούν όταν η ύπαρξη τούς βγάζει τη γλώσσα. Με όση τεχνογνωσία τούς έχει εφοδιάσει ο μεταφυσικός οίστρος της αέναης παραγωγής και της αχαλίνωτης ανάπτυξης, στραγγαλίζουν την ελεύθερη βούληση και βάζουν την ιδιότροπη ανθρώπινη φύση σε κλουβί. Εκεί όπου πριν υπήρχε χώμα, αέρας και νερό, δηλαδή ρυθμός και αίσθηση, τώρα υπάρχουν ντουβάρια, καναπέδες και αναμνηστικά κουφάρια παρελθούσης ένδοξης ύλης.

Το πέρασμα του ανθρώπου απ’ την ισόγεια κατοικία στον κατακόρυφο στρατώνα ήταν μια σπουδαία νίκη της θεολογίας της εργασίας. Οι εργάτες δεν πρέπει να πιάνουν χώρο διότι ο χώρος και η οριζόντια ανάπτυξη βρωμάει ανυπακοή και συλλογική δράση. Το ζώο στο κλουβί του με όλα τα κομφόρ και τα πλαστικά του παιχνίδια είναι ένα χαριτωμένο τίποτε που τρώει, κοιμάται, σκέφτεται με το ρολόι. Που έχει την ελεύθερη βούληση να αλλάξει κανάλι αλλά όχι ζωή.

Πίσω απ’ τα βαριά κιλίμια και τα προικώα ιδεολογήματα οργιάζει ασφαλής ο αμοραλισμός της νοικοκυροσύνης. Τα κάδρα στους τοίχους έχουν ολίγα τεμάχια ρομαντισμού νεκρής φύσης. Τα παράθυρα έχουν θέα στα ανήκουστα κουτσομπολιά και οι βαριές μπαλκονόπορτες καθρεφτίζουν τα δικά μας μηχανικά μηνίγγια στο γυμνό βλέμμα του γείτονα. Το αστικό διαμέρισμα είναι το αναβαθμισμένο παράπηγμα που φιλοξένησε τους πρώτους τυχερούς σκλάβους, αυτούς που έφυγαν απ’ τα χωράφια και τους κάμπους για να τρυπώσουν στην ευεργετική αγκαλιά της ανωνυμίας.

Κατατρεγμένες κοπέλες απ’ την πατρική παραφροσύνη και την αγαμία, νέοι ντροπαλοί και καυλωμένοι που σιχάθηκαν τη σβουνιά, ανταλλάσοντας την φυσική τους ελευθερία με το προνόμιο της ανωνυμίας. Χωρικοί και χωριάτες που εκπολιτίστηκαν αναλογικά με την παραγωγή και δέθηκαν πάνω στο άρμα του προϊόντος που μηχανικά δημιουργούσε η εργατική τους δύναμη. Όταν το προϊόν έγινε υπαλληλίκι και καρέκλα φύτρωσαν μικροεξουσίες και παράσιτα. Τζόγος και σοσιαλισμός της κακομοιριάς. Ένα βόλεμα σε ευρύχωρα κλουβιά και ευέλικτα ωράρια.

Ο καπιταλιστής ξέρει πως τα λιχούδικα παιδιά είναι οι καλοί στρατιώτες της μελλοντικής κατανάλωσης. Ξέρει πως κάθε ψηφιακός χρησμός είναι ιερός για το φυλακισμένο χάνο, που, βολεμένος μέσα στο τσαρδί της τεχνολογικής οκνηρίας περιφέρεται άφυλος και ασυνάρτητος μέσα στην πλανητική μαλακία της ατάκας που γέννησε ο εγκλεισμός. Αυτός ο κλουβίσιος φιλοσοφικός οίστρος που αναπαράγουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η συγγραφική Αρκαδία του καταπιεσμένου όντος. Είναι η βαλβίδα ασφαλείας που με ακραίο επικοινωνιακό αυτισμό εκτονώνει την κοινωνία που βράζει.

Ο άνθρωπος της πόλης επικοινωνεί απ’ το κλουβί του. Παράγει σκουπίδια και ανακυκλώνει τις αυταπάτες του. Δεν μυρίζει επειδή κινείται αλλά βρωμάει επειδή είναι στάσιμος. Έχει πάρει μαζί του γάτες, καναρίνια, σκυλιά για να διακοσμήσουν το στείρο ανθρωποβιότοπο του διαμερίσματος. Για κάθε ένα απ’ τα μικρά ή μεγάλα του εγκλήματα έχει θεσπίσει και μια παγκόσμια ημέρα. Η παγκόσμια ημέρα των ζώων δικαιωματικά τού ανήκει, αφού, αργά ή γρήγορα, όλοι οι μεγάλοι εγωιστές γίνονται φιλόζωοι.

Φθινοπωρινή σονάτα υγρών δεσποινίδων

autumn-nude-arvind-garg

Δεσποινίς μου άκαρδη με το θαυμάσιο
βυζί σου το ανυπάκουο, με τους γρίφους
στ’ ανοιχτά σου όλα, αγοραία, ζοφερή.
Τραγουδισμένη σε όλες τις επαρχίες.
Ιδιότροπη με τους διάτρητους αδένες σου
το σεξ της καρδούλας σου, τα κατηχητικά
στη διαπασών, τα σερνικά που σέρνονται
στα χείλη σου, φύτρο εσύ υποσχέσεων
στο άσυλο του πρώτου φιλιού. Στο αρμόδιο
πρωτόπλαστο χαντάκι, ενάρετη εσύ, που
έχεις στεριώσει τα πόδια σου στον ουρανό
και τις πατούσες σου στα φεγγαράκια. Τώρα
θα σε βάλω στο μούσκιο της μνήμης. Θα
σου δέσω καλώδια στα πόδια. Ηλεκτροπληξίες
ωσαννά. Θα τυπώσω βιβλίο με τα ανεμοδαρμένα
σου κάλλη να το μοιράσω στους φίλους. Θα
ταχυδρομήσω το σφυγμό σου σε θαυμαστές
μου στην Αστόρια να νιώσουν λίγο το
δυσανάγνωστο δασάκι σου να πάλλεται.
Να μάθουν τι εστί ακροβασία
πάνω στα χείλη ντόπιων κοριτσιών.

Μηχανική των ρευστών ψυχών

mix

Αρχίζεις να μαθαίνεις τη ζωή όταν δέχεσαι τα πρώτα πλήγματα χαράς. Όταν αρχίζουν να σε δονούν οι σκιές απ’ τα παραμύθια. Όταν η διαλεκτική του κακού λύκου σε γειώνει στο φόβο και την εκδίκηση, εκεί που η απονομή δικαιοσύνης είναι αποτέλεσμα πονηριάς. Εκεί που η μηχανική βιολογία της επιβίωσης ταΐζει το κακό κοτρώνες. Αρχίζεις να μαθαίνεις τη ζωή με την πρώτη φανταστική ιστορία που είναι βγαλμένη απ’ τη ζωή. Για να μην τρομάξεις απ’ τους ανθρώπους, τις κακίες και τις καλοσύνες τους, βλέπεις και ακούς τις πράξεις τους προσαρμοσμένες στο τομάρι των ζώων. Αλεπούδες, λύκοι, αρκούδες, κότες, μυρμήγκια, τζιτζίκια, πουλιά και ψάρια ενοχοποιούνται με τη βάναυση ποιητική του παραμυθά. Έχουν φορτωθεί αμαρτίες, εγκλήματα, ενοχές, μόνο και μόνο για να ξορκίσουν στα μάτια τού παιδιού την πολύτροπη ανθρώπινη φύση. Για να προσχωρήσει ο μικρός ακατέργαστος μπόμπιρας στην ανθρώπινη ζούγκλα με έναν γλυκό διδακτισμό. Με μια χειρονομία αβρότητας εκ μέρους όλων αυτών που έχουν εξουσία πάνω του. Προσφέροντας ατύπως έναν οδηγό επιβίωσης κι έναν κώδικα που θα μπορεί να διαβαστεί κάποια στιγμή αλλιώς. Ο καλλιτέχνης παραμυθάς προβάλει την ανθρώπινη ύπαρξη πάνω στη Φύση για να μπορεί να δικαιολογήσει όλες τις βαθιές και ανερμήνευτες καταστάσεις στα μάτια ενός παιδιού. Ο παραμυθάς είναι αυτός που μεγαλώνει το παιδί όχι με τη βία της ανθρώπινης πραγματικότητας αλλά με την εννοιολογική της θεολογία. Η πόλωση του καλού και του κακού, η μεταμόρφωση, ο άλλος, αποτελούν τη μαγιά για τις ατέρμονες αφηγήσεις κάθε μικρότητας και κάθε μεγαλοσύνης. Για να μην μισήσει το παιδί το σφαγέα πατέρα του ο εχθρός γίνεται δράκος που βγάζει φωτιές και η πάλη έχει νόημα αφού είναι πάλη με το κακό. Το παιδί δεν διδάσκεται πως ο πόλεμος είναι κακός αλλά πως το κακό χρειάζεται πόλεμο για να επικρατήσει το καλό. Φυσικά το καλό είμαστε εμείς. Το κακό είναι πάντα απέναντι. Οι άλλοι. Παλιότερα ήταν ο αράπης που μεγαλουργούσε στα παραμύθια. Κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και μυθολογικό τέρας. Ένα ον που καταβρόχθιζε παιδάκια που δεν έτρωγαν το φαγητό τους ή δεν αφήναν τη μαμά και το μπαμπά να γαμηθούν με την ησυχία τους στο διπλανό δωμάτιο. Ο γύφτος επίσης, τιμημένος με το μετάλλιο της κλεψιάς απ’ τους έλληνες παραμυθάδες, οι γριές, οι κουτσοί που γρύλιζαν σαν το χάρο, οι άσχημοι και οι τεμπέλες ανεπρόκοπες κόρες μιας κακιάς μητριάς. Ανώνυμοι κακοί και επώνυμοι ήρωες. Νεκρές φύσεις ντυμένες με ρούχα μάταιης ζωής. Πρίγκιπες, βασιλιάδες, αφεντικά, θεματοφύλακες του καλού και ένδοξοι στρατηλάτες που γεμίζουν τις τσέπες τους με καρδιές θυσιασμένων ανθρώπων. Εδώ συντελείται το πέρασμα απ’ το παραμύθι στην ουσία. Εδώ που αρχίζει το μπλέξιμο της ιστορίας με το μύθο. Εδώ που ο δικός μας σφαγέας αγιοποιείται, αφού το ηθικό του κίνητρο ήταν η καταστολή του κακού. Εδώ που οι ένδοξοι αυτοκράτορες φορτώνουν στα χριστιανικά τους κάρα τα άψυχα κορμιά των απίστων. Εδώ που η σύγχρονη αμερικάνικη παραμυθία του κλιματιζόμενου εφιάλτη θέλει το Ράμπο να φορτώνει σχιστομάτηδες την αυγή στα φορτηγά του θανάτου. Στήθη μισοφαγωμένα ανίερων υπάρξεων για να ταΐσουν το χοντρό παιδί της Αμερικής. Για τους ευρωπαίους Βίκινγκς και τους έλληνες εθνικιστές. Για τους Γαλάτες και τους καραμπινιέρους. Για τους Οθωμανούς με τα γιαταγάνια και τους γερμανούς με τους φούρνους. Εδώ το παραμύθι έρχεται να δηλητηριάσει την ορφανή από βασίλεια και σατραπείες παιδικότητα. Εδώ έρχεται να σου κόψει την ανάσα ο Τρωικός πόλεμος με όλη τη φλύαρη βεβαιότητα επικράτησης του καλού. Ο φασίστας στρατηλάτης με το γελοίο πρόσχημα της απιστίας μιας βασίλισσας σφάζει γυναικόπαιδα και γέρους. Εδώ ο ποιητής-παραμυθάς απ’ τη μια ξεβρακώνει την υποκρισία της ανθρώπινης απληστίας κι απ’ την άλλη στροβιλίζει μέσα στο αιματόβρεχτο έπος την κίνηση των μαζών που αλυσοδένει στα συμφέροντά της η εξουσία. Γράφουμε παραμύθια, ποιήματα, επιστολές, για να υποτάξουμε τον άλλον. Η ανάγνωση είναι πράξη υποταγής. Ο παραμυθάς είναι ο σαγηνευτής. Είναι αυτός που νανουρίζει ασύδοτα και σφραγίζει πάντα τις αμφιβολίες με το ακροτελεύτιο: αυτοί έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα. Είναι αυτός που σε αποσβολώνει στη σιωπή σου και σε κρατάει απ’ τον ιστό της ερωτικής του αράχνης. Είναι ένας πρώην σαγηνευμένος αλλά τώρα διατελεί ιεροκήρυκας, αγκιστρωμένος απ’ τις σκληρές ράχες των βιβλίων. Σήμερα είναι ένας σύγχρονος ψηφιακός διαβολάκος που έχει περάσει όλη την αυθάδικη ανθρώπινη ιστορία μέσα σ’ ένα βιντεογκέιμ. Σήμερα είναι ο διαφημιστής, ο σιτιστής του αχόρταγου κενού κάθε ματαιοδοξίας που παραμυθιάζει το μεσόκοπο καταναλωτή με πλαστικά βυζιά και πλαστικά όνειρα. Με λαμαρίνες και ντουβάρια. Είναι ο ποιητής των μαζών. Αυτός που δεν πουλάει ποιητικές συλλογές στα διψασμένα παιδάκια. Αυτός που σε κάθε κυβικό εκατοστό ανίας τοποθετεί και μιαν ανάγκη. Αυτός που κρεμάει τη βαριά αρμαθιά των ειδώλων στο λαιμό του παιδιού.

Λεπτή χειρονομία για τη νύχτα

12

Κυρά που σε τραγούδησε
ο Ρίτσος με όλη την αδιακρισία
του ρομαντισμού, οι σάτυροι
ανθολόγοι που σου βαλαν χέρι,
οι θρησκευτικοί ποιητές, η σχολή
της Φρανκφούρτης, οι δισκογραφικές
ο Καζαντζίδης. Κυρά κοστούμι και
πιτζάμα του νοικοκύρη, ύπαρξη
που δαμάζεις κάτω απ’ το ντους
το αφηνιασμένο σκοτεινό στόμα.
Κυρά που σωρεύεις χίμαιρες, δάκρυα,
αναφιλητά. Κυρά που σερβίρεις μπράντι
και κατουράς ηδύποτα, είδα τα βυζιά σου
πεταμένα σε παλιατζίδικα της Θηβών
είδα στον αφαλό σου φωτάκια και
στο χέρι σου μαστίγια για να
καυλώσεις το μακρυχέρι θεό της στέρησης
είδα να κουβαλάς κασόνια με όλμους
να μπαλώνεις κάλτσες να θρέφεις σκυλιά
γέρους πεταλούδες απ’ τις κόγχες των ματιών σου
εγώ ο άντρας σου που ήρθα στο κρεβάτι σου
και δε σε βρήκα

Tι είπε για μένα ο Ντύλαν Τόμας στον Kάτω Kόσμο των ποιητών

ti

Μαθαίνω αρκετά πράγματα απ’ την έμφυτη ανοησία μου. Είναι ίσως η πιο σπουδαία δασκάλα. Η ανοησία δεν είναι αμαρτία ή ενοχή. Το ανθρώπινο πνεύμα χωρίς την ανοησία καταντά σκέτο τσόκαρο. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ιδιοφυΐα. Εκτός φυσικά απ’ τα ψώνια. Αυτά τα ψώνια που φορούν τη λεοντή της εξυπνάδας και πλαστογραφούν τα πάντα γύρω τους χωρίς καμιά επίγνωση. Κι ίσως η ανοησία θα ήταν ακίνδυνη και χαριτωμένη αν δεν εγκωμίαζε τον εαυτό της ως ξεχωριστό και ιδιοφυή.

Ο ψυχισμός του κακομοίρη που στράβωσε δυο αράδες στο χαρτί ή τύπωσε μια οκά βιβλία είναι τρικυμιώδης. Το ψώνιο θα κάνει επίκληση στην αυθεντία. Σε πεθαμένους που τον προσκύνησαν και προφήτεψαν τη μεγαλοσύνη του. Όσοι δε γράφουν γι’ αυτόν είναι πουλημένοι και κομπλεξικοί και ζηλιάρηδες. Κι έτσι ο πονηρός μεταμφιέζεται σε αδικημένη μεγαλοφυΐα και τη βγάζει καθαρή. Πουλάει την ανοησία του στους αυλικούς του που χάσκουν μέσα στην άσπιλη από αδυναμίες μεγαλοσύνη του. Στη μεγαλοσύνη που είναι πιστοποιημένη με βαρύγδουπες κριτικές και γνώμες ομοτέχνων που μέσα σ’ ένα ντελίριο αβροτήτων ομονοούν για το τάλαντο της ανεπανάληπτης ποιητάρας.

Εδώ βέβαια παίζει πολύ δυστυχία και πολλά χάπια. Διότι αν δε συμφιλιωθείς με την ανοησία σου καβαλάς το καλάμι. Γίνεσαι σαμάνος ενός υποταγμένου κοινού που δέχεται αμάσητη τη δική σου ανοησία που τις περισσότερες φορές είναι καλυμμένος μισανθρωπισμός. Αν το γραπτό δε θυμώνει τον αναγνώστη δεν του κάνει τίποτε. Απεναντίας αποκοιμίζει με την αλαφροΐσκιωτη προσωπική μυθολογία του ξαναμμένου ποιητή, την πληκτική σου κουραδοζωή.

Στην ελληνική λογοτεχνική πιάτσα έχει μπόλικους σεφέρηδες και ελύτηδες που περιμένουν στην ουρά το κρατικό βραβείο και το νόμπελ. Κήνσορες οχυρωμένους πίσω από μια έτοιμη γλώσσα παρμένη από βιβλία με μπόλικη σοφία και παρδαλά αποφθέγματα. Κουλτουριάρηδες, της κουλτούρας του στυλ, εγώ σας γαμάω όλους. Άεργους που ύμνησαν την τεμπελιά ξεκοκαλίζοντας συντάξεις, μισθούς, περιουσίες συγγενών, εραστών και λοιπών άλλων. Πίσω από κάθε μεγάλο φωτισμένο ανήρ κρύβεται μια φαρμακωμένη γυναίκα.

Η συγγραφή στην ψωροκώσταινα είναι μια πονεμένη ιστορία. Υπάρχει μπόλικη ματαιοδοξία και βαριά επιθυμία ν’ αγιάσει κάποιος από τηλεοπτικού άμβωνος. Επιθυμία να βρει εκδότη, γκόμενα, να φτιάξει αυλή, να τρυπώσει σε παρέα, να ταμπουρωθεί σε ακαδημία. Επιθυμία να γίνει μέσω της γραφής ο Κάποιος. Μα ο Κάποιος δεν μπορεί να καταλάβει πως η χρόνια σχέση με το εγώ μας, μάς δηλητηριάζει αργά και βασανιστικά, εμάς και τους γύρω μας. Ακόμη κι αυτό το μικρό εργάκι που μπορεί να προκύψει απ’ την ταλαιπωρία μας. Και στο τέλος αντί για τα δέκα ή τα εκατό καλά μας ποιήματα θα μείνουν οι κακιούλες και το κοιτάξτε με ποιους τρώω εγώ εδώ στη φωτογραφία και κοιτάξτε ποιες γάμησα εγώ, εδώ στη φωτογραφία και, κοιτάξτε τι είπε για μένα ο Ντύλαν Τόμας στον κάτω κόσμο των ποιητών.

Καλοκαιράκι που πέρασες

kalok

Έσκαψα τα λόγια σου και δε βρήκα τίποτε.
Καλοκαιράκι με τους παραθεριστές και τα κλειστά πατζούρια.

Γράφω τώρα πλαστικά ελαφρόμυαλα στιχάκια.

Τρίματα λέξεων.
Ξερό ψωμάκι σε μπούτια ανάμεσα.
Έσκαψα τη ζεστή σου άμμο και βρήκα άμμο υγρή,
σπασμένα κουβαδάκια, αναξιόπιστες υποσχέσεις
κάποιου γαμάτου αντηλιακού.
Βρήκα αστρική ύλη και λειωμένα γαριδάκια,
τον όρκο των ντανταϊστών στο μουνί της τέχνης.
Βρήκα τα θαμμένα σκατούλια ενός μωρού
και το χαμένο κλειδί του παραδείσου.
Σαγιονάρες, αποτσίγαρα, καπότες.
Μακρόστενες κουράδες της ατελούς ανθρωπινής φύσεως.
Της σκάρτης δημιουργίας.
Έσκαψα τα λόγια σου και τη ζεστή σου άμμο.
Καλοκαιράκι που πέρασες κι άφησες πίσω ρομάντζες,
δηλητήρια για τα βάτα, λουκούμια για λαίμαργους ποντικούς.

Γράφω τώρα ξύπνιος όλη νύχτα κι άγρυπνος όλη μέρα.

Φουντάρω απ’ την ταράτσα του πρώτου στίχου
στο αιώνιο ποιητικό κενό.

Τα ωραία μου ποιήματα θα τα φάνε τα πουλιά

ta or

Τα ωραία μου ποιήματα
θα τα φάνε τα πουλιά, οι
γύπες, τα κοράκια. Θα τα
πλακώσουν οι όμορφες
στον ύπνο τους. Θα τα
λιανίσουν τα ποντίκια.
Τα ωραία μου ποιήματα
θα γίνουν αγνώριστα σε
μερικά χρόνια. Σκοτεινές
υποθέσεις για τρυφερές
ηλικίες. Φιλιά για στήθη
που θα καρπίσουν το
τρέχον έτος. Τα ωραία μου
ποιήματα θα τα διαβάζει
ο κύριος λογοκριτής στα
σχολεία. Στα στούντιο της
κρατικής ραδιοφωνίας. Θα
φωσφορίζουν αυτά σε
κάποιον κόρφο της πεδινής
Θεσσαλίας. Θα βγάζουν
ρίζες στις ιστοσελίδες του
κάτω κόσμου. Θα φυλλορροούν
αγνότητα του παρελθόντος.
Ιδιότροπους έρωτες, σκιαγμένες
υπάρξεις που φτιάχνουν τώρα
το φαγάκι τους στο μελαγχολικό
κουζινάκι της μοναξιάς.

Σκόρπια ύλη

nek

Μέσα μας δε λιώνουν οι νεκροί ποτέ. Βαστούν με τα δόντια το μερίδιο της σιωπής. Μας ομιλούν, ασφαλείς μες την κρυψώνα του χρόνου. Είναι οι αγαπημένοι μας που δε φθείρονται πια μπροστά στα μάτια μας, αλλά γεύονται χαδιάρικα τη δικής μας φθορά. Εμείς τρώμε τη σοκολάτα μα αυτοί απολαμβάνουν τη γεύση της. Γιατί ένας ένας οι νεκροί στριφώνουν το μέσα μας. Μας ελευθερώνουν σιγά και βασανιστικά απ’ τη γητειά της ευκολίας. Απ’ την ξεγνοιασιά και την αδιαφορία. Σκηνογραφούν τη μνήμη και φωτίζουν τη φαντασία. Οι νεκροί μάς κάνουν δημιουργικούς. Μάς απευθύνουν το λόγο συνωμοτικά, με όλη την έπαρση αιωνιότητας που τους έχει κληροδοτήσει ο θάνατος. Είναι μες την κοιλιά μας οι νεκροί. Μέσα στο κάδρο της μονίμως βουρκωμένης κρίσης μας. Σκόρπια ύλη που κλιμακώνει το λογοτεχνικό συναίσθημα και τον ποιητικό βερμπαλισμό του ανεόρταστου βίου. Οι νεκροί δεν βασιλεύουν και δεν ανταγωνίζονται. Τρώνε το φαγάκι τους στον κάτω κόσμο της σαδιστικής μας φαντασίας. Πίνουν τον καφέ τους υπό το φως κάποιου ξένου ήλιου. Είναι αυτοί που δεν έχουν πια εξουσία και γι’ αυτό μας εξουσιάζουν. Αυτοί που έγιναν σκόνη μέσα στην αρμονία των ουράνιων αριθμών. Αυτοί που στα δύσκολα, γίνονται δροσεροί επίδεσμοι, πάνω στη χαίνουσα πληγή της ζωής.

Ο καλός άνθρωπος

Head in the Clouds

Ένας βραζιλιάνος ποιητής ο Λέντο Ιβο λέει πως, ο καλός θαλασσοπόρος κάνει πάντα δύο ταξίδια σε κάθε ταξίδι του. Εμείς γνωρίζουμε το ένα, αυτό για το οποίο μας πείθουν τα γεγονότα. Ε λοιπόν, αυτό συμβαίνει και στη ζωή. Ο καλός άνθρωπος ζει πάντα δυο ζωές σε κάθε ζωή του. Εμείς γνωρίζουμε τη μία, αυτή για την οποία μας πείθουν τα γεγονότα. Η άλλη είναι τόσο κρυφή αλλά και τόσο φανερή που κάποιος μπορεί να την αμφισβητήσει. Είναι μια ζωή στο όριο και μια ζωή έξω απ’ τις παλινωδίες του βιοπορισμού. Ο καλός άνθρωπος δεν κάνει αγαθοεργίες. Τις παλεύει. Δεν σκουπίζει τον κώλο του με χαρτονομίσματα και δεν ανοίγει σαμπάνιες στο σκυλάδικο. Δεν πιστεύει στον ανθρωπισμό αλλά στον άνθρωπο. Ο καλός άνθρωπος κρατάει ζωντανή την ανθοφορία της επικοινωνίας. Φτιάχνει συλλογικότητες όχι για να πολεμήσει άλλες, αλλά για να στηρίξει τον εφαρμοσμένο κοινωνισμό δηλαδή την αλληλεγγύη και τη χαρά της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα. Ο καλός άνθρωπος τις μεσαίες σελίδες του Βήματος και της Καθημερινής με τους βασιλιάδες και τους προέδρους των κρατών τις βάζει στον πάτο απ’ το κλουβί για να χέζουν τα καναρίνια. Όμως ο καλός άνθρωπος στη δεύτερη ζωή του δεν κάνει ούτε αυτό. Ανοίγει το πορτάκι για να φύγει το καναρίνι. Και πάει αυτός στο μέγαρο των καναρινιών με την καλή του. Και ξαπλώνει κάτω απ’ το δέντρο της γνώσης που είναι το δέντρο της ζωής. Ο καλός άνθρωπος βγάζει το βρακί του και τα σκήπτρα της κοινωνικής του ταυτότητας. Τα φίμωτρα, τις απόψεις των εφημερίδων, τα ευαγγέλια των νικητών. Ο καλός άνθρωπος προσεύχεται δια παντός στο υγρό εικονοστάσι της καλής του.

Όμορφος κόσμος ηθικός, ιδιωτικά πλασμένος!

omorfo

Για να καταλάβεις τι φασιστολόι κρύβει κάποιος πρέπει να του αναστατώσεις λίγο τις ιδέες και τον τρόπο που βιοπορίζεται. Ο λεγόμενος ιδιώτης βγάζει αγκάθια. Κρατά εσόδων εξόδων κι έχει μίσος για το υπαλληλίκι. Η ύπαρξή του συνοψίζεται στα πλήκτρα της ταμειακής μηχανής. Θεωρεί πως είναι ο μαστός που δίνει γαλατάκι στην κοινωνία. Η κιτσαρία της σεμνότητάς του έχει υψηλό βαθμό πολλαπλότητας. Παραληρεί όταν η κουβέντα έρχεται στις νόρμες και τα κεκτημένα κατακτήσεων. Οι αγώνες, οι μάχες, οι εμφύλιοι πρέπει να μείνουν ως στάμπες σε μπλουζάκια η ως στεγνωμένες ουτοπίες σε ντι βι ντι. Ο ιδιώτης έχει την ιδιωτία κορώνα στο κεφάλι του και την αγορά θυγατέρα, έτοιμος να την προστατέψει με τη ζωή του απ’ τους κακόβουλους δούλους εργάτες. Ψάχνει τον αντίπαλο αλλού. Όχι στον καθρέφτη του. Βγάζει σπυριά όταν ακούει για παροχές κοινοτισμό και μεθυσμένους κατωτέρων τάξεων. Αυτός διαχειρίζεται τον αλκοολισμό του στο ρετιρέ ή στη μεζονέτα κι όχι στα ουζερί και τις πάμπες. Έχει πάντα μαζί του ραβίνο συνεργάτη για να κρατιέται δημόσια και να δίνει εικόνα οργανωμένου βαθιά. Έχει έμβλημα το λογότυπο της επιχείρησης. Το πηγαίο τσιτάτο του διαφημιστικού. Θέλει πελάτες για να χτίσει το σωβινισμό της μοναδικής του περίπτωσης. Το μέτρο της διαφορετικότητάς του είναι τα φράγκα. Περίτεχνο σπίτι, έργα τέχνης, υπονοούμενα, συμμαχίες για να ξεχωρίζει από πλέμπα, μαστόρια, μισθωτούς, χαμάληδες. Είναι ο στρατός του Λοβέρδου και του Βορίδη. Ο χαϊδεμένος των καθεστώτων. Ο πατριάρχης της συναλλαγής. Ο ακομμάτιστος αλλά βαθύτατα κομματικός που μπερδεύει δολίως την ελευθερία του ανθρώπου με την ελευθερία της αγοράς. Το σκέλεθρο που θέλει να ξεχαρβαλώσει την εργασία. Που δίνει εφτά ευρώ την ώρα στον υπάλληλο καθηγητή τού φροντιστηρίου του ή δεν επιτρέπει στην πωλήτρια τού μαγαζιού του να καθίσει σε καρέκλα. Όλα κρίνονται. Όλα αξιολογούνται. Αξία έχει ότι φέρνει κέρδος. Μαθαίνω με τα λεφτά μου. Γαμώ με τα λεφτά μου. Χύνω με τα λεφτά μου. Τα λεφτά μου για να αγοράσω λίγη άβυσσο βαρβαρότητας. Για να λαδώσω, να βάλω άλλους να μου ξεσκατίσουν το παιδί και το γέρο. Η δουλεία δεν είναι ντροπή αλλά εσύ κερατά γύφτε θα μου μαζεύεις τα σκουπίδια. Εσύ βουλγάρα σκύλα θα με ξεκαβλώνεις. Εσύ νέγρο χιμπατζή θα με διασκεδάζεις. Τώρα πια τέλειωσαν οι κομουνιστικές σας μαλακίες, τα εφάπαξ, οι αποζημιώσεις, τα θωρηκτά Ποτέμκιν, ο Σοστακόβιτς. Τώρα δουλεία και σκυλάδικο. Ζήτω το υγιές πασόκ, η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Καρατζαφέρης. Ζήτω η αμερικανική πρεσβεία. Οι γερμανοί που θα μας βάλουν σειρά. Ζήτω το Νατο που θα φέρει δημοκρατία και φτηνό πετρέλαιο στα ρεζερβουάρ του πολιτισμού. Ο Εβραίος νερουλάς που πάει να ξεδιψάσει τα ορφανά της Λιβύης. Ζήτω η Άννα, ο Αντρέας, οι στελεχάρες. Οι χαφιέδες με τα λεφτά του μπαμπά. Ζήτω οι γενίτσαροι, οι προϊστάμενοι, τα υποπόδια, οι διευθυντές, οι σύμβουλοι. Ζήτω οι μή κυβερνητικές της κυβέρνησης. Ζήτω ένδοξε ελληνικέ λαέ θυμωμένε αγανακτισμένε που αγανακτείς και θυμώνεις μετά τη δουλειά αφού υπηρετήσεις τη μισθωτή σου σκλαβιά.

Η αρχαιομαλακία ως επιστήμη

arkaio

Όταν οι κυρίες και οι κύριοι του καλού κόσμου τελειώνουν το γεύμα τους και τακτοποιούν τις ελεημοσύνες τους αρχίζουν να φιλολογούν και να στοιχηματίζουν. Από το γήπεδο μέχρι τους μπαζωμένους θολωτούς τάφους, η κοινωνία του θεάματος επιτελεί το ιερόν της καθήκον. Ο χορτασμένος μεσαίος όχλος αρματωμένος με κρατική εκπαίδευση και ιερό ορθόδοξο παροξυσμό, τώρα τρυπώνει στα λαγούμια των αρχαίων. Εκεί που το σκληροτράχηλο βυζί της κυρίας εφόρου αρχαιοτήτων και το μαρκούτσι του δαιμόνιου απλήρωτου ρεπόρτερ κάνει πολιτική.

Εκεί που κάποτε μεγαλούργησαν οι σφαγές και οι δόλιες βασιλείες τώρα η σκαπάνη της αμεριμνησίας βρίσκει στόχο. Οι καναλάρχες τρίβουν τα χέρια τους και οι ντόπιοι φτωχοδιάβολοι ετοιμάζονται να αναβαθμίσουν τα καφέ μπαρ και τις ψησταριές σε γκουρμεδάδικα για βιτσιόζους γερμανοδανούς αρχαιολάτρες με φράγκα. Φιλόλογοι φροντιστές, ακαδημαϊκοί και διανοούμενοι, βρίσκουν μια ζεστή περιστρεφόμενη πολυθρόνα στα χειμερινά ανάκτορα της νεριτ για να αποθέσουν την πορδούλα τους. Οι καυλοπυρέσουσες νοικοκυρές συζητούν στα μπαλκόνια για τον Αλέξανδρο και τη Ρωξάνη, οι μπούκερς στήνουν στοιχήματα.

Εδώ, μια νέα κοσμική αυταπάτη γεννιέται με τα υπολείμματα ενός πολιτισμού που θάφτηκε μέσα στη λάσπη της ιστορίας. Τώρα που ανέλαβαν οι κρατικοί τυμβωρύχοι με τις μπουλντόζες τους, ψάχνοντας μανιωδώς για πολύτιμα τιμαλφή, δηλαδή για λίγη πρέζα εθνικής υπερηφάνειας, όλα θα βγουν στο φως. Λιοντάρια, καρυάτιδες, φαντασιώσεις. Όλες οι οδύνες των σκοτωμένων και όλες οι κούφιες ρητορείες των νικητών. Εδώ, θα βαρέσει φλέβα χρυσού ο γκασμάς. Και η τελική άποψη θα λέει πως οι Έλληνες όταν ομονοούν βγαίνουν νικητές. Και πως κάθε ένδοξος θολωτός τάφος που στεγάζει μέσα του ένδοξα βασιλικά αρχίδια και σπουδαία πριγκιπικά μουνιά χτίζεται με θυσίες.

Αλήθεια πόσοι γαμήθηκαν για να χτιστεί αυτό το κωλομνημείο και πόσοι θάφτηκαν λίγο πιο δίπλα, πρόχειρα και μουλωχτά, χωρίς τιμές και χωρίς ταφόπλακα; Πόσοι θάβονταν ομαδικά σε πρόχειρους τάφους κοντά στα κολοσσιαία μνημεία των βασιλιάδων τους και ψόφαγαν σα σκυλιά απ’ το βούρδουλα του επιστάτη;

Απ’ τις ένδοξες πυραμίδες-που ένας ολόκληρος λαός ξέσχιζε τον κώλο του μια ζωή για να τις κατασκευάσει, ώστε να κοιμηθούν εν τιμή και ειρήνη αιωνίως οι δυνάστες του-,μέχρι τα ένδοξα έθνη κράτη που βατεύει με την υπερψωλλή του ο κύριος καπιταλιστής, οι άνθρωποι γυρνούν να ακουμπήσουν στο παλιό και το φθαρμένο. Μέσα απ’ την υπεραξία των ερειπίων ελπίζουν πάντα να καλύψουν το μεγάλο τους κενό.

Ποιος αλήθεια αρχαιομαλάκας φαντασμένος νεοέλλην θα πήγαινε να δουλέψει στα κάτεργα ενός υπερμεγέθους τάφου και ποιος θα έστελνε το παιδί του πεσκέσι στον ψόφιο Φαραώ Σέσωστρις που ήθελε μαζί του φρέσκια νεανική σάρκα για να ταΐσει την κτηνώδη ματαιοδοξία του; Πραγματικά κανείς αρχαιομαλάκας δεν θα ήθελε να ζει εκείνη τη φριχτή εποχή. Κανείς δεν θα αναπολούσε αυτή τη μακρινή αρχαία αθλιότητα, αν σκεφτόταν με το μυαλό κι όχι με τα ένδοξα ελληνικά του αρχίδια.

Ποιος θα αφιέρωνε τη ζωή του για να χτίσει αυτή τη σπουδαία άχρηστη μαλακία; Αν δεν πάψουν οι θλιβεροί συμπολίτες, σα χάνοι να αναμασούν την πεθαμένη αρχαιότητα και να υπερηφανεύονται για την ένδοξη νεκροφιλία τους, δεν θα βρουν ποτέ την αλήθεια και την πραγματική υπερηφάνεια. Θα σέρνονται με τη μαγαρισμένη τους εξουσία και τους διορισμένους απ’ το εξωτερικό εγχώριους σωτήρες στα σφαγεία του νάτο, μακελεύοντας άλλους λαούς που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι.

Απ’ τη μια θα ψηφίζουν τους νενέκους και απ’ την άλλη θα τους ξορκίζουν με χωριατοφασισμό και λοστάρια. Απ’ τη μια θα γκρινιάζουν για τον πετσοκομμένο μισθό κι απ’ την άλλη θα φουσκώνουν σαν παγώνια μπροστά στην αρχαία ένδοξη σπορά ερειπίων. Μπροστά απ’ τις ακρωτηριασμένες κόρες απ’ τις Καρυές της Λακωνίας που οι βασιλιάδες έχρισαν κολώνες για να βαστούν τις στέγες ενός ετοιμόρροπου κόσμου.

Η Χώρα μου

ixor

Ζω σε μια χώρα σχεδόν ισλαμική, με φανατικούς χριστιανούς, που αύριο μπορεί να γίνουν χίτες, γερμανοτσολιάδες, λογοκριτές. Εδώ, που οι ξιπασμένοι παπάδες, στήνουν μεγάφωνα έξω απ’ τους ναούς για να ακούγεται η λειτουργία τους στο υπερπέραν. Για να σκεπάσουν το αηδόνι και το κελάρυσμα του νερού. Για να φιμώσουν τον κυριακάτικο ερωτικό οίστρο του νοικοκύρη που τόλμησε να έχει καύλες.

Ζω σε μια χώρα που βασιλεύει η αυθάδεια της υπερβολής. Απ’ την ακραία ζωώδη χαρά στην κατάθλιψη κι απ’ την απόλυτη ομορφιά του τοπίου στα σκατά. Απ’ τις επαναστατικές ιαχές των καφενείων στα δουλικά σπασίματα της μέσης. Κι απ’ το αρχαίο ένδοξο κλέος στο ξεπούλημα της αγοράς. Εκεί που η σκοτεινιά της συναλλαγής του πλούτου με τους πρόθυμους ανθρωποδιορθωτές καρπίζει πόνο, δυστυχία, γρίνια και συστημικούς στοχαστές.

Ζω σε μια χώρα που έχει χάσει το μέτρο προ πολλού και επιτρέπει στους δυνάστες της, με πανηγυρικό τρόπο να της πασπατεύουν τα κωλομέρια. Ζω σε μια χώρα όπου πολιτική διακονούν οι γραμματιζούμενοι ηλίθιοι του εθελοντισμού και των δράσεων. Ζω σε μια χώρα με οθόνες και κάφρους που περιμένουν να δούνε μπάλα και μόνο μπάλα. Με ανθρωπόμορφες μαϊμούδες που νομίζουν πως το σκυλάδικο είναι παράδοση και η μαγκιά ελληνική πατέντα.

Ζω σε μια χώρα που την ξεπάστρεψαν οι νεοέλληνες, αναθέτοντας την καταστροφή της στους βλαχοδήμαρχους. Ζω σε μια χώρα όπου εκπαίδευση σημαίνει πρωινή προσευχή, μάντρωμα, παρελάσεις, στρατωνισμός. Ζω σε μια χώρα όπου ο γυμνισμός είναι παράπτωμα και η ζωή στη φύση ποινικό αδίκημα. Σε μια χώρα με ξαπλώστρες και ομπρέλες φυτεμένες στα ιδιωτικά χοιροστάσια της παραλίας. Ζω σε μια χώρα που έχει πάνω απ’ το μισό πληθυσμό της στοιβαγμένο στις τσιμεντένιες φαβέλες των Αθηνών.

Σε μια χώρα όπου κουρδισμένοι άνθρωποι κόβουν απ’ το ψαχνό τους για τον έμπορα. Ζω σε μια χώρα που κλειδώνει τα παιδιά της στα διαμερίσματα για να μη γίνουν πούστηδες ή ναρκομανείς, αλλά τα μετατρέπει με τον πιο ανήθικο τρόπο σε πρεζάκια κατανάλωσης πλαστικής σαβούρας. Σε παπαγαλάκια κάθε αστραφτερής αυταπάτης με γκόμενες, εξοχικό και λεφτά. Ζω σε μια χώρα που ο πλούτος της μεταφράζεται σε λεφτά, αξιοποίηση, ανάπτυξη, εκμετάλλευση, αγορά.

Ζω σε μια χώρα όπου οι κουράδες των πολιτών της καταλήγουν στη θάλασσα. Ζω σε μια χώρα που ταΐζει τα παιδιά της με κουράδες. Με πρόχειρο φαγητό, πρόχειρο ερωτισμό, πρόχειρο βιβλίο, πρόχειρο γιατρό. Ζω σε μια χώρα που κάθεται σούζα μπροστά στα σαγόνια του ιερατείου και μπροστά στις βουρδουλιές του Κυρίου ημών κεφαλαιοκράτη. Ζω σε μια χώρα που έχει μονίμως κατεβασμένες τις τέντες για να μη φαίνεται απ’ τον απέναντι, που έχει κι αυτός μονίμως κατεβασμένες τις τέντες για να μην φαίνεται απ’ τον απέναντι.

Ζω σε μια χώρα που σκάβει με μανία για να βρει τους σάπιους ένδοξους βασιλιάδες του παρελθόντος, αλλά πετάει χαιρέκακα τα παιδιά της στην απλήρωτη εργασία της χαλυβουργικής. Ζω σε μια χώρα όπου οι λαλίστατοι κυβερνητικοί συνδικαλιστές και οι προστάτες της εργασίας γίνονται εν μια νυκτί παλλακίδες του Λάτση. Ζω σε μια χώρα όπου οι δημοκράτες φιλελεύθεροι καλλιτέχνες της γαντζώνονται στον υπερφαλλό του κυρίου εφοπλιστή.

Ζω σε μια χώρα όπου ο άνεργος ψηφίζει χεσμένος τη δεξιά, αχνίζοντας αυτό τον πατρικό φασισμό του τηλεοπτικού σαγηνευτή. Ζω σε μια χώρα που ψευτοζεί μαϊμουδίζοντας τους ξένους. Ζω σε μια χώρα με φαντασμένους ανθρώπους που πιστεύουν ότι θα τη σκαπουλάρουν. Ζω σε μια χώρα που θέλει να πουλήσει το νερό και τον ήλιο για να αγοράσει μεταξωτό βρακί και πόρτα ασφαλείας για να ασφαλίσει την παρακμή της.

Ζω σε μια χώρα που ψάχνει κάποιον άλλο να τη σώσει απ’ τον κακό εαυτό της κι απ’ τους ταλαντούχους δυνάστες της.

Σου γράφω γράμμα πάλι

gracq-dark-stranger

Σου γράφω γράμμα πάλι.
Εγώ, ο ζητιάνος της αγάπης.
Εγώ που δεν έχω διαβάσει
την Ιλιάδα ολόκληρη και
προχωρώ ανειδίκευτος και
τσαλακωμένος και προχωρώ
ανατέμνοντας τρίχες τού
εφηβαίου, με τρόπο εξόχως
ποιητικό στην ηλεκτρονική
κοιλίτσα της χώρας μου
και στου σύμπαντος το αδηφάγο
Μέγα Τίποτε. Εκεί που η τρέλα
σουλατσάρει σα μαινάδα και
ο κωλοπετσωμένος σάτυρος
εαυτός ταχυδρομεί εκλάμψεις,
γαυγίσματα σκύλων, φαρμάκια
στους εκδότες του Κάτω κόσμου.
Τώρα μπορώ και σου γράφω
ανισσόροπα κουτσομπολιά.
Ρουφιανεύω τις καύλες μου,
τα νεοσσά κύτταρα που δε
σακάτεψε η βιοπάλη. Τώρα
μπορώ και σου γράφω.
Κι όσο μπορώ θα σου γράφω.

Τα ζουμάκια της νύχτας

tazoy

Δουλεύω μετά μουσικής και χωρίς ωράριο.
Θρηνεί η θυγατέρα μου το μπαμπά της
που αβγάτισε τα νυχτέρια.
Βγάζω νυχτόβιο πόθο, ψαχνό.
Ποίημα ευάερο και ευήλιο εν μέσω σκότους.
Τζάμπα θα το χαρίσω στους αναγνώστες το πρωί.
Μέσα απ’ τα καλώδια θα περάσει
τόσος αδέξιος λυρισμός
τόση λαθραία λίμπιντο.
Τα ζουμάκια της νύχτας.
Κορμάρες που με άφησαν νηστικό.

Αχ αυτή η παραδείσια πλήξη του λοξού που γράφει
κι αχ αυτός ο νικητήριος χαμός.
Θολώνω τα νερά σου κι άλλο χαλασμένε κόσμε
εγώ ο σάτυρος που κάνω τις ξεφτίλες ποίημα
εγώ που στριφώνω στο φουστανάκι της πυρκαγιές
και στο μέσα έρεβος σπέρμα αθώο.
Χύσια.

Pop-corn

DSC_8155ret2printfinal2.jpg.2048x1566_q90

Τώρα διαβάζω κάτι έξοχες ποιήτριες
που με βάζουν στη μπανιέρα τους
και στο μουνί τους. Μελωδικές, που
ξέρουν τα χούγια ενός αρσενικού και
ροκανίζουν με τη σκυλίσια τους
τρυφερότητα το σαράβαλο λυγμό μου.
Διαβάζω τα υγρά τους εις την διαπασών
τη μανία τους εις την νι. Τα αμετάδοτα
νοήματα. Αυτά που θέλουν να πουν στο
αυτί δαγκώνοντας λαίμαργα, αυτά που
θέλουν να ουρλιάξουν με τα νύχια.
Λεξούλες ανυπακοής, τιμητικά λογάκια,
καρδιοχτύπια άτρωτα. Ψηλαφώ στα
σκοτεινά το σφυγμό τους, τον αποχρώντα
λόγο. Στο μεδούλι τους φτάνω. Εγώ
ο υπέρτατος κριτής. Ο χωροφύλαξ
της γύμνιας.

Κύριε θάνατε, Monsieur Cannibal

kirie

στο Βάσο Γεώργα 

 

Κύριε θάνατε, Monsieur Cannibal
είμαι το παιδάκι των βροχερών σου Κυριακών.
Ο τύπος που λαχτάρησε,
από στοχαστές και μουνάρες.
Κύριε θάνατε φραξιονιστή, προπέτη,
μέχρι στιγμής
αράζω ξέγνοιαστα το κορμί μου στο ταψάκι της άμμου.
Μέχρι στιγμής
σε βλέπω να παίρνεις μαζί σου άλλους και σε χαίρομαι.
Σε καμαρώνω όπως παιδί τον πατέρα που νικάει τους κακούς.
Σε νοιώθω, εγώ ο μελλοθάνατος
με τα άπειρα μηδενικά αιωνιότητας.
Κύριε θάνατε που σου δίνω φωνούλα και φιλί ζωής
και σου προσφέρω κιμωλία, να γράψεις
στο μαυροπίνακα της ψυχής μου βρομόλογα.
Κύριε θάνατε που μυρίζεις σκόρδο και δεντρολίβανο
στο δρόμο για την κουζίνα
σ’ έχω έτοιμο πάντα να σε βάλω στο ποίημα.
Φρέσκια ώχρα πένθος πιασάρικο ποιητικό.
Ω, με σένα θα πάω αδιάβαστος
με ολίγα σκύβαλα στο εντεράκι μου, κύριε θάνατε
που σε κουρδίζω, εδώ, στη βάρδια της αγρύπνιας.

Το γένος μας θα τα πάρει στο κρανίο κάποτε

mm5

Το γένος μας θα τα πάρει στο κρανίο κάποτε.
Η ελληνική μας φυλή θα το σκάσει για το διάστημα.
Σε μέρη εξωτικά στο γαλαξία, μεταξύ Σελήνης και Ταϊτής.
Εκεί που δεν έχει παπάδες αλλά γυμνιστές.
Iεροκήρυκες που δε βγάζουν λέξη και νόημα.
Κοπέλες με το αλατάκι της Γης
αγόρια με ξένοιαστες ψωλές
γέρους με μαύρο μουστάκι και ψευδαισθήσεις
μαστουρωμένους από μανιτάρια και πάχνη.
Το γένος μας θα τρυπώσει στο παχνί του.
Η ελληνική μας φυλή θα ξαναβγεί στις αγορές του έρωτος.
Θα αγοράζει φιλιά με αγάπη και αγάπη με χάδια.
Θα πουλάει τρυφερά κουτσομπολιά στα λαίμαργα αυτάκια.
Θα βαράει τα σήμαντρα η γλώσσα.
Η κλειτορίς θα γίνει βασίλισσα των αγγέλων.
Το γένος μας θα αφανίσει δια παντός το Ισλάμ
το δωδεκάθεο, την ορθοδοξία,
τ’ ακριβοπληρωμένα τσιμπούκια στις βίλες των εφοπλιστών.
Tις ακαδημίες.
Το γένος μας θα ξαναφέρει πίσω το σεξ
που άλειψαν οι Φράγκοι με φράγκα.
Το γένος μας θα καταργήσει τα γένη και τις φυλές.
Σ’ έναν άλλο πλανήτη μακριά, χωρίς εργοστάσια και τανκς
χωρίς σι αι ει εφ μπι αι αι μπι εμ μπε εμ βε
χωρίς εμάς τα βαποράκια της πρίζας,
χωρίς εμάς τα ματαιόδοξα ποιητάκια,
τους αυτοαναφορικούς.
Τις μούτες που μας αραδιάζουν τη μοναξιά και τον πόνο τους
για να πάρουν βραβείο.

Στην κόψη της αϋπνίας

home1

Σήμερα θα τα πω όλα όπως και χθες.
Θα διατυμπανίσω ζήλιες και τρύπιες
δεκάρες. Θα γράψω στον κόρφο της
μανούλας μου γράμμα, να θυμηθώ τα
παλιά. Θα το σκάσω με την πρώτη
όμορφη λύκαινα που θα βρω στο δάσος.
Σήμερα θα κάνω τρέλες για να βουλώσω
στόματα και να τραντάξω νυχτικιές. Να
λυσσάξουν οι χωριατοπούλες που παίρνω
μάτι εκ γενετής. Για να λυσσάξουν τα
βυζάκια που αγκαλιάζουν τα βιβλία μου.
Ω αϋπνία που κόβεις με το ψαλιδάκι σου
λεξούλες παρελθόν αποκόμματα έρωτος.
Ω αϋπνία γυμνούλα έναστρη νύχτα και
βροχή στα μαλλιά της. Ω αϋπνία φιλενάδα
πιστή, το φιλί εκείνης γλίστρησε απ’ το
τρύπιο σακούλι της μνήμης, για πάντα.

Στομάχια

stoma

Επιμένω πως η φτώχεια είναι αποτέλεσμα της αδιαφορίας των φτωχών για τη φτώχεια τους. Δεν υπάρχει εδώ ευθύνη σε τρίτους. Κανένας ηγετοτραφής γραμματέας κόμματος και κανένας σούπερ σταρ αριστερός νεανίας δεν μπορεί να γίνει ο σωτήρας των φτωχών. Ο φτωχός είναι αποτέλεσμα κηδεμονίας. Είναι ο υπέρ τρίτων διαθέσιμος που καταπίνει τη μεταλαβιά και τα σκατούλια του ιερατείου. Αυτός που συντόνισε τον πόνο του με τον κερδώο μπόγια της μιας και μοναδικής άποψης. Ο φτωχός για να πάψει να είναι φτωχός πρέπει να κατακτήσει την ηδονή της ελεύθερης σκέψης. Όχι να εκφράζει τη γκρίνια του και να συγχωρεί από φόβο το δυνάστη του, αλλά να προκαλεί γεγονότα. Να μην βολεύει την αφροδίσια οδό με υποκατάστατα και να μην καταναλώνει τα σκουπίδια που τού προσφέρει, ως περίσσευμα, η αγία χείρ της αρχιεπισκοπής. Ο φτωχός του δυτικού κόσμου ερωτοτροπεί με την λαιμαργία του μικροαστού. Του μικροαστού που είναι μπογιατισμένος με πλαστική ευδαιμονία και πρόσφορα για να κρύψει τη φτώχια του. Του μικροαστού που τού σηκώνεται όταν ακούει για ιδιωτική πρωτοβουλία, εταιρία, νατο, εοκ. Του μικροαστού που όταν βγαίνει για λίγο απ’ το μαντρί του παθαίνει μαλάκυνση ψυχοπάθειες καρκίνους. Του μικροαστού που ο καθαρός αέρας τού προκαλεί δύσπνοια. Ο φτωχός γίνεται ουρά αυτού του μαλάκα που επάνδρωσε τη σκατούπολη των Αθηνών και νιώθει αυτό το ντελίριο επιστροφής στην κοιλιά του σούπερ μάρκετ. Ο φτωχός μόνο μαζί με τους άλλους φτωχούς θα λύσει τη φτώχεια του. Και κατάργηση της φτώχειας σημαίνει κατάργηση του πλούτου και της χλιδής. Κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς και της επιδοτούμενης ανεργίας. Κατάργηση της δουλικής πίστης στους θεούς και στους άρχοντες. Κατάργηση κάθε θεσμοθετημένης βεβαιότητας και κάθε υπαρξιακής απρέπειας. Κάθε διορισμένου καθοδηγητή τσοπάνου και κάθε βλαμμένου υπερήφανου πεζοναύτη που χαϊδεύει την ξιφολόγχη του κι όχι το κορμάκι μιανής.

Θεωρία Παιγνίων

ueo

1

Δεν χρειάζεται να τα πεις όλα.
Ο χορτασμένος με ωδές θα σε ξεκοιλιάσει.
Κυρίως οι πουτάνες έχουν ωραία δάχτυλα.
Η μυθοπλασία γυμναστική συναισθήματος είναι.
Το τέλος τελειώνει μοναχικά, όπως ο δήμιος.
Η πίστη δε θα σε σώσει πιστέ μονάχα η ποίηση είναι εδώ και οφείλεις να τη γευτείς.
Ο μεγαλοδύναμος ολιγωρεί.
Σηκώνει όμως με στρατηγική υπέρμαχη τα φουστανάκια.
Οι κομπλεξικοί προασπίζουν αξίες.
Χεράκια χιονισμένα απ’ το χιόνι και ψιχαλισμένα απ’ τη βροχή.
Η φωνή της δεν ξαναγύρισε δεν έφυγε δεν ήρθε δεν
Ξίνισε ο σουρεαλισμός και τα περιοδικά του τα μαγάρισε η Δεξιά.
Είναι βούλιαγμα στον περασμένο καιρό οι αναμνήσεις.
Με το τσίπουρο και τα άφιλτρα και τους σκοτωμένους όλους.

 

2

Το στόμα σου εγκυμονεί. Και το βρίσκω έτοιμο να ξεράσει πολλά.
Η γλώσσα χρειάζεται υγρά και τα υγρά γλώσσα.
Σκέφτομαι την αγκαλιά του Ηλία Λάγιου.
Τον ευσπλαχνικό αλκοολισμό που προσηλυτίζει τους δαιμόνους.
Παραμονή κοιμήσεως του αιδοίου. Κι ο φαλλός δεινός καθαιρεμένος και ικέτης.
Πάντα μια γυναίκα ξεσκάβει το νόημα.
Τόσοι και τόσοι εγίναν ποιητές για να δελεάσουν το μουνί.
Κι ο τσακισμένος ερείπιο σβησμένης δόξας.
Ένα μεγαλείο από πένθη.
Ένας μαστραπάς με λουλουδάκια και μουχλιασμένο νερό.
Μακριά από μας η διανόηση.

 

3

Δεν έχω και δεν είμαι.
Και δεν υπάρχει κριτής να εξαργυρώσει τα κρίματα.
Καυλώνω πεπτωκός.
Και καυλώνω θαμμένος στο κρεβατάκι μου.
Ο γάμος φορτωμένος ψώνια και φάρμακα.
Η αρχαιότης είναι το υπόθετο του έθνους.
Οι γενναιόδωροι οργασμοί σου με αποκοίμισαν.
Οι ορισμοί δεν έχουν αξία. Οι ορισμοί αξιώνουν.
Όλοι στον τόπο τους γυρίζουν να πεθάνουν.
Ο φιλελεύθερος παπάς είναι ύποπτος κι ο φιλήσυχος πολίτης αρπαχτικό.
Μάθε να μεθοδεύεις τη φτηνή χυδαία τάξη των μικροαστών.
Τα παιδιά τους που έχουν όνειρα με σαγιονάρες.
Τα φιλιά τους που μυρίζουν αντισηπτικό.
Τα αιδοία τους που είναι το μέσα έξω.

 

4

Ακούω απαγγελίες και φρίττω.
Περιμένω αυτό που περιμένω πάντα και.
Ο λαός δεν είναι λαός μου.
Μην σκανδαλίζεστε αδερφοί! με τα χυτά μπούτια.
Οι αγενείς χλευάζουν τη γυναίκα φανερά και.
Κρυφίως αυνανίζονται.
Ασπαστείτε τον προτεταμένο κρίνο μιας κυράς.
Ακόμα και τα δέντρα υπαινίσσονται θηλυκότητα.
Τα κοριτσόπουλα εκβάλουν το φόβο του θανάτου.
Μουσκεύουν το υπερπέραν με τη δεινή τους δεκτικότητα.
Με το μπαλτά της ομορφιάς.
Θα γίνουμε κάποτε το αίμα της αγάπης τους.
Ο θυμός του κορμιού τους.

Μνημόνια έρωτος

6

Μνημονεύω μνημόνια
έρωτος και βάζω το χέρι
μου στη σχισμένη μου
τσέπη. Αδιόρθωτος, θα
το γυρίσω πάλι στην
ποίηση, θα βάλω στο
μούσκιο την καρδούλα
σου, ερωμένη που χάθηκες
στο υπερπέραν και
παντρεύτηκες χασάπη
εργολάβο ιατρό κι άφησες
αξέσχιστο εμένα στην
υστεροφημία μου, με όση
ανεκπλήρωτη τρομάρα
αντιστοιχεί στη φωνή μου,
με όση ληθαργική έκσταση
αποκοιμίζει το νυχτοφύλακα
σπασμό. Μνημονεύω
μνημόνια έρωτος, σαν
κύκνος μπροστά στο σκιερό
καθρέφτη του θανάτου, τώρα
που ξέπεσα στις τέχνες και
τα γράμματα και το μαύρο
χιούμορ, τώρα που βλάστησα
ξέφρενη τρέλα και απαιτώ
επίδομα αλητείας απ’ το κράτος
και καύλα ασύστολη απ’ την
κυρία υπουργό του τουρισμού,
με τα φοβερά ταγιέρ και το
γαλανόλευκο ζουμάκι με τα
υπέροχα μαλλιαρικά ελληνικά,
τα ξαναμμένα υπερκόσμια
βυζάκια, που φέρνουν ξένους
στους Δελφούς και στην Πυθία.
Τα πλοία της γραμμής που μετα-
φέρουν γαλλιδούλες ώριμες στις
Κυκλάδες, που δεν καταλαβαίνουν
γρι ελληνικά, λογοτεχνία, ποίηση,
αντάρτικο. Χούντα, μεταπολίτευση,
απλήρωτη εργασία.

Παντρειά στα Όχθια

pant

Ιδού, εδώ, δημοσιεύω
το χνώτο σου. Φύση με
το φυσερό. Λύσσα τού
πρότερου έντιμου βίου
τώρα μαζεύω λεφτά για
να το σκάσουμε στον
αιώνα τον άπαντα. Τώρα
πουλάω βιβλία στα
σκοτάδια των φίλων.
Στο βαθύ λαρύγγι της
θεάς τρυπώνω. Στης
μούσας μου το κάτισχνο
κορμάκι. Με δόλο αφήνω
το φεγγαράκι λειψό και
το αστεροσκοπείο Αθηνών
στα χρέη. Ιδού, δορυφόροι
ωχροί και συγγενείς μου,
σκόρπιος, οπτικός τύπος,
καραδοκώ. Να τα βροντήξω
όλα. Νυφούλα απ’ τα Όχθια
να πάρω. Όχι Γκρέτα Γκάρμπο.
Αλλά γυμνούλα. Όχι
τσούχτρα. Αλλά εξωτικιά. Να
με κάνει φρέσκο κεραυνό ξανά
στον κρόταφό της. Στρατηγό
στο χωριό της. Να με κάνει
ξέγνοιαστο δαφνοστεφή
ποιητή στο μουνάκι της. Στο
κογκρέσο της να με κάνει
δραγουμάνο. Αγκομαχητά
να διατάζω. Κραυγές. Να
δίνω μάχες ως το κόκκαλο.
Να ρουφώ ρυθμικά το μεδούλι.
Το μέσα της όλο να στάζει
πάνω μου. Μπρούμυτα,
ανάσκελα, ζερβά. Ιδού, εδώ,
για σας δημοσιεύω το γιατρικό
για τη δύσπνοια, φιλόστοργοι
αναγνώστες. Ιδού, εδώ ο έρως.
Η παντρειά στα Όχθια.
Τα λυγισμένα πόδια.
Το στόμα. Τα φιλιά.
Τα μικροπράγματα.
Οι κρεμασμένοι τεντζερέδες
στην αυλή. Πάνω απ’ το
νεροχύτη. Εκεί στο
υπαίθριο κουζινάκι με το
αρχαίο πετρογκάζ που
περιμένει τη φωτιά για να
ταΐσει τα στομάχια της αγάπης.

Πρωινά Άνθη Ευλαβείας

aretes

Η πραγματική αρετή θέλει τον άνθρωπο χωρίς στολές και φκιασίδια. Όπως τον γέννησε η μάνα του. Η ψεύτικη αρετή που είναι αποτέλεσμα δόλου και σπουδής, θέλει τον άνθρωπο με κουστούμι, κελεμπία και αρχιερατική μήτρα. Ο ελεύθερος άνθρωπος από καταναγκασμούς και ιδεοληψίες και ωραίες μεταφυσικές αλυσίδες, είναι το έμβλημα της ευγενικής φιλίας, ενώ ο αρχιερέας και ο παπάς της μοναδικής άποψης είναι το αξιοσέβαστο τρωκτικό που ξεσχίζει ψυχούλες. Με συνοπτικές διαδικασίες ψυχικού πόνου κυριαρχεί πάνω στα ένστικτα και ξεχειλώνει με μιαν απελπισμένη ειρωνεία κι έναν σαγηνευτικό ποιητικό λόγο την διανοητική και ηθική ακεραιότητα των πιστών. Όπου υπάρχουν πιστοί φυτρώνουν ιερατικά σχήματα. Καρδούλες κάτω απ’ το ράσο και ολόλευκοι κύκνοι μαγαρισμένοι από μνησίκακη αγνότητα. Την αρετή των πιστών τη διαχειρίζεται ο μισαλλόδοξος διασκεδαστής, ο πολιτικός κατηχητής που φωσφορίζει μέσα απ’ την τηλεοπτική αδιακρισία. Αυτός που οδηγεί το κοπάδι. Ο τσοπάνος. Ο δάσκαλος. Ο προφήτης ποιητής που σαγηνεύει και λικνίζεται με τους αυλικούς του. Ο αγορασμένος διανοούμενος, ο πολιορκητής κάθε αμφιβολίας, που με το δεσποτισμό της σιγουριάς του μετατρέπει τον πιστό σε μια τραγική και εκδικητική καρικατούρα. Η κορύφωση του κοινωνικού πολέμου συσπειρώνει τους ιεροκήρυκες του κοπαδιού. Τους τελάληδες του βολέματος στη φτώχεια. Όλους τους αριστοκράτες κατασκευαστές κακομοιριάς της δεκάρας. Τους φιλόδοξους που ζουν αναπνέουν και πεθαίνουν μπροστά στον καθρέφτη τους. Παιδιά μου, εσείς είστε η γενιά του ανταγωνισμού. Τα τέκνα που μεγαλοπρεπώς θα φαγωθείτε μεταξύ σας. Εσείς που ανακυκλώνετε όλη τη σαβούρα του εκθεσά της γειτονιάς, καταπίνοντας αμάσητες όλες τις αυταπάτες, γοητευμένοι απ’ το μπριζωμένο πολιτισμό της αγέλης κι όχι απ’ τ’ άστρα. Μακελεμένοι απ’ την ασφαλή συνουσία του γιουπόρν κι όχι απ’ την αλήθεια ενός αληθινού γαμησιού. Σκασμένοι απ’ τη φιλία εξ’ αποστάσεως και την φαστφουντάδικη καύλα εξ’ Αμερικής κι όχι απ’ την επαφή και το χάιδεμα και το καθισιό σ’ έναν αγρό, στο χώμα, στα βουνά και τη θάλασσα. Νέοι εσείς, επικίνδυνοι, που σας ευνουχίζει νωρίς η μαμά-υπεραξία υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος εδώ, έτοιμος να γλυκάνει τα τρυφερά σας αιδοία. Υπάρχει ο λόγος που δεν είναι χαλκάς αλλά ταραχή. Υπάρχει αυτός που περνά ολοκληρωτικά απαρατήρητος, αλλά αφήνει μέσα στα ζεστά κορμάκια το σπόρο που θα ερεθίσει την περιέργεια και θα χορτάσει την καύλα.

Πειρασμοί

peira

Η δημιουργική γραφή είναι ας πούμε μια γυναίκα που κοιμάται, γελάει ή ψήνει καφέ. Ονειρεύεται γκόμενο και γάμο. Είναι γαμπροί πολλοί που μαζεύονται στο χείλος της γλείφοντας τη γύρη. Σούργελα που πήραν βραβείο. Μαρίκες και γιώργηδες που οδηγούν το ποίμνιό τους στον επόμενο αγρό. Εδώ έχει γέλιο παραδεισένιο. Αρκεί να διαβάσεις την πρώτη γραμμή. Ένας χαρωπός ορίζοντας από αγκαθάκια που σκάνε πάνω στη γλώσσα. Αφού δε σου βγαίνει ρε μαλάκα, κάντο χιουμοριστικό, όπως ο Πανούσης. Επινοήσεις, νεκρολογίες, ο κώστας είπε, η λίτσα έκλασε, ο μήτσος έχυσε. Μέντιουμ, χαρτορίχτρες και περιστατικά από δελτία ειδήσεων. Μεγαλόσχημοι με τριχίδια τσιγκελωτά που εξέρχονται απ’ τα ρουθούνια και πίνουν λούγκους στο Φίλιον. Παιδάκια που πήραν το χάρισμα κι ανέλαβαν εργολαβία Βιζυηνούς και Παπαδιαμάντηδες, έχοντας του Αλαφούζου την ευχή και του αφρισμένου ατλαντικού τα κύματα δει σε βιντεάκια. Που μάθαν την αλητεία παίζοντας γαλλικό σε σφαιριστήρια της Κλαυθμώνος, και σε κωλάδικα της Λένορμαν που επισκέφτηκαν με το μπαμπά. Γράφουν σα να γεννήθηκαν στο Κάνσας. Στήνουν τούβλα και νταμάρια για τους βιβλιόκαυλους, που περιστασιακά το παίζουν και σάτυροι, γλείφοντας βεβαίως το κωλαράκι κάποιας Κρεολής γραμματέως ή κάνοντας χρήση δικαιώματος σαγηνευτή. Αν αρχίσει κάτι να καίγεται κάνουν τον πυροσβέστη στο σκάι. Οι διανοούμενοι εν Ελλάδι είναι παιδιά της διαφήμισης του λουμίδη. Με λίγα ευρουδάκια γαμούν και τη μάνα τους. Κι όταν δε τους παίζουνε γίνονται αντισυστημικοί και συνασπισμός και σύριζα, αλλά όταν παίρνουν χαδάκι απ’ το συγκρότημα γίνονται πασόκ ασάλιωτο που φυλά Θερμοπύλες. Μελαγχολούν εύκολα στο ρετιρέ που τους δόθηκε και κατεβαίνουν στη Σωκράτους να μυρίσουν Σουδάν και βυζιά καλάσνικοφ και κύριο τέλει ανωμαλίαι με στραβοπατημένα ψηλοτάκουνα. Φωτογραφίζονται με πασούμια και κομπινεζόν που τους έντυνε η μανούλα, για τη φωνή της Αθήνας διαφημίζοντας μοντέρνες καύλες και συνευρέσεις δουλεμένες στα φώτοσοπ της ΚΥΠ. Είμαστε αμερικανάκια και γουστάρουμε καπιταλισμό. Ταξιδάκια κάνουμε και ιδρύματα Φορντ μας κοιμίζουν γλυκά για να γράψουμε για ρουφηγμένες κορμάρες υπαρξιακά και θανατερά σορτσάκια ασορτί με τις μοντέρνες δυστυχίες.

Ποιήματα, εγκλήματα και κολπικά υγρά

knickers-00007

Πόσοι νέοι και νέες και πόσες γραίες πλουμιστές και συνταξιούχοι κι αξιωματούχοι και λοιποί, δεν κάνανε το λάθος να πιστέψουν πως είναι προικισμένοι ποιητές! Μπορώ να πω με άκρα βεβαιότητα πως η ποίηση τους πήρε στο λαιμό τους κι αυτό διότι χαροπαλεύουν για να αρέσουν σε συγγενείς και φίλους, σε κριτικούς και κόφτες αθώου απροσδιόριστου κενού. Μόλις καταφέρανε να στήσουνε ορθό ένα στίχο χλεχλέ ή μια ιδέα ανακατώστρα και να στριμώξουν σε μια φράση κάποια λεπτεπίλεπτη χαριτωμενιά, τα μυαλά τους πήραν αμέσως αέρα και νόμισαν πως έφτασαν πια στην κορυφή του Ελικώνα. Δεν είναι λίγοι οι δικηγόροι που θέλουν να ξεκουραστούν απ’ το χαμαλίκι της δικονομίας, καταφεύγοντας στο ήσυχο άσυλο της ποίησης. Οι φιλόλογοι που σαν πλασιέ καραδοκούν για να πουλήσουν ένα κακέκτυπο ανθολογημένης αποδεκτής ποίησης λυκείου. Οι σύμβουλοι υπουργείων, οι στρατηγοί και οι δημοσιογραφικές τσουτσούνες που αλλόφρονες κάνανε την ψυχοθεραπεία τους ιδιώνυμο ήθος γραφής. Η αληθινή έμπνευση που σημαίνει αμηχανία μπροστά σε κάθε αποδεχτή ερμηνεία και σημαίνει άντε γαμηθείτε πια με τις εξηγήσεις και τα λυσάρια και τις χαρτορίχτρες νοήματος, δεν καταδέχεται πια, μάταια στολίδια και μάταιες καταθλίψεις σε μπαρ, μέγαρα και βουλεβάρτα εκδοτών. Η αληθινή έμπνευση δεν ανέχεται άλλα μεθύσια και στιχάκια σε χαρτοπετσέτες. Καταραμένους και θειάδες. Ξέκωλα ρητά και σπιτίσιο σεξισμό. Όλη η πνευματική σαβούρα της μεσαίας τάξης -που διατηρεί ακόμα κάποιο λίπος από πατρική κληρονομιά ή εφάπαξ- θησαυρίζει τους μάγκες που επινόησαν το Μπουρνάζι της λογοτεχνίας, με το κατάλληλο γλείψιμο, κάνοντας το ψώνιο ποιητή, δημιουργώντας του ακαριαία άπειρους κολπικούς οργασμούς στο άκουσμα και μόνο της λέξης ποιητής. Άπειρο πόνο και λογοτεχνικά μαλλιοτραβήγματα. Δυστυχίες και αγένειες. Συνεντεύξεις του κώλου και δασιά σκέλια.

Βαθύ

boy

Βουλιάζουν όσοι σηκώνουν
τις μεγάλες φτέρες, τα ποιητικά
νοήματα, όσοι κάνουν συνειρμούς,
όσοι αλληλογραφούν με το
υπερπέραν, όσοι χάσκουν μπροστά
σε νατοϊκούς βομβαρδισμούς.
Βουλιάζουν οι κάφροι της
συνουσίας και οι αγριόχοιροι
των εκδοτών, βουλιάζουν τα
στήθη των κοριτσιών στην
άμμο και η άμμος στην υγρή
χαβούζα της θαλάσσης, βουλιάζουν
τα σκάγια μες στο κορμάκι
του λύκου και τα δάχτυλα
μες στο χαλβά. Βουλιάζουν
οι γλώσσες στα αιδοία, βουλιάζει
ο Δημιουργός μες στην αμφίβολη
πίστη, βουλιάζουν τα χείλη στο μέλι
και τη σιωπή. Στου γιαλού τα
βοτσαλάκια βουλιάζει τόση ζωή
και τόσο πάθος. Τόσα ποιήματα
στις λάσπες και τόσες λάσπες
στα ποιήματα. Βουλιάζω στο
φρέσκο αλλοδαπό μου ποιηματάκι
κι εγώ. Άσημος μητρομανής.
Άρτι αφιχθείς εις τους κολάφους.

Ποικίλης φύσεως

kat

Αδέρφια μου λετριστές,
χίπηδες της λογοτεχνίας,
βαρεμένα στομάχια, ακούω
το τρελό γέλιο σας και τις
κρυμμένες σας πράξεις. Τη
σαπουνόπερα της φαντασίας,
τον ποιητικό βερμπαλισμό
της νεότητας. Βλέπω μυρίζω
γδύνομαι. Κόβω το στίχο
όπως και σεις. Χίλιες φορές
ατάλαντος και βάλε. Με την
πνιχτή φωνίτσα μου προτρέπω
στύσεις. Την αμνάδα έσχατη
λέξη. Ω νεκροί φίλοι, λετριστές
που σας ανακάλυψαν στα
γεράματα, εκδότες του ιστορικού
κέντρου των Αθηνών, που δεν
ξέρουν τι θα πει κωλοπετσωμένος
επαρχιώτης και τι θα πει να ζεις
σε μια σπηλιά χωρίς όφσετ,
ξεβράκωτος, ανεπάγγελτος, λαζός.
Αδέρφια μου λετριστές,
τώρα μετράω ξαπλώστρες
στον ύπνο μου, περνάω κάτω
απ’ τα χωριάτικα φουστανάκια
όπως περνά οχιά τον επιτάφιο
τώρα τρέμω απανωτά και
βαρβάτα ορθός αναστενάζω.
Καμπίσιος γκόμενος στο
μελιστάλαχτο χάσμα της κυράς.
Ω Λετριστές γαμίκουλες κάποτε,
σας νιώθω έτσι ξαμολημένους
στα ίχνη από κραγιόν και στα
ίχνη από δαγκωματιές πάνω
στα μπιμπερό της οικουμένης.
Δεν θα σας διαβάσω ποτέ. Σας
το φυλάω. Μόνο στην καλή μου
λέω πάντα, στο πλάι να γυρνάς.
Χίλιες φορές και βάλε. Πασπατευτά
να θε, λίγα απ’ τα εύχυμά μου
ελληνικά, λίγα καλωσορίσματα στο
κάτεργο του Έρωτα, πριν το
οθωμανικό μου κολατσιό.

Η Παναγία Χωρίς Χυμούς

13611617833_a131942d57_b

Ο εκκλησιασμός διαθέτει μια μεταφυσική συνωμοσία αγνότητας και μια τελετουργική ακινησία, τόσο ισχυρή, που πολτοποιεί κάθε διάθεση για δράση. Υπό την έννοια αυτή, είναι τόσο δραστικός και τόσο επιδραστικός, που ο Κύριος ημών Καπιταλιστής τον έχει οικόσιτο στο ναό της κερδοφορίας του. Υπάρχουν χωριά στα οποία δεσπόζει ο χρυσοποίκιλτος ναός με τα σκαλιστά τέμπλα και τα πλουμιστά μαλάματα, αλλά δεν υπάρχει αγροτικό ιατρείο. Υπάρχουν θαυματοποιοί, χαρτορίχτρες και καφετζούδες για να μαρκαλέψουν το απελπισμένο κουτάβι του θεού που ψάχνει απαντήσεις, αλλά δεν υπάρχει ένα δημόσιο δωμάτιο στην πόλη για να διαβάζουν οι ποιητές. Υπάρχει θρησκευτικός τουρισμός, παράγκες και πάγκοι, φορτωμένοι με όλη την πλήξη και την ανία της εικονογραφημένης υποτέλειας που θα στολίσει καθιστικά, κρεβατοκάμαρες, ιατρεία και καθρεφτάκια αυτοκινήτων, αλλά δεν υπάρχει μια υπαίθρια γκαλερί ερωτικής ύλης. Η αναπαραγωγή της Παναγίτσας και της Αγίας οικογένειας, μέσα σε φτηνά ή ακριβά πλαίσια, αντικατοπτρίζει έναν κόσμο δίχως τέχνη και δίχως χυμούς. Ο σεξουαλικός αμοραλισμός των θεωρητικών της θρησκείας θέλησε να οικοδομήσει μέσα στο ασυνείδητο τον πιστών μια παναγία μηχανή, χωρίς χυμούς και χωρίς γεννητικά όργανα. Θέλοντας αυτή την απρέπεια και χυδαιότητα απέναντι στη φύση να την θεσπίσει ως αγνότητα και αγιοσύνη. Η άρνηση δηλαδή της θηλυκής υπόστασης της γυναίκας και η μετατροπή της σε δούλας τους σπιτιού, των παιδιών και του άντρα. Το επικίνδυνο αγρίμι των αρχαίων αγρών εξαγοράστηκε με τον κάλπικο ρομαντισμό του κρίνου. Η ύπαρξή της έχει νόημα πλέον μέσω των χυμών ενός κρίνου. Οι δικοί της χυμοί ας γίνουν κυτταρίτιδα στο μυαλό ή στα μπούτια. Οι δικοί της χυμοί ας πουλιούνται εμφιαλωμένοι στο μπουρδέλο ή στο κάτεργο της καριέρας, αλλά προς θεού ποτέ δωρεάν. Ποτέ ως δώρο. Η Παναγία είναι σήμερα ένα σπουδαίο προϊόν που το καταναλώνουν οι πιστοί στο χώρο της. Στο χώρο δηλαδή που η νομενκλατούρα της εκκλησίας έχει μαρκάρει ως ιερό. Εδώ περπάτησε η παναγία, εδώ κολάτσισε, εδώ έκανε το θαύμα της. Πιστέ ιδιώτη που ποτέ δε θα ’δινες τον ένα σου χιτώνα σ’ εμένα το φτωχό, τρέξε τώρα στις ραχούλες και στα νησάκια να ασπαστείς το τζαμάκι που έχεις φυλακίσει τον έρωτα και την αιώνια γυναίκα και περιφέρεσαι κακομοίρης, ασυνάρτητος και τρελαμένος από θαύμα σε θαύμα, για ν’ αρπάξεις κι εσύ ένα ξεροκόμματο θείας φώτισης. Να βολευτείς και συ μέσα στη θεία απραξία. Να μεταλάβεις την ανήλιαγη μεγαλοφυΐα του ιεροκήρυκα που καρφιτσώνει χρυσό και σπαρταριστά χαρτονομίσματα στο δέρμα του θεού. Στο δέρμα σου.

Παραλειπόμενα Πανσελήνου

parali

Τι έχει τραβήξει η πανσέληνος δε λέγεται!

Κάτι ποιηταί που την έχουν υμνήσει απ’ τα ρετιρέ ή τα εξοχικά τους για να ’χουν τα ψώνια τον Αύγουστο λόγο ύπαρξης και να σκαρφαλώνουν στα νταμάρια για να χύνουν οι καψερές μεσόκοπες υγρά απ’ το αρρενωπό στιχάκι όταν το απαγγέλουν τσιρίζοντας.

Για να ’ρθουν κοντά χνώτα δημάρχου και νεόπλουτης πλέμπας που αδημονεί να ματσαλήσει κριτσανιστό καλαμαράκι σε χερσόνησο ψαροταβέρνας.

Για ν’ ακουστεί ο πηχυαίος πανικός για τα δεινά της κρίσης στα διαλείμματα εκεί όπου ο πλησίον σανδαλοφόρος μαγαρίζει την κοινόβια ραστώνη της μαγείας με την φλασιά της μητρικής ντοπιολαλιάς αναφωνώντας ζούμπατου του μαλακιστήρ, υπονοώντας τη δόνηση κινητού οργασμού τελευταίας γενιάς.

Εκεί που ο θεατής ως πρωταγωνιστής του δράματος αλλάζει θέση στο πέος του, εν κρυπτώ, στα σπάργανα βερμούδας που μόνταραν δωδεκάχρονα σε κάποια τριτοκοσμική, υμνώντας το αγαθό της παιδικής εργασίας.

Εκεί που το αουτάν ως χορηγός απελπισίας πασαλείβει μπράτσα βυζάκια και ευσεβείς πόθους γυαλοκοπώντας το έρμο σαρκίο ως λαμαρίνα που οι κώνωπες εργαζόμενοι αιμοπότες καλούνται να τρυπήσουν στα ελώδη πάτρια εδάφη του Παλαμά και του Μαλακάση.

Ω ναι! εκεί που κροταλίζει η διφορούμενη λέξις διείσδυσις στον κόρφο μιανής καρδερίνας τελειόφοιτης των αγκομαχητών που εν μέσω μαμάδων μπαμπάδων και αρχαιοτήτων γυροφέρνει τη ματιά της στον Κάτω κόσμο των ανδρών που δεν είναι συγγενείς της, για να’ χει η καταπακτή της μνήμη πανσελήνου και μύθο κοσκινισμένο από ορθοδοξίες.

Εκεί όπου το κίνητρο είναι ν’ ακουστεί το όνομά μου στη γειτονιά κι αφού δεν κάνω σεξ ας κάνω θέατρο. Ας φαντασιωθώ την επιδαύρια αντήχηση του φιλοθεάμονος τεκνού που θα συνδράμει με το βλέμμα του την τέχνη, αποθεώνοντας ταλέντα του αγροτικού μας νομού.

Ω ναι! αναγνώστη λάγνε σάτυρε μπανιστιρτζή εκεί, όπου ακούγεται από παραπλεύρων μαντρί βατευομένη αίγα ως υπόκρουση στην οιμωγή του οιδιπόδειου σαλού ή εκεί που παίρνεις μάτι στα κρυφά της μπαλαρίνας το βρακί ή το βυζί της Ανδρομάχης την ώρα που γαλουχεί το μελλοθάνατο βρέφος της επί σκηνής.

Ω! φιλοθεάμων κοινό καλοπροαίρετο που σου σερβίρουν τη γαρδούμπα και τα ξύγκια τους υπό την αλοιφή της πανσελήνου βραχνιασμένες δορκάδες στήνοντας σκηνικό για να περάσει πολιτευτής να σφίξει το χέρι, το ζωνάρι και τ’ αρχίδια σου.

Να νιώσεις το μεγαλείο αυτουνού που τα γλειψίματά του πιάνουνε τόπο.

Ω ναι! το έθνος τρέφεται με θεάματα. Από πορνογραφία φλού του ερασιτέχνη κολίγου που γαμεί με το λυχναράκι του κινητού ως το κήρυγμα μητροπολίτη που ’χει γραδώσει την μπάκα του κάτω απ’ τη μικροφωνική της μισαλλοδοξίας.

Αγαπητέ πιστέ την οικογένεια και τα μάτια σου, το οικόσιτο αιδοίο σου και τα ζαντολάστιχά σου, με ενδιάμεσο σταθμό το μπουτάκι ξένης κυράς στα ριζά πανσελήνου.

Ωραία μου κατάθλιψη

orea

Ωραία μου κατάθλιψη
σύγκρυο και γάργαρο
νεράκι, ισχνά στομαχάκια
μακαρονάδες με φίλους
ποτά με αγνώστους
καφενεία με εχθρούς.
H μάνα μού δένει ακόμα
τα κορδόνια. Βουβά.
Παραδομένη στην ακινησία
του ποιήματος. Στα μαύρα
μαντάτα και στα λευκά
μαντήλια της. Στην προίκα της
που τη ρούφηξαν τα μπαούλα.
Στο γιό της που έγινε ιστός
αράχνης. Λιποτάχτης.
Δακτυλοδεικτούμενος.
Ωραία μου κατάθλιψη
σε ποτίζω γάλα απ’ το βυζάκι
της μαμάς, ειδήσεις απ’ τη
μήτρα του μεγάλου καναλιού.
Σε νανουρίζω μες το ζεστό
ενυδρείο του ύπνου.
Τοποθετώ στα χείλη σου
τα χείλη μου. Ουρλιάζει
ο λύκος. Όλο το μέσα
παθιασμένο ντουφέκι.
Ωραία μου κατάθλιψη
γέμισε η αγορά τσάντες
από δέρμα αλιγάτορα.
Νοικοκυρές νεότατες με
ξυρισμένα μουνάκια.
Πλάσματα θηλαστικά
προσηλωμένα στο γοερό
μοιρολόι του φέισμπουκ.
Ωραία μου κατάθλιψη
ταγγισμένη λίπος βραστό
γύφτισσες με πυρωμένα καπούλια
λιώνουν το βούτυρο στο φιλί
κάνουν σεξ στην καρότσα
μοιράζουν στο σκοτάδι χάδια
από μακριά μαύρα μαλλιά.
Ωραία μου κατάθλιψη
φιλόστοργη, δυναμική,
κουρνιασμένη στα πόμολα
στις καρέκλες στα κομοδίνα.
Στο ζευγάρι της οδού
Ζωοδόχου πηγής, φυλακισμένο
στον έρωτά του, στο ευρύχωρο
πένθος της βεράντας, στα
καλιαρντά που αχνίζει
ο φωταγωγός, στα αχνιστά
σκατά των σκυλιών, στα
πεζοδρόμια, στις επάλξεις.
Η επανάσταση είναι κοντά,
στις αφίσες. Η αγανάκτηση,
ο πλούτος, τα υπομνήματα,
οι νέοι εκδότες που μαστουρώνουν
με θερμοκόλληση, τα σπλάχνα μου,
η λύσσα μου, το καυτό καλοκαίρι.
Ωραία μου κατάθλιψη
συναχάκι της ψυχής, εγώ
ο υλιστής σε αποκηρύσσω.
Εγώ ο λάγνος σε κατουρώ
για να φτιαχτείς. Εγώ
ο προσηλωμένος στο φεγγαράκι,
στο καθρεφτάκι του ήλιου. Εγώ
ο διακορευτής νοημάτων
ο δοκιμαστής φιλιού
ο σεσημασμένος σκαφτιάς
της γυμνούλας μου ύπαρξης.
Ωραία μου κατάθλιψη, σκύλα
των νοικοκυραίων και των γραφιάδων
συντρόφισσα των φίλων μου, γριά
ποντικίνα στα νοσοκομεία και στα
κρεματόρια του Ισραήλ, θα σου
βάζω αιωνίως δηλητήριο στο φαί
εγώ, ο εκφυλισμένος αγρότης των
λέξεων, η ποιητική μηχανή του
μέλλοντος. Θα σε ταΐζω μέχρι
να πεθάνεις μέλι και ζυμωτό
ψωμί και υπέροχες ελιές
ξιδάτες της μαμάς.

Βροχούλα

brox

Έπιασε βροχούλα
απ’ αυτές τις έτοιμες
σαν βούρκωμα. Κι
εσύ ταξιδεύεις με το
λεωφορείο για το σημείο
μηδέν. Με τη χάρτινη
βεντάλια σου κοιμισμένη
πάνω στα δάχτυλα και
τις ζωγραφισμένες
γοργόνες να δίνουν τη
σκυτάλη της συνουσίας
σε αναμνήσεις, επίγεια
δρομολόγια, έρωτες εξ
αναβολής. Σε καντίνες
πενιχρών ενατενίσεων
εν μέσω εθνικής οδού
ελκυστικής και πανώριας.
Με γκαζόζες και ξέφρενα
βλέμματα στο πουθενά.
Αφήνοντας σε πλαστικές
καρέκλες βιαστικά, νιφάδες
έρωτος απ’ το χθεσινο-
βραδινό σου γαμήσι. Ψυχή τε
και σώματι σε παρακολουθώ
σε βασανίζω σαν ψύλλος
κάτω απ’ το δέρμα. Κι εσύ
με κουβαλάς στην επαρχία
με τα τάπερ της μαμάς.
Στο ανελέητο τεί της απουσίας.

Ωδή στον Αύγουστο

ont

Αύριο πάλι ή του χρόνου
θα γνωρίσω μια ρακένδυτη
από έρωτα, σαν εσένα.
Μια γόησσα ατέλειωτη σε κάποιο
φεριμπόουτ για τις Κυκλάδες.
Πηγαίνοντας στην άγονη γραμμή
και στα δροσερά βραχάκια της
αγάπης για βουτιές, με φρέσκες
ορδές ποιημάτων στα σκέλια
με δυο ντομάτες ελιές και ψωμί.
Χωρίς το αποτρόπαιο παραβάν
χωρίς το δηλητήριο της ντροπής
χωρίς φύλλα συκής, βέρες και
στέφανα, τιμητικές περγαμηνές
υποταγής, χωρίς βιομηχανίες
όπλων, λογισμικά θανάτου
παπάδες που κάνουν κλύσμα
στους πιστούς τη θεία φώτιση.
Αύριο πάλι ή του χρόνου εγώ
ο ερασιτέχνης εραστής θα σε βρω
και θα σε σπείρω. Θα οργώσω
το χωραφάκι σου με γλυκόλογα.
Θα ξεχορταριάσω τη μνήμη σου.
θα σε γιατρέψω από δαγκώματα
φιδιών, φίλων, συζύγων, συγγενών.
Θα κάνω την καρδούλα σου λιώμα.
Θα σε βγάλω στο κουρμπέτι
της φύσης. Στη φλούδα της αμμουδιάς.
Σε μια Κίμωλο απείραχτη λευκή
πολύτροπη. Με σαύρες γύρω
στις σχισμές. Στ’ αρχαία αλώνια.
Στους τροχούς της αυτόματης
γραφής και της αυτόματης καύλας.
Στα καθρεφτάκια του ήλιου της
άπατης θάλασσας. Στο γυμνό
ερχομό της χαράς. Στο λιοπύρι
των διαβόλων. Στο χωραφάκι
δίπλα με το τριφύλλι και τα ιερά
κόπρανα των γαϊδουριών. Με όλη
την ιερή μανία της ζωής. Με όλα
τα δάχτυλα και τις γλώσσες.
Θεϊκά τέρατα της συνουσίας.
Όλο γέλια σάλια μύξες αίμα
δάκρυα βογγητά ρόγχο ζωής
και θανάτου εις σάρκαν μια.

Ο ποιητής και ο εραστής στα χρόνια της χολέρας

2011-DixInMemoryoftheGloriousTime

Θα μπορούσα να βάλω προμετωπίδα σε όλα τα αγαπημένα μου βιβλία, τη φράση του Αριστοτέλη, που λέει πως, δυο είναι οι υπέρτατες ηδονές, της ερωτικής πράξης και του στοχάζεσθαι. Και συμπληρώνω πως, Έρωτας χωρίς στοχασμό είναι δυστυχία καλλωπισμένη με χύσιμο και Στοχασμός χωρίς έρωτα είναι παντοδύναμος φασισμός. Βεβαίως όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους καταναλωτές της εμπορικής πορνογραφίας και της γραπτής σαβούρας.

Όπως ο ποιητής που ξεκολιάζετε να φιλοσοφεί σεμνά και να ερωτογραφεί σαν την κυρία Ντορεμί που κρυφοκαυλώνει με το Σήφη, έτσι κι ο εραστής βολεύεται στο κοινωνικό πλαίσιο του παπά και του μπακάλη. Και μια ολόκληρη κοινωνία έχει ως δυνάστες αυτούς τους δυο αφοπλισμένους επαναστάτες.

Όταν η νεότητα γίνεται ναρκωμένος φαλλός που πληκτρολογεί στα τυφλά, ερωτικά μηνύματα στο υπερπέραν, και ο ποιητής νάρκισσος βαψομαλλιάς, που η αγωνία του είναι τα λάικ, τότε κανέναν στρατιώτη και κανένα καθεστώς δεν μπορείς να εμποδίσεις να σφάζει παιδιά, γυναίκες, αμάχους.

Καμία αίσθηση για το φρικιαστικό νατουραλισμό της είδησης. Για την απροκάλυπτα ξεδιάντροπη αισχρότητα της εικόνας. Τα σπλάχνα ενός παιδιού χυμένα στο πεζοδρόμιο είναι συμπλήρωμα μιας γκολάρας ή μιας γαμάτης παράστασης στην Επίδαυρο. Η αναπηρία των θυμάτων πολέμου, η πείνα, η εξαθλίωση, οι αρρώστιες είναι το σημείο G αργόσχολων πλούσιων κυριών και φιλανθρωπικών οργανώσεων.

Όταν η ακαδημία και το εμπορικό κύκλωμα ελέγχουν τους ποιητές και τους εραστές κανένας λόγος δεν τρυπάει τα κορμάκια και κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα. Μονάχα ο νεωτερικός αχταρμάς του καπιταλιστή και η τρέντι κατανυκτική αμεριμνησία του καταναλωτή που βγαίνει να ψωνιστεί την Κυριακή με ένα ευρώ. Μονάχα οι ψυχίατροι, τα ψυχοφάρμακα, οι ψυχολόγοι, οι σύμβουλοι έχουν εξουσία πάνω στη σάρκα. Οι εκπομπές μαγειρικής και το γιουπόρν. Οι αμερικάνικες αστυνομικές σειρές με τις αστραφτερές αντεριές.

Το πέρασμα απ’ την αρχαία ελληνική ύπαιθρο του σκώμματος στην Ρωμαϊκή αρένα των αγορών. Εκεί που ο δυνατός μονομάχος Κύριος ημών καπιταλιστής θα σου κόψει τους όρχεις περήφανε νεολαίε, δαπίτη στο μυαλό και την καρδιά, που πιστεύεις πως θα τη σκαπουλάρεις με τα τριάντα αργύρια του μπαμπά.

Tο φιλελεύθερο σκατό

skat

Τώρα το φιλελεύθερο σκατό
γεννοβολάει δράκους. Μαύρο
καπνό υπερόπτη. Όλοι για έναν
κι ένας για όλους. Πως θα
προλάβω να ξεκάνω πιο πολλούς.
Να λούσω με πετρέλαιο το αόρατο
φιλί και το μισάνοιχτο στόμα. Να
πάρω βραβείο ποίησης έρωτα εραστή.
Να ξεσπαθώσω λογαριάζοντας με
ευρώ την άγονη γραμμή της συνουσίας.
Να πουλήσω ειρωνεία, παράδοξο,
ερμητισμό. Να πάρω πόζα αλεπούς
ετοιμοθάνατης. Να γίνω ο Κανένας
και δε συμμαζεύεται. Ο εν ζωή θανατικός
που όλο προσαρμόζεται που όλο
κοιτάει τη δουλίτσα του
την κοιλίτσα του, την καυλίτσα του.
Να γίνω ο Εβραίος, ο νοικοκύρης,
ο ταλιμπάν, ο παχύσαρκος αμερικάνος
φίλος, ο εργολάβος, ο κηφήνας.
Ο εργασιομανής. Να γίνω ο
θανατολάγνος αδένας του Ισραήλ,
το πουτανάκι που γαμούν οι εργάτες
των κιμπούτς για αναψυχή, να γίνω
καρκίνος στο βυζί της ομορφιάς.
Να γίνω ο λεπτός συρμάτινος
ηλεκτροφόρος φράχτης που χωρίζει
το μυαλό απ’ την καρδιά. Να γίνω
το μικρό τυφλό ξωτικό της συνουσίας
στο λάκκο της αναπαραγωγής. Να γίνω
ο τηλεορασάκιας ο ακροατής τόσων
θανάτων. Να γίνω ο πορνογράφος
του πόνου των άλλων. Ο γητευτής
κάθε αυταπάτης. Σκόρπιος, ευτυχής
μες στην κοιλιά του υπερκαταστήματος.

Γύρω γύρω όλοι

 

body_painting_flower_3

Μύρισε ο κήπος σου κόκκινο.
Λαιμαργία γύρης.
Γύρω γύρω όλοι.
Άντρες εν πλω
φορώντας μέθη ανάσκελη
το οικείο λάγνο σου δασάκι.
Το έδεσμα.
Θήρα τω όντι, έφηβη εσύ.
Τι εποιήσάς μοι
χειροπιαστό μουνί
ολισθηρόν
που ανέτειλες λάθρα
πλούσιο, περιούσιο
χωρίς το μάτι του Μπατάϊγ
θεότυφλο
αλλά με κείνο το γέλιο το έξαλλο
τα χάχανα
τα αχαμνά ευμενώς λακτίζοντας
στη γενέτειρα του καβάλου μου
λίγο πριν τρυπώσει το ερπετό των οργασμών
ο τρελός ποιητής Αντρέας Εμπειρίκος
καυλιάρης και ασθμαίνων
εις τον τάφο του άπειρος
με βιολιτζήδες κοριτσάκια και οράματα.

Θάνατος πολύς στις πλατείες

uana

Θάνατος πολύς στις πλατείες
Ορίζοντας άυπνος ξινισμένος
Το αεράκι χλωμό
Κόσμος από βάσανα ραγισμένος
Πίνει καφέδες κάτω από δέντρα και ουρανούς
Βγάζει το μαντηλάκι του και σκουπίζει τη λέξη φως
Τη λέξη σκοτάδι τη λέξη έρωτας
Βγάζει τα μυστικά της ψυχής του στο ραδιόφωνο
Στην τηλεόραση στο φέισμπουκ στα μπλόγκς
Κάνει την τέχνη χαρακιά στο μέτωπο
Κάνει χαρακίρι στον κώλο του
Βάζει φωτιά στα λεφτά του κάτω απ’ τα κλαρίνα
Λέει ωραία ανέκδοτα τη νύχτα στην κυρά του
Επικήδεια
Προσεύχεται βουβά
Μπροστά στο ορμητικό ποτάμι του καιρού

Ω φύλαγέ μας, βίαιε βίε
Του έρποντα χαμού

Ω φύλαγέ μας απ’ το θεό, το Ισραήλ, το Μαμωνά
Τα σάπια κλαδιά που πέφτουν στα κεφάλια μας

Ω φύλαγέ μας απ’ των ανθρώπων την εξουσία στα κορμάκια μας

Γράμμα σε νέο καπνιστή

sakagian1

Λένε οι σοφοί
πως για να γίνεις σοφός πρέπει
να εγκαταλείψεις κάθε φιλοδοξία.
Ακόμη και τη φιλοδοξία τού να θέλεις να γίνεις σοφός.
Γίνε λοιπόν ένας περίτεχνος πρωτόγονος.
Κατασκεύασε κάθε ποίημα όπως έρχεται
βάζοντας τα πράγματα εκεί
που πηγαίνουν από μόνα τους.
Οι επιδράσεις σου να είναι φανερές
να τις βάζεις κι αυτές μες στο ποίημα
όπως ακριβώς βάζεις τη γλώσσα σου
στο στόμα της κυράς που αγαπάς.

Ύδρα

ydra

Ύδρα ιδρωμένη, όλο ασφάκες
μάλλινες κουβέρτες ξινισμένα
τσίπουρα. Ύδρα με τις παχιές
κουράδες των αλόγων. Λιοπύρι
γαϊδουράκια ξερολιθιές. Ύδρα
μπουκάλες υγραερίου στο λιμάνι
τα χαράματα. Καμένο λάδι.
Πηγάδια στεγνά. Το πρωί τα
σκουπίδια φορτωμένα στην
καρότσα. Τα μονοπάτια μελαμψά
δάχτυλα. Ύδρα χορτασμένη
τέμπερες λόγια και βιβλία. Ζέστα.
Ένα γιγάντιο φεγγάρι μες στις
λεπτές σχισμές της πέτρας.
Σαύρες και σμήνη από μύγες.
Αμερικάνες σαν άγρια λυκόπουλα
μέσα στο δάσος της πρέζας.
Εβραίοι τρώνε ντομάτα με χοντρό
αλάτι στα πεζούλια σου. Νέοι ποιητές
αγέννητοι, γράφουν βαρβάτους
στίχους κάτω απ’ τις σκληρές
λόχμες του τοπίου. Γέροι της
γενιάς του εβδομήντα, γράφουν
για το βορινό χορτάρι τα κρύα
βουνά τις παλιές ηδονές. Ζέστα.
Ύδρα κόκαλα ψαριών στο στόμα
του ήλιου. Σκοτεινά ενοικιαζόμενα.
Το ρέμα κοντά στις μικρές εκκλησιές.
Ύδρα ηλεκτρικό πεδίο. Ύδρα
καλλιτεχνών και κολομπαράδων.
Υγρασία και σπέρμα εξπρεσιονιστών.
Ύδρα ραγισμένη απ’ το κροτάλισμα
του κεραυνού. Ύδρα καταγαμημένη
απ’ τους εφοπλιστές σου. Απ’ τα
νυμφίδια που αφήσαν την τελευταία
τους ερωτική πνοή κοντά στις καλαμιές.
Ύδρα που σε κατούρησαν όμορφες
σκανδιναβές και λυσσασμένες γαλλίδες.
Φιλόσοφοι οξειδωμένοι απ’ το διαφωτισμό.
Νύφες αγορασμένες απ’ τη Λακωνία
που γέρασαν προώρως πλένοντας πιάτα.
Δαιμόνιοι αρτίστες που αγόρασαν
δώμα με τη χορηγία Φόρντ
κι ατενίζουν τη θάλασσα. Το Αιγαίο.
Τα λευκά ωραία βαπόρια με τους
μαύρους καπνούς. Ύδρα πριν δέκα
χρόνια με την Κατερίνα αγκαλιά.
Στο καμαράκι με τα μαλλιά της
πλοκάμια στο λαιμό μου και το
χέρι μου στο λευκό της στήθος.
Στις μύτες των ποδιών μας
περάσαμε αχαρτογράφητα
μπακάλικα χαμαιτυπεία εξαίσια
καλών τεχνών τον έμπορο που
μας πούλησε ακουαρέλες μαγικών
υπαινιγμών τον τρελό μπουρλοτιέρη
που ζωγράφιζε σκαλισμένα κόκαλα
και πέτρες. Κι είχε μια κόρη εκθέτη
στη Γερμανία. Και το ατελιέ του
στη μπούκα του λιμανιού. Και
το συκώτι πεταμένο στη θάλασσα.
Στο βυθό.

Τη αγνώστω γκαρσόνα

zinn october 13 2007

Άνθησες, αθρόα κι ανοιχτή, γκαρσόνα
σε μια Πτολεμαΐδα του μεσαίωνα.
Στύσεις Βαβελικές αποθέτοντας
μαζί με το γλυκό, μαζί με την απόδειξη
για το ανεξόφλητο αντίτιμο της καύλας
εκπέμποντας συθέμελα πρελούδια οργασμού
έχοντας την επικαρπία τόσων στιγμών
ακόμα κι όταν ξευτιλίζεις ανδρόγυνες υπάρξεις
λίγο πριν φουντάρουνε αξέσχιστες
στα πατρικά τους καταλύματα
οδηγώντας τόσα άρματα τυφλά εις το χαμό
τόσες υπάρξεις στον αχό της ανορθογραφίας
στον παστρικό αυνανισμό, στο άμεμπτο
δια χειρός ξεκαύλωμα, στην πιο ακραία
εκδοχή αυτοχειρίας.

Σκατά και Ισραήλ

kino

Δεν ξέρω να ψελλίσω πολλά περί θρησκευτικής ποίησης. Ούτε νιώθω κατάνυξη με τους θρησκευτικούς ποιητές και τις λαμπρές θεούσες της εκλογικής μου περιφερείας. Ο πάπας ομολόγησε πως δύο στους εκατό καθολικούς παπάδες είναι παιδεραστές. Ο πάπας είναι πανέξυπνος άνθρωπος και παίζει με τα ποσοστά για να μην εξαγριώσει το χριστεπώνυμο πλήθος. Υπάρχει μια φιλελεύθερη άποψη που λέει πως ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει σε όποιον θεό γουστάρει. Αφού βεβαίως πρώτα έχεις υποστεί κλύσμα απ’ τα γεννοφάσκια σου μικρέ μου ελεύθερε μαλάκα, έ, μετά μπορείς να πιστεύεις σε όποιον θεό επιθυμείς. Μπορείς να βλέπεις το χριστούλι να σου κάνει κωλοδάχτυλο πάνω απ’ το κεφάλι του κυρίου καθηγητή ή να τσουβαλιάζεσαι απ’ τους δασκάλους σου για να φιλήσεις το χέρι του επισκόπου. Είσαι ένα ελεύθερο πουλί που μπορεί να επιλέξει ελεύθερα ποιός χρυσαυγήτης γυμναστής καραβανάς θα σε χουφτώσει και ποιος σεβάσμιος παππούλης θα σου χαϊδέψει τ’ αρχίδια για να πάρεις ευλογία. Σ’ αυτό το φιλελεύθερο γαμάτο σύστημα που τα επιτρέπει όλα στην πραγματικότητα επιτρέπεται μόνον ένα. Αυτός που έχει την εξουσία, τη δύναμη, τις πλάτες, τον πλούτο, τα καράβια, τα λιμάνια, τις σιδηροτροχιές, να σε μαρκαλεύει με έναν εξόχως επιστημονικό τρόπο και με μια νομιμοφροσύνη τέτοια που να μη χωρά αμφισβήτηση από αναρχικά κομπλεξικά όντα που βλέπουν παντού εκμετάλλευση, σκατά και Ισραήλ. Παρεμπίπτοντος οι δουλικοί νεοέλληνες που έχουν φορέσει σαμάρι την εβραϊκή μυθολογία κωλοτρίβονται ως αντισημίτες και σερφάρουν σ’ ένα πατριωτισμό που ζέχνει Άουσβιτς και βαλκανική αμερικανιά. Η θρησκεία χωνεμένη μέσα στον πολιτικό οραματισμό των νέων μάγων του αίματος, αποδίδει τιμές στο κουφάρι ενός πολιτισμού που χτίζεται πάνω σε ευλογημένες σφαγές, έτοιμη να γεμίσει τη μπάκα της με νέους ρομαντικούς προλετάριους που θέλουν μια ειρήνη με πολυβόλα, τανκς και μεσσίες.

-

Ο εικονιζόμενος άγιος είναι ο άγιος Χριστόφορος ο Κυνοκέφαλος, σωσίας του θεού Άνουβι, προστάτης των αυτοκινητιστών και του Σώματος Εφοδιασμού-Μεταφορών του φιλοχρίστου μας Στρατού, πολιούχος του Αγρινίου, επειδή έχει την ιδιότητα να διώχνει το χαλάζι από τα χωράφια γαυγιζοντας.

Η πλατυτέρα των οργασμών

i pla

Ρίγη κραιπάλης
βολοδέρνουν στο μαγιό σου.
Λιοπύρι εγώ, ατίθασο.
Βαρόνος των οσμών σου.
Ερπετολόγος σάρκας, ρίγος.
Λιπαντής ανεμιστήρων.
Σακάτης θερινών ανασκαφών
κάποιου υπνοβάτη αφαλού.
Μαμούνι στο μουνί μιας ταξιθέτριας.
Πλήρης ευχύμου στύσεως.
Ένας κακόφημος αλγόριθμος υγρών
μπρος στην ψυχούλα της σχισμής σου.
Μπρος στην σχισμούλα της ψυχής σου.
Ορθόδοξη ανελέητη θεούσα
πλατυτέρα οργασμών
με σαλιωμένο δάχτυλο σπιρτάδα. Εσύ.
Τώρα τα έπαθλα βυζιά σου θα προσφέρω
βορά στους αναγνώστες μου.
Στους κάφρους λίγης θαλπωρής ποιητικής.
Στους ιεχωβάδες της θηλής σου.
Που όλο ξαμώνει η γλώσσα τους γλειψιές.
Που όλο ονειρεύονται οι πρίαποι
να εισχωρήσουν με το δούρειο φαλλό τους
στο σφαγείο σου.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,686 other followers