ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Σκατά και Ισραήλ

kino

Δεν ξέρω να ψελλίσω πολλά περί θρησκευτικής ποίησης. Ούτε νιώθω κατάνυξη με τους θρησκευτικούς ποιητές και τις λαμπρές θεούσες της εκλογικής μου περιφερείας. Ο πάπας ομολόγησε πως δύο στους εκατό καθολικούς παπάδες είναι παιδεραστές. Ο πάπας είναι πανέξυπνος άνθρωπος και παίζει με τα ποσοστά για να μην εξαγριώσει το χριστεπώνυμο πλήθος. Υπάρχει μια φιλελεύθερη άποψη που λέει πως ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει σε όποιον θεό γουστάρει. Αφού βεβαίως πρώτα έχεις υποστεί κλύσμα απ’ τα γεννοφάσκια σου μικρέ μου ελεύθερε μαλάκα, έ, μετά μπορείς να πιστεύεις σε όποιον θεό επιθυμείς. Μπορείς να βλέπεις το χριστούλι να σου κάνει κωλοδάχτυλο πάνω απ’ το κεφάλι του κυρίου καθηγητή ή να τσουβαλιάζεσαι απ’ τους δασκάλους σου για να φιλήσεις το χέρι του επισκόπου. Είσαι ένα ελεύθερο πουλί που μπορεί να επιλέξει ελεύθερα ποιός χρυσαυγήτης γυμναστής καραβανάς θα σε χουφτώσει και ποιος σεβάσμιος παππούλης θα σου χαϊδέψει τ’ αρχίδια για να πάρεις ευλογία. Σ’ αυτό το φιλελεύθερο γαμάτο σύστημα που τα επιτρέπει όλα στην πραγματικότητα επιτρέπεται μόνον ένα. Αυτός που έχει την εξουσία, τη δύναμη, τις πλάτες, τον πλούτο, τα καράβια, τα λιμάνια, τις σιδηροτροχιές, να σε μαρκαλεύει με έναν εξόχως επιστημονικό τρόπο και με μια νομιμοφροσύνη τέτοια που να μη χωρά αμφισβήτηση από αναρχικά κομπλεξικά όντα που βλέπουν παντού εκμετάλλευση, σκατά και Ισραήλ. Παρεμπίπτοντος οι δουλικοί νεοέλληνες που έχουν φορέσει σαμάρι την εβραϊκή μυθολογία κωλοτρίβονται ως αντισημίτες και σερφάρουν σ’ ένα πατριωτισμό που ζέχνει Άουσβιτς και βαλκανική αμερικανιά. Η θρησκεία χωνεμένη μέσα στον πολιτικό οραματισμό των νέων μάγων του αίματος, αποδίδει τιμές στο κουφάρι ενός πολιτισμού που χτίζεται πάνω σε ευλογημένες σφαγές, έτοιμη να γεμίσει τη μπάκα της με νέους ρομαντικούς προλετάριους που θέλουν μια ειρήνη με πολυβόλα, τανκς και μεσσίες.

-

Ο εικονιζόμενος άγιος είναι ο άγιος Χριστόφορος ο Κυνοκέφαλος, σωσίας του θεού Άνουβι, προστάτης των αυτοκινητιστών και του Σώματος Εφοδιασμού-Μεταφορών του φιλοχρίστου μας Στρατού, πολιούχος του Αγρινίου, επειδή έχει την ιδιότητα να διώχνει το χαλάζι από τα χωράφια γαυγιζοντας.

Η πλατυτέρα των οργασμών

i pla

Ρίγη κραιπάλης
βολοδέρνουν στο μαγιό σου.
Λιοπύρι εγώ, ατίθασο.
Βαρόνος των οσμών σου.
Ερπετολόγος σάρκας, ρίγος.
Λιπαντής ανεμιστήρων.
Σακάτης θερινών ανασκαφών
κάποιου υπνοβάτη αφαλού.
Μαμούνι στο μουνί μιας ταξιθέτριας.
Πλήρης ευχύμου στύσεως.
Ένας κακόφημος αλγόριθμος υγρών
μπρος στην ψυχούλα της σχισμής σου.
Μπρος στην σχισμούλα της ψυχής σου.
Ορθόδοξη ανελέητη θεούσα
πλατυτέρα οργασμών
με σαλιωμένο δάχτυλο σπιρτάδα. Εσύ.
Τώρα τα έπαθλα βυζιά σου θα προσφέρω
βορά στους αναγνώστες μου.
Στους κάφρους λίγης θαλπωρής ποιητικής.
Στους ιεχωβάδες της θηλής σου.
Που όλο ξαμώνει η γλώσσα τους γλειψιές.
Που όλο ονειρεύονται οι πρίαποι
να εισχωρήσουν με το δούρειο φαλλό τους
στο σφαγείο σου.

Φύλλο πορείας θέρους εν εξάψει

fyllo

Ποιητικό άπειρο της καρδιάς μου
φίδι κουλουριασμένο στο καυτό
ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο,
κοκαλάκια λιγνά σαν πάλλευκη
σκοτοδίνη. Φεύγω κι έρχομαι
κι αδυνατίζω και χάνομαι σαν
ξελιγωμένη μπαταρία. Βλέπω πως
πετυχαίνει η ποίηση να γειώσει
τα υγρά φανατικών δεσποινίδων
του ήλιου. Βλέπω τη χόβολη της
άμμου να σιγοκαίει τον πόθο
μισθωτών. Τη θάλασσα γύρω
αχνιστή. Βλέπω σχισμές που
ζεματάν. Παλίμψηστα στοχαστικά
λιθάρια πυρωμένα. Κάτι ανήμερα
θηρία κορμιά που όλο βυζαίνουν
χώμα. Μπρούμυτα με τα μαύρα
τους γυαλιά, το μελαμψό χαμόγελο
της λήθης, το αχόρταγο μαγνητικό
πεδίο των σκελιών. Δίνοντας το
ρυθμό ιεροκρυφίως, στα πεινασμένα
βλέμματα αντρών, να παίξουν
στο σεξουαλικό ακορντεόν τους
το ηρωικό πρελούδιο της στύσης.

Αγιογραφία για τον διάβολο Pablo Picasso

xin_090602201029992120138

(απόσπασμα)

Φόρεσε
το
καπέλο
του
ο ρεαλιστής
ζωγράφος
Άλειψε
το κορμί
της αγαπημένης του
με
τα
τρομαχτικά
χρώματα
της αγάπης
Ζωγράφισε
στους
γοφούς
της
μαύρα
πουλιά
Φωταγώγησε
το
κεφάλι
ενός
αλόγου
Έκανε
μάγια
στις
μπαλαρίνες
Με
την
κραυγή
του
από
τέμπερα
Έλιωσε
το
σκοτάδι
και
τα
ξέφωτα
Κι
Άρχισε
να
αιμοραγεί
με
κοριτσίστικες
φωνές
Με
τα
νύχια
του
να
ξεκοιλιάζει
τους
μουσαμάδες
Με
τη
μαύρη
του
σκιά
λεπίδι
Με
τη
λάμπα
στο
χέρι
και
τις
φτερούγες
του
ανοιχτές
στον
πόθο
Κοιτάζεται
στον
καθρέφτη
της
λύσσας
Πυρωμένος
απ’ το
δαυλί
της
σιωπής
Θέλει
να
ξέρει
όλα
τα
κόκκαλα
της
ράχης
Όλους
τους
πόρους
απ’ το
δέρμα
Ελπίζοντας
στο
βέβαιο
θάνατο
του
έρωτα

Νέοι και νέες καυλώστε. Είναι μεταδοτικό. Ανησυχεί την εξουσία.

aeroplane

Αν μπορούσα σήμερα να διακηρύξω μιαν άποψη στα παιδιά, αυτή θα ήταν να μην πουλάνε τον εαυτό τους. Νομίζω πως είναι μέγιστη επαναστατική πράξη σήμερα να μάθεις σε κάποιον να μην πουλάει το τομάρι του. Ανάμεσα από σχολικούς τοίχους βεβαίως και χρυσοποίκιλτα μαντριά που σου μαθαίνουν πώς να πουλάς τον εαυτό σου. Πώς να ξεπουλάς και την τελευταία ικμάδα αξιοπρέπειας για να ζήσεις με το μίζερο βοήθημα που λέγεται μισθός. Πώς να μηχανεύεσαι του κόσμου τις ανοησίες και πώς να επινοείς τεχνάσματα για να γράψεις δυο παραπάνω άχρηστες αράδες στο σχολείο του ανταγωνισμού ώστε να προαχθείς σε άλλη βαθμίδα εκπαίδευσης και σε άλλο αστρικό σύστημα.

Πέρα απ’ τη γκρίνια υπάρχει ένας άλλος κόσμος, που δεν έχει βέβαια τόσο μπετό για να κάνει πλούσιους μηχανικούς και εργολάβους και δεν έχει τόσα εγκλήματα για να χρυσώσει δικηγόρους και δικαστές. Πέρα απ’ το βόθρο της εικονικής αυνανιστικής δικτύωσης υπάρχει ένας σπουδαίος ήλιος. Κι αυτό δεν είναι ουτοπία, αλλά καθημερινή άσκηση στο σχολείο των ηδονών. Στο σχολείο που δεν κυριαρχούν οι φλύκταινες εγγράφων που μυρίζουν αγαμησιά και κυρίαρχη ιδεολογία. Στο σχολείο που δεν έχει ωράρια και καγκελόπορτες αλλά είναι ανοιχτό για να διδάξει τη ζωή και να ξεκλειδώσει τις αντιφάσεις.

Οι αληθινοί δάσκαλοι μαθαίνουν στα παιδιά αυτό. Τη χαρά και το παιχνίδι. Τη δημιουργία μέσα στις συλλογικότητες κι όχι την άσκηση στην επιτήρηση απ’ το βλοσυρό μάτι του πατερούλη της εξουσίας.

Ο δάσκαλος που προετοιμάζει τα παιδιά για τα δόντια τού εργοδότη είναι ένα πληρωμένο κάθαρμα. Ο δάσκαλος που σε κάθε κουβέντα του δίνει πατρικές συμβουλές στο μαθητή του για το πώς θα σκύβει το κεφάλι στον εργοδότη του είναι ένας ξεσχισμένος πούστης. Είναι ο γλείφτης που εξαγοράζεται με τριάντα αργύρια σιωπής. Είναι ο καραβανάς που στοιχίζει τα κορμάκια για να τα καταγαμήσει ο καπιταλιστής. Είναι ο τύπος που τα κρατά για να μη δυσκολευτεί ο βιαστής. Είναι ο λογοκριτής που μπουκώνει τα στόματα με παπαγαλία, εθνικισμό, μεταφυσική.

Ο δάσκαλος που μεταμορφώθηκε σε μαθητευόμενο μάγο είναι ο σιτιστής του κοινωνικού κανιβαλισμού. Είναι αυτός που αντί για νερό χρησιμοποιεί αίμα.

Επειγόντως θα πρέπει να συμβιβαστούμε με την ομορφιά. Έχουμε υποχρέωση να μάθουμε να ζούμε σωστά. Να μην ταΐζουμε χολή τα μελισσάκια.

Επειγόντως θα πρέπει να συγκρουστούμε με κάθε υπερφίαλο πολιτικάντη που μας θέλει ήρωες, εργασιομανείς και κουτάβια που αβγαταίνουν τα λεφτά του Συγγρού.

Αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες, νέοι και νέες, μην πουλάτε τον εαυτό σας στον έμπορα. Μην κολυμπάτε στα τοξικά ποτάμια που σας θέλουν τρέντι δουλοπάροικους. Μάθετε τη ζωή σωστά. Συγκρουστείτε. Ανακαλύψτε. Καυλώστε.

Νέοι και νέες καυλώστε. Είναι μεταδοτικό. Ανησυχεί την εξουσία.

Φυγόδικος στους Εγκρεμνούς

egkr (1)

Ήλιος στρογγυλεμένος
Κι έξω απ’ το φως ο θάνατος
Αρουραίος καιρός στα λαγούμια του
Βγάζω το άχτι μου ως Κανένας
Ως κάποιος
Ως εκείνος με τις πληγές
Ως ο γυμνιστής στις συμπληγάδες του
Φυγόδικος στους Εγκρεμνούς
Εδώ στη θάλασσα κανείς δε θα με βρει
Το τέλειο καταφύγιο εδώ
Εδώ στο ταψί της άμμου
Κλεπταποδόχος των πάντων

Εφτά Λογάκια Για Τη Μουσική Των Αγρών

Page_1-620x933

1

Αυτή τη στιγμή ακούω τζιτζίκια. Γράφω απ’ τους αγρούς. Ο αγρός μου δεν μπορεί να χωρέσει στο φέισμπουκ. Εδώ μέσα έχει σοδειές ποιημάτων και τεκμήρια ζευγαρώματος. Έχει φίδια, αρουραίους, υγρασία, λάσπη, σκουλήκια. Έχει τη μάνα και την ερωμένη. Έχει ζεματιστά μουνάκια πλήρους αθωότητος. Περιέχει εμένα που δεν έχω φιλοδοξίες να γίνω σατράπης γραφείου ή γραφειοκράτης σατραπείας. Αυτός ο αγρός παλεύει να μη γίνει τσιμέντο ή ακαδημία. Έχει θηλαστικά που δεν καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Αυτός ο αγρός έχει λαμπερή γύμνια. Είναι μαυσωλείο εξέγερσης και αλλαγής. Είναι η μήτρα μας που δε θέλει σοβάτισμα αλλά αγάπη.

2

Εμείς που αγαπάμε τα άστρα, το φεγγάρι, τη συντροφιά των γυναικών που δε τις μαγάρισε η υστερία, κατοικούμε στους αγρούς. Είμαστε άγριοι. Εξ’ Αγρινίου ορμώμενοι. Αγαπούμε τα κορίτσια, αυτά τα αγγεία των μυστηρίων. Αγκαλιάζουμε τα δέντρα κι ακούμε τη δυνατή βροχή να ξεχώνει τις αδύναμες ρίζες.

3

Εδώ λαμβάνουν χώρα περιστατικά ουτοπίας. Εδώ το αιώνιο κάλεσμα επιστροφής. Ω Αθηναίε και ω πρωτευουσιάνε τόσων κακών γιατί φοράς κλουβί; Χρόνια σου το γράφω στους τοίχους μα εσύ κοιτάς αλλού.

4

Όσοι δεν έχουμε ιερά και όσια και ξέρουμε τι μας περιμένει μας τρέχουν τα σάλια για έρωτες και φυσικές καταστροφές. Περιφέρουμε αυτό το πάθος για ζωή υπάρξεων που δεν έχουν ταυτότητα και λογαριασμό τραπέζης. Βγάζουμε έξω απ’ το κορμάκι τη ζούρλια μας. Την καύλα μας αντί ευτελούς αμοιβής. Κι ας μας λυπούνται φίλοι, συγγενείς και δημογέροντες.

5

Εμείς δεν έχουμε αφεντικά και δεν θέλουμε αφεντικά για κανένα. Η αναρχία μας είναι ο έρωτας για τη μουσική των αγρών. Για τα μυστικά περάσματα στον ζεστό κόρφο της κυράς μας. Εκεί που δεν έχει μεγαλόσχημους κριτικούς λογοτεχνίας ,πόζα, στρουκτουραλισμό, υπεραξία, αλλά υγρασία ερωτικών βοσκοτόπων. Εκεί που τα παράθυρα είναι μονίμως ανοιχτά στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες. Σε φοβερά γέλια χαράς. Σ’ αυτό το κυκλικό σκίρτημα της αιώνιας στιγμής.

6

Αν ξύσεις κάτω απ’ το τσιμέντο, κάτω απ’ τους ανθρώπους που κοιμούνται σε κοντέινερς, κουβάδες, καρότσια, παγκάκια, θα βρεις τους αγρούς. Κάτω απ’ το σφαγείο της εθνικής τράπεζας θα βρεις αμμουδιές και χώμα γόνιμο. Θα βρεις ευτυχισμένα στομάχια όχι απ’ τη βαρβαρότητα της κοιλιοδουλείας αλλά απ’ την πληρότητα της γευστικής ευδαιμονίας των καρπών.

7

Ιδού η λύση εδώ. Βγάλτε τα ρούχα σας, τις πανοπλίες σας, τις αυταπάτες σας, τις αλυσίδες σας και βουτήξτε σ’ αυτό το απέραντο γαλάζιο της μίας και μοναδικής ζωής. Λέω, ποτέ δε θα περάσουν δίπλα σου ξανά ετούτα τα κορμάκια κι ετούτη εδώ η απλόχερη ομορφιά, μικροαστέ μου εαυτέ. Και γράφω. Ιδού:

unnamed-620x469

*
Ακούω τη μουσική των αγρών.
Το τσέμπαλο των μυστικών περασμάτων.
Στα σχολεία των αρουραίων
και στις σωλήνες του νερού. Ακούω
να ροκανίζουν διαφημιστικά φυλλάδια υπνωτισμένες νοικοκυρές.
Όμορφες πάντα στο βαθύσκιωτο κουζινάκι τους.
Μαγειρεύοντας γλυκόλογα με νερό βροχής.

*
Εδώ βυθίζονται τ’ άστρα.
Εδώ συγκλίνουν τα θηλυκά.
Θυμάμαι τον χάρτη στον τοίχο της τάξης.
Τον αλαφροΐσκιωτο Ιησού να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τα λιοστάσια. Να βάζει λατινικούς αριθμούς η δασκάλα
μπροστά στα γεγονότα.
Να βάζει τις σφαγές στη σωστή σειρά.
Να ισιώνει σκύβοντας τις κάλτσες της.
Να βαθμολογεί τα νυμφομανή μας μάτια.

*
Αράχνες μαζεύονται στα μαγαζιά των μυρμηγκιών.
Κι έτσι ανεξήγητα και αναίτια τα καταβροχθίζουν.
Κι όταν έχει φεγγάρι γεμάτο μαζεύονται οι ληστές
και μοιράζουν τον κλεμμένο κόσμο. Μαζεύονται
οι εφτάψυχες μαύρες γάτες στους λειμώνες των άστρων.
Μαζεύονται οι κλέφτες των ψυχών
για να ζυγίσουν την πραμάτεια τους. Εμείς όλοι
που αντιγράφουμε την ομορφιά στα χαρτιά μας.
Τα άπιστα σκυλιά. Εμείς.

*
Μια πλάκα σαπούνι στο νεροχύτη δίπλα στη λιάστρα.
Το πουκάμισο του φιδιού σχεδόν τριμμένο απ’ τον ήλιο.
Σ’ έπαιρνα μάτι ο διάβολος στο ντούζ
το σώμα σου φολιδωτό οχτώ
και να βακχεύεται
χάλκινος αφαλός τουρκόσπορος
κατά Αχερουσία
το μέγα δάχτυλο
τραβούσε την περόνη
πιο κάτω άφηνα την τελευταία μου πνοή.

*
Την ξάπλωσα στον αγρό, στα λουλούδια.
Στο υπερπέραν της νοθείας των ονείρων.
Τη γύμνια της κατάσαρκα φορούσε.
Το περιφραστικό σουτιέν ως πανοπλία.
Σφάδαζε ανακούρκουδη, χτυπιόταν.
Μηροί, λευκά φτερά που ανοιγοκλείνουν.
Δείχνοντας κάθε τόσο αυτό που κρύβουν.

*
Η μούσα μου ψόφησε.
Όπως θα ψοφήσω κι εγώ.
Όμως πρόλαβα να της φτιάξω στο καμινέτο ένα φαγάκι.
Να της πω δυο λόγια αγάπης.
Να της κρατήσω το χέρι.
Εγώ ο νυμφομανής.
Εγώ ο χιλίαρχος φαλλοκράτης.
Εγώ ο εκατόνταρχος μουνάκιας.
Ο παρείσακτος της ελληνικής γραμματείας.
Εγώ.

 

 

[Η συλλογή "Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ"
μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bibliotheque
και μπορείτε να το προμηθευτείτε εδώ]

Καρπούζι με τυρί

karpouzi

Δοκιμάζω καρπούζι με τυρί
σε κάποιαν κρυφή σπηλιά
της Πελοποννήσου και είσαι
όμορφη σιωπηλή και μοιραία
και χορταστική με τη σχισμή
σου στο κέντρο του κόσμου
να βράζει στο ζουμί της
τρυφερή παράδοξη όλο
ειρωνεία σαρκώδη έτοιμη για
τις μάχες με το λαίμαργο
ερασιτέχνη ποιητή με τα
μάτια σου σαν από δάγκωμα
φιδιού λαμπαδιασμένα με τα
χείλη γύρω τον ιδρώτα σα
βούτυρο πάνω στη γύμνια
μες στο λαγούμι του κεραυνού
δίπλα στο τάπερ με το φαγάκι
της πεδινής Λακωνίας ελιές και
ζυμωτό ψωμί και σύκα με κομμένη
την ανάσα μας απ’ το τόσο
αχόρταγο σεξ το αλατάκι στη σχισμή
υποχείριο των εκκρίσεων τα φύκια
στο δέρμα σαν σφραγίδες του θεού
που δε βγάζει κέρδος απ’ το στύψιμο
των κορμιών που δε βγάζει λεφτά
απ’ τον κισσό που αγκαλιάζει την πέτρα.

ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΑΡΚΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΟΠΕΛΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ

Girl_on_the_Bus_by_ChristianoDiangelo

Ήμασταν κι οι δύο έτοιμοι για έρωτα
καθώς για ώρα μ’ άγγιζε μες στο λεωφορείο.
Χάιδευα με τα χέρια μου τη φούστα της
το εξαίσιο λινό που άναβε το δέρμα
κι ένοιωθα με τα δάχτυλα
το λαστιχένιο της κιλότας περίγραμμα
και μύριζα μασχάλη βαθιά καθώς
κρατιότανε το χέρι της από τον πήχη του αστικού
εκλιπαρώντας οργασμό το χνώτο του κορμιού.
Και κατεβήκαμε εκεί σε μιαν άγνωστη στάση
με λύσσα και οι δυο πατώντας το κουμπί.
Τρέχοντας με τα τέλεια αρματωμένα μας κορμιά
στην αγκαλιά του πάρκου να χωθούμε.
Αρχίζοντας συνομιλίες τρυφερές, με κείνες
τις γλυκές σιωπές του έρωτα.
Κι όπως η καύλα μας χτυπούσε στα μελίγγια
κι οι γλώσσες μας αχόρταγα ζευγάρωναν
άγρια έσκισα εγώ τη μουσκεμένη της κιλότα
αφήνοντας σημάδια με το λάστιχο στο αφηνιασμένο της κορμί.
Κι έσταζε ο ιδρώτας στα γυμνωμένα μπούτια
κι ένοιωσα το σάλιο απ’ το φιλί της μεσ’ τα αυτιά μου
να το στεγνώνει ο άνεμος.
Κι ένοιωσα το λαχάνιασμα και το ζεστό της κόρφο
της μήτρας το λαμπάδιασμα
τα υπέροχα ζεματιστά της χείλη να μου γλείφουν το φαλλό.
Κι εκεί πάνω στην ένδοξη διχάλα
τίναξα τους σπόρους μου.
Κι ήταν αυτό το χύσιμο ανάμεσα στα μπούτια
μια στιγμή αιωνιότητας
καθώς δυο άγνωστοι θεοί τρωτοί και εύθραυστοι
κάτω απ’ τη μυρουδιά των πεύκων και των χόρτων.
Τριγυρισμένοι από μερμήγκια θεατές.
Κι ήτανε μια μεταλαβιά των πάρκων
μια λειτουργία για τα κρησφύγετα των εραστών
τις γιάφκες τις ευλογημένες του έρωτα.
Αυτές που κρύβουν μέσα τους
σπέρματα και προφυλακτικά
κι άλλα της ηδονής απομεινάρια ένδοξα
όπως αυτή την ταπεινή κιλότα
που ξέσκισα με δύναμη.
Όπως αυτά τα άγια εσώρουχα
των εραστών τα τρόπαια
της λιτανείας κοριτσιών το λάγνο αεράκι.

Διόνυσε, η μέρα μου περνά!

d1

Διόνυσε, η μέρα μου περνά!
Περνά σαν αστραπή
και πριν γυρίσω το κεφάλι μου νυχτώνει.
Αλίμονο Διόνυσε, είμαστε φουσκωμένα ασκιά.
Κοπανιστός αέρας.
Μέχρι κι οι μύγες, έχουνε πιότερη αξία από μας.
Κι υπάρχουν θηλυκά που τσιγκουνεύονται τα υγρά τους
στη μια και μοναδική ζωή. Κι υπάρχουν άνθρωποι
που ψάχνουν με τη γλώσσα, την ευτυχία στα σκατά.
Βάκχε μαινόμενε και
Βάκχε μεθυσμένε, κράτα γερά
Διόνυσε, διονυσιάσου ελεύθερα. Κάτω
απ’ τον έναστρο ουρανό που μας αλέθει σαν μυλόπετρα.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ

ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 26 ΙΟΥΝΙΟΥ ΣΤΙΣ 7 ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ (ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ 11)

Ο ΤΕΟΣ ΡΟΜΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ
ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΕΙΡΑΣ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ, ΒΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

mousiki

Στις τέσσερις το πρωί

cal

Ακούω στο ταβάνι μου τους αρουραίους να μαλώνουν με το φίδι.
Κι εγώ, δεν ξέρεις πόσο βιάζομαι να προλάβω τη ζωή.
Να φτιάξω καφέ. Να ευνοηθώ απ’ την τύχη.
Να κρατήσω σημειώσεις για τον πρόσκαιρο έρωτά μου.
Να γελάσω με το ζόρι και να δαγκώσω τη σάρκα μου
σαν μαθητής που σκυλοβαριέται. Και σκέφτομαι πολλά
εδώ στο μακρινό μου άστρο. Ανοίγω το παράθυρο
και εισπνέω πολύχρωμη νυχτερινή ύλη γυναικών από μακριά.
Μυρίζω στοργικά τον ασφόδελο της φιλενάδας μου.
Αυτής που με θέλγει και με σκέφτεται. Αυτής
που ψάχνει να μπει στον παράδεισο με το δάχτυλο.
Να εξανθρωπίσει την ύλη των ονείρων.
Να χύσει ανελέητα και ν’ αποκοιμηθεί.

Ακούω στο ταβάνι μου τους αρουραίους να μαλώνουν με το φίδι.
Στις τέσσερις το πρωί.
Ξαγρυπνώ και γράφω για όλα αυτά και για άλλα.
Γράφω για τον παγκόσμιο πόλεμο της νύχτας στο ταβάνι μου.
Για τα ερπετά ανάμεσα στον ουρανό και τη γη.
Τους συμπολίτες μου που δαγκώνουν.
Γράφω το ποίημα και το αφήνω έξω απ’ την πόρτα την αυγή.
Ένα πιατάκι γάλα να το πιούνε τα φίδια του αγρού να ημερέψουν.

Δέντρα

oneiropolos

Δεν ξέρω αν το ποίημα πρέπει
να περιέχει ένα σώμα γυμνό που
καμαρώνει στον ήλιο ή σάρκες
βράχων χυμένες στα αραχναία
δίχτυα της θαλάσσης ή αν πρέπει
να ετυμολογεί σκαιώς ερωτόλογα
κάλπικα και σχισμές καθρεφτισμένες
στο υπερπέραν. Δεν ξέρω και
ματαίως αναρωτιέμαι σαν χαδιάρα
γατούλα που ζητά φαγάκι αναγνώρισης
από σένα τρυφερέ αναγνώστη της
ποιήσεως. Και φεγγαράκι στο δέρμα
προσδοκώντας. Για τρυφερότητα
φτιαχτή. Λοξά πάντα κοιτάζοντας
δέντρα απ’ το παράθυρο. Παιδιόθεν
ονειροπόλος καβαλημένος αλλά με
στεντόρειο πάθος για τα κοινά. Και
ευαισθησία σαν έκζεμα.

Νυφούλα

panama

Μεσημεράκι πάνοπλο στα μάγουλα
επάνω της ωραίας. Και στη διχάλα
ο ιδρώτας κι ο χαμός. Οι αυλικοί
αλαλιασμένοι στα καπούλια της.
Θεριά συλλαβίζουν του θανάτου
το δαίμονα. Την πηγή του κακού.
Τις ιστοσελίδες με τις λοιδορίες.
Τη λύση του μυστηρίου της Πίζας.
Την αιώνια μειοψηφία που
ματαιοπονεί κι όλο λευκά χαρτιά
ως το πρωί και ως το άλλο πρωί
συμπληρώνει. Κι όλο ανισόρροπα
βιβλία συσσωρεύει στις δανειστικές
βιβλιοθήκες των ψυχών.

Γλείψτε τους καμπινέδες του υπουργείου οικονομικών κι ύστερα ελάτε να φάτε ξύλο

as1

Ο χωροφύλακας είναι εδώ. Είναι ο γείτονας εργαζόμενος. Το πιο σπουδαίο κομμάτι του εαυτού του διαθέτει φασιστικό νου, για να κάνει τα αθροίσματα κάθε επίβουλης εντολής στα πεδία των μαχών. Και το πεδίο μάχης είναι η γειτονιά που μεγάλωσε. Εκεί στους δρόμους που κάνει τη βόλτα του ως πολίτης, αλλάζει δέρμα κάποια πρωινά και κάποιες νύχτες και με λύσσα μετρημένη γαμάει και δέρνει. Έχει όλα τα αξεσουάρ μυρουδιάς θανάτου εντός της οικίας του. Από σιδερογροθιές και κλομπ μέχρι το Αγών μου, που βρίθει από εθνικοσοσιαλιστικά μουστακάκια που θέλουν να κάνουν σκόνη το διαφορετικό.

Ο χωροφύλακας αυτός που κατουρά έξω απ’ τη λεκάνη και εκσφενδονίζει την κουράδα του στα πλακάκια απαιτεί από κάποιο υπόδουλο ον να του καθαρίσει τα σκατά και να του σκουπίσει τον κώλο. Ο χωροφύλακας αυτός που είναι η προέκταση του μέσου όρου, εκπροσωπεί την κτηνώδη εγωπαθή μεγαλοσύνη, που καλλιεργεί ο γόης καπιταλισμός στον λεγόμενο απλό πολίτη. Σ’ αυτόν τον πολίτη που κάνει ιδεολόγημα τη χυδαιότητά του. Σ’ αυτόν τον πολίτη που απαιτεί απ’ την καθαρίστρια να του μαζέψει τις βρωμιές. Να του μαζέψει τα σκουπίδια.

Άραγε τα σκουπίδια προκύπτουν από μόνα τους; Μήπως εμείς που αποφεύγουμε να μαζέψουμε τα σκουπίδια μας και να καθαρίσουμε σωστά τα σκατούλια μας απ’ τη χέστρα, επιβάλουμε την κυριαρχία μας σε υπάρξεις, που, από ανάγκη θα πολεμήσουν με τα κόπρανα και τα απορρίμματα της βρωμερής καταναλωτικής μας ύπαρξης για να επιβιώσουν; Μήπως θα πρέπει να σκεφτούμε κάποτε πως αυτό το ατιμωτικό-λεγόμενο-επάγγελμα, θα πρέπει δια ροπάλου και σιδερογροθιάς να καταργηθεί; Μήπως θα πρέπει περιοδικά και αενάως όλοι οι πολίτες να μαζεύουν τα σκατά τους;

Μήπως, ο πολύς κύριος δικηγόρος και ο ακόμα πιο πολύς κύριος καθηγητής πρέπει μια φορά το μήνα να κλαρώνουν πίσω απ’ τη σκουπιδιάρα μαζεύοντας τα σκουπίδια τους απ’ το δρόμο; Λέω και σκέφτομαι, μήπως γίνουμε καλλίτεροι άνθρωποι αν πάψουμε να θεωρούμε κάποιους ανθρώπους ικανούς μόνο και μόνο να μαζεύουν τα σκατά μας.

Λέω και σκέφτομαι μήπως αυτό το κτήνος που χτυπά με σιδερογροθιά στο κεφάλι τη γυναίκα που τού μαζεύει τα σκατά, είναι ένα μικρό κομματάκι του εαυτού μας που με τους αιματηρούς φόρους και τις θυσίες επιδοτεί την καταστολή; Μήπως αλήθεια αυτή η σιδερογροθιά κι αυτή η στολή κι αυτό το κράνος δεν έγιναν απ’ τα χέρια ενός εργάτη που κάποια στιγμή θα τα φάει στη μάπα; Μήπως όλα αυτά είναι παράγωγα ενός ακραίου συστήματος επιβολής του δίκιου του ισχυρού; Μήπως όλες αυτές οι παλιομοδίτικες απορίες οδηγούν αναπόφευκτα και μοιραία στη σύγκρουση; Μήπως απ’ τη μια μεριά οχυρώνεται η αξιοπρέπεια άοπλη κι απ’ την άλλη ταμπουρώνεται η κακοήθεια οπλισμένη; Για να επιβάλεις οτιδήποτε σε οποιονδήποτε χρειάζεσαι χωροφύλακα.

Ο χωροφύλακας είναι η βέργα στα χέρια του κράτους. Μια βέργα όμως που μπορεί να έρθει σε οργασμό, να τεκνοποιήσει, να ερεθιστεί, να κάνει βουτιές, ψαροτούφεκο, να καθαρίζει φασολάκια, να γράψει ποιήματα, να ψάλει στον ιερό άγιο Παντελεήμονα. Ο χωροφύλακας είναι παράγωγο της κοινωνικής οργάνωσης. Δεν μεταβιβάζει το μήνυμα της εξουσίας αλλά υποβιβάζει ηθικά το υποκείμενο ώστε να συμφιλιωθεί με το μήνυμα. Είναι ο άνθρωπος που θα δεχτεί από καθήκον να τσακίσει στο ξύλο κάποιον άγνωστο και κάποιον που θα παραμείνει διαπαντός άγνωστος γι’ αυτόν. Είναι ο άνθρωπος που θα πρέπει να διαθέτει τον κατάλληλο ψυχισμό.

Είναι ο τύπος που θα πρέπει να του σηκώνεται όταν κλοτσάει ένα ανυπεράσπιστο ον και θα πρέπει να φτιάχνεται απ’ τη μυρουδιά του φόβου, του ιδρώτα και του αίματος. Είναι αυτός που θα πρέπει να εκπαιδευτεί με τον ίδιο τρόπο και να λειτουργήσει ως μεσολαβητής ενός ακραίου σαδισμού. Που θα πρέπει να φυτέψει μέσα στο καλό και υπάκουο παιδί τη συνθήκη που λέει, πως, έχω δύναμη και εξουσία γιατί είμαι η προέκταση της δύναμης και της εξουσίας του δυνατού. Άρα δεν έχω τίποτε να φοβηθώ, αφού είμαι προέκταση της δύναμης.

Ο χωροφύλακας όμως είναι ένας ρομαντικός χάνος ανάμεσα σε παγωμένα συντρίμμια. Κάνει αυτό που κάνει γιατί πιστεύει πως κάνει το καλό. Ο χωροφύλακας είναι δέσμιος της αντίφασης που θέλει να καλυτερέψει τον κόσμο με τη βία. Όχι όμως μια βία δικιά του αλλά μια βία αλλότρια. Μια βία συμφερόντων που τον διαχειρίζονται δουλικά και σκυλίσια. Μια βία ορθολογικά συγκερασμένη με τη νεύρωσή του.

Ο χωροφύλακας αντιμετωπίζει τη ζωή με τον ηθικό δυισμό που του έχει επιβάλει το κράτος-εργοδότης. Με τη μητρική στοργή του επιτελάρχη. Με το χάιδεμα του ανωτέρου και το κόκκαλο της μισθωτής του σκλαβιάς. Ο χωροφύλακας δεν είναι ένας εργαζόμενος, αλλά ένας που επιβάλει την εργασία στους άλλους, με τους όρους που καθορίζει χωροχρονικά ο εργοδότης.

Ο χωροφύλακας βρίσκεται συνεχώς υπό καθεστώς τελετουργικής χειραγώγησης, σημαδεμένης με στερεότυπα και τελετουργικά στοιχεία. Είναι το αυτιστικό παιδί που παρατηρεί τα χέρια και τα πόδια του να κινούνται από άλλους. Είναι ο ήρωας που συμμετέχει στις μεγάλες αφηγήσεις του κεφαλαίου. Είναι ο παράφρων που έχει προσβληθεί από μηρυκασμό και επιβάλει την τάξη με όλη την ευφράδεια βίας που διαθέτει.

Ο χωροφύλακας είναι σπαρμένος σε όλους τους μηχανισμούς του κράτους. Είναι δάσκαλος, εφοριακός, γιατρός, υπάλληλος του δημαρχείου, είναι ο ταχυδρόμος, ο θυροκολλητής, ο παπάς και ο διάκος. Όπου δεν πίπτει ράβδος πίπτει πνεύμα. Με τη σέσουλα.

aw3

Brazil

brazil

Αυτός ο απελπισμένος σατανάς με το φινιρισμένο πάθος και τη φίλαθλη διάθεση είναι το τσοπανόσκυλο που σμιλεύει την εικόνα του μέλλοντος. Έχει ένα αναγεννησιακό συναίσθημα υποτέλειας και μια κάποια αδιαφορία για τη σφαίρα του πλούτου και της φτώχειας. Το ανθρωπόμορφο γουρούνι που καταναλώνει μπύρα και γκολάκια μέσα στα δεινά της ερημωμένης υπαίθρου δεν υποψιάζεται πως θα έρθει και η σειρά του στη ρωμαϊκή αρένα των αγορών. Δεν βλέπει πως είναι και ο ίδιος εμπόρευμα και εμποράκος. Πουλάει και αγοράζει τον εαυτό του. Κλειδωμένος σε απόψεις με καρφιά. Ρατσιστής με όση ορμή του προσφέρει η εξωφρενική ιδιωτία του. Δημοκράτης με όση ισοπεδωτική υποκρισία του ενσταλάζει ο πολιτικός υπάλληλος της ανθοφορούσας κυρίαρχης τάξης. Αυτός που με τυφλή υπακοή γκρινιάζει και επαναλαμβάνει βλακωδώς την πούστικη άποψη περί κρίσης αξιών και άλλων μελίρρυτων μυθευμάτων. Λες και οι αξίες χαθήκαν ξαφνικά μια βροχερή νύχτα. Λες και η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία του πολέμου και της σφαγής. Λες και παραστράτησε ξαφνικά απ’ το δρόμο του θεού η αθώα ανθρώπινη κωλοτρυπίδα. Οι άνθρωποι που μιλάνε για αξίες ξεκάνουν αυτή τη στιγμή άχρηστους πληθυσμούς. Απ’ τις φαβέλες του Ρίο ως τα πεδία των χημικών της Συρίας κι απ’ τους ματωμένους δρόμους της Ουκρανίας ως τα αποκεφαλισμένα λιοστάσια της Παλαιστίνης, άνθρωποι των αξιών και άνθρωποι της προόδου πατάνε τα κουμπιά και βγάζουν λόγους. Με την αμέριστη συμπαράσταση μιας μεσαίας βουλιμικής τάξης που καταβροχθίζει μουχλιασμένο άρτο και σκατένια θεάματα χωρίς να ρωτά και χωρίς να σκέφτεται. Έτοιμη μασημένη τροφή. Το αποκορύφωμα του μικροαστικού κυνισμού που αδυνατεί να απελευθερωθεί απ’ τον απελευθερωτή του. Ένας ακραίος οικονομισμός, μια ψευδοφύση με την ανθρώπινη εργασία να σμιλεύει το μνημείο της πάνω στις στάχτες και τα ερείπια της ιστορίας. Με τη νεκρή εργασία να βρικολακιάζει ρουφώντας το αίμα της ζωντανής εργασίας. Με το γήπεδο εμπροσθοφυλακή του καπιταλισμού και τις δυνατές φάσεις γρανάζια και ιμάντες που περιστρέφουν τη μαγαρισμένη σεξουαλικότητα των ανδρών. Τους φιλάθλους που περιμένουν τη διείσδυση. Τα κέρδη απ’ το στοίχημα και τα κέρδη απ’ τα σακατεμένα ποδάρια των ποδοσφαιριστών που έφυγαν απ’ τις εξωτικές τους αλάνες παίζοντας μπάλα-παιχνίδι και όχι θέαμα για τους μεσόκοπους αρουραίους των αναπτυγμένων χωρών.

Ο Θεοχάρης και η Θεία Χάρις

o ueoxariw

Την ώρα που η ελληνική επικράτεια βυθιζόταν στο πένθος, διότι τα άτιμα συμφέροντα καρατομούσαν τον αδιάφθορο φοροεισπράκτορα και πουτσαρά Θεοχάρη, η Ντέμπορα Ντε Ρομπέρτις, καλλιτέχνης απ’ το Λουξεμβούργο, έδειχνε το μουνί της στους επισκέπτες του μουσείου Ορσέ, όπου βρίσκεται ο πίνακας του Γκυστάβ Κουρμπέ, Η προέλευση του κόσμου. Φορώντας ένα χρυσό φόρεμα, κάθισε στο πάτωμα και φανέρωσε στους πιστούς φιλότεχνους την προέλευση του κόσμου. Έδειξε τη σάρκα, τη σχισμή και τις τρίχες του μοντέλου. Φανέρωσε μπροστά στον καλυμμένο καπιταλιστικό σεξισμό, αυτό που η αλήθεια της γύμνιας της δεν μπορεί να κρύψει. Αυτό που οι προτεστάντες της οικονομίας το μοσχοπουλάνε, αφού πρώτα το καλλωπίσουν με τα νυστέρια τους. Αφού το κλαδέψουν με θεοκρατική προσήλωση και το λιντσάρουν με ισλαμική εμμονή. Μέσα στη βαθειά παρακμή και την κατάρρευση, η γυναίκα αντιμετωπίζεται με βιβλική αυτοταπείνωση και μαζοχισμό. Η κινητήριος δύναμη όλων των παραδείσων γίνεται μανταρίστρα ευνουχισμένων αρσενικών στην κόλαση του νέου εργασιακού μεσαίωνα. Γίνεται μηχανή που κόβει κρέας για τα πεδία των μαχών της ανάπτυξης. Της Ευρώπης των λαών που πολτοποίησε ο τραπεζίτης για να μπορεί να ελέγχει τη μελλοντική χασούρα. Μέσα στα εργαστήρια των κρίσεων ο πρώτος που μαχαιρώνεται και σφάζεται είναι ο κουμουνιστής Έρως. Ο επικίνδυνος οπαδός της ελευθερίας. Αυτός που δεν δολοφονεί παιδιά στις φαβέλες για να απολαύσουν ανενόχλητοι οι διεφθαρμένοι μικροαστοί της δύσης κρύα μπύρα και μουντιάλ. Αυτός, ο αληθινός έρωτας για ζωή και ποίηση που βάζει μπουρλότο στα καθεστώτα. Αυτός ο Έρωτας που δεν έχει αρβύλες και ράσα και ψυχοφάρμακα. Αυτός ο Έρως-Ήλιος που όταν μιλά τα σκοτάδια σιωπούν. Ω πιστοί, όλων των θρησκειών κι όλων των μαγαρισμένων εθνών, δείτε σε ζωντανή μετάδοση την προέλευση του κόσμου. Δείτε τη μεγάλη έκρηξη μέσα στη μήτρα και νιώστε αυτό το σφυροκόπημα του φαλλού-δημιουργού. Μην ψάχνετε θεούς και δαίμονες. Η θεία χάρις βρίσκεται μέσα στο μουνί της γυναίκας. Κι εσείς δυστυχισμένοι ραχιτικοί επιστήμονες που εργάζεστε νυχθημερόν μέσα στο σκανδαλώδες υπερτροφικό εγώ του καπιταλιστή, μην ψάχνεται για σωματίδια του θεού και κολοβακτηρίδια της παναγίας. Γυρίστε την επιστήμη σας για να ανακουφίσετε τα δισεκατομμύρια μισοπεθαμένων υπάρξεων του πλανήτη. Γυρίστε την επιστήμη σας σε δροσερή πηγή με καθαρό νερό κι όχι στη χαβούζα της ελεύθερης αγοράς. Βάλτε το βασιλιά ήλιο κορώνα πάνω απ’ τους απάνθρωπους βωμούς. Ψηλαφήστε με τα γυμνά σας δάχτυλα, αυτή την υγρή αιωνιότητα της προέλευσης του κόσμου.

Γιατί οι κοινοί θνητοί θέλουν να πιάσουν τα βυζιά της Βασιλομήτωρος

giati

Η εποχή μας έχει αυτή την παράλογη πικρή γεύση από μουχλιασμένες παιδαγωγικές θεωρίες. Από πρόσκαιρα ψυχολογικά δράματα, σκηνοθετημένα από δραστήριους ιδιώτες χειραγωγούς. Έχει ενήλικες που παιδιαρίζουν αναζητώντας τη χαμένη τους παιδικότητα στην πορνογραφία. Χωνεμένους στα βάθη του χθόνιου βιοπορισμού. Ζαλισμένους απ’ την αστική ελευθεριότητα, που εκθέτει σε δημόσια θέα το σώμα που έγινε εμπόρευμα και την έλξη που έγινε καταναγκασμός. Αυτό το σώμα που η παρακμή το ποτίζει καυσαέριο και ο δάσκαλος συντηρητισμό. Αυτό το σώμα που όλες τις φυσιολογικές παρενέργειες των γηρατειών τις εξοβελίζει με χάπια. Αυτό το σώμα που έχει τυλίξει με επίδεσμο ο Βούδας για να μη χύνει και με την πνευματική μορφίνη της προσευχής ο Χριστός. Αυτό το σώμα που ξεπέφτει στο σφοδρό μαζοχισμό του ανταγωνισμού απ’ τα γεννοφάσκια του. Απ’ το θρανίο που λειτουργεί ως ηλεκτρική καρέκλα της παιδικής ψυχής ως τον κανιβαλικό ερωτισμό της μονογαμίας. Αυτό το σώμα που γεφυρώνει το χρόνο με το χρήμα. Που στύβεται τόσο εξαίσια και παραμορφώνεται τόσο κομψά. Αυτό το σώμα που ο καπιταλιστής του αιώνα των μηχανών το έκανε λογοτεχνία, σινεμά, τέχνη, απόγνωση. Βουβό πρεζόνι σε κάποιο οικοδομικό Μετέωρο της Αττικής. Χαροκαμένο βοσκό που πίνει εμφιαλωμένο νερό στην Πίνδο. Αρσενικό με θηλυκό μυαλό και θηλυκό σπασμένο στα δύο. Πουτάνα και νοικοκυρά. Παραδείσιο σεξουαλικό πουλί και μαδημένη κότα. Μανούλα Μήδεια νευρωτική και καπάτσα. Με τα φυλαχτά της από αρώματα καλλυντικά κρέμες και μέτρα προφύλαξης. Αυτό το σώμα που η πρόοδος το έκανε καταναλωτικό γομάρι. Και του προσφέρει μισό γραμμάριο ευχαρίστησης την ημέρα. Μισόν ήλιο σκιαγμένο και μισή ζωή ζεσταμένη σε φούρνο μικροκυμάτων. Ετοιματζίδικη κι εξαρτημένη απ’ την εξοχότητα του πληβείου ντελιβερά. Του παιδιού που μαγάρισε η υποχρεωτική εκπαίδευση με υποτέλεια. Με κομφορμισμό χωνεμένο στο ματάκι της πόρτας. Με χαρτζιλίκι βάλσαμο του δουλικού ήθους της τάξης που διάγει βίον ανθόσπαρτον και βίον σημαιοστολισμένον με αυταπάτες. Της ατάκτως ειρημένης τάξης που περιμένει μέρισμα, επίδομα και καύσιμο φτηνό για να ζεστάνει τα κουτάβια της.

Τα λεμόνια των ιμπρεσιονιστών

ta lemonia

Εναντίον μας τα αγκάθια τους
Οι ειδήμονες και οι δαίμονες
Τα τρωκτικά της τρόικα
Οι αναγνώστες των βίπερ
Εναντίον μας τα υποχείρια λόγια
Οι βαρβάτοι παλιόγεροι απ’ το παρελθόν
Εναντίον μας τα διαπεραστικά βλέμματα
Οι καρποί των γεγονότων
Οι πληγές των άλλων
Εναντίον μας τα χορτάρια
Εναντίον μας τόσο χνούδι απ’ τα έγκατα προς τον αφαλό
Εναντίον μας όλοι και όλες

Οι πρακτικοί άνθρωποι κοιμούνται νωρίς στο κλουβί τους

oi prak

Δεν πρόκειται να καταλάβουν τίποτε
όσοι διαθέτουν δόντια και κοφτερό
μυαλό και μασάνε ιδέες και σύννεφα.
Δε νιώθουν το σκυλί που γαβγίζει στον
ήλιο και τη δροσιά στο μακρύ ρύγχος
του κορμιού. Δε βλέπουν και δεν ακούν
τις ψυχούλες στα χέρια των τυφλών.
Δε γεμίζουν τα ημερολόγια μουτζούρες
και πεθαμένο παρελθόν. Δε χαρίζουν
στον τρελό του χωριού ούτε μια δεύτερη
ζωή. Δεν τρώνε ζυμωτό ψωμί κι ελιές και
δεν περπατούν ξυπόλυτοι σαν τον Ταρζάν.
Δε βλέπουν όνειρα με φυλλοβόλα κορίτσια
και ποιητικές συλλογές. Δε χύνουν καν
πάνω στο στρώμα τους. Οι πρακτικοί
άνθρωποι κοιμούνται νωρίς στο κλουβί
τους. Αγοράζουν περιλαίμιο στο σκύλο
που κρύβουν μέσα τους και τυλίγουν
τον έρωτα σε μια κόλλα χαρτί. Με
υπογραφές, χαρτόσημα, ευχές. Βίον
ανθόσπαρτον. Πληγωμένο ζουλάπι.

Εκτός θέματος

alt1

Πτυχία.Τι’ναι τα πτυχία?
Παραφορά του επιτυχία?
του ευτυχία?
σύντμηση του πτυελοδοχεία?
Πανεπιστήμιο Αθηνών κρεματόριο του πνεύματος!
εφτά χρόνια να κατεβώ τριανταεφτά σκαλιά.
Τι κάθεστε εκεί μέσα αριβίστες πασοκάκια
φιλόσοφοι του μεσονυκτίου
κυρίες με διπλά επίθετα?
Κι έχετε και τον Ηράκλειτο
στα ράφια σας
να σας κοιτάει!

Γ. Π

Την ώρα που ένας δεκαοχτάχρονος μαθητής στα Γιαννιτσά, βουτούσε στο κενό, ίσως πεθαίνοντας από αηδία ή από υπέρμετρο ζήλο για αληθινή ζωή, οι ορδές των υποψηφίων έσπαγαν τα μολύβια τους, συμφωνώντας με κοπιώδη επιχειρήματα, με ένα μουχλιασμένο κείμενο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, που γράφτηκε μισόν αιώνα πριν.

Βεβαίως η ειρωνεία της τύχης, που τίποτε δεν αφήνει να πέσει στο πηγάδι, χρέωσε στους μαθητές ένα θέμα για την ανθρωπιά και τον ανθρωπισμό. Μια ανθρωπιά κι έναν ανθρωπισμό των εκθεσάδων και των γραφειοκρατών του ρομαντισμού, που δυσκολεύονται να πάρουν χαμπάρι πως οι εποχές άλλαξαν και ο άλλοτε σκληρός αλλά βιώσιμος καπιταλισμός έγινε βαρβαρότητα και σβάστικες. Εργασιακός μεσαίωνας και μισαλλοδοξία.

Θέματα που αντικατοπτρίζουν την ακραία συντηρητική εκπαίδευση που έχει κολλήσει στη λάσπη της μετεμφυλιακής διανόησης. Ω νεολαίοι, φάτε αμάσητο Παπανούτσο και Ι.Μ Παναγιωτόπουλο. Φάτε κοψοχρονιά ακίνδυνα δοκίμια που δίνουν συγχωροχάρτι σ’ εκείνο το μακρινό ειδυλλιακό παρελθόν, που ω του θαύματος, είχε μόνο αγνότητα και ευγενικά αισθήματα. Κι όσοι από εσάς φουντάρετε στο κενό θα καταγραφείτε στις ακραίες τιμές της κατανομής. Στο ελάχιστο στατιστικό δείγμα που δεν άντεξε την πίεση και τον έντονο αφροδισιακό ανταγωνισμό για μια θέση στον καυτό ήλιο της ανεργίας και της μισής ζωής.

Η γενιά του ΔΝΤ παίρνει και επισήμως το βάπτισμα του πυρός. Το επιστημονικό προλεταριάτο του νέου εργασιακού μεσαίωνα διαβαίνει το Ρουβίκωνα των πανελληνίων. Των πανελληνίων που υπήρξαν το ψυχότροπο της γενιάς της μεταπολίτευσης, που πίστεψε πως, ευτυχία είναι να κερδίζεις δέκα ευρώ περισσότερα απ’ τον κουνιάδο σου. Της γενιάς που γαλουχήθηκε με το οιδιπόδειο της σοσιαλδημοκρατίας και του παπανδρεισμού καταλήγοντας στη φούσκα του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους. Στο, μαζί τα φάγαμε ,της γενιάς που έχτισε τις νέες υπερούσιες θεολογίες καλλιεργώντας το δικό της αστικό μύθο. Της γενιάς που μεγάλωσε τα τέκνα της ανάμεσα σε απολιθωμένες εθνικές γιορτές και αιματόβρεχτα βιντεογκέιμ.

Εικονικά άρθρα σε σχολικές δήθεν εφημερίδες, πρόβες νυφικού για τους μελλοντικούς μνηστήρες-αφεντικά που θα συνεκτιμήσουν την πορεία της υποψήφιας νύφης στη αγορά των αγαπητικών. Ντιρεκτίβες στρατολογημένες στο υπερούσιο αγαθό που λέγεται κέρδος. Υποψήφιοι που μπολιάζονται με την κοινωνική νόρμα, σύμφωνα με την οποία άλλες ζωές είναι εγγενώς καλές και άλλες όχι.

Παιδιά που σκόρπισαν την τρυφερότητά τους και τον δημιουργικό οίστρο της εφηβείας τους παπαγαλίζοντας τα λυσάρια του Πατάκη, κυνηγώντας το γραμμάριο αξιολόγησης που θα τους οδηγήσει στην αγκαλιά των υπερούσιων σχολών. Παιδιά εκπαιδευμένα με το τηλεσυναίσθημα που στοχοποιεί και ισοπεδώνει τα πάντα και τους πάντες καλλιεργώντας έναν συνεχή καταγγελτικό λόγο που θεωρεί ότι, τα άτομα, δεν είναι τα θύματα ενός συνολικού συστήματος κυριαρχίας και των στρεβλώσεων που προκύπτουν απ’ τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τις ανισότητες που παράγει η εξουσία, αλλά ότι το ίδιο το σύστημα είναι αποτέλεσμα της φαυλότητας των πολιτών του.

Μετατρέποντας στα μάτια τους, εν πολλοίς, την πολιτική σε μια συνεχή και ατέρμονη ηθικολογία. Παρουσιάζοντάς τη ως ένα κουβούκλιο νομιμοποίησης και επιβεβαίωσης της μιας και μοναδικής άποψης. Ανοίγοντας το δρόμο στους επίδοξους Ροβεσπιέρους να στήνουν τις γκιλοτίνες του αποκλεισμού για όλους εμάς τους κακούς και απεχθείς που πολεμάμε το σύστημα που παράγει με γεωμετρική πρόοδο τη δυστυχία.

Οι αυτόκλητοι ταγοί υποβάλουν την κοινωνία σε υποκριτικές ασκήσεις συλλογικής αυτοκριτικής μ’ έναν απίστευτα μονότονο και ρηχό αντιλαϊκισμό επιδιώκοντας μια νέα μεταπολίτευση στην οποία τα εξόχως ανορθολογικά κριτήρια των καπιταλιστικών μηχανισμών θα αποφασίζουν για τον ορθολογισμό στην πολιτική, την εκπαίδευση και την έρευνα. Προσβλέποντας κυρίως σε μια φωτισμένη απολυταρχία με την πλήρη μετατροπή του λαού σε ένα μωσαϊκό εξατομικευμένων κοινών με ενισχυμένο τον ηγεμονικό ρόλο των ειδικών σωμάτων της νέας τεχνοκρατίας.

Ολιγαρχία της <<κοινωνίας της γνώσης>>, της καινοτομίας, των δράσεων, της αυτομόρφωσης, της e-governance και πάει λέγοντας. Χαπάκια που προωθούνται παντοιοτρόπως στο κοινωνικό σώμα. Χαπάκια και υπόθετα που διακονούν προς τη βάση κυριούλες του Παντείου μετεκπαιδευθείσες εις την αλλοδαπή με τα λιπώδη τους αρθράκια περί αυτομόρφωσης, αυτολύπησης και αυτοϊκανοποίησης. Σχολικοί σύμβουλοι ντίλερς που προσπαθούν με τα ξεροκόμματα του ΕΣΠΑ να δελεάσουν εκπαιδευτικούς που αφαιμάχθησαν και αφαιμάσσονται-λοιδορούμενοι απ’ το πρετεντέριο περί δικαίου τηλεαίσθημα -να κατεβάσουν οικειοθελώς τα παντελόνια τους στο όνομα μιας μεσσιανικής αξιολόγησης.

Ένας στρατός υπηκόων που ακούσια ή εκούσια έχει στρατευτεί με το συλλογισμό του Φουκουγιάμα για το τέλος της Ιστορίας την ιδέα δηλαδή ότι η δυτικοποίηση του κόσμου είναι εγγύηση ειρήνης και ευημερίας. Μια ιδέα που σκορπά την τέφρα των δύο παγκοσμίων πολέμων στο κορμάκι της σφαδάζουσας ανθρωπότητας μπολιάζοντας τις αδρές δανειοδοτήσεις του εβραίου Ροκφέλερ προς τον Αδόλφο Χίτλερ και τα κουτάβια του, με την παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου.

Το κεφάλαιο ζητά νέο αίμα, νέους καταναλωτές, νέους πολέμους. Όπως το Ισραήλ αποκεφάλισε τα λιοστάσια των παλαιστινίων κόβοντας τον ομφάλιο λώρο τους με την πρωτογενή παραγωγή, όπως η ευρωπαϊκή συμμορία χρηματοδότησε γενναιόδωρα την αγρανάπαυση της ελληνικής γης έτσι τώρα η εκπαίδευση θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το λούκι της αγοράς και τις καύλες του επιχειρηματία. Τα σχολεία θα ψάχνουν για χορηγούς και μάνατζερ κάνοντας κονσομασιόν μπρός στον επίδοξο ευεργέτη χορεύοντας στο ρυθμό της αγοράς όπως η αρκούδα με την κρικέλα μπρός στο ντέφι του αρκουδιάρη.

Η εκπαίδευση είναι το πρόσφορο έδαφος που ο ιδρυματικός καπιταλισμός προετοιμάζει για να απορροφήσει τους κραδασμούς των μελλοντικών του κρίσεων. Η κρεατομηχανή που θέλει τους νέους να αλλάζουν τις δουλειές σαν τα πουκάμισα προσαρμόζοντας την υπόστασή τους αποκλειστικά στον εργασιακό βίο βαφτίζοντας την μπολιάρικη λογική απόκτησης πιστοποιητικών δια βίου μάθηση, διαστρεβλώνοντας με άκρατη βαρβαρότητα, την ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για αληθινή δια βιου μάθηση, που σχετίζεται με την υπαρξιακή του αγωνία και την οραματική νομοτέλεια για μια αταξική κοινωνία.

Μεγαλόσχημοι καθηγητές, διανοούμενοι, μητροπολίτες, παπαγαλάκια κλαψουρίζουν για τις δύσκολες εποχές που περνάει ο τόπος καταπραΰνοντας την οργή και το θυμό. Στρέφοντας τα όπλα κάθε φορά σε λάθος κατεύθυνση επικαλούμενοι την αμπελοσοφική νότα μιας κούφιας νεοτερικότητας ή δρώντας καθ’ υπαγόρευση του αφεντικού που προσφέρει τα γρόσια για να μπαλσαμώσουν κάθε φορά τις εξεγέρσεις και τη συλλογική μνήμη.

Για να κάνουν τους νέους μαϊμούδες των συμφερόντων τους. Μηχανάκια και βίδες. Ερωτογενείς αδένες σαν βραχυκυκλωμένα καλώδια.

alt2

Εμείς οι άνθρωποι των αγρών

emeiw

Εμείς οι άνθρωποι των αγρών
Θα καταβροχθίσουμε τους ανθρώπους των πόλεων
Εμείς οι άνθρωποι των κήπων
Θα κατατροπώσουμε τα υπερώα
Εμείς οι άνθρωποι της ποίησης
Θα καταβαραθρώσουμε την πεζογραφία
Την πεζολογία
Την πεζολαγνεία
Θα γράφουμε στρυφνά και άσεμνα
Με φρόνημα αργόσχολης καλλονής
Που πάσχει από διάσπαση προσοχής
Και ευωδιάζει η γύμνια της το σύμπαν

Προφητικό

prof

Θα έρθει μια εποχή που όλοι
θα γράφουν και δε θα διαβάζει
κανείς. Θα ονειρεύονται άντρες
οι γυναίκες και οι άντρες θα
ετοιμάζουν φυσικές καταστροφές.
Τ’ αρνάκια θα πλαγιάζουν με
λύκους και τα έργα τέχνης θα
βγάλουν φτερά. Και τα θεία
στητά βυζιά θα στάζουν όλη
τη γλύκα τους πάνω στα πικρά
αρσενικά και πάνω στους
κακεντρεχείς αιώνες.

Κοιτάζοντας τα σκατά που αφήνουμε πίσω μας

koitontaw

Είναι η ώρα που οι παραμορφωμένες επιθυμίες των συνανθρώπων μας παίρνουν σάρκα και οστά. Και όλη η σκατολογική άβυσσος της κάλπης, ρυθμίζει την πνευματική κυκλοφορία των συστημικών ιδεών και προτύπων. Αυτή η σχισμή της δημοκρατίας, που εκβάλει στον ερμητικά κλειστό χώρο της αποχαύνωσης. Εκεί που ο παραλογισμός της ποσότητας κάνει την ποιότητα δούλα και ντροπαλή νοικοκυρά. Εκεί που η γκρίνια του απολίτικου ακτιβισμού χτυπάει κόκκινο. Εκεί που τα θεριά παρασύρουν τους πρόθυμους αμνούς και οι δράκοι με την πύρινη ευγλωττία τους παρασύρουν τις πολιτικές παρθένες στο δάσος του ομαδικού συμβιβασμού. Εκεί που το δίλημμα αγάπη ή έρως, είναι ψευδεπίγραφο και κουλό. Λέξεις και συνθήματα δουλεμένα στο αμόνι του διαφημιστή, παλεύουν να συγκινήσουν με γελοία διλήμματα τον κακόμοιρο δουλοπάροικο της σκατένιας πόλης και του μεταλλαγμένου χωριού. Ο δυσκοίλιος ψηφοφόρος μετά το πρωινό του χέσιμο θα οδηγηθεί στην κάλπη και με τη δυσκοίλια αποφασιστικότητά του θα αποφασίσει αυτό που είναι ήδη αποφασισμένο. Διότι η ενοχή για την απόλαυση και την επιθυμία τον οδήγησαν στα σκατά. Διότι αυτή η διευρυμένη προκτολογική συνάφεια της χέστρας και της κάλπης είναι η ουσία. Διότι ο αγαπητός νοικοκύρης όταν σηκώνεται απ’ τον εμαγιέ θρόνο του κοιτάζει πάντα τα σκατά του. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του που πέρασε αισίως τα διόδια της κωλοτριπίδας. Αυτό το απόρριμμα της ύπαρξης που θα γίνει κοπριά, λίπασμα ή χάμπουργκερ. Εδώ λοιπόν ο υποψήφιος λογίζεται ως κουράδα με δεξιότητες. Ένας λαμπρός μίσχος σκατού που θέλει πάση θυσία να μας εκπροσωπήσει. Να παλέψει για μας με άλλες κουράδες. Να παλέψει για τα συμφέροντά μας. Κι όλα αυτά όχι σε μαρμαρένια αλώνια αλλά σε χρυσοποίκιλτους βόθρους. Μια κουράδα έτοιμη να θυσιαστεί για μας, για τα παιδιά μας και τα σκυλιά μας. Μια ηρωική κουράδα με όραμα. Με όρεξη για δουλειά. Φυσικά για δουλειά. Πάντα για δουλειά. Διότι όλα γίνονται για τη δουλειά. Διότι η κουράδα φτιάχνει τους όρους δουλειάς των Άλλων, η κουράδα κάνει τον κοινωνικό έλεγχο πράξη. Διότι η κουράδα διαμορφώνει τα μεροκάματα και τις σχέσεις. Και άλλα πολλά. Μέσα στη διάφανη κυβισμένη κάλπη σταυρώνονται και επιλέγονται οι καλύτερες και πιο λαχταριστές μας κουράδες. Αυτές που πέρασαν με άριστα όλους τους δείκτες αξιολόγησης και βγήκαν αστραφτερές και ρωμαλέες στην αγορά. Αυτές που θα έχουν λόγο από δω και μπρός για μας και για τις επιθυμίες μας και θα μας εκπροσωπήσουν μπροστά στον ύψιστο Ευρωπαίο σκατιάρη. Αυτές που μας εκκλησιάζουν διηνεκώς από τηλεοράσεως στειρώνοντάς μας γλυκά, διότι που να τρέχουμε τώρα να γαμάμε και να αποφασίζουμε για μας. Διότι ο εκκλησιασμός στη μια και μοναδική άποψη, έκανε κομπόστα τα γεννητικά όργανα, αυτά που λατρεύονταν σε κάποια μακρινή παγανιστική αρχαιότητα και ήταν ξόρκια του κακού και των κακών. Αυτά που γιάτρευαν τις αρρώστιες του μυαλού και της σάρκας και είχαν τη θέση τους στο εικονοστάσι του ανδρόγυνου ερωτισμού. Αυτά που οδηγούσαν στον Άλλο. Αυτά που δε φορούσαν ράσα και πετραχήλια. Αυτά που δεν κυκλοφορούσαν παράνομα σε κινητά και σκληρούς δίσκους αλλά συνομιλούσαν στην αγορά πριν την κατακλύσουν οι κουράδες. Στην αγορά πριν την αγοράσουν οι τραπεζίτες. Στην αγορά πριν την μαγαρίσει το κέρδος, ο ανταγωνισμός και ο τεχνοκράτης. Στην αγορά που η διαφωνία είχε ερωτισμό και δε μύριζε καμένη σάρκα και κρεματόρια. Στην αγορά που είχε όλα τα χρώματα κι όλες τις ποικιλίες έτοιμα να ανθίσουν. Στην αγορά που δεν είχε σιδερολοστούς και γομάρια που προσβάλουν χυδαία τα ποτάμια, τις ελιές και τους ανθρώπους. Στην αγορά, που δεν εμπορεύονταν τον ανθρώπινο πόνο και την πείνα το μισαλλόδοξο ιερατείο. Στην αγορά που η ανάπτυξη δεν ήταν μπετόν και σιδερόβεργες και ξαπλώστρες στην παραλία. Στην αγορά που δεν είχε ευνουχισμένους ονειροπόλους νέους, που το μόνο τους βασικό πτυχίο είναι το φευγιό απ’ το πατρικό και το μόνο τους φρικαλέο όνειρο είναι να περνάν αυτοί καλά και οι άλλοι στ’ αρχίδια τους. Αυτούς τους νέους που παραμένουν άπραγοι, σε μιαν υστερική χαβαλέδικη παράλυση, μέσα στην πολιτική αμηχανία του δωματίου τους, μετρώντας τα πάντα με το χρήμα, αυτό το απόρριμμα της συσσωρευμένης αποχής απ’ την επιθυμία. Αυτό το χρήμα που διαχειρίζεται ο κοινοβουλευτικός στάβλος και οι εκλεγμένες κουράδες του. Αυτό το χρήμα που αλέθουν τα στομάχια των αρχιεπισκόπων και το ξερνάνε ως ελεημοσύνη στα πιάτα των φτωχών. Αυτό το χρήμα που ναυλώνει τα δουλεμπορικά στο Αιγαίο για να έρθουν στη Δύση ακόμα πιο φτηνά χέρια κι ακόμα πιο φτηνό κρέας για τα σκυλόψαρα της πολιτισμένης Ευρώπης που εκλέγει με άκρως δημοκρατικό τρόπο τις σπουδαίες κουράδες της. Αυτό το χρήμα που κομματιάζει τις πάλλουσες καρδούλες και ασχημονεί εν λόγω, εν έργω και εν διανοία. Αυτό το χρήμα που όσο πολλαπλασιάζεται τόσο διαιρεί τους ανθρώπους. Αυτό το χρήμα που χρησιμεύει ως κωλόχαρτο των πλουσίων και ως αγχόνη των φτωχών. Αυτό το χρήμα που προστατεύουν τα καθεστώτα και οι κουράδες τους. Διότι για να φτάσεις στο χρήμα πρέπει να περάσεις μέσα απ’ τα σκατά. Να γίνεις σκατό στη θέση του σκατού και να βλέπεις όνειρα με σκατά. Γιατί ως γνωστόν όταν βλέπεις στον ύπνο σου σκατά παίρνεις λεφτά. Πολλά λεφτά.

Το πιο σύντομο ποίημα

to pio sintomo

Το πιο σύντομο ποίημα είναι
απροσδιόριστο και απροσπέλαστο.
Είναι μονόφθαλμο και χνουδωτό.
Τα λέει έξω απ’ τα δόντια σαν τα
άπειρα μικρά σοφά μερμήγκια.
Δεν παραδίδεται ολότελα όπως
οι όμορφες στο κρεβάτι αλλά
αφήνει πίσω υποψίες για τα
ντροπαλά βλέμματα της αγάπης.
Αφήνει πίσω λίγο αίμα σαν
χτυπημένο ελάφι. Και συγκινεί
ίσως κάποιους πληγωμένους
θανάσιμα που έχουν όλη τη θλίψη
της γης μεσ’ τα μάτια τους. Και το
ζεστό χτυποκάρδι της καύλας
στα υγρά τους καλούπια.

Από μηχανής μωρό

moro

Ο συγγραφέας πρέπει να είναι μάστορας στην προπαγάνδα. Να εφευρίσκει εξωφρενικές καταστάσεις. Πρέπει να είναι κοφτός και αιχμηρός και διεισδυτικός σαν ακτίνες Χ. Πρέπει να έχει κατά νου μια κοροϊδευτική γκριμάτσα. Και κάπως θα πρέπει να δρα, σαν το χέρι επιτήδειου λωποδύτη στην τσέπη του πορτοφολιού. Να έχει κατά νου κάθε μικροαστική αφέλεια και μεμψιμοιρία και κυριολεκτικώς να ξαμώνει, ως μια μυστηριώδη και κρυμμένη ερωτική δύναμη, που στοχεύει οριστικά και αμετάκλητα σε μιαν όχι υλική, αλλά σε μια σεξουαλική ανταμοιβή. Χωρίς καμιά επίδειξη δεξιοτεχνίας και χωρίς καμιά λιγούρικη μεταμφίεση, που οδηγεί σε κρατικό βραβείο ή σε μικροεξουσία σοφού δημογέροντα. Ο συγγραφέας όταν δεν είναι πλασμένος απ’ τους εχθρούς των θεών είναι μαγαρισμένος απ’ την κακομοιριά των ανθρώπων.

Το εκλογικό σώμα

eklogiko soma

Το εκλογικό σώμα πάει στις κάλπες.
Σπέρνει και θερίζει μορφονιούς και
μουνάρες. Παστωμένες γριές με πτυχία
και γέρους πλήρους απασχόλησης στα
θανατικά. Το εκλογικό σώμα λοξοδρομεί
και ερωτεύεται. Δείχνει με το δάχτυλο
τους κακούς. Ζητά εκπαίδευση, στείρωση
και σεξοτουρισμό. Στις ραχούλες καλπάζει
με την κάλπη του. Κάλπικο βίο διεκδικώντας.
Αφοσιωμένη κυρά στα κοινά να σχεδιάζει
μάχες στα ουρητήρια, βιολογικό καθαρισμό,
επιτροπές για το κλίμα. Το εκλογικό σώμα
τρώει παγωτό και περιμένει το Χριστόφορο
Κολόμβο να το πάει στο Αμέρικα. Περιμένει
το δήμαρχο να του αγοράσει στραγάλια. Το
θεό να του πάρει κινητό. Τη Τζούλια να του
κάνει μια πίπα. Περιμένει προσπέκτους με
φτηνό σανό. Ω, το σώμα το εκλογικό, το
μαστοφόρο. Καυλώνει και πεθαίνει και
χαίρεται. Ιδιοτελώς εκπροσωπεί το κενό
στα ζοφερά ληξιαρχεία. Βγάζει την ψυχή
του απ’ το πορτοφόλι. Βγάζει την ταυτότητα
και το περίστροφο του θυμού. Εκτελεί τις
επιθυμίες του και παραδίνεται. Εφ’ όρου
ζωής. Εφ’ όρου βίου ανέραστου.

Σπουδή

spoydi

Αυτός ο θάνατος έχει μεγάλα
χρυσά δόντια και μακριά μαύρα
μαλλιά. Είναι πάνω σε μια βάρκα
και περιμένει. Είναι μέσα στους
υπολογιστές και στα χοιροστάσια.
Είναι μέσα στα ορυχεία και μέσα
στα στομάχια των φτωχών. Αυτός
ο θάνατος είναι μεσαίου ύψους,
με μύτη γαμψή και κόκκινα χείλη.
Δίνει διαλέξεις. Είναι αυστηρός
χωρίς φωνή και χωρίς καπέλο.
Δεν περιμένει το θάνατο όπως
οι άλλοι. Δεν περιμένει τίποτε
απ’ τη ζωή. Ούτε καν ένα χέρι
να του κλείσει τα μάτια. Ούτε
την ηλεκτρική καρέκλα. Ούτε
τον άνεμο. Ούτε καν ένα τελευταίο
τσιγάρο την τελευταία νύχτα δίπλα
στον τελευταίο του έρωτα.

Μαθήματα στοιχειώδους ταξικής συνείδησης

mauhma

Όταν εμείς, τα ποιητικά βρέφη, πήραμε χαμπάρι την φιλοσοφική αποστροφή του Φουριέ, πως οι έλξεις, δηλαδή, εναρμονίζονται με τα πεπρωμένα τους, γυρίσαμε σελίδα ή αλλιώς το σκάσαμε νύχτα απ’ το βρεφοκομείο. Κι αφού αναπολήσαμε την φτώχεια μας και ψηλαφήσαμε τις παράφωνες κραυγές των πατεράδων μας, αρχίσαμε αυτό το γράψιμο, που εδώ σ’ αυτό το μικροαστικό σύμπαν λογίζεται ως προϊόν νωθρότητας και δειλίας. Θιασώτες εμείς, μιας εκρηκτικής αρμονίας που πλησιάζει, μιας σκληρής και άγριας νύχτας με φόνους και σάπια δόγματα, μιας λατρείας σκοτεινών άστρων και προκαταλήψεων. Πιστοί, γδαρμένοι απ’ το σουγιά του θαυματοποιού, γονατισμένοι και φοβικοί, μαγαρισμένοι από το όπιο της μεταφυσικής, χωνεμένοι μέσα στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες του ιεροκήρυκα. Ομοιόμορφα πατικωμένοι από μικροιδιοκτησία και μικροπάθη. Ένα είδος υπαρξιακού τζόγου. Μια νοοτροπία στρατηγού οικογενειάρχη, που η εξουσία τού χάρισε αυτό το πεδίο επιρροής. Αυτό το φασματικό μαστίγιο της τακτοποιημένης ζωής και της κοινωνικής ειρήνης. Μιας ειρήνης άκρως πολεμικής και άκρως νεκρικής. Ένα αδιάκοπο μουρμουρητό κοινωνικού σεισμού κάτω απ’ το σπίτι του οικοδόμου και του μικροπωλητή. Κάτω απ’ τα οικιακά Κινέζικα σπήλαια και τα μαγαζιά που μυρίζουν υγραέριο και βραστό κρέας. Που μυρίζουν δυστυχισμένα παιδιά και μισοπεθαμένα ζώα. Ανασφάλιστη εργασία. Μαθητεία. Κακομοιριά. Συντρίμμια. Ξεσχισμένες ψυχές και τσακισμένες σάρκες. Αυτός ο φοβερός ζυγός της πλουτοκρατίας έχει αληθινά επιστημονικές αρχές. Έχει γαλουχήσει τον προλετάριο με αυταπάτες. Έχει κάνει κλύσμα στο νεόπτωχο άνεργο και στην καταθλιπτική νοικοκυρά. Έχει κάνει ανεκτή στα μάτια του μικροαστικού όχλου, αυτή τη συνθήκη της εκμετάλλευσης κι αυτή τη θεσμική ελεημοσύνη προς τους απόβλητους πληθυσμούς. Εκείνα τα όντα που μπορούν να το βουλώσουν με ένα πιάτο φαί, συνεπικουρούμενα απ’ τη χριστιανική ρουφήχτρα που με προφητική υποκρισία μιλάει για υπακοή και μετάνοια. Εκείνα τα όντα που δεν διαβάζουν, δεν ακούν και δε μιλάνε. Εκείνα τα όντα που οι σάτυροι του τηλεοπτικού αισθησιασμού τα σέρνουν απ’ τη μύτη κι απ’ το βυζί κι απ’ το λοβοτομημένο τσουτσούνι της επιθυμίας. Ένα βλαμμένο κοινό που σταυροκοπιέται γελοιωδώς σα να ξύνει το στέρνο του, περνώντας κάτω απ’ το θεόρατο σταυρό της υποταγής με το γιωταχή του. Βρίζοντας, κραυγάζοντας, γκρινιάζοντας, χορεύει και κλαίει πάνω απ’ τα συντρίμμια του. Πάνω απ’ το πηγάδι με το μαγαρισμένο νερό. Εκεί όπου οι μεγαλοφυΐες αποτεφρώνονται πριν ανθίσουν κι απομένει μονάχα ο δικός μας χορός σπινθήρων στο σκοτάδι.

Προεκλογικό ρέκβιεμ για τη μεσαία τάξη

proeklo

Ο εξαθλιωμένος προλετάριος, στο σύγχρονο κόσμο, βρίσκει μια θέση κάτω απ’ τη φτερούγα της θρησκείας κι ένα πιάτο φαί απ’ τις ελεημοσύνες. Κατά μια έννοια είναι ελεύθερος γιατί δεν έχει να φοβηθεί τίποτε αφού είναι ήδη εξαθλιωμένος. Αν δεχτούμε όμως, πως ελευθερία είναι να κάνουμε ηθικές επιλογές χωρίς κάποιον εξαναγκασμό και να ζούμε την ιδιωτική μας ζωή ελεύθεροι μέσα στα όρια που επιβάλλονται απ’ τα δικαιώματα των άλλων θα δούμε πως αυτές οι ηθικές επιλογές είναι κατευθυνόμενες απ’ τις μεγάλες επιχειρήσεις. Από ιδιώτες δηλαδή που διαχειρίζονται τις πληροφορίες. Μιαν απρόσωπη εξουσία φαίνεται πως ίπταται πάνω απ’ τις ζωές μας. Στην πραγματικότητα όμως είναι ο ιδιωτικός τομέας αυτός που ελέγχει τις ανάγκες, τη μόδα, το έγκλημα ή τις ορμές. Ο φορέας δηλαδή της υπεραξίας. Ο διαχειριστής του χρήματος αλλά κι ο αρχιερέας της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης. Ο προαγωγός των ανθρώπων και των λαών. Ο μεταμορφωτής όλων των ανθρώπινων και φυσικών ιδιοτήτων στα αντίθετά τους. Το καπιταλιστικό κράτος είναι ιδιοκτησία των μεγάλων επιχειρήσεων, δια μέσω του οποίου εισπράττουν παράλογους κεφαλικούς φόρους και χαράτσια απ’ τις κατώτερες τάξεις. Η εφορία για να ελέγξει τη φοροδιαφυγή ελέγχει την ιδιωτική ζωή. Ενδιαφέρεται δηλαδή να μάθει εάν ο πολίτης ζει αμαρτωλά ή όχι. Βεβαίως δεν είναι η αμαρτία αυτό που μετρά, αλλά ο πολίτης νιώθει ότι η ιδιωτική του ζωή απειλείται χωρίς να μπορεί να παραπονεθεί για ολοκληρωτική βαναυσότητα. Κάποιος μας υποβάλει στην ταπείνωση της σωματικής έρευνας στο αεροδρόμιο αφού θεωρούμαστε εν δυνάμει τρομοκράτες ή μας υποβάλει σε προσβλητικές ερωτήσεις αφού μας θεωρεί εν δυνάμει εμπόρους ναρκωτικών. Φυσικά το αν θα υπάρχουν τρομοκράτες ή ναρκωτικά δεν είναι θέμα έλεγχου αλλά θέμα κοινωνικής οργάνωσης. Οι μεγάλες επιχειρήσεις στηρίζουν την παντοδυναμία τους στο γενιτσαρισμό της μεσαίας τάξης. Η μεσαία τάξη ζει μιαν ανιαρή ζωή κάνοντας συνήθως μιαν ανιαρή δουλειά, απολαμβάνοντας το ίδιο ανιαρά την ηδονή. Παρότι φαινομενικά ελεύθερη αφού μπορεί λόγου χάρη να διαβάσει Σαίξπηρ, ν’ ακούσει Σοστακόβιτς ή να κατανοήσει τους νόμους του Κέπλερ, αυτή διαβάζει Εσπρέσο, ακούει Καρά ή δακρύζει με τούρκικες σαπουνόπερες. Η μεσαία τάξη είναι αδρανής και αμετάβλητη, ικανοποιημένη με τη φτηνή πατάτα, την δικτυακή πορνογραφία και τις λοταρίες του κράτους. Η μεσαία τάξη παρ’ όλα αυτά πιπιλίζει τη λέξη δημοκρατία, έχει φοβικά σύνδρομα και κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό, φοβούμενη μην έρθει ο κομουνισμός. Η μεσαία τάξη αγανακτεί δεν εξεγείρεται. Ελπίζει πάντα μ’ έναν μεταφυσικό τρόπο πως θα καλυτερέψουν τα πράγματα. Η μεσαία τάξη έχει ταυτιστεί με το προϊόν που καταναλώνει. Οι νέοι της μεσαίας τάξης έχουν μειωμένη την ικανότητα να σκέπτονται με ειρμό, να χρησιμοποιούν τις λέξεις έλλογα και να εκμεταλλεύονται τον πλούτο της γλώσσας. Απ’ την άλλη έχουν μιαν αυνανιστική εξάρτηση απ’ την τεχνολογία και διαβιούν ως θύματα μιας μυστικής λογοκρισίας που θεωρεί τον Δαρβίνο ή το Βολταίρο ανατρεπτικούς επιτρέποντας μόνο κινηματογραφικά έργα και βιντεάκια εμετικής βίας και καρναβαλικής σεξιστικής σάτιρας. Ο μεσαίος είναι τυλιγμένος με τη σημαία της χώρας του σαν φασκιωμένο βρέφος που το νανουρίζει ο μεγαλοϊδεατισμός του αστού. Ο μεσαίος μιλά για λαθρομετανάστες κι όχι για ανθρώπινες υπάρξεις. Αυτό που τον νοιάζει είναι αν θα χέσουν στην πόρτα του ή αν θα του κλέψουν ένα καρβέλι ψωμί. Ο μεσαίος είναι το ιερό πτολίεθρο του σύγχρονου καθεστώτος. Ετεροπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα σ’ ένα ρευστό σύστημα που σήμερα τον θέλει γλείφτη στου Ισραήλ και αύριο σύμμαχο του Ιράν. Ο μεσαίος ζει τις μεγάλες αφηγήσεις από τηλεοράσεως ως φίλαθλος ή ως πανηγυριστής μιας αλλότριας κουλτούρας φορώντας ένα ξένο δανεικό ρούχο. Η μεσαία τάξη δεν βλέπει, δεν ξέρει, δεν ακούει. Κοιτά τη δουλειά της. Ζει την ιστορία χωρίς αυτήν. Η μεσαία τάξη δολοπλοκεί εναντίον της μεσαίας τάξης. Μεθοδικά τρώει τις σάρκες της και αφομοιώνει τις φλυαρίες της άρχουσας τάξης. Θαυμάζει τις νεορθόδοξες πιρουέτες του κυρίου Γιανναρά ή τις κρυπτοχουντικές μισάνθρωπες σκατούλες του κυρίου Ράμφου. Ο μεσαίος είναι η λεγόμενη κοινή γνώμη που εμφανίζεται στα ρεπορτάζ -γκρινιάζοντας- ως το άλλοθι της δημοκρατικής νομιμότητας και του πλουραλισμού. Ο μεσαίος λοιδορεί τους ναυτεργάτες που κλείνουν τα λιμάνια, τους αγρότες που κλείνουν τους δρόμους και πάει λέγοντας. Ο μεσαίος δεν έχει ταξική συνείδηση, είναι μονάχα ο περήφανος έλληνας. Η μεταφυσική βάση του πολιτικού του πιστεύω διατυπώνεται ευθαρσώς απ’ τον Καψή και την Έλλη Στάη. Η έκφραση σοσιαλιστικό κίνημα έχει ξεπέσει στη χλευαστική διαστροφή του. Το κέντρο, ο κατεξοχήν πολιτικός χώρος του μεσαίου είναι πάντοτε έτοιμο να προσφέρει μια νέα εκδοχή της ιστορίας για να υπηρετηθεί, καλύτερα ίσως, το παρόν απ’ το παρελθόν. Οτιδήποτε είναι αληθινό για το παρόν είναι αιώνια αλήθεια, και, το παρελθόν πρέπει να διασκευασθεί, ώστε οι παλαιές διαδικασίες να ταιριάξουν στα σημερινά γεγονότα. Η μεσαία απατημένη τάξη, σε καιρούς φυματίωσης του συστήματος, απ’ το κέντρο ξεπέφτει στη χαβούζα της ακροδεξιάς πολεμώντας ακόμα πιο λυσσασμένα τους κομουνιστές. Η μεσαία τάξη πίστεψε κάποια στιγμή πως μπορεί να γίνει άρχουσα και κολακεύτηκε όταν ο μηδαμινός Σημίτης της πέταξε στα μούτρα το ευρώ αφού πρώτα την πέρασε απ’ το μπιντέ του χρηματιστηρίου. Μόνο που όπως αποδείχθηκε γι’ αυτήν, ο μπιντές δεν ανάβλυζε ζεστό ιαματικό νεράκι αλλά ρετσινόλαδο.

Εν μέσω λαίλαπας

ayti

Γνώρισα αυτή που έχει πάντα
ανοιχτό τον ονειροκρίτη. Που
το στόμα της είναι άνθος και
τα χείλη της ερπύστριες. Αυτή
που αγαπά τον αλγεβρικό λογισμό
με πάθος και μπαίνει για μένα στη
φωτιά. Αυτή που είναι σκοτεινή και
δριμεία και βγάζει τα σκουλαρίκια
της και το βρακί της εν μέσω
καταστροφών. Εν μέσω λαίλαπας.
Αυτή που βάζει μπροστά στις μάχες
τα πέλματα, τα πόδια και τις γάμπες.
Αυτή με τους άπτερους ώμους που
είναι γυμνή 24 ώρες και θεόγυμνη
αιωνίως. Αυτή που έχει μια τρελή
καρδιά και σκούρο δέρμα στο χρώμα
της ελιάς. Αυτή που δεν έχει κανόνες
αλλά ζεστή αγκαλιά. Αυτή που θροΐζει
και εξανεμίζεται μεσ’ το ποίημα. Αυτή
που παντρεύεται εμένα το Βασιλιά.

Ενθάδε κείται

mousa

Η μούσα μου ψόφησε.
Όπως θα ψοφήσω κι εγώ.
Όμως πρόλαβα να της φτιάξω στο καμινέτο ένα φαγάκι.
Να της πω δυο λόγια αγάπης.
Να της κρατήσω το χέρι.
Εγώ ο νυμφομανής.
Εγώ ο χιλίαρχος φαλλοκράτης.
Εγώ ο εκατόνταρχος μουνάκιας.
Ο παρείσακτος της ελληνικής γραμματείας.

Ανάμνηση δοκιμής αιδοίου

anam

Πέρασα τα γεράματα σε νεαρή ηλικία, ως παιδική αρρώστια κι οι ιδιοτροπίες μου άφησαν μεταθανάτια κουσούρια. Δεν είναι της παρούσης αλλά μια αξιοπρεπής εξομολόγηση περιέχει μπόλικα προσωπικά, μαγειρεμένα σε ιδανικές συνθήκες υγρασίας, όπου το νυχτέρι συνεπικουρούμενο απ’ την ασθενική βροχούλα φτιάχνει καρποφόρο έργο για φρικώδεις αναγνώσεις. Όταν πάρεις μαθήματα ιδιαίτερα απ’ το χάροντα γίνεσαι κακόφημο δαμάλι στην πολιτεία. Γίνεσαι το τέκνο που νιώθεται περισσότερο απ’ τις σιωπές του. Βουρκώνεις όταν βλέπεις οδόφραγμα και πυρωμένη κυρά με ακάλυπτο μηρό για να βοσκήσουν τα πετεινά του ουρανού ουσία συμπαντική κι εσοχές απόστακτες άπληστου βουβώνα. Γίνεσαι ο ψιθυριστής ωραίας κοιμωμένης που της έταξαν ανορθόδοξο έρωτα τα μανιφέστα κάποιου αυτόχειρα. Διηγήσε το δράμα της αγάπης, πληγές, χαρές, ερμηνείες. Στεγνώνεις τον εαυτό σου πάνω στο χαρτί με γλώσσα αρχέγονη παραδεισιακή. Ένα αδαμικό καθρεφτάκι για να συνομιλήσεις με το βυθό σου. Οι πράξεις σου δεν ανιχνεύονται κι είσαι εκ των προτέρων ένοχος κοινωφελούς συγκίνησης. Είσαι ο αρχιερέας πάθους κι ο αγιάτρευτα μπολσεβίκος που ’χει στη γλώσσα ανάμνηση δοκιμής αιδοίου.

ΒΙΒΛΙΑ

Στρατιώτες στον κόρφο της αγάπης

trela

Είναι η τρέλα μας γι’ αυτό τον κόσμο
βαθειά. Κι όσοι γράφουμε είμαστε
στρατηγοί στα χαρακώματα. Στρατιώτες
στον κόρφο της αγάπης. Πετάμε τις
βόμβες μας από χαρτί και ψηφία πάνω
απ’ τις πόλεις του εχθρού. Κάνουμε
πάταγο στο σύμπαν. Κι ας μη μας
παίρνει χαμπάρι κανείς. Μονάχα ο
ήλιος και μερικά θηλυκά. Κι οι σφήκες
που επιπλέουν στη λεμονάδα μας.
Παγιδευμένες στη γλύκα.

γερατιό

Τέχνη είναι να κρατάς τη γιορτή όχι των αισθήσεων αλλά του νοήματος. Τέχνη είναι μια φευγαλέα επαφή με το σώμα του πλάσματος που ποθούμε. Να ζητάς απ’ το δέρμα να δώσει μιαν απάντηση. Τέχνη είναι το αίτημα της ανταπόκρισης. Η παραδείσια περιοχή των λεπτών και λαθραίων σημείων. Τέχνη είναι τα ασήμαντα θέματα που ξεφτίζουν. Το φιτίλι που καπνίζει τη σπιρτάδα στην ατμόσφαιρα. Τέχνη είναι η ζούρλια ν’ αγαπήσεις τη γριά που θα γίνεις κάποτε. Το ανάερο σφυράκι που θα σου καρφώσει στο γόνατο την εμμονή του θανάτου. Τ’ ακροαστικά, οι γρίπες που θα αθροίσουν τις δύσκολες εποχές. Τέχνη είναι η ανθρωπίλα που φινίρει τις αντιφάσεις. Οι άνθρωποι που θα περιθάλψεις με τις πιο γενναίες μεταφορές. Τέχνη είναι να στεγάζεις τους απόντες μέσα στη γραφή.

ΒΙΒΛΙΑ

Στο βρακί της

braki

Μικρός, κάποτε, άκουγα την έκφραση τον έβαλε στο βρακί της και λυπόμουν που δεν ήμουν εγώ το θύμα. Το βρακί της γυναίκας είναι θηκάρι κυνισμού. Επωάζει στο υγρό σκοτάδι ταλέντο εκκαθαριστή υποθέσεων κι όποιος πιάσει το νόημα αφήνει ενέχυρο τη λαλιά του παίρνοντας μόσχευμα για εκκόλαψη γραπτής ποίησης δια βίου. Στο βρακί, αν καταφέρεις να μπεις, είσαι ο άγιος ισχυρός και δεν ξεκολλάς απ’ τα χάχανα και τις σπονδές του, όταν έχει κέφια και ροδίζει σαν φωλιά πετροχελίδονου το σούρουπο. Είσαι ο άγιος αθάνατος κι ο εκλεχτός που γλείφει το ζύθο του καθώς αναθρώσκει. Είσαι ο έκπτωτος που δε θέλει αξιώματα, δόξα, τιμές, λεφτά, παρά μονάχα την άψα που αφήνει ο βυρσοδέψης οργασμός. Είσαι ο ιχθύς που σπαρταρά πιασμένος στο δίχτυ της μήτρας, που σε θέλει αιωνίως σακάτη, να πουλάς λαμπάδες θύραθεν ναού. Είσαι ταμένος στα καρτέρια και τις οχτωβριανές που κάνουν τον κύκλο τους και σε ποδοπατούν τα αθώα αίματα κι οι ονειρώξεις-μέδουσες στη βαθιά νύχτα. Όταν σε βάλει στο βρακί της η γυναίκα, διαπρέπεις ως ξεφτίλας στα μάτια όσων δεν ένιωσαν από τη μπούκα αιδοίου αεράκι χάους και πνοή ζωής. Όσων είναι στρατιώτες κάποιου Φράγκου αγοραστή κορμιών ή κάποιου παπά που επιδαψιλεύει ψυχούλες στους λάκκους.

ΒΙΒΛΙΑ

Γράμματα

grammat

Γράφουμε διαρκώς την ιστορία
του θυμού και την ιστορία του
πόνου, όσων καβάλησαν το καλάμι
ή την πανσέληνο. Όσων σεληνιάστηκαν
και ήπιαν φαρμάκια. Και δεν πρόλαβαν
να ιστορήσουν τίποτε. Παρά μονάχα
πέρασαν μακριά στον ορίζοντα.
Μπροστά στα μάτια μας. Και μέσα
στο χαμό της βιοπάλης άφησαν
λίγο ουρλιαχτό και λίγη ζούρλια
απ’ αυτή που δεν αγοράζεται με τίποτε.

Anus mundi

Banksy1

Είναι πολλά πράγματα που πρέπει να θυμόμαστε και πολλά που πρέπει να ξαναπούμε. Βεβαίως, πρωτίστως, είναι εκείνο το σπουδαίο και σκατένιο εθνικό όραμα των άθλιων ολυμπιακών αγώνων που άφησαν τα σάλια τους πάνω στο δέρμα του νεοέλληνα. Αν πιστέψουμε μάλιστα και την κοσμική Ουάσινγκτον πόστ, πως, η ανθρωπότητα οφείλει στους Έλληνες πολλά, γιατί χάρισαν σ’ αυτή τους ολυμπιακούς αγώνες, ε τότε θα σκίσουμε τις κιλότες και τα σώβρακά μας. Φυσικά ότι έμεινε να σκίσουμε, αφού ο πατριωτισμός του πολιτικού συστήματος υποκλίθηκε μπροστά στην πολυεθνική μαφία της κεντρικής τράπεζας και του ΔΝΤ αλλά και του ντόπιου μεγαλοϊδεατισμού της αστικής τάξης. Κάθε ξέκωλης κυρίας μεγαλοβιομήχανου ή εφοπλιστή, που ως ιέρεια αυτής της ένδοξης και πανανθρώπινης ιδέας, δούλεψε με πατριωτικό σθένος για να γίνει η χώρα και πάλι το κέντρο της ανθρωπότητας. Δηλαδή το μπουρδέλο στο οποίο ξαμολιούνται κάθε τόσο τουρίστες για να γαμήσουν. Άντε να χαζέψουν και τα αρχαία. Άντε να φάνε και σουβλάκι κάτω απ’ τον ιερό βράχο. Σ’ αυτή τη χώρα που τα φαραωνικά έργα και η γιουροβιζιονική μαλακία κάνει τον έγκλειστο άνεργο ή ενεργό δουλοπάροικο, να φουσκώνει σαν παγώνι από εθνική υπερηφάνεια. Τώρα ακριβώς που το σύστημα περνά την κρίση του και καλεί τα θύματά του, τους πατριώτες δηλαδή, να δώσουν αίμα, τουτέστιν φόρους, να πουλήσουν τα σπουδαγμένα τους παιδιά κοψοχρονιά στο εξωτερικό ως κρέατα, να στήσουν κώλο στην εξουσία που αποφάσισε να βάλει σειρά, να στηθούν στα συσσίτια περιμένοντας ένα πιάτο φαΐ-γιατί δε μαγειρεύεις εσύ καλά και θα σου ετοιμάζουμε εμείς το φαγητό μαλάκα, αρχιεπίσκοποι, δεσποτάδες, δήμαρχοι, υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι, που ξέρουμε καλά από ανθρώπινη μαγειρική και πορνογραφία του πόνου-, να περιμένουν ένα ξεροκόμματο ως κοινωνικό μέρισμα, να πηδήξουν απ’ την ταράτσα. Τώρα ακριβώς που, σχεδόν όλη η κομματική σκατίλα καλεί τους ψηφοφόρους να αντικαταστήσουν τους κακούς με τους καλούς διαχειριστές. Ένα διαιωνιζόμενο σύστημα που μεταλλάσσει τους ανθρώπους σε πελάτες και σε οπαδούς, δηλαδή σε πρόβατα και αναλώσιμους καταναλωτές κάθε αυταπάτης. Φίλαθλοι δεμένοι στο άρμα μιας εθνικά υπενδεδυμένης παγκόσμιας αποβλάκωσης, ένας κατά παραγγελία μικροεθνικισμός στην υπηρεσία της μονοκρατορίας των εταιριών. Ω ναι, οι εταιρίες σού έχουν μαγκώσει τ’ αρχίδια φιλελεύθερε μικροαστέ, εκεί στη λαμπρή εξέδρα του Κέρδους, βάζοντας φιτίλι σε κάθε καταπιεσμένη σου ανάγκη και σε κάθε κοινωνικό σου αυτοματισμό. Πάντα για την Ιδέα. Το έθνος, τη θρησκεία, τη φυλή, την πατρίδα. Αυτή την κατασπαραγμένη και ανύπαρκτη πλέον Πατρίδα, την παραδομένη στα κοράκια της βρωμερής καπιταλιστικής ανάπτυξης, που δεν κοιτάζει ανάγκες αλλά τιμές στο χρηματιστήριο και δείκτες αγοραπωλησίας εργατικής σαρκός. Αυτής της δολοφονικής ανάπτυξης που αφήνει τη μεγαλοπρεπή κουράδα της απ’ την Νέα Υόρκη μέχρι το Νέο Δελχί. Αυτής της μεθοδικά ανελέητης διαφθοράς του έσπα. Αυτής της ξεκωλιαστικής δουλοπρέπειας κάθε καταπιεσμένου και κομπλεξικού όντος που θέλει να γίνει δήμαρχος, βουλευτής, σύμβουλος, υπουργός, αξιολογητής ή αρχιβασανιστής των άλλων. Αυτού του αισιόδοξου χοντρομαλάκα που έχει τυπώσει καρτούλες με τη σκατόφατσά του και μολύνει το σύμπαν. Αυτού που κομπορρημονεί για τις δεξιότητές του, τις σπουδές του και το μουνί της μάνας του. Αυτού του άθλιου τύπου ανθρώπου που διαλαλεί πως είναι ο εαυτός του, δηλαδή ένα κτήνος. Ένα κτήνος που θέλει να μας κάτσει στο σβέρκο.

Χαρμoλύπες και άλλα δεινά

xarmo

Τα βουλεβάρτα που έστησαν οι καμπόσοι εκλεγμένοι, για να μοιράζουν άξιους μισθούς και επιδοτήσεις στο εκλογικό σώμα εγίναν παρακράτος που λικνίζεται ως μαστοφόρο ξέχειλο που θα πάρει τη ρεβάνς. Οι κοπέλες στα διόδια και τα κεπ, που κρατάν από σκούφια πατερφαμίλια της δεκαετίας ογδόντα, λούμπεν ημιαγρότη που έγινε αστός από τροφοδότη λογαριασμό και δάκρυσε όταν ο Αντρέας έκανε νόημα στη Μιμή, δαμάζοντας το εξήντα τοις εκατό του λαού, που ο γαμίκος ηγέτης σαγήνεψε τόσο που ν’ αφήσει κουτάβια, γιους, ανεψιούς, προικιό στη διοίκηση του κράτους, με παρακαταθήκη σωματοφύλακες υπέρβαρους από κάθε άποψη, ετοιμοπόλεμους απέναντι στα μανιφέστα και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Στη σαλεμένη αίσθηση του πολίτη, που είναι μάνταλο της υποχονδρίας του κράτους, αθροίζονται τα μεγάλα έργα, οι ζεύξεις, το λαύκα και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Οι αρχηγοί των αριστερών συνασπισμών που παίξαν απταίστως το ανάχωμα, γίνονται χαφιέδες σε μη κυβερνητικές ή πρόεδροι της πανάθας. Το βασικό μάθημα του πρώτου έτους στα οικονομικά της Αμερικής είναι το, κερδίζεις πιο πολλά απ’ τους φτωχούς παρά απ’ τους πλούσιους.  Αφού οι ομάδες και τα κομματικά μαντριά είναι ένα και το αυτό δε χρειάζεται παρά ένα χιλιοστό ρητορείας για να απογειωθούν. Ο ηγέτης με το κουστούμι ή το ζιβάγκο, τη χλαμύδα ή το φεσάκι, είναι ο επώνυμος της ιστορίας που’ χει μούρη δουλεμένη στο φωτοσόπ και παίρνει αποφάσεις περί ζωής ή θανάτου, με την ευκολία που ρεύεται ή αφοδεύει τα όποια βιολογικά. Επιπλέον οι σπόνσορες ανταλλάχτηκαν με νομάρχες και βουλευτές. Τα σουραύλια της διανόησης πιάσαν σκοπό ιδιωτικής πρωτοβουλίας, φιξάροντας με αλαξοκολιές τα λάιφ στάιλ έντυπα που εγίναν φρί πρές και δε χρειάζονται μανταλάκια και περίπτερα παρά μονάχα το γυφταριό της μεσαίας τάξης που ανάλογα το διαφημιστή καταναλώνει και ιδέες. Οι ιδέες βεβαίως είναι τζάμπα, παρόλο που διαφεντεύουν ολόκληρο τον υλικό πολιτισμό και στα καμίνια τους παίρνουν αξία τα όποια επιτεύγματα. Από την πλαστική στήθους μέχρι την ανοιχτής καρδιάς κι απ’ τα δέντρα του Τσόκλη μέχρι την περίοδο της Αννίτας Πάνια, τα διαχειρίζονται λέξεις, δηλαδή ιδέες, δηλαδή ακαδημίες και διδακτορικά. Η σύγχρονη εργατιά καλουπώνει οικοδομές, γνωρίζει δυο γλώσσες, κυνηγά πιστοποίηση άιζο και συστατικές επιστολές για να δελεάσει αφεντικά κι εταιρίες. Η νεολαία με τη γνωστή τάση προς τα γεράματα, θα ψηφίσει επίσης πατριωτικά και άδολα θα βγάλει το τεί της και θα ψάξει να βρει δουλειά με γνωστούς και αγίους και μπαρμπάδες θεωρητικούς και πρακτικούς που προτάσσουν την δουλική  ατάκα του δεξιού, πως, μονάχα οι τεμπέληδες δε βρίσουν δουλειά κι άλλα νόστιμα και αιθέρια. Αφού οι πλούσιοι και ευσεβείς Εβραίοι αγόρασαν κοψοχρονιά το σοσιαλισμό και βρήκαν δουλειά στο σκιάχτρο που ‘χε πατέρα πρωθυπουργό, πρωτοκλασάτο λαοπλάνο, κάνοντας τους κατάκοπους μεσαίους καταθλιπτικούς κι όλες τις εργάσιμες ίδιες, αφού δε μένει τίποτε άλλο εκτός απ’ την στοργική αγκαλιά της ακροδεξιάς και τις γκρίνιες, τώρα που το σύστημα ξεχείλωσε τις κοιλιές και πλαδάρεψε τα μυαλά, όπου και να σας βρίσκει το κακό αδερφοί μνημονεύετε Σωτηρία Μπέλου, που λίγο πριν ξεψυχήσει φώναζε σε γιατρούς και νοσοκόμους << γαμιέστε; να γαμιέστε παιδιά όσο μπορείτε. Αυτό είναι η ζωή>>.

ΒΙΒΛΙΑ

Εμείς, τα μανεκέν

ceb4cebfcebaceb9cebcceb9cebf

Θυμάμαι πως έγραφα πάντα κυνηγημένος. Το γράψιμο δεν θεωρείται εργασία απ’ την επίσημη εκκλησία γιατί δε φέρνει φράγκα όπως η αντιπροσωπία αυτοκινήτων ή το χαμαλίκι στην οικοδομή. Όποιος γράφει είναι συνήθως ύποπτος ή πούστης. Το γράψιμο είναι για χασομέρηδες αστούς, για νοικοκυρές που στα διαλλείματα της συζυγικής ανίας γράφουν στιχάκια για τις σκόνες, για συνταξιούχους δασκάλους και ψώνια με μούσι. Οι σχέσεις της οικογένειας με την κοινωνία, μολονότι έχουν γίνει λιγότερο συνεκτικές, εξακολουθούν παρ’ όλα αυτά να αποτελούν το μέσο για να δούμε λιγάκι πιο καθαρά αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Η μαμάκα κι ο μπαμπάκας στην αρχή θα σε στοιχίσουν με το μέσο όρο κι ύστερα η γυναικούλα και τα ντουβάρια της εστίας θα σε κάνουνε κοινωνικό σκατό. Επικίνδυνος είναι αυτός που έρχεται ως απόλυτος άρχοντας να επινοήσει, να κατασκευάσει και να δώσει ζωή στις ιδέες. Αυτός που αβγατίζει τις απροσδιοριστίες του αποδεκτού.

Στο τέλος της δεκαετίας του ογδόντα υπήρχαμε ουκ ολίγοι νεαροί ρομαντικοί που το επάγγελμα του ποιητή σήμαινε για μας να φουμάρουμε ναργιλέδες και να πίνουμε βότκες κοιτάζοντας σκεπτικοί τις λευκές σελίδες όπως ο ζωγράφος το γυμνό μοντέλο με μια απληστία όχι πάντα αισθητικής τάξεως, σ’ ένα δώμα επιπλωμένο ανατολίτικα όπου οι φίλοι το έριχναν στους διαξιφισμούς ανάμεσα στην αναχώρηση του ποιητή που έγραφε δημοφιλή μανιφέστα και στην άφιξη του δεξιοτέχνη του συρμού.

Οι πατεράδες μας ήταν ιδιοκτήτες νεοτερισμών αγρότες εμπορικοί αντιπρόσωποι ψήστες κουρείς αρτεργάτες. Θα έπρεπε άραγε να ξέρουν πως τα αδέξια αγόρια τους τα συνεσταλμένα σαν παρθένες που ανακάλυπταν τον ηδονισμό και την καλοζωία, πράγμα που αποτελεί κατάλληλο υπόβαθρο για μια ζωή εμπόρου, ήταν γεννημένοι ποιητές; Κι είχαν τόσο άδικο να μας απαγορεύσουν να ασκήσουμε το επάγγελμα του ποιητού; Μήπως δεν γνώριζαν στις συναναστροφές της αγοράς πενήντα πατεράδες που είχαν ενεργήσει όπως κι εκείνοι και των οποίων τα ιδιοφυή τέκνα επέστρεφαν έπειτα από μερικούς μήνες να μετράν με τον πήχη υφάσματα, να ζυγίζουν αλατοπίπερα, να κρατάνε λογαριασμούς , να τυλίγουν πίτες με γύρο ή να ξουρίζουν το χωροφύλακα της γειτονιάς;

Ο μικροαστός της δεκαετίας του ογδόντα ήταν ένας καλός πολίτης. Κι οι πατεράδες μας ήταν οι καλλίτεροι απ’ όλους. Χρειάζεται να αποτρέπουμε απ’ την ποίηση όποιον δεν είναι γεννημένος να γίνει ποιητής. Όποιος είναι γεννημένος να γίνει ποιητής θα ασχοληθεί με την ποίηση παρά την αντίδραση των πάντων και εναντίον τους. Και ίσως να γίνει ακόμη καλύτερος ποιητής αφού το ζωντανό του ένστιχτο θα έχει καταπιεστεί για περισσότερο καιρό και με μεγαλύτερο πείσμα.

ΒΙΒΛΙΑ

Απορίες για τους μοντέρνους καιρούς

apori

Πόσα λίγα ξέρουμε για τα γράμματα
και τις τέχνες. Τις φιλενάδες μας και
τους απέραντους ήλιους. Πόσα λίγα
ξέρουμε για τον έρωτά μας και το
σπέρμα μας. Για το καλοκαίρι που
έρχεται αγέρωχο, για το βελούδινο
βλέμμα του θανάτου. Πόσα λίγα
ξέρουμε για τη γλώσσα μας όταν
παίρνει θέση μάχης απέναντι στα
ιδιότροπα βυζάκια και για τους
γρίφους της ιστορίας. Πόσα λίγα
ξέρουμε για τα κορμιά που θα
πέσουν στις μάχες και θα τα
σκεπάσουν τα λευκά σεντόνια των
νικητών. Πόσα λίγα ξέρουμε για τη
λογοτεχνία που γράφουμε και
τη στέλνουμε νυφούλα σε ξένη γη,
σε ξένα μάτια και σε ξένη ερημιά.

Εγώ, ο λίβελος

underground 1995 real : emir kusturica miki manojlovic COLLECTION CHRISTOPHEL

Οι βεβαιότητές μου είναι και οι μικρές μου τραγωδίες. Αν εγώ, ο μικρός και μέγας ανίσχυρος δε στοιχίσω το γραφτό μου με το παγκόσμιο ποδοβολητό είμαι χαμένος. Ο λίβελος μπορεί να φαίνεται κάτι αποτρόπαιο μα είναι ιαματικός. Ο λίβελος έχει την οργή και το όργιο που σε κρατούν ζωντανό. Είναι πρώτης σειράς στασίδι στην εκκλησιά της γλώσσας. Δεν έχει λήθες, ταπεινοφροσύνες και γλυκερά αισθήματα. Όσο τιποτένιος κι αν είναι διαλαλεί πονετικά το ξεχαρβάλωμα της ύπαρξης. Γράφεται για να ξεβγάλει διαπιστώσεις και βεβαιότητες, διαιωνίζοντας έναν δημιουργικό θυμό που κάνει λογοτεχνίες και φιλοσοφίες και πουτανιές. Ο λίβελος είναι συστατικό της λογοτεχνίας και της ποιητικής του συναισθήματος. Θυμίζει πως η ζωή είναι ένα ακριβό σχολείο. Πως τα μαθήματα είναι πανάκριβα. Πως στη ζωή δεν έχει δωρεάν παιδεία. Πληρώνεις και μαθαίνεις. Δεν πληρώνεις, δεν μαθαίνεις. Ο λίβελος φανερώνει πως η ιστορία είναι ένα αλώνι γεμάτο γαϊδουρομούλαρα που κλωτσά το ένα το άλλο. Δαγκωματιές, ακρωτηριασμοί, καρφιά. Μπόχα και δυσωδία και φριχτοί πόλεμοι και πάθος για νέα σφαγή. Ο λίβελος χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως ιδεολογικό όπλο ενάντια σε κερατιάτικες κατεστημένες βεβαιότητες. Σε μαθαίνει να γράφεις και να αυτοαναιρείσαι. Να ξορκίζεις την αταξία γύρω σου με το δικό σου τρόπο χρησιμοποιώντας το σκοτεινό θάλαμο του μυαλού. Ο λίβελος μπορεί να αρχίζει παρωδώντας ένδοξους κομμένους λαιμούς που έπεσαν για την πατρίδα και να τελειώνει ειρωνευόμενος το πανδαιμόνιο αλληλοεξόντωσης για του Χριστού την πίστη την αγία. Μπορεί να στήνει έρωτες και να γκρεμίζει άμβωνες. Ο λίβελος ακόμη κι αν είναι μνησίκακος και φορτικός και άδικος δεν προκαλεί κακό διότι εξαρχής και προγραμματικά αυτοσυστήνεται ως τέτοιος. Την λύσσα του και την ωμότητά του την έχει προμετωπίδα κραυγάζοντας πως δεν κόπτεται δήθεν για δικαιοσύνη και αλήθεια αλλά για να ξεφτίσει βεβαιότητες επικαλούμενος μοιραία άλλες βεβαιότητες συνήθως κατάπτυστες και άσεμνες και μη αποδεκτές. Ο λιβελογράφος είναι ένα πληγωμένο ζώο. Κι η αλήθεια του πληγωμένου ζώου είναι η επιβίωση. Να βρει ανάσα, να κρατηθεί στη ζωή. Κι αν κρατηθεί στη ζωή να υπενθυμίσει, να ξεσκεπάσει το δόλο αρχόντων και δούλων, αρχιερέων και μη. Ο λίβελος είναι κατεξοχήν συγκρουσιακός. Ο λίβελος είναι το αληθινό όπλο των εξεγερμένων. Των συγγραφέων και των ποιητών που δεν αποδέχονται τη χλαπάτσα του διαφημιστή και το ρεμπελιό των ευνούχων αστών. Ο λίβελος υποκλέπτει τη ζωή για να στοιχειώσει τα δικά του φαντάσματα. Ο λιβελογράφος διεγείρεται απ’ την ταπεινή τέχνη του χαρτογράφου που ανατρέπει τα ονόματα των πραγμάτων άρα και τη θέση τους άρα και τις βεβαιότητες που απορρέουν απ’ το αεικίνητον της εξουσίας. Ο λιβελογράφος προκαλεί τη μήνιν του παντοδύναμου αυτοκράτορα αφού γίνεται το ανελέητο μάτι των τυφλωμένων υπηκόων του. Ο λιβελογράφος είναι ο σεσημασμένος ηδονιστής που όσο πιπέρι κι αν του βάζουν στη γλώσσα αποθηριώνεται εσχάτως, αντιστεκόμενος με μιαν αμετακίνητη προσήλωση στην ουτοπία, που λέει, κι αν με σκεπάσει εμένα ο θάνατος θ’ ακούγεται από πάνω μου αιωνίως το ποδοβολητό της ζωής. Τίποτε μάταιο κι όλα μάταια. Αγώνας ενάντια στους διαστρεβλωτές και τους ψευδομάρτυρες της ζωής. Μην πιστεύεις σε θεούς δαίμονες και ήρωες. Γίνε θεός δαίμονας και ήρωας. Η μεγάλη έκρηξη δεν υπήρξε ποτέ. Άπειρες εκρήξεις μονάχα στον άπειρο κυκλικό ορίζοντα. Σπέρματα αλλαγές διαπορθμεύσεις στη γλυπτή αρμονία του σύμπαντος. Πέρα απ’ την παραφορά και την υπόσχεση, το έλεος, την ευφροσύνη και την ευσπλαχνία, τους γάμους, τους θανάτους και τις λατρείες υπάρχει ο λόγος που χορδίζει την ανάγκη για ποίηση εξέγερση κι αθώο λυτρωτικό γαμήσι.

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΒΙΒΛΙΑ

Υπέρ των καρπών

karpoi

Είμαι αυτό που είμαι και δε μπορώ
να γίνω αυτό που δεν είμαι. Έμαθα
να γράφω και να κολακεύω τον
ήλιο, σε κάποια σκέλια δημιουργικής
γραφής. Έμαθα να γεύομαι την
όμορφη τρέλα και την παρδαλή ζωή.
Το λογισμικό που έχει μέσα του
θάλασσα αγριεμένη και το λεξικό
με τα χίλια γλυκά φαρμάκια. Έμαθα
να διαβάζω λέξεις κάτω απ’ τα
φουστάνια και να συλλαβίζω το
σπαραγμό της αγάπης. Έμαθα τα
ωραία ψέματα της ποίησης απ’ τις
αλήθειες της ζωής. Έμαθα το
παράλογο, μεθοδικά και ανελέητα.
Πάντα με σιωπή και πάντα με καύλα.
Για να γίνει ο έρως βρόγχος στο
ποιηματάκι, να κάνει το ωμέγα του
όμικρον. Μια τρύπα φοβερή για να
εκπυρσοκροτήσει η ψωλή. Μια τρύπα
για να φωλιάσει το ουρλιαχτό στο κορμάκι.

Μεθεόρτια

mwu

Δεν έχω να γράψω τίποτε.
Ονειρεύομαι όμως πράγματα πολλά κι επικίνδυνα.
Πολλοί δε με διαβάζουν γιατί έχουν άλυτα προβλήματα.
Άλλοι τόσοι δε με διαβάζουν γιατί έχουν ακούσει άσχημα λόγια για μένα.
Για παράδειγμα αγαπώ τα λουλούδια κι όχι το θεό.
Αγαπώ τη γυναίκα κι όχι το γάμο.
Είμαι ο κουμπάρος αυτής της ψείρας με το σβέρκο ενός χωροφύλακα.
Γιατί τα σώματα ασφαλείας έχουν ψείρες.
Και γιατί δεν τους αρέσει η κλασική μουσική.
Και γιατί αυτοί οι χωροφύλακες είναι παμπόνηροι άνθρωποι.
Εκπαιδεύουν σκυλιά να μυρίζουν την ηρωίνη.
Και την ανθρώπινη σάρκα στα ερείπια μετά τους βομβαρδισμούς.
Κι ο πάπας κάθε χρόνο πλένει τα πόδια δώδεκα γερόντων.
Βάζει όλη του την αγιότητα κι όλη του την τέχνη.
Κι ύστερα κλείνει τα μάτια για να δει καλύτερα.
Κι ύστερα τον συνοδεύουν οι χωροφύλακες στο Βατικανό.
Με τα σκυλιά τους να ψάχνουν για βόμβες.

Κα(β)λή ανάσταση

h.p.

Μια κινέζικη παροιμία λέει, πως τυφλός δεν είναι εκείνος που δε βλέπει αλλά εκείνος που δε θέλει να δει. Σήμερα, που οι θεωρίες, οι θεολογίες και οι απαισιόδοξες προοπτικές, έχουν μπουκώσει τον κακόμοιρο μικροαστό και η ζωτική του ορμή ορρωδεί μπροστά στις σφαλιάρες που τρώει επαναληπτικώς από την άρχουσα τάξη,-η οποία σημειωτέον, του βάζει το μακρύ της παλούκι στον κώλο- ο σκοταδισμός και η πνευματική στειρότητα είναι το μεγάλο καθεστώς. Η μπουρζουαζία έχει καταφέρει να ρίξει ένα γερό κλάσιμο στον περήφανο ελληνικό λαό.

Με τη βοήθεια της ορθοδοξίας και της αρχαιολατρίας, που παπαγαλίζουν διάφορες ξεπουπουλιασμένες κότες της ακαδημίας, ο χάνος ένδοξος λαός, οδηγείται πότε στο σφαγείο της αγοράς και πότε στην οικόσιτη μισαλλοδοξία του. Ανάλογα πάντα με το που φυσά ο άνεμος των συμφερόντων του Κυρίου. Όταν ο Κύριος τον θέλει χουντικό τον κάνει χουντικό, όταν τον θέλει δημοκράτη τον κάνει δημοκράτη και πάει λέγοντας. Κράτος, βιομήχανοι, παπάδες, είναι μια σπουδαία φιλική εταιρία που οργανώνει μαζί με τα πουλημένα τσόλια της δημοσιογραφίας τον κοινωνικό πόλεμο.

Απ’ το άγιο φως που ταξιδεύει με αεροπλάνο ως πουτάνα πολυτελείας-βλέπε αρχηγό κράτους-μέχρι την άδεια του τελευταίου συνοικιακού μπουρδέλου έχουν λόγο μόνο η εκκλησιά, ο μητροπολίτης και ο άξεστος πολιτευτής. Οι ζωές όλων είναι στοιχισμένες στο κέρδος. Κάθε συστημική δράση έρχεται να προλάβει μια αντισυστημική αντίδραση. Δηλαδή έρχεται να προλάβει την καυλωμένη νεολαία. Αυτή τη νεολαία που έχει κλεισμένη σε κλουβιά, κάνοντάς της κλύσμα με ένα μείγμα από αγία τριάδα και θερμοδυναμική. Η μπουρζουαζία ξέρει, πως ο αληθινός κίνδυνος είναι ο νεολαίος που αν καταλάβει την αλήθεια θα τα γαμήσει όλα. Κι αυτήν μαζί. Η μπουρζουαζία διαχειρίζεται όλο το φάσμα της πρέζας. Η μπουρζουαζία δε φοβάται τη συστημική αριστερά, ούτε τους αναρχικούς του πεζοδρομίου.

Από την μουχλιασμένη Καθημερινή που αναμασά τον ψόφιο φιλελευθερισμό της Θάτσερ μέχρι τον τελευταίο ηλίθιο εισαγγελέα, το Κράτος-το οποίο δεν είναι κράτος του μαλάκα ψηφοφόρου, αλλά του καπιταλιστή-ελέγχει κάθε χιλιοστό πνευματικού ζωτικού χώρου. Οι ιδέες αγοράζονται και πουλιούνται. Ο σκοπός είναι να πουλήσουμε μαζί με τη διανόηση και λαστέξ και δάνεια και κάρτες και κινητά και σωτηρία της ψυχής και ψηφιακό μουνί.

Ο σκοπός είναι να κάνουμε ντόρο και να αποβλακώσουμε περισσότερο τον ήδη αποβλακωμένο νοικοκύρη. Γιατί πάντα το σύστημα φοβάται μη γίνει καμιά στραβή και ξυπνήσει το θηρίο. Μην καταλάβει ο νοικοκύρης, πως το άγιο ηλεκτρόνιο είναι αυτό που επιτρέπει στα όντα να γεννιούνται, να αναπτύσσονται, να τρέφονται, να κινούνται, να σκέπτονται, να χρησιμοποιούν τη μνήμη τους, να διακρίνουν τον εξωτερικό κόσμο αλλά κυρίως να χύνουν χωρίς το βούρδουλα της εγκράτειας. Να χύνουν όταν καυλώνουν και να χύνουν χωρίς ωράριο και χωρίς το κωλοδάχτυλο του σεξολόγου.

Φοβούνται αυτούς που θα κοιτάξουν κατάματα τη φτώχεια τους. Αυτούς που θα ξεκοιλιάσουν τις μπάκες των επισκόπων. Αυτούς που κοιτάζουν τις λασπωμένες μπότες τους και το πρόσωπο του παιδιού τους ενώ κοιμάται. Αυτούς που θα δουν στο μέλλον την εξουσία της αληθινής ζωής. Τους αποκλεισμένους και τους στειρωμένους με συσσίτια και άλλες πούστικες προσφορές κοινωνικών μερισμάτων.

Οι πεινασμένοι είναι πεινασμένοι και δε ζητούν τίποτε εκτός από ένα πιάτο φαί. Πάνω σ’ αυτούς τους πεινασμένους κάθονται οι μικροαστοί, το βιομηχανικό προλεταριάτο, οι κρατικοί υπάλληλοι. Και πάνω σ’ αυτούς ο καλοξυρισμένος κώλος του καπιταλιστή. Μια γυμνή αθλιότητα πλανάται πάνω απ’ τα μαζικά ένστιχτα. Το πιο στενόκαρδο ιδιωτικό συμφέρον γίνεται ο κανόνας όλων των κοινωνικών συναναστροφών.

Ο επονομαζόμενος πολιτικός βίος είναι ένας βόθρος. Και κανένας πραγματικά έντιμος άνθρωπος δεν βάζει τα χέρια του στα σκατά. Η δράση βρίσκεται εκτός του κοινοβουλευτικού στάβλου και της μακάβριας σκοτεινής σπηλιάς των μηχανισμών. Η δράση απαιτεί οργάνωση, κάτι που σιχαίνεται το οργανωμένο έγκλημα και οι μάφιες των κυβερνήσεων. Η μπουρζουαζία κατάλαβε νωρίς πως το ξεκώλιασμα των σωματείων και των συνδικάτων θα της δώσει χρόνο για να ανασυσταθεί και να επιτεθεί πιο σφοδρά στο προλεταριάτο που σήκωσε κεφάλι μετά τον πόλεμο.

Ο συγκεντρωτισμός των εξουσιών έχει οδηγήσει σήμερα σε μιαν απόλυτη Δικτατορία των αστών. Των αστών βεβαίως που κωλοτρίβονται στην εκκλησία, μιαν άλλη απόλυτη εξουσία της ψωροκώσταινας. Των αστών βεβαίως, που διστάζουν να κάνουν το διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας γιατί φοβούνται μια πιθανή αποδυνάμωση του βαρβάτου αυτού μηχανισμού. Κι έπειτα εκτός απ’ την αστυνομία και το στρατό δεν θα έχουν άλλο μέσο καταστολής. Γιατί τότε θα εκλείψει ο στρατωνισμός του σχολείου και οι ύπουλες υπόγειες λογοκρισίες του παιδαγωγικού ινστιτούτου. Τότε θα μείνει εντελώς ξεβράκωτη, μόνο με τις κλούβες, τα γκλόμπ, τα δακρυγόνα, το βάναυσο ξυλοφόρτωμα των διαδηλωτών, το συστημικό σπάσιμο βιτρινών από χαφιέδες, τους μαυροντυμένους γελοίους μπάτσους με τις μάσκες, την κλασμένη διανόηση του protagon.gr και της Athens voice που λανσάρουν μαζί με το λάιφ-στάιλ της κωλοτρυπίδας και τον προτεσταντισμό της αγοράς.

Σήμερα που ευδοκιμεί η καλλιέργεια της μνησικακίας και της τυφλής εκδικητικότητας, της μιας κοινωνικής ομάδας εναντίον της άλλης και η γκάβλα είναι στο γύψο και οι πιστοί περιμένουν το άγιο φως, σκύβω να μυρίσω τα κρινάκια του αγρού και νομίζω πως αυτό είναι μέγιστη πράξη αντίστασης. Βγείτε λοιπόν στους αγρούς να μυρίσετε αυτά τα αγαθά κρινάκια, αυτά τα μουνάκια της Ανοίξεως που δε ζητούν την ψήφο σας.

Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους

aw

Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους.
Ας αφήσουμε τους χριστιανούς στα ευχέλαια
και τους νυμφομανείς στις παρελάσεις.
Ας αφήσουμε τα κηρύγματα και τα ποιήματα
και τα δόλια γραπτά.
Ας αφήσουμε τον κοσμάκη στην κοσμάρα του
και τον κόσμο στα βιβλία.
Ας αφήσουμε τις νοικοκυρές στη μαγειρική τους
και τα μαθηματικά στους πονηρούς.
Ας αφήσουμε το χάος στη θέση του
και τα μουνάκια στα βρακιά τους.
Ας αφήσουμε τα χαράτσια στο κράτος
και τους πεινασμένους στην εκκλησία.
Ας αφήσουμε το λήθαργο των συμπολιτών μας στην ιστορία
και το φεγγαράκι πίσω απ’ τα σύννεφα.
Ας αφήσουμε το φίδι στον κόρφο της ομορφιάς
και την ομορφιά στα χέρια του διαφημιστή.
Ας αφήσουμε να μιλήσουν οι πέτρες.
Ας αφήσουμε να γίνουν θαύματα.
Ας αφήσουμε το Χριστό και το Βούδα
να γίνουν πρόεδροι των κρατών.
Ας αφήσουμε τη ζωή μας στα χέρια των σοφών.
Ας αφήσουμε τα στομάχια μας στη χημεία
και το θάνατο στην εταιρία λογοτεχνών.
Ας αφήσουμε την αδιαφορία να κυβερνήσει
και το αγγλικό δίκαιο να δικαιώσει τα μαύρα λεφτά.
Ας αφήσουμε τους νέους ποιητές στον ερμητισμό
και τους παλαιούς στα κρατικά βραβεία.
Ας αφήσουμε τους μετανάστες να πνίγονται
και τις νοικοκυρές να δακρύζουν.
Ας αφήσουμε τους πλούσιους στα πλούτη τους
και τους φτωχούς στη φτώχεια τους.
Ας αφήσουμε τον έρωτα στο σινεμά
και τα πάθη στα μουσεία.
Ας αφήσουμε τους επώνυμους να κυβερνούν
και τους ανώνυμους να λυσσάνε.
Ας αφήσουμε την επανάσταση
κι ας πιάσουμε το τηλεκοντρόλ.
Ας αφήσουμε τις αγκαλιές κι ας πιάσουμε τ’ αρχίδια μας.
Ας αφήσουμε τη γκρίνια να κυβερνά
και το Άγιο Πάσχα να περιστρέφεται.
Ας αφήσουμε τους Πακιστανούς στα θερμοκήπια
και τους Βούλγαρους στις αποθήκες.
Ας αφήσουμε το θεό να ρυθμίσει το χρέος
και τις ορμόνες να ρυθμίσουν το θεό.
Ας αφήσουμε το στρατό να κάνει το χρέος του
και το διάολο να κοιτάζει μπροστά.
Ας αφήσουμε τον κόσμο χειρότερο
και τον χειρότερο κόσμο στη θέση του.
Ας αφήσουμε την υποτέλεια όπως τη βρήκαμε.
Ας αφήσουμε την τέχνη στα ψώνια.
Ας αφήσουμε στους βιομήχανους τον αέρα
και το νερό στους εφοπλιστές.
Ας αφήσουμε την καλοζωία στους εισοδηματίες
και το έγκλημα στους δυνατούς.
Ας αφήσουμε την καύλα μας στα σφαγεία
και τη νιότη μας στα σχολειά.
Ας αφήσουμε τις ωοθήκες μας στην εταιρία
και τη ζωή μας στο Μαμωνά.
Ας αφήσουμε το Ισραήλ να κάνει το χρέος του
και τον πολύτεκνο να σπέρνει παιδιά.
Ας αφήσουμε τους ειδικούς να μιλήσουν για μας.
Ας αφήσουμε τη δημοκρατία μας στο βάθρο της
και τους δοσίλογους να την παίρνουν αγκαλιά.
Ας αφήσουμε το κεφάλαιο να βγάζει λεφτά.
Ας αφήσουμε στους ατσίδες τα κοινά.
Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους πια.

Η αγάπη μου για το κιτς

kits

Μνήμη Αλέξανδρου Ιόλα

Τ’ αγάλματα ξαπλώσανε μαζί της
στο κρεβάτι για να κάνουν σεξ.
Αυτή γαλανομάτα και κακόφημη
γέννημα θρέμμα σμίλης και
μαρμάρου, εκ Πύργου Τήνου
δια χειρός Γιαννούλη Χαλεπά.
Πάντα υπέροχα στητή και πάντα
διαβασμένη. Κρατά ένα μπικ
στυλό και σημειώνει οργασμούς και
στάσεις. Κραδαίνει σαν αναρχικός
το υγρό της μανιφέστο. Όλη της
τη ζωή περνά επάνω σε κρεβάτια.
Πάνω σε ανάσες εραστών. Με τους
μαστούς να κρέμονται ως τεράστια
κινίνα, έτοιμα για γλειψιές, για να περάσει
ο πονοκέφαλος της καύλας. Με χείλη
επί πτυχίω όλο πτυχές, κόκκινη λύσσα
κάργα. Ένα τέμενος. Μια ορθοδοξία
χνουδάτη ως τα έγκατα. Ένας
αλγόριθμος λυγμών. Και βέβαια
καλόγρια πιστή, τη γύμνια της
κατάσαρκα φορώντας, γονυπετής
μπροστά στα χούγια τού θεού φαλλού.
Πάντα καταμεσής του Απριλίου. Του
άπειρου ηλίου του βραδυφλεγούς.
Του άπειρου αιδοίου του μονογενούς.

Λέσχη κυριών

lesxi

Όσες κυρίες του καλού κόσμου διαθέτουν τρέμουσα έμπνευση και μειλίχιο βλέμμα, γράφουν εκτενή δοκίμια για πεθαμένους ποιητές. Ως νοσοκόμες στην πολυκλινική του ρομαντισμού, εκφορτίζουν αναπάντεχα τη βίαιη διαλεκτική αλληγορία του χαροκαμένου γραπτού. Είναι αυτές που βγάζουν σπινθήρα όταν αγγίζουν αρχαιότητες και υγραίνονται καθώς εισέρχονται σε βυζαντινά μνημεία. Είναι κυρίες με διπλά ονόματα που στήνουν καρτέρι σε ακαδημίες και μη, για να πάρουν δεύτερο δίπλωμα ή διδακτορικό. Για να κάνουν μελέτες για τα αμελέτητα και να εκπληρώσουν τάμα συζύγου, πατέρα ή γιου. Είναι κυρίες με λεπτό τούλινο φουστανάκι και ισχνούς μώλωπες κάποιου θεοκρατικού επαρχιακού κύκλου. Οι ρόγες τους είναι σταφιδιασμένες και ο ξέπνοος διδακτισμός το σεξαπίλ τους. Είναι καθηγήτριες σε γυμνάσια και προϊσταμένες σε οργανισμούς. Γράφουν κρυφά ποιήματα και πότε φανερά τα εκδίδουν. Με τετριμμένο πάθος και τέμπο υπερασπίζονται τη δημοκρατία μας και τους θεσμούς μας. Διοργανώνουν σχολικές γιορτές και απαγγελίες σε σπίτια φιλότεχνων με βερμούτ και παστή σαρδέλα. Έχουν ένα πολιτικό εύρος από δημάρ μέχρι πατριωτική δεξιά κι αποφεύγουν να φορούν κιλότες με χοντρό λάστιχο. Μιλάνε με δήμαρχο, νομάρχη και μητροπολίτη κι αγοράζουν ενίοτε το γαλλικό κοσμοπόλιταν για να ακονίσουν ολίγον και τα γαλλικά τους. Αγαπημένο τους χόμπι είναι να διορθώνουν εκθέσεις, ορθογραφικά, να γράφουν επικήδειους, κριτικά σημειώματα, να στέλνουν εσεμες με στιχάκια του Παλαμά. Αντιδρούν όταν διαβάζουν ακούν μυρίζουν τη λέξη μουνί και τη λέξη πούτσος. Αγαπημένος τους γραφιάς είναι ο Παπανούτσος.

Λέξεις

lej

Η δύναμή μου είναι οι λέξεις.
Αυτές ξέρουν πως γεννιούνται τα παιδιά.
Από ποια άβυσσο έρχονται τα ποιήματα.
Αυτές ξέρουν το πάνω και το κάτω.
Αλλιώς, δεν εξηγούνται τόσα ξενύχτια και τόσοι καφέδες.
Οι γκαστρωμένοι καιροί.
Τόση Δημιουργία και τόσοι Πατέρες της Εκκλησίας.
Τόσοι στρατιώτες στις διαδηλώσεις, χρώματος τρόμου.
Τόσες διαλέξεις και τόση κατήχηση.
Πως θυσιάζει η ελίτ τα παιδιά της.
Πως μαρκαλεύει σπλάχνα το Harvard.

Η δύναμή μου είναι οι λέξεις.
Όταν παίρνω το χάπι μου
όταν χάνομαι
όταν καυλώνω
όταν πεθαίνω
όταν έχει αιώνια πένθιμη πανσέληνο
κι όλα τα μπακάλικα της οικουμένης είναι κλειστά
και δεν μπορείς να αγοράσεις πια τίποτε
ούτε κρασί ούτε πάθη.

Η δύναμή μου είναι οι λέξεις.
Θεϊκέ θάνατε βαρβάτε.
Αυτές σου βγάζουν τη γλώσσα.
Αυτές κινούνται και σκεπάζουν τα πάντα.
Αυτές κάνουν τα κορίτσια να κλειδώνονται στα δωμάτια και να κλαίν.
Αυτές φυτρώνουν σαν σκιερά λουλούδια στην κόλαση.
Αυτές σφραγίζουν την αιωνιότητα της φθοράς.
Τα ωραία ποιητικά ελληνικά του γύφτου
που μαζεύει παλιοσίδερα συλλαβών
και δαγκωμένα φιλιά
για να αρματώσει τον κόρφο της κυράς του.

Γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν δεξιά

GI

Αν κάνουμε μια σούμα των απόψεων που απαντούν στο ακανθώδες ερώτημα: γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν δεξιά, θα διαπιστώσουμε πως νεωτερικοί κρυπτοπασόκ φιλόσοφοι, που υπήρξαν λάγνοι στα νιάτα τους και ζεμάτισαν κότα σε νεροχύτη μαδώντας τη τελετουργικά για ν’ αποκτήσουν εμπειρία, δίνουν απαντήσεις περί θηλαστικών που σκιάζονται από άλλα και μια βιβλιογραφία θεά, για να’ χει το παρδαλό κατσίκι στις ραχούλες λόγο να γελά. Βεβαίως οι σκληρόπετσοι που υπάρχουν ως μοναχικοί παρίες στο σκάμμα λιλιπούτειας πολίχνης, με άποψη για τη ντεκαντάνς κουλτούρα νεολαίων, που κόβουν με σιδηροπρίονο την εξάτμιση αποθεώνοντας τα μανιφέστα του Μαρινέτι, ομιλούν περί ανακατανομής πλούτου. Ο φτωχός που γεννιέται φτωχός κι ονειρεύεται να πεθάνει πλούσιος στριμώχνεται στα στρογγυλά οπίσθια της δεξιάς για να απολάψει ανύποπτη κόρη που ελούζετο στην ακροποταμιά και να ξεχαστεί μαζί της. Η δεξιά εμεταλλάχθει σε πασόκ και σε ψευδαίσθηση κράτους που παρέχει στον αγρότη επιδότηση και ζεστό μουνί ορμώμενο απ’ την Ουκρανία ή τις αποικίες. Ο Έλλην παλαιός των ημερών τέκνο της πλάνης και της κυριακάτικης λειτουργίας έφτασε μέχρι Σαγγάριο για να ξεθάψει τη νεκρωμένη οχιά του μεγαλοϊδεατισμού. Για να μαζέψει χόρτα και να βοσκήσει πρόβατα αντικριστά με τον προλετάριο της αυτοκρατορίας που λύγισε απ’ τους πολέμους και την πολυγαμία των ηγετών της. Ο φτωχός πρωταγωνιστεί στις περιπέτειες των πλουσίων. Του μεγαλώνει τα παιδιά. Του καλλιεργεί το χωράφι. Του παίζει μουσική και του γράφει ερωτόκριτους. Ο φτωχός συνήθως επαναστατεί για να συνεχίσει να είναι φτωχός με αξιοπρέπεια. Ο φτωχός μυείται στην ταπεινοφροσύνη απ’ τα σπάργανα. Ο φτωχός του δυτικού κόσμου διαθέτει φωτογραφική μηχανή, κάμερα, κινητό για να καταγράφει τη φτώχεια του ως ντοκουμέντο προορισμένο για την ψηφιακή αιωνιότητα. Ο φτωχός του μοντέρνου κόσμου είναι διασωληνωμένος με τις οθόνες. Δεν ζει χωρίς διαφημίσεις. Χωρίς μπριζωμένα ενδιαφέροντα.

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,546 other followers