ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Γαμώ τα κοινωνικά σας παντοπωλεία

Γράφουν στο φακό, τα προγούλια
και οι κοιλιές των επισκόπων.
Τα χείλη που κατρακυλούν σε κοφτερές φράσεις.
Κάτι ξέσφιγγες αργοσάλευτες γλύκες
που επαληθεύουν τον Ηράκλειτο.
Όλο αποφθέγματα για την κρίση και τα ζώδια.
Εδώ το μουνί καίγεται κι ο κόσμος χτενίζεται.
Ρουφήχτρες του χάους με τις γενειάδες σας
ανάμεσα στα μπούτια κι εσύ αρχαίο παπαδαριό
ελεήστε τους μελλοθάνατους
που με τόση σοφία εποιήσατε
μ’ ένα πιάτο τραχανά λίγες φακές
μια φασουλάδα. Ω ιεροκήρυκες εσείς
με τη βροντερή σας φωνή, υπενθυμίστε
πως η σάρκα είναι πονηρή στα σκοτάδια.
Πως πρέπει να αποφεύγουνε οι άνθρωποι
σκαιώς την αμαρτία
και τ’ αγαθά να μην επιβουλεύονται των άλλων.
Ω άποροι άστεγοι νεκροζώντανοι ματωμένοι
με τις μύξες σας και τα συνάχια σας
να καλπάζουν. Παγωμένοι κάτω απ’ τις γέφυρες
πεταμένοι στα ποτάμια και τις θάλασσες
θαμμένοι σε ράχες λαγκαδιές και όρη
που ρουφήξατε δάκρυ, δώσατε όρκους
και φιλιά, που πιάσατε τελευταίο σφυγμό παιδιού
την ώρα που ’πεφτε το πρώτο χιόνι
σαν αλεύρι απ’ τον τρύπιο σάκο του ψωμά. Ως και
ο Ιησούς θα κατέβει απ’ το βάθρο του ουρλιάζοντας.
Γαμώ τα κοινωνικά σας παντοπωλεία
και τις ιερές σας μητροπόλεις.
Γαμώ τα συσσίτια και τις αγαθοεργίες σας.
Γαμώ το Χριστό σας.

Η ΓΚΑΛΕΡΙ

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Όταν ο τραπεζίτης δεν θα μπορεί να αγοράζει
τη συνείδηση του λαού
τότε θα φορέσει τις στρατιωτικές του μπότες.

Η Πατρίς

Αχ! αυτή η πατρίδα
σαν ένα πιατάκι κόλλυβα που λάσπωσαν.
Και μια κάμαρα πτωχική και πρόστυχη
που λέει ο Καβάφης.
Όλο σοφία και φτώχεια
απ’ τις παλαιές τις ξεγυρισμένες
που υμνήθηκαν θρηνητικά το μεσοπόλεμο
από φθισικούς. Ταλέντα που δεν πρόλαβαν
εγγόνια τηλεοράσεις αστροναύτες
μόνο κάτι γλοιώδεις και γλίσχρες κριτικές
από κοριτσόπουλα
σε λουτροπόλεις του νότου
που εβγάλαν βρύα και λειχήνες
κάτω απ’ τα βυζιάν τους
περήφανες και διηνεκώς ανοργασμικές.

Νυχτέρι

Όταν ήμασταν φοιτητές, συχνά, επιστρέφοντας αργά το βράδυ στο σπίτι, συνήθως ξεθεωμένοι απ’ τον ποδαρόδρομο, πιάναμε συζήτηση που κρατούσε ως το πρωί για την κατάσταση των πραγμάτων. Μάλλον με κακής ποιότητας αλκοόλ που προκαλούσε πονοκέφαλο και σκοτεινές εκλάμψεις. Εφευρίσκοντας φλογερές λέξεις και ιδέες κρεμασμένες σαν ώριμους καρπούς στο δέντρο της καυλωμένης μας νεότητας. Μιας νεότητας που η θύελλα του ξενυχτιού ερχόταν να τινάξει δια παντός και αμετάκλητα. Συζητούσαμε, έχοντας κατά νου, τον ασφαλή λιμένα του κρεβατιού κι ένα ζεστό γάλα με το πρώτο φως της αυγής. Με κείνον τον ενθουσιασμό, που μονάχα όσοι δεν κουβαλάνε κανένα εν δράσει παρελθόν στη ζωή, μπορούν να εκδηλώσουν. Έναν ενθουσιασμό ίσα-ίσα για να εκμηδενίσει το ζοφερό νυχτέρι.

H νέα αυγή

Κυρίως η τσακισμένη φωνή. Μια γριούλα
που στα δύσκολα σπαρά και τα χαδάκια της
τα παλαιά αναπολεί ως μπέμπα μελλοθάνατη.
Μια ύπαρξη που ζύμωσε ψωμιά κι απίθωσε
μεταλαβιές σε ματωμένο πεζούλι. Στα σκιώδη
μαντήλια εκεί που ’κρυψε τούφα πεθαμένου
για να μπει σε τροχία η νέα αυγή.

Λεξούλες

Τόσο πάθος αδημοσίευτο με πλακώνει
που βγάζω βάθος πηγαδιού στη φράση.
Λεξούλες, φρικαλέα ελληνικά, που
ακούγονται σε μεταμεσονύχτια κλίνη.
Εντός της οδαλίσκης μέδουσας που
σκιάζεται εξαίσια η γύμνια της από
αγκομαχητά, θεομηνίες κι από φαλλό
ασύχαστο.

Πρόστυχο πένθος

Θυμάμαι κάποτε, πέρασα μια περίοδο μετρώντας παλαιούς έρωτες, που με στοίχειωσαν. Πάντα στο ενδιάμεσο δυο ερωτικών σχέσεων αναπολείς. Δεν είχα ιδέα τί επρόκειτο να συμβεί με την καρδιά μου ή αν επρόκειτο να συμβεί κάτι ξανά. Εργαζόμουν με μανία, σκυφτός στη λάμπα, σκαλίζοντας στάχτες για να μου φύγει το άχτι. Έτσι μετρούσα στοιχειωμένους έρωτες. Ένοιωθα σχεδόν χωμένος στο χώμα για αιώνες. Περιμένοντας κάποιον αρχαιοκάπηλο έρωτα να με ξεθάψει. Σκεπτόμενος βυζιά να πάλλονται σαν χορδές μεσ’ απ’ τα δάχτυλα εμού, του οργανοπαίχτη. Μετρούσα τους άπειρους ασύλληπτους έρωτές μου και σκεφτόμουν πώς ανέβαινα τις σκάλες κάθε κορμιού και, πώς άνοιγα σιγά-σιγά την εξώπορτα και ξεπόρτιζα.

Χαντάκια

[απόσπασμα]

Φαίνονται αποφασισμένοι να περάσουν όλη τους τη ζωή στο κρύο, στο κενό, στη μουντάδα. Τηλεφωνούν, γράφουν, αυνανίζονται. Θυμούνται, ξεχνούν. Πηγαίνουν στη δουλειά. Επιστρέφουν. Περνούν ώρες ολόκληρες μόνοι σε γραφεία, αυτοκίνητα, καύκαλα από μπετόν. Καμιά ακρίδα δεν τους θυμίζει το καλοκαίρι. Παρατημένοι, φευγάτοι, διωγμένοι από χωριά, βουνά και λαγκάδια. Γαμημένοι απ’ τη μοναξιά, το κέρδος, το βιοπορισμό, την υπεραξία. Τρώγοντας ο ένας τον άλλο, γκρινιάζοντας όλη την ώρα, πλακωμένοι στο γρήγορο φαγητό και το γρήγορο γαμήσι. Για να επιστρέψουν γρήγορα να ταΐσουν το τέρας, να κάνουν το χρέος τους, να ξεμάθουν την καύλα, την τεμπελιά, την αλαφράδα. Να παράγουν ξανά και ξανά. Να καβαλικέψουν ένα ψόφιο άλογο, να φιληθούν δίπλα στις καυτές στάχτες, κλεισμένοι μεσ’ το άδειο άπειρο τίποτε. Παραφουσκωμένοι, πιθηκοειδείς, κούφιες αποτυχίες της δημιουργίας. Μισούν το σώμα τους, τους ιστούς, τους μυς, τους χόνδρους, τις αρθρώσεις. Μισούν τη σάρκα τους σα να ’ναι χαλασμένο κρέας. Την κρύβουν την πληγώνουν, την τρυπούν. Φυλακίζουν τ’ αρχίδια τους, ψαλιδίζουν το μουνί τους. Υπνοβατούν πάνω στα παλούκια και τα συρματοπλέγματα. Τυλίγονται με καλώδια προσεύχονται. Χτίζουν τείχη. Σκοτώνονται, πέφτουν, κατρακυλούν, υποθέτουν. Τα σπλάχνα τους αιμορραγούν, τα συκώτια τους σκάνε. Τα λόγια τους ηχηρά κατεβατά. Εκθέσεις, ερμηνείες, χωροφύλακες. Ώρες ατέλειωτες ξοδεμένες για ένα χιλιοστό ευτυχίας. Ώρες ατέλειωτες ξοδεμένες να καθρεφτίσουν τη μορφή που δεν καθρεφτίζεται διασπώντας τον πυρήνα των πραγμάτων. Ψάχνοντας σωματίδια του θεού στις κωλοτρυπίδες των αρουραίων. Λέξεις και στατιστικές και καθηλώσεις και παζάρια. Μια κούφια πολλαπλότητα ακραίων φαινομένων. Το βόλεμα στη δυστυχία των άλλων. Ο φόβος, τα συνέδρια και πάλι ο φόβος. Ο μέγας αντιπρόσωπος μέσα σε τόσες κεφαλές, σε τόσες μήτρες. Φόβος αγεωγράφητος, απέραντος. Και φόβος ανελέητος μασώντας πάντοτε τη λέξη που αναιρεί όλες τις άλλες. Φόβος που μαγαρίζει τα χλοερά νυμφίδια. Που στήνει τους τρωικούς πολέμους του μέλλοντος. Φόβος εξαίσιος επικουρικός θεός. Σημαίες, πλήθη, κλειτορίδες στις επάλξεις. Ελευθερία ή θάνατος. Συνθήματα. Βαλσαμωμένα αιδοία σκευωρίες. Άρχουσα τάξη, άρχουσα όλων των ίσκιων των πουλιών και των εντόμων. Άρχουσα τάξη αραχνοΰφαντη, έρχονται μόνα τους κοπαδιαστά σφαχτά στο μυστικό σου δείπνο. Οι ρήτορες που τους έκοψες τη γλώσσα και μιλούν με την κοιλιά, οι πρησμένοι απ’ την πείνα, ο ανθρώπινος πολτός, οι πτωχοί τω πνεύματι, οι Παρθενώνες και τα γιοφύρια της Άρτας.

Γεωμετρία του ερωτύλου

Εσύ που μου ’στειλες
τ’ αλευρωμένα σου διαβόλια
για αγγελούδια, γεωμετρία μου εσύ
γεω-μαιτρέσσα μου
ολάκερη από κερί της μεγαλοβδομάδος
σπάργανο μιας αγίας Σελεστίνας
εικόνισμα πριαπικό
κάποιας στροφής του Μπράλου
που όλο την ανεπίδοτή σου λυγεράδα
ανεμίζεις
κι από στόμα σε στόμα μοιχεύεσαι
πότε ανακαθιστή και πότε ανάσκελα
και πότε, προσκυνημένη ταπεινά
στον υπερφίαλο φαλλό
με όλα τα δάχτυλα στους άνεργους αδένες
ξεσπλαχνισμένη, ξέχειλη στο έρεβος
στο ευκλείδειο το βάραθρο μιας κλίνης.

Εσείς, πλανόδιοι μουσικοί

Στείλτε τους εφιάλτες σας
να ταράξουνε τον ύπνο τους
και τη φτώχια σας να πανικοβάλει
τα νοικοκυριά τους. Τους
μετρημένους που εξόκειλαν
σε ναυάγια, σε εργαλεία
διαχείρισης, για να στεριώσει
ο Στέλιος Ράμφος με το βιδολόγο του
κατεστημένα και θολούρες
αναλύσεις δανεικές θατσερικά τσιτάτα
καλαπόδια για τα κουρασμένα έθνη
και τη σινεμασκόπ φανατίλα των μεσαίων
που όλο παθαίνουν εμπλοκή, μπρός
στον άμετρο πλούτο, θρεμμένοι
σαν δαπίτες λιανοπωλητές
κράχτες παρασυρμένοι από ρομάντζα
με χρεωμένη μεζονέτα και γούρι
απ’ τα κάτεργα του Γουλανδρή, που
κάποτε έγραψαν ποίηση έμμετρη
στα νιάτα τους, για να δοξάσουνε
τον αρχηγό με στίχους και συνθήματα
τα έρμα φιλελεύθερα σφαχτά.

Σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας

Το πρωί που ξυπνήσαμε ο τραπεζίτης είχε γίνει πρωθυπουργός. Είχαμε δει ένα φριχτό όνειρο το προηγούμενο βράδυ. Ο τραπεζίτης έσπρωχνε ένα χειραμάξι γεμάτο γεννητικά όργανα, μπροστά στο κοινοβούλιο. Ο τραπεζίτης καταγόταν από διεφθαρμένη οικογένεια. Από πατέρα ευρωπαίο τυχοδιώκτη, από μάνα καταγαμημένη από βαυαρούς και από νονό Οθωμανό. Είχε ένα γυναικείο εσώρουχο πρόχειρο στην κωλότσεπη για να αυνανίζεται με τους φίλους του. Ο διευθυντής των εφημερίδων υποστήριζε πως ο τραπεζίτης είναι πορφυρογέννητος. Θα σταματήσει την αναπαραγωγή των κατωτέρων στρωμάτων. Τόσα πλάσματα που μολύνουν με την ύπαρξή τους τη γη.

Κάποιοι ουρλιάζουν. Μέσ’ το πηγάδι είν’ το κρυφό ψοφίμι και βγαίνει μαγαρισμένο νερό. Πέτρες σπασμένες και πέτρες κακορίζικες ο δρόμος. Μήτρες πουλημένες στον έμπορα. Τρόφιμες ψυχές που εκτίουν την ποινή τους στην εργασία. Βωμός στημένος απ’ τα καθεστώτα. Ιερωμένοι, υπουργοί, ξόανα με τήβεννο, συγκλητικοί εν απαρτία που διώχνουν τα πουλιά. Παλουκωμένοι σοφοί, βαλσαμωμένοι τηρητές των αποφάσεων. Λίγδα και πρησμένα στόματα και γλώσσες στρατηγών. Μουνιά πετσοκομμένα και πλανώμενα, συνέδρια, υγρές εικόνες, φλύκταινες και χέρια τριχωτά βιομηχάνων. Φήμες κι αποφθέγματα και πομπές αξιωματούχων. Επιτροπές, ο μέγας αντιπρόσωπος, τα λεξικά, οι γλώσσες και οι κώδικες. Παίγνια μέσα στα μυαλά, εκατόμβες, μαύρα σύννεφα, σκορπιοί κι ο σφραγισμένος τόπος η σπηλιά. Του κύκλωπα το αμπρί.

Η μάνα μου εργάζεται σε μια βιοτεχνία. Υπόγειο. Μαγειρεύει και κοιμάται στο πάτωμα της κουζίνας. Δεν έχει χαρτιά. Κάνει κρύο κι έχει χιόνι πάνω στη γη. Το πάτωμα είναι σκληρό. Η μάνα μου ξυπνά απ’ τους πόνους. Φεύγει νύχτα για τη δουλειά, γυρνά νύχτα. Εγώ κάθομαι σαν φρύνος πάνω σ’ ένα κούτσουρο δέντρου κι ελπίζω.

Ακρωτηριάζω τα μέλη μου. Βγάζω τα μάτια μου. Αφήνω τους όρχεις μου βορρά των όρνεων, των αγορών και θρέφω τις πληγές μου με σκατά. Θα σταυρωθώ, θα λάμψει μέσα μου η αγάπη. Τον πίθηκό μου και τον πίθηκό σας κι όλους τους θλιβερούς προγόνους μας έως την εποχή των δεινοσαύρων συγχωρώ.

Μουτζούρα

Η πιο ειλικρινής έκφραση του ανθρώπου είναι η μουτζούρα. Λειτουργεί ως παλμογράφος της αθώας συνείδησης. Ως πανθεϊστική διάθεση του ανθρώπου απέναντι στα αντικείμενα που τον περιβάλουν. Η μουτζούρα είναι ο άλλος λόγος που δεν περιέχει αναγκαιότητα, ξεγυμνωμένη από επιδράσεις και μυστικά. Η μουτζούρα δεν διδάσκεται. Δεν χρειάζεται δάσκαλο να ξετυλίξει τα μυστήρια και τις δυσκολίες. Η μουτζούρα όμως κάποια στιγμή χάνει την αθωότητά της και τείνει να εκφράσει μορφές. Να φτάσει στην κατανόηση και την κατανάλωση. Να ξεφύγει απ’ την ασυναρτησία της παιδικότητας άρα κι απ’ το παιχνίδι. Κι όταν χάνεται το παιχνίδι κάνεις ένα μεγάλο βήμα προς την αγκαλιά του ληξίαρχου. Φεύγεις απ’ τις άπειρες πτυχές του μύθου για να σπείρεις το χωράφι της συλλογικής πλάνης. Να γίνεις κάποιος. Να αποκτήσεις ταυτότητα. Να βρεις την ουσία της ύπαρξης μέσα στις φωνές τις μηχανές και τα ραγίσματα. Να ακολουθείς συντακτικό και γραμματική. Να χτίσεις ηθικούς κανόνες για να αποφύγεις τις μεγάλες τραγωδίες. Η μουτζούρα είναι η ασέβεια στις κοινωνικές νόρμες. Λειτουργεί ως έσχατη εκδίκηση απέναντι στην θεολογική πρωτοκαθεδρία του εικαστικού λόγου. Απέναντι στον καλλιτέχνη που φτάνει στον απόλυτο συμβιβασμό κοπιάροντας τον κόσμο με τον προτζέκτορά του καθηλώνοντας φωτοαντιγραφικά τα αντικείμενα. Λειτουργιές, κεράκια, κεραμίδια, τσουτσούνες μηδαμινές και ακίνδυνες, διακηρύσσοντας σ’ όλους τους τόνους την πρόθεση μιας υπαινικτικής κρυψίνοιας. Την επαιτεία της αναγνώρισης αφού ο τελικός προορισμός είναι η διακόσμηση. Η μουτζούρα έχει μέσα της το σπόρο της ασέλγειας. Είναι μια ανώτερη φόρμα που μας κάνει να παιδιαρίζουμε. Αρχίζουμε απ’ αυτή και καταλήγουμε πάλι σ’ αυτή. Η μουτζούρα περιγράφει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Είναι ο πρώτος και ο έσχατος ελιγμός. Μιαν ακατάστατη δύνη που περιγράφει τη δραματική κίνηση του κορμιού. Μια καρικατούρα απόλαυσης που η τροχιά του χεριού την απογειώνει τόσο που δεν μπορεί να αντιγραφεί. Η μουτζούρα είναι πάντα πρωτότυπη εκτεθειμένη ανηλεώς στην παγκόσμια όραση ως η αναρχία του θεάματος που ξεφεύγει απ’ την αιχμαλωσία και τον μοιραίο λόγο των εξουσιών.

Υποσημείωση στις Τελετές τυπογραφίας

Παρείσακτοι που δημιουργούμε θέσεις εργασίας. Διορθωτές, τυπογράφους, βιβλιοδέτες, ταξινομητές, βιβλιοθηκάριους, γραμματείς. Ζουν τόσες οικογένειες απ’ τον πόνο μας. Φοβερές μηχανές της αρχαιότητας και της προόδου από σίδερο και χάλυβα αποθέτουν ψηφία σε περγαμηνές και λευκά χαρτιά. Μηχανές φτιαγμένες για εφήμερα έντυπα. Φορολογικές δηλώσεις, βιβλιάρια ασθενείας, αιτήσεις, λογαριασμούς, συμβόλαια, αποδείξεις, προικοσύμφωνα, καζαμίες, δελτία συνδρομής, συμφωνητικά, εξώδικα, απουσιολόγια, ευχετήριες κάρτες, φάκελα, κατάστιχα, λογιστικές φυλλάδες. Μηχανές φονικά όπλα. Οδοντωτά πτολίεθρα που γεμίζουν το μέλλον με την κλεμμένη βραδυφλεγή αμαρτία της ανθρώπινης λαλιάς. Μηχανές έτοιμες να διαδώσουν την επανάσταση και τον ερωτισμό. Να οπλίσουν τον επόμενο αιώνα. Να μοντάρουν βιβλία που κυοφορούν ανάρμοστες πράξεις. Να κάνουν το λάλημα του πετεινού και τις αναρχικές του εκβλαστήσεις να θεριέψουν.

Λόγος περί λαγνείας

Η λαγνεία είναι μια αιματηρή εμμονή. Είναι η κατάψυξη εν μέσω καλοκαιριού. Η λαγνεία είναι σαν κάτι συγγραφείς πού πεθαίνοντας δίνουν εντολή στη σύζυγο ή στους επιστήθιους φίλους να κάψουν όλα τα χειρόγραφα για να εκδικηθούν την ανθρωπότητα. Η λαγνεία είναι ένα δύσβατο θέμα όταν βέβαια δεν εκπορνεύεται πολυτελώς στα σαλόνια εμπόρων. Είναι κάτι σαν μαγνήτης που τραβά πάνω του μικροσκοπικά σωματίδια απ’ το Περού, τη Σιέρα Λεόνε, το Τομπουκτού, τη Γη του Πυρός. Είναι το κόσμημα που βρίσκεις στις οδαλίσκες που τους αρέσει ο διάλογος και η τριχοφυΐα στα πιο παράξενα μέρη. Ο καθένας την επινοεί αργά ή γρήγορα κι αρχίζει να ζει μέσα της. Η λαγνεία είναι το αεράκι μιας ηλιόλουστης μέρας δίπλα στη θάλασσα, που έχει την έντονη αλατισμένη δριμύτητα, που σε κάνει να νοσταλγείς το γυναικείο φύλλο. Το σώμα μας της ανήκει κατά την έννοια που της ανήκει και το πτώμα μας. Το επίμοχθο πλαίσιο το διαγράφει η λαγνεία. Όσοι δε γεύονται τη δόξα και την καταισχύνη της προικίζονται με μια εμβόλιμη μισαλλοδοξία. Στο σιωπηρό βάθρο της ο χρόνος εναποθέτει την καταβαραθρωμένη μας ύπαρξη. Οι γέροι συχνά μας μιλούν για ένα πνιγμένο ρεφραίν που εξακολουθεί ν’ ακούγεται απ’ τα χαμένα έργα της λαγνείας. Για την ύπαρξη μιας αόρατης παρτιτούρας που στοιχειώνει κάθε αποχορδισμένο όν. Πλάθοντας εκείνο το μακρινό ρετσιτατίβο της στύσης. Την υγράδα που συνοδεύει την υπόκρουση ενός μπάσου κοντίνουο. Το ανελέητο ρυθμικό σφυροκόπημα της καρδιάς. Και πώς να περιγράψεις τη λαγνεία δίχως κανιβαλισμό! Χωρίς να διαγραφεί η οδοντοστοιχία της πάνω στο σχήμα ενός αφάγωτου λωτού!

Θεοφανείων και μη

 

 

 

 

 

 

Να σκυλευτεί θέλω
ο μέσα χώρος μου. Να
ασκηθώ στην άκρα διαπόμπευση.
Θέλω χέρια σταυρωτά
πίσω απ’ το σβέρκο. Να
παίρνουν μάτι οι κύκλωπες.
Να βγάζουν το μονόφθαλμο
θυμό. Ο αφαλός να σπαρταρά.
Θύμα τροχαίου οργασμού.
Να ’ρθούν να καταγράψουν το συμβάν
οι χωροφύλακες.
Τον ουρανίσκο να παρερμηνεύσουν.
Το δέρμα μου τα χείλη τους γλουτούς. Αυτά
τα ιδιότροπα σφυρά παραδομένα
από καταβολής στην ανταρσία.
Πάτερ και πάρεδρε του εφετείου των υγρών
δονούμε απ’ το κρυφό κυμάτισμα της φράσης.
Ω! χαίρομαι την αιτιατική
το εν τούτω νίκα
τη δοτική με τους λερναίους της φαλλούς.
Πάρτε με μαγειρέψτε με
τοποθετήστε το κορμάκι μου σε τάπερ.
Βάλτε με ασυνόδευτη στα κτελ του Κάτω κόσμου.
Να παραλάβουν το φαγάκι τους ζεστό
εκεί κάτω στον Άδη.

Πώς να οδηγηθείτε στην πραγματικότητα

Ο άνθρωπος που δεν κάνει σκέψεις είναι ήδη στην πραγματικότητα. Μπορεί να κάνει τις φανταστικές καλοκαιρινές του διακοπές ή να γονιμοποιήσει ένα φρέσκο ωάριο. Για να οδηγηθείς εύκολα στην πραγματικότητα πρέπει να περιεργάζεσαι συνεχώς το σώμα σου. Το κορμί σου είναι η γέφυρα που οδηγεί στην πραγματικότητα. Όταν ερωτεύεσαι ρίχνεις γέφυρες κι αρχίζεις να ζωγραφίζεις στα μωσαϊκά του μπάνιου στον ατμό καρδούλες και τριαντάφυλλα και λοιπές μπακαλικές της αβύσσου. Στην πραγματικότητα, μπορείς να μπεις να ψωνίσεις στο σούπερ μάρκετ καβάλα σ’ ένα άλογο. Μπορείς να φας του σκασμού και να ψοφήσεις απ’ τα γέλια. Να μην ασχολείσαι με τα γεγονότα της γέννησης και του θανάτου. Ο φυσικός τρόπος είναι η άγνοια. Να παρατηρείς τη νύχτα και τα σύννεφα. Τα ούρα σου που αχνίζουν και σχηματίζουν ένα μικρό βάλτο στην εξοχή. Μην ασχολείσαι με τις εκδοχές της κόλασης και τα παραδείσια τρυπάκια του παπά. Αφού έτσι κι αλλιώς θα σβήσεις και θα γίνεις ένα με την πραγματικότητα. Να αποδέχεσαι τη λογική των πραγμάτων και όχι την πίστη σ’ αυτά. Η υπεροψία και η ανωριμότητα είναι αποτέλεσμα λατρείας της μινιατούρας. Μολυβένιοι στρατιώτες και ψεύτικα περίστροφα. Πλαστικός κόσμος φτηνός για κατανάλωση. Για να μπεις στην πραγματικότητα πρέπει να ξεστρατίσεις απ’ το αγελαίο. Να χωθείς σε μια στέρνα δοκιμάζοντας την ηχώ και την δύναμη που βγάζουν τα σπλάχνα σου. Ν’ ανοίξεις τόσο το στόμα σου που το φως να φτάσει στο στομάχι σου. Να κυλιέσαι αδιάκοπα στα χαντάκια πάντα αγκαλιά με τη γύμνια ενός άλλου και ν’ ακούς στις χλωμές φλέβες το μελωδικό μουρμουρητό ενός ασπόνδυλου οργανισμού που επαναλαμβάνει το θρύλο της γέννησής σου. Αφού για να οδηγηθείς στην πραγματικότητα πρέπει να διψάς για πραγματικότητα. Να μεταπλάθεις τους πόρους της σάρκας σου κάθε στιγμή σε πεινασμένα στόματα οράσεως.

Κιλιμάντζαρο

Ω ναι θα κρυφτώ στο Κιλιμάντζαρο
θα νίψω το πρόσωπο με χιόνι. Θα
κερδίσω μάχες που δε θα δώσω.
Στην απλωσιά των βουνών θα
ατενίσω τις κορφές και τις αρκούδες.
Κάθε που θα θυμάμαι αυτή και
τα εσώρουχά της. Κάθε που οι
ομιχλώδης εσοχές της θα ξεσπούν.
Εξάλλου στα ταξίδια ασκηθήκαμε
νωρίς, στις κακουχίες
σε κάτι ονειρώξεις σπέσιαλ
εν κρυπτώ και νύκτωρ. Εμείς οι
αδιόρθωτοι, οι απόστακτοι
απ’ τις μαμίσιες μας κερήθρες.
Που όλο κεκραγάρια, που όλο
Χερουβικά, όλο ψαλμούς
και ουρλιαχτά και χάχανα.
Διαβάζοντας συλλαβιστά το ονοματάκι μας
στη σκοτεινή ατζέντα του θανάτου.

Δεν ξέρω να δένω τον πόνο

Δεν ξέρω να δένω τον πόνο, να σφίγγω
την ύπαρξη τέρμα. Να παίρνω αποφάσεις
για άλλους. Να ψελλίζω λιοπύρι στα
σκυλόψαρα. Και να, που με περπάτησαν
κυράδες μ’ ανασηκωμένες φούστες
κι ανάψαν θερμοσίφωνα μετά για να
ξεβγάλουνε τις γλύκες. Υπηκοότητα
καμιά, ευθύνη, μίση, μέριμνες διόλου.
Δεν είμαι υπέρ δεν είμαι και κατά.
Λαδώνω τα γρανάζια συγκινήσεως.
Την αναρρίχηση ασκώ σε στήθη,
που ευθυτενώς με πριαπίζουν.

Aκριβό δηλητήριο

Αυτό το ακριβό δηλητήριο στο μεσοκαύκαλο του αστού. Το βιβλίο που θέλει να τον κοιμίσει, να τον ταξιδέψει, να τον κάνει να κουρνιάξει στις ατέλειωτες επαληθεύσεις της καλοζωίας του. Το βιβλίο ως συμπλήρωμα εφημερίδας. Ως μυθιστόρημα ράθυμου χαφιέ που βουτάει το μελάνι του σε καταστάσεις, γεγονότα, γρίνιες απαλής ανατομίας ίσα ίσα για να μη ξεσηκωθεί το φθαρτό συναίσθημα. Με το βιβλίο πρέπει να περνάμε καλά και να δείχνουμε στους άλλους πως είμαστε διαβασμένοι. Το βιβλίο πρέπει να’ ναι χοντρό παχύ χορταστικό. Το βιβλίο πρέπει να το’ χουν διαβάσει εκατομμύρια άλλοι μαλάκες για να το διαβάσω κι εγώ. Τι φοβερό επιχείρημα το μπέστ σέλερ! Τι τρομερή προτροπή η κορδέλα στο εξώφυλλο με τις ανατυπώσεις και τις χιλιάδες. Τα βραβεία των αναγνωστών που το φχαριστήθηκαν! Ένα εξαίσιο τέχνασμα του εκδότη να διώξει τη σαβούρα του. Τα μπέστ σέλερ είναι τα μπουζουξίδικα της λογοτεχνίας. Είναι συνέχεια αυτού του νεοελληνικού σπασμού, θα πάω το Σάββατο στα μπουζούκια να τα σπάσω. Όχι να τα σπάσω από ανάγκη αλλά από υπερφίαλο ψυχαναγκασμό, ενός βίου που σχεδιάζεται από μάνατζερ και μηχανικούς συνειδήσεων. Από κοπέλες εκδοτών που πήραν ιδέες στο Σικάγο ξεπατικώνοντας τις γκαστριές και τα παράδοξα ενός άλλου τόπου που φτιάχνεται μυρίζοντας φρεσκοτυπωμένα δολάρια. Οι Αμερικές και οι Αυστραλίες είναι ωραίες γιατί χτίστηκαν από τυχοδιώκτες. Κι ο τυχοδιωκτισμός έχει μια συναρπαστική χροιά, μιαν ένδοξη σεσημασμένη αλητεία. Αν ξύσεις όμως από κάτω θα βρεις τον πόνο του εργάτη που έχτισε το μεγάλο θαύμα αλλά πατικώθηκε στους υπονόμους της αμεριμνησίας ενός ληθαργικού κόσμου που αυνανίζεται με τον πλαστικό του πλούτο. Θα βρεις συντρίμμια και ιδρύματα και βασανιστές. Αιρέσεις και πριαπίζοντες ορθολογιστές. Τον πόλεμο των άστρων και το φάσμα της πείνας. Το Χάρλεμ και τις υδροκέφαλες μήτρες του καταναγκασμού να υπάρχεις έξω απ’ τη φύση. Να είσαι κάτοικος γραφείου ή φάντασμα αστέγου. Ένας λοξόφθαλμος εγγαστρίμυθος αστός ψηφοφόρος, ένας σβόλος ανθρώπινης ύπαρξης, μια μπίλια καταδικασμένη να χτυπιέται απ’ το μανιχαϊσμό της μοναδικότητάς της. Τα πρώην παιδιά θαύματα που βγαίνουν σε εκπομπές και στήνονται δίπλα σε γαλαντόμους πολιτικούς αστέρες έχοντας άποψη και χοντρά μπέστ σέλερ στο ενεργητικό τους πουλάνε όσο όσο το συγγραφικό τους κορμάκι παίζοντας πότε τον αντισυστημικό και πότε τον νερόβραστο δημοκράτη. Ανεμίζουν σαν πολύχρωμα κουρελάκια σε επιδείξεις μόδας δίπλα σε ξανθιές αχερούσιες βυζαρούδες και κλειστοφοβικούς διασκεδαστές. Αντιγράφουν μανιακά όλες τις αμερικανιές πασπαλίζοντας με ντόπιο σπέρμα και αίμα τα καθέκαστα. Παγιωμένοι ήρωες, εμετικές επιδιώξεις, προκατασκευασμένες κρίσεις, πλαστικοί ήρωες. Να, έτοιμο βιβλίο για τους τοξινομένους αναγνώστες που ζητούν όλο και μεγαλύτερες δόσεις παραφιλολογικών σκευασμάτων, βιβλία με υπόθεση και χαρακτήρες και άλλα περιστατικά ακατάσχετης λογοτεχνικής διάρροιας. Να, η επελαύνουσα ταξιαρχία των σοφών παιδιών που φλυαρεί σπαραχτικά πουλώντας μικρά και μεγάλα ξεθυμασμένα θαύματα μεταβάλλοντας τον κόσμο σ’ ένα απέραντο λεξιακό κοπρώνα.

Σκάνδαλα και κυνήγια

Ο κοσμάκης, ο εθισμένος στο θέαμα ψοφάει για σκάνδαλα και κυνήγια. Μεθάει όταν του πετάξουν στη φοβική αρένα της οθόνης του τον κλέφτη, το κλεφτρόνι, τον κλεπτομανή. Τον κάθε έναν που μοιάζει ύποπτος να παραβιάσει χιλιοστό περιουσίας και μιζέριας. Το αστυνομικό ρεπορτάζ πασπαλισμένο με σκάνδαλο εκτίθεται για να γίνει άμεσα καταναλώσιμο από την απληστία των παμφάγων θεατών-αναγνωστών. Έρχεται να υπογραμμίσει μ’ ένα είδος φθονερού ψόγου τη συνειδητή επιλογή κάποιου να ζει απ’ την κλεψιά. Να αλλάζει την κατανομή πλούτου ολισθαίνοντας στο υπογάστριο μιας κοινωνίας εταίρων κι όχι εραστών. Ο κλέφτης έρχεται να διαπομπεύσει την υποκρισία. Ο κλέφτης είναι παράγωγο του συστήματος της κλεπταποδοχής και της υπεραξίας. Ο κλέφτης δε γράφει μανιφέστα αλλά πράττει. Πλάθεται μέσα σ’ ένα διαστελλόμενο σύμπαν απανθρωπιάς. Αρνείται την ελεημοσύνη και το κράτος πρόνοιας που εξευτελίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο κλέφτης δεν δέχεται να χαϊδευτεί απ’ τις κυρίες με τους αναδιπλωμένους βλεννογόνους που ταΐζουν τους απελπισμένους με ψίχουλα απ’ τον πακτωλό πλούτου των συζύγων. Ενός πλούτου που διαστρέφει τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Ο κλέφτης μεταμορφώνεται σε ύαινα που οσμίζεται την αποσύνθεση πριν το σκοτωμό, την πτωμαΐνη πριν απ’ το πτώμα και βιαστικά επιδίδεται στην εκκαθάριση της καταδικασμένης σάρκας ενός κόσμου ταπεινά προσκυνημένου στον αυταρχικό υπερφαλλό του αγίου τραπεζίτη.

Tο σωματίδιο του θεού

Τα κατάφερες φίνα, χάος δόλιο
κι ασχολούνται με σένα κάτι
όμορφες μεταπτυχιακές και αγίες
ταμένες στα τρανά σου κατορθώματα.
Κάνουν διάλειμμα
μόνο για ψωμάκι ζεστό
και πηχτή φασουλάδα
απ’ την πατρίδα. Πίνουν χυμούς
γράφουν ιστορία. Κυνηγούν με
την απόχη τους το σωματίδιο
του θεού, χωρίς να υποψιάζονται
οι άμοιρες, πως, ο μέγας επιταχυντής
είν’ το μουνάκι τους, όταν γλιστρά
ο εκατόνταρχος φαλλός
εις τα αλμυρά τενάγη τους
και μηχανεύονται ωθήσεις
δουλεύοντας στο φούλ
τα υγρά βυρσοδεψία των χειλιών
ίσα να μεταλάβουνε ελόγου τους
ολίγη αιωνιότητα, σπέρμα, αστρόσκονη
πνοή απ’ τ’ αχαμνά του χάους.

Ορμήνειες της γριάς υπεραξίας για το νέο έτος

 

 

 

 

 

 

Να τρως λίγο
να πίνεις ακόμα λιγότερο
να μη διαβάζεις
να μη χορεύεις
να μη σκέφτεσαι
να μην τραγουδάς
να μην αγαπάς
να μην εμβαθύνεις
να μη ζωγραφίζεις
να μη γράφεις
να μη σπαταλάς δυνάμεις
να κάνεις οικονομία, αποταμίευση
να μην πλένεσαι
να χέζεις στον κήπο
να μην τρως κρέας
να μην τρως ψάρια
να μην ανάβεις φως
να μην έχεις σόμπα
να μη διαβάζεις βιβλία
να μην αγοράζεις φάρμακα
να μην ανάβεις θερμοσίφωνα
να μην πηγαίνεις σινεμά
να μην κάνεις κουτσούβελα
να μη σκέφτεσαι με το στομάχι
να μη σκέφτεσαι με τ’αρχίδια
να συσσωρεύεις πολύ απ’ το τίποτε που σου περισσεύει
να είσαι φειδωλός, εγκρατής
να σιωπάς
να μη διαμαρτύρεσαι
να μην απεργείς
να μην αντιμιλάς
να στέκεσαι σε ουρές
να στριμώχνεσαι σε λεωφορεία
να κάθεσαι στο σκοτάδι χωρίς φως
να συνηθίσεις το κρύο την παγωνιά
να κάνεις δια βίου πρόβα θανάτου.
Η κρίση είναι ευκαιρία να συμφιλιωθείς με το θάνατο
την τσιγγουνιά
την εκκλησία
το χώμα.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ

Εκεί που το παιδί μαθαίνει φυσικούς νόμους θετικές επιστήμες ελληνική μυθολογία και ορθολογισμό έρχονται οι γιορτές και τρώει τη μεγάλη φάπα. Τα Χριστούγεννα που αστράφτουν εξαιρετικά σαν παραμυθάκι αλλά ξεστομίζουν ζούρλιες για την παρθένο και τη λαχτάρα της να σώσει το ανθρώπινο γένος απο τις κραιπάλες και τα όργια δείχνοντας πως ο μεγαλοδύναμος δε γεννήθηκε ως κοινός θνητός μέσα στα σκατά και τα αίματα. Υπογραμμίζοντας πως ο θεάνθρωπος ήρθε στον κόσμο χωρίς φυσικό τρόπο παρά με σύμβολα αθωότητας λουσμένος και ποιητικό λόγο ως ασυνήθιστο λογοτεχνικό έκθεμα της εποχής των τόκ σόου του δρόμου. Τότε που το κήρυγμα ξεκολλούσε σοβάδες κι οι προφήτες ήταν οι τεχνίτες της ατάκας ετοιμόλογοι κι ετοιμοπόλεμοι γιατί άρχιζε να παίρνει κεφάλι το πείραμα κι η απόδειξη κι η διαβολεμένη αμφισβήτηση. Ο μέγας γραφιάς και σκιάχτης Ιωάννης της αποκάλυψης υποχόνδριος σφόδρα και ικανός να χρησιμοποιεί τις λέξεις ως ζώντες οργανισμούς με ικανότητα λαγωνικού όσον αφορά τις οσμές και τις σάρκες νεκρών ζώων μαγάρισε τον αρχαίο παγανισμό φτιάχνοντας έναν εφιάλτη στέρεο και συμβατό με το χάος που κυοφορούσαν οι συγκρούσεις της εποχής. Τα Σατουρνάλια έπρεπε να θαφτούν κάτω απο την κοπριά της βηθλεέμ.

Οι φλεγματικοί ιστορικοί μπάλωσαν τα παράδοξα της εποχής με το ιδεολόγημα της δικής τους χτίζοντας τους μύθους της επόμενης. Οι θρησκείες ξεφύτρωναν πάντα σαν τα μανιτάρια στο υγρό χωματάκι του δάσους μιας απελπισμένης ανθρώπινης ψυχής φυλακισμένης σε ένα σώμα πονεμένο που δούλευε για να συντηρεί τις εξουσίες και τα πολεμικά έπη. Κορμάκια πεταμένα στον καιάδα της μεταφυσικής μαραμένα λουλούδια σκορπισμένες στάχτες στʼ αυλάκια της γης. Πληθυσμοί μονάχα και στατιστικές όχλος αναιμικός που είχε τις αρρώστιες για οργή θεού και τον καυτό ήλιο που μαλάκωνε το δερματάκι του και χαλάρωνε τις αρθρώσεις του ως θεϊκό χάδι. Όμως παρότι ο κόσμος βυθίστηκε στη σκουριά του μεσαίωνα και τα σκοτεινά χρόνια προετοίμασαν τις σύγχρονες χούντες η ανθρώπινη πράξη έλυσε τη δυσκολία πολύ πριν να την επινοήσει η ανθρώπινη ευφυΐα.

Η θρησκευτική μισαλλοδοξία της μεσαίας τάξης πέρασε μηχανικά στο εργατικό προλεταριάτο το οποίο όταν άρχισε να στριμώχνεται στις πόλεις βαφτίστηκε στην κολυμπήθρα του παντοδύναμου όντος. Και μαζί με τη διάδοση του λαδιού στη σαλάτα που ήταν μέχρι τότε προνόμιο της αριστοκρατίας συνοδεύτηκε από έναν εκσυγχρονισμένο πλέον χριστιανισμό κατασταλαγμένο ως εργαλείο καθημερινής χρήσης. Έναν χριστιανισμό που κατάφερε μέχρι σήμερα να κάνει τους λεγόμενους μορφωμένους ανθρώπους να πιστεύουν σε όλων των ειδών τα απίθανα θαύματα διαστρέφοντας τα δεδομένα της επιστήμης τους έτσι ώστε να μη συγκρούονται έντονα με τους μύθους της βιβλικής γένεσης. Αυτή η συνομωσία σιωπής που κάνει τη γνώση να προκαλεί συναισθήματα αγωνίας τόμου και δυσθυμίας. Αυτή η γνώση που μεταμορφώνει την τρυφερή σάρκα του παιδιού σε χοντρόπετσο ενήλικα. Αυτή η γνώση που χτίζει τα μικροαστικά οχυρά που αδυνατούν να διαμορφώσουν εν παραλλήλω μια κριτική αναστοχαστική εκτίμηση για τη φύση της γρανγκινιόλικης εξέλιξης των ανθρωπίνων θεμάτων. Αυτή η φαρσική δομή της εκπαίδευσης που τροφοδοτεί τα ιερά και τα όσια ενός πυρηνικού συστήματος εκμετάλλευσης με ιερατεία στρατούς κι ακαδημίες ισορροπώντας ένα πλήθος αντιφατικών στοιχείων απο τη φρίκη και την αγωνία ως τη χαρά και την ευχαρίστηση.

Για τους κρατούντες ο καυλωμένος είναι επικίνδυνος. Οι Εβραίοι κάνανε παρέμβαση στην ανθρώπινη φύση με ξυράφι. Η περιτομή απέβη ένα ασύλληπτο όπλο εναντίον της εξεγερμένης πλέμπας. Αυτής που απειλούσε το ιερατείο. Στην πολιτισμένη δύση βεβαίως η περιτομή γίνεται με το γάντι μέσω απαγορεύσεων. Οι δυτικοί δεν ψαλίδισαν κλειτορίδες έκαψαν όμως στην πυρά τις γυναίκες που αντιστάθηκαν. Σακάτεψαν και σακατεύουν με βιτριόλια όσους δε γουστάρουν. Οι αγάμητοι μητροπολίτες έχουν άποψη για το πώς θα γαμεί ο λαουτζίκος. Ο στρατός των καθολικών ιερέων είναι γεμάτος παιδεραστές. Στην αγία Αμερική οι προτεστάντες έριξαν το Δαρβίνο στον καιάδα.
Οι μπουρζουάδες κατάλαβαν πως χρειάζονται το χριστό περισσότερο απο το χωροφύλακα. Οι μπουρζουάδες που είδαν το λαό να σηκώνει κεφάλι πήραν μεγάλη τρομάρα και έριξαν στην αγορά την νέο-ορθόδοξη κουράδα πασπαλισμένη με ολίγη νεοτερικότητα. Κρύψανε πίσω απο τη δήθεν θεολογική επιστήμη τη λύσσα τους για τους επαναστάτες, τους αληθινούς ποιητές και τις οργανωμένες εξεγέρσεις. Στην πραγματικότητα αυτές παλεύουν καθημερινά. Η θατσερική ατάκα πως δεν υπάρχουν κοινωνίες παρά οικογένειες και επιχειρήσεις δεν είναι απλώς το νέο-φιλελεύθερο δόγμα αλλά η θεολογία του νέου καπιταλισμού το βιβλικό απόφθεγμα του νέου εργασιακού μεσαίωνα.

Οι θρησκείες πρόσφεραν πάντα απλόχερα χείρα βοηθείας στους νικητές. Όντας στην πρώτη γραμμή των υποκατάστατων θείων προϊόντων οι χριστιανικές εκκλησίες υιοθέτησαν κάτω απο την πίεση του εμπορεύματος μια διεστραμμένη επίδειξη του χαμαιλέοντα χριστού. Γιός θεού, γιός παρθένας, δημιουργός άρτων και θαυμάτων ομοφυλόφιλος και πουριτανός πολιτικός ακτιβιστής κατήγορος και κατηγορούμενος δουλευτής κι αστροναύτης. Τον είδαμε έμπορο της στέρησης διανομέα χαρίτων αβράκωτο σοσιαλιστή φασίστα αντιφασίστα. Υπήρξε σε όλα τα εμβλήματα σε όλες τις σημαίες σε κάθε αυτοπεριφρόνηση στις δυο μεριές του ροπάλου στις περισσότερες θανατικές καταδίκες όπου στέκει εξίσου καλά στο χέρι του δήμιου όσο και στου καταδικασμένου. Έχει τη θέση του στα αστυνομικά τμήματα, τις φυλακές, τα σχολεία, τα μπουρδέλα, τους στρατώνες, τα πολυκαταστήματα. Χρησίμεψε σαν υποστήριγμα, σα δείκτης πορείας, σα σκιάχτρο για να εξακολουθήσουν να αναπαύονται οι νεκροί εν ειρήνη κι οι ζωντανοί γονατιστοί, σα βασανιστήριο και σα δίαιτα αδυνατίσματος. Θα χρησιμέψει ως πλαστικός φαλλός όταν οι έμποροι αγίων θα αποκαταστήσουν εμπορικά το αμάρτημα.

Ω ταλαίπωροι μωάμεθ βούδες κομφούκιοι θλιβεροί αντιπρόσωποι ανταγωνιστικών φιρμών χωρίς φαντασία και δυναμισμό ο χριστός κερδίζει σε όλα τα μέτωπα. Ω ανθρωπότητα! Καλά Χριστούγεννα και καλή τύχη!

Του ήλιου

Ψυχοπονιάρη ήλιε, αχνιστέ
που όλο φουντώνεις τα μηλίγγια μου
γονυπετής φαλλός νυχτόβιος
θα ξεχυθώ τινάζοντας τη σκόνη
απ’ το κορμάκι της εισβάλοντας
εις τις αυτάδελφες τρυπούλες.

Aναλογίες σφαχτού

Έχεις αναλογίες σφαχτού κι όμορφα μάτια
αλλόκοτης ομορφιάς, για να χορτάσεις την
πείνα κάποιων, δούλη του θεού, που θα
παντρευτείς ιατρικό επισκέπτη, ζαρκάδι
Λοκρό απ’ την πιλάλα και τ’ αγκομαχητά
σε σκοτεινά σαλονάκια ιατρείων, που
θα’ χεις την ανία σου έτοιμη να τη φυσήξει
άνεμος δυνατός με θρήνους και κοπετούς
ν’ ανοίξει στον κάτω κόσμο του κορμιού σου
μια βασιλική οδό για τα στίφη όλων των
κάτωθι υπογεγραμμένων εραστών.

Όλο χυμούς

Πόντιοι Πιλάτοι ωραιότατοι που
πιλατεύετε κάτι σεσημασμένες
τρυγόνες, φλύαρες και
καλοδιάθετες, όλο κλαδιά και
χαλασμό Κυρίου. Όλο χυμούς
και κάτουρο ζεματιστό και υστερία
όλο μέλι απ’ τη μήτρα και υγρά
έκλυτα στριγκλιές ανυπακοής
απ’ τα υπερπέραντα σερνικά
δρολάπια, που ξεψυχούν
πάνω απ’ το χείλος της Αρκτικής.

Θα σε φάω

Θα σε φάω, θα σε καταβροχθίσω, που λένε ποιητικά.
Εγώ, ο ρογών Ιωσήφ, ο γλείφτης της αλισάχνης των ντελβέδων σου
Εγώ, ο που θα μπω ως στρόφαλος στη μήτρα σου
Κι από παλίνδρομος θα γίνω κυκλικός ως να ιδροκοπήσω
Ως την ακροτελεύτια λέξη σου να πάρω παραμάζωμα
Καθώς θα πέφτουνε βροχή τα σκάγια μου
Στους τσίγκους των μηρών σου
Καθώς θα εκσφενδονίζεται, άρτι αφιχθείσα απ’ τα έγκατα
Ως τελευταία ρανίς η λέξη χύνω!

Ο εφτάψυχος τροχός

Έχει κι ο ναός το θερμοσίφωνά του
και τις ηλεκτρικές του συσκευές, αφού
οι φάτνες είναι ντεμοντέ και μινιατούρες.
Κι οι ποταμοί εγίναν κολυμπήθρες
πάτερ, κολίγε εσύ, της θείας μεταλαβιάς
όλο φθορά είμαι κι αν τρυπηθώ θα ματώσω
μα εσύ, όλο ιδεαλισμό και φίμωτρα και
ελεήστε τους φτωχούς
ώσπου να πέσει το κέρμα στη σχισμή
ν’ ακουστεί το ρουφηχτό γκλάν-γκλάν
να ξεχυθεί ο εν τοις ουρανοίς
ο εφτάψυχος τροχός
στα ιερά παγκάρια.

Ως το τέλος του κόσμου

Τις ποιητικές μου αρλούμπες θα πρέπει
ν’ αρχίσω για να τα περάσω καλά να τα
βγάλω πέρα ως το τέλος του κόσμου να
ομολογήσω πως μ’ αρέσουν οι άσχετες
μυρουδιές. Πατάτες τηγανιτές βραδινή
ομίχλη σκέλια υγρά στα περίχωρα κρεβατιού.
Να τα λέω χύμα σαν κάτι ψωμωμένους
ορθολογιστές. Ν’ ανοίγω πόρτες να κλείνω
παράθυρα να ξέρω γεωγραφίες φαρσί. Που
χτυπάει τώρα η βία; ποιο κέρδος με φως
και με θάνατον ακαταπαύστως εισπράττουν
οι πρακτικιστές; οι τροτσκιστές οι φίλοι
που σαπίσαν στο κέντρο. Στο απαρτχάιντ
ποιου νοικοκυριού να τα περνάς καλά
με βιασμό και φαγάκι και αντριλίκι ενδόμυχο
κυρά μου εσύ, σε ποια σπάργανα κωμοπόλεως
την έμμηνη ρύση σου σπαταλάς!

Μια στρατιά που θα κοχλάζει στον πρωινό ήλιο

Εμείς, οι παρατηρητές αυτής της φύσης που είναι γεμάτη θαύματα, ένα δέντρο, ένα κορμί, ένα γουδοχέρι, αγκομαχάμε και βουίζουμε σα μελισσάκια, έχοντας ολωσδιόλου την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, που σημαίνει, το ξεδίπλωμα του δράματος των πλασμάτων που νιώθουν απροστάτευτα κατά μήκος ενός μεσημβρινού δίχως άξονα. Βαδίζοντας στο μονοπάτι μιας εύθραυστης αιωνιότητας πάνω σε πολτό ερειπίων, νυφούλες και δολοφόνοι, στρατευμένα όντα σ’ ένα ζευγάρωμα δίχως τέλος. Παρατημένα, πεινασμένα, γκρίζα. Φωνούλες που στήνουν ποίηση και φτιάχνουν δεσμούς. Μέσα στην ονειροπόληση και τη χαύνωση. Την ατίμωση, τον εξευτελισμό, την ένδεια, το έγκλημα, την πλήξη. Παίρνοντας την ελπίδα ως αντίδωρο υποταγής απ’ τα χοντρά δάχτυλα του ιερέα. Καχεκτικοί, παράφρονες, σακατεμένοι, περιμένοντας τον κανίβαλο να τους καταβροχθίσει. Τίποτε δεν τους καταστρέφει περισσότερο απ’ τις αυταπάτες τους. Χώματα ποτισμένα από συμφορές. Τοπία δαιμονικά, πεδία μάχης. Ο άνθρωπος έβγαλε τη σάρκα του και την κρέμασε στο τσιγκέλι της ηθικής. Το πνεύμα του ξεπετάχτηκε σαν ποίον στη γαλήνια αυγή που του δόθηκε. Αντέγραψε σαν αρπαχτικό τα ακονισμένα νύχια της ύαινας και βύθισε μέσα στον πλούτο το τομάρι του. Πλούτο φτιαγμένο από εχθρούς και δούλους. Εργάτες θαμμένοι κάτω απ’ τους Παρθενώνες. Ένδοξα δεκάδες μουνιά καταγαμημένα σε συμπόσια βιομηχάνων. Μαγειρεμένα, αχνιστά, από καλοζωιστές που τα αγόρασαν κοψοχρονιά σε κάποιο παζάρι. Φυλακές και κατσαρίδες και κοριοί και εκπαίδευση για να βλάψουν τα κορμάκια που θέλουν ξανά την κλεμμένη τους σάρκα. Να διεκδικήσουν τη συνουσία που δεν αφήνει κέρδος στον έμπορα. Που οδηγεί στην πράξη. Που κάνει όλες τις μάχες κίβδηλες. Παρωδίες. Ένα σωρό καυλωμένα φανταράκια που δε θα έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον να μακελεύουν, να γυαλίζουν μπότες ή να ξυστρίζουν τις λασπωμένες ερπύστριες. Μια στρατιά που θα κοχλάζει στον πρωινό ήλιο.

Επιτύμβιο

Την πείνα την έμαθα από χορτάτους.
Τον έρωτα από ραχιτικούς. Και
την ποίηση στα δημόσια ουρητήρια.
Εκεί, που δημηγορούν ξεχειλίζοντας
φευγάτοι περαστικοί.
Κάτι φιγούρες που ήρθαν προς νερού τους
με την λιγνή καμπύλη γραμμή
που πάει να εκλείψει
ανακουφίζοντας για λίγο την
αλετροπόδα κύστη.
Διαβάζοντας στα υγρά πλακάκια
υποσχέσεις για έκτροπα και ουρανομήκεις οργασμούς.
Κινητά δόλια, πρόσφορα
για τσιμπούκια και πισωκολλητά.
Κι εκείνο το γλίσχρο στιχάκι ως επιτύμβιο
κάποιου Καζαντζάκη της συντριβής:
Όταν πεθάνω θα πάω στον παράδεισο.
Την κόλαση την έζησα εδώ.

Μαδώντας μαργαρίτες

Τα πλήθη του λαού ξαναμμένα απ’ την αναμέτρηση των μονομάχων. Και τη διάφανη φλούδα της ρόγας μιας Ελένης. Μιας Ελένης που σαπίζει, που σωριάζεται καταγής σαν ένα πελώριο ποδοπατημένο κορμί κι ωστόσο, διατηρεί ως την ύστατη στιγμή τη μεγαλοπρέπεια και την αίγλη της, τη μαγεία, το μυστήριο και τη βαναυσότητα των αξιοσέβαστων θρύλων της. Θυμίζοντας έτσι το νευρικό τρεμούλιασμα του θηλυκού που σκορπίζεται στους ανέμους της μάχης και τους πιο βαθιούς αναστεναγμούς. Με τις φλογερές γάμπες και τις ψευδολόγες καλτσοδέτες μιλημένες ν’ αλλάζουν με μιας δέρμα στο τσακάλι. Ειδοποιητήρια πυρκαγιών κι άλλες φρικαλέες πράξεις, προγραμματισμένες από μια φύση όλο μελαγχολίες και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα. Μεγαλειώδη πορνοσινεμά των δέντρων. Κούρνιες πλασμάτων ελευθέρας βοσκής όπου ασέμνως διακονούν συζυγικά καθήκοντα, μεγαλώνουν βρέφη κι ανταλλάσουν σπόρους και κοφτές φράσεις. Χωρίς λαιμαργίες και υποχθόνιους συνειρμούς υπερουράνιων κόσμων. Δεν έχουν βασιλιά οι τσαλαπετεινοί. Κι οι πέρδικες δεν έχουν πατρίδα. Κι οι κουκουβάγιες παπά να τις διαβάσει. Δεν έχουν προσλήψεις, ποσοστά ανεργίας και κρυφό σχολειό. Και νομίζω πως, και η αυτοκτονία είναι μια δυσκολοπρόφερτη λέξη για τα ζώα και τα πετεινά τ’ ουρανού. Ο θάνατος έρχεται στο τέλος και νιώθεται με κούφιο ήχο και ρυθμό λίγο πριν τη συντέλεια. Όταν αρχίζουν οι φτερούγες να μαλακώνουν και τα πλοκάμια να σέρνονται. Τα ζώα δεν έχουν τεφτέρια να γράφουν μύθους και ν’ αγριεύουν τις επόμενες γενιές και να κάνουν τους μύθους κατεστημένο και φονικά καμπαναριά. Αυτό το σμπαράλιασμα της ύπαρξης με τους χυμούς τού έρωτα στο ντενεκέ του μπουρδέλου. Θα το πληρώνεις το γαμήσι τσίτσιδε χαμηλοβλεπούσε αφού δε μπορείς να πιάσεις ντουφέκι και φαλτσέτα, να σφαγιάσεις το μαστροπό που σού πουλά τη χούφτα το νερό σε πλαστικό μπουκάλι κι αξιοποιεί την πηγή ο αρχίδης για να κάνουν μπιντέ οι τουρίστες με τα φράγκα. Τα μεταναστευτικά πουλιά που βγήκαν στη σύνταξη για να απολαύσουν αυτό που δεν απολαμβάνεται με λεφτά. Κανένα άλλο ζώο έξω απ’ τον άνθρωπο δε φτάνει στην τρέλα, με τα ωραία του χαρτονομίσματα κουρνιασμένα ανάμεσα στα μεταξωτά του βρακιά και τις αναμνήσεις. Ω Ελένη, των Τρωικών πολέμων και της αϋπνίας. Πλημμυρίδα και όργιο και ναρκωμένη οχιά. Που δε θ’ αξιωθείς ποτέ γερατειά και προσφορές στα φτηνά σούπερ μάρκετ. Ω Ελένη, των μύθων και των παραμυθιών που κάνεις τους λαούς να ερωτοτροπούν στα πεδία των μαχών. Να γεμίζουν καύσιμο σάρκας τα κρεματόρια και τα δάση ν’ αλλάζουν χρώμα απ’ την τέφρα των εκλεκτών του θεού. Ω Ελένη, μέδουσα οργασμών και φαντασιώσεων όλο πλεκτάνες και φορμαλισμό δίνοντας προοπτικές στην αδολεσχία του πλούτου. Ξαμολημένη απ’ τα σώψυχα κάποιας μάνας παραβατικής με το νέκταρ της βιτριόλι στα μάτια των λαών. Ω Ελένη, ατέλειωτη υγιεινή του κόσμου. Ελένη εσύ, αρχαίο μαδημένο μουνί. Μαργαρίτα που σε μάδησε έως θανάτου ο τυφλός ποιητής.

Τουρίστες

Βλέπεις τουρίστες στην τραχιά παραμεθόριο κάποιου κράτους να φωτογραφίζονται με κρανία και ερείπια. Φωτογραφίες πονεμένων, πνιγμένων, σκοτωμένων απ’ το Βιετνάμ, το Λάος, την Καμπότζη, το Ζαΐρ, τα κρεματόρια της Ευρώπης. Εορτασμοί δυστυχίας. Σιρίτια και παράσημα, ξιφολόγχες και κανόνια, αξεσουάρ ενός κόσμου που επινοήθηκε από θεωρίες και βαθυστόχαστους συνωμότες. Που’ χει χαρτονένια κροκοδείλια μάτια και γελά και κακοφορμίζει σαν πληγή που τη γλείφουν οι μύγες. Ενός ανάπηρου κόσμου που πιστεύει πως θα τη σκαπουλάρει την τελευταία στιγμή, πως η χολέρα, η σύφιλη, ο κίτρινος πυρετός δε θα πέσουν τελικά πάνω του. Πως θα τη βγάλει φίνα σε κάποιο νοσοκομείο χουφτώνοντας νοσοκόμες και διαβάζοντας τηλεγραφήματα. Με αγαθά, πολλά αγαθά, σκατά κι απόσκατα, κάρτες της γιούνισεφ και πανικόβλητη χαρά από κλειτορίδες υγρές κατακόκκινες ακρώρειες των Άνδεων ενός κορμιού όλο σχισμές και χαράδρες και γογγυσμούς και σφριγηλά κωλομέρια. Αυτός ο κόσμος του μαύρου αστεϊσμού και του βίαιου χλευασμού σαν πρακτικός γέρος καταπίνει τα χάπια του. Αυνανίζεται βγάζοντας φοβερές κραυγές κι απροσδόκητα ξεμασκαρεύεται το γλυκερό του χαμόγελο χύνοντας σαν όρνιο πάνω στα κουφάρια και το πλαστικό σεληνόφως του διαφημιστή που θα τον πάει άβρεχτο στον Κάτω κόσμο.

Kλάψες και παράπονα

Τόσες κλάψες και παράπονα
και αδικίες και χαδάκια που καταστρώσανε
τέκνα σπουδαγμένα με μυαλό κομπιούτερ
κι έκθεση αλφάδι με το μέσο όρο.
Αδερφοσύνες και δόξες και μύθοι
με τη σέσουλα. Αλλοδαπές φιξαρισμένες
αγάπες. Αγία ιδιωτική πρωτοβουλία
στην επιδερμίδα της. Όλο κραιπάλες
και κρεμούλες στο δέρμα για ν’ απογειώσουν
τη ζούρλια του σερνικού που ευλογάει
τα γένια του. Για να δαιμονίσουν την ποίηση
που παίρνει ανάποδες κάθε φορά
που τριχωτά τσογλάνια με το χρυσό
μπρασελέ της ακαδημίας της χαϊδεύουν τα μπούτια.
Τη δεξιοτεχνία της εκθειάζοντας στην υποταγή.
Το γλείψιμο στις ξεπλυμένες μωρούδες
του ιδρύματος Λαμπράκη και τα λοιπά μουσεία
της Συγγρού που μπαλσαμώσανε τις καύλες
για να’ χουν οι αστοί αποκυήματα πολιτισμού
τρελούς αυτόχειρες σκοτωμένους
που γράψαν κάποτε γιατί
δε μπορούσαν να κάνουν αλλιώς.

Eπιθυμίες

Έχει πλάκα ν’ αλλάζω συνήθειες.
Να μπερδεύω τους καλοθελητές.
Να γεύομαι τα μελανιασμένα της χείλη
μετά το κατούρημα.
Τις οδυνηρές δαιδαλώδης αφηγήσεις της
όταν τηγανίζει πατάτες.
Πεισμωμένη πάντα, στο ζόφο της κουζίνας
η κυρά μου, λιγδιάρα πρόστυχη μαία
τις επιθυμίες μου ξεγεννά
για να με χορτάσει.

Σπονδή για τις αξέσπαστες οδύνες

Πετάξτε τα μητρικά σας φίλτρα. Εσείς, άξιοι
εκλεγμένοι, που βρήκατε θέση στο Κρεμλίνο
της χώρας, που είναι χίλια κομμάτια και
στα λεξικά την βρίσκεις μόνο στη λέξη
εμφύλιος. Γεμάτη υβριστικές χειρονομίες ζηλωτών
που ζωγραφίζουν μουστάκια στα τοπία
και στις ακρογιαλιές δίπλα στα πεύκα
τσιμέντο πετρέλαιο και μεταφυσική. Εδώ
που λαλεί ο κοκκινολαίμης και ζευγαρώνουν
αλεπούδες, λίγο πριν κατέβουνε για
πλιάτσικο στα κοτέτσια του κάτω κόσμου.
Εδώ, που οι αστραπές ξεμανταλώνουνε
ξωκλήσια για να χωθούν στο ιερό
οι ξαναμμένοι εραστές, να γαμηθούν
πάνω στην άγια τράπεζα, με το κεράκι
να παλεύει την υγρασία και τον αέρα που
τρυπώνει στις χαραμάδες. Με όλα τα άμφια
και τις μεταλαβιές. Σπονδή για τις αξέσπαστες
οδύνες. Τους μεγαλομάρτυρες που ξεσφραγίζουν
κάθε τόσο τον πίθο των Δαναΐδων
και τα μισάνοιχτα μπούτια.

Μέσ’ το χρυσό κλουβί

Σαν στηθάκια που εξαπατούν τη βαρύτητα
και τα μνημονεύουν κάτι γέροι στις λογοτεχνίες τους.
Υπάρξεις χαμένες στο σπάνιο ωραίο φεγγαράκι
που ξεμυτίζει ασέμνως σε κάτι βάτα ανάμεσα.
Ιλαρό, εκεί που ρουφιούνται δυο κορμιά
κι ο κωπηλάτης εραστής σηκώνει κύματα εξαίσια.
Όλο γδούπους και ανακοπές, βέβηλος κι αμείλιχτος
προφέροντας τις αιώνιες λέξεις, για να σμιλεύσει
το ακατέργαστο ποίημα. Να διαφθείρει με το σπέρμα του
τη ροκάνα της μήτρας, τους πρωτόπλαστους
διαιωνίζοντας σπασμούς, πάντα πιστός στο άπειρο
και την πληθώρα των άστρων. Γονατιστός
στου σύμπαντος αιδοίου τη βία. Κατατρεγμένος
σε σκοτεινές αποθήκες και πλοιάρια. Σε προσευχές
και νηστείες. Σε ωράρια και θυσίες. Σε ομίχλες.
Στα σπλάχνα κάποιας ερημιάς. Μέσ’ το χρυσό κλουβί
στο γιωταχή, στο ορυχείο. Μάρτυρας εσταυρωμένος
αβρός, με το ένστιχτο πάντα στο χαώδες λυκόφως
της ηδονής και τα χείλη ζαρωμένα απ’ τις πληγές
που άφησε ο χιονιάς κι οι γυμνές νυφούλες.

Κλειδαρότρυπα

Έχω την αίσθηση ότι κατασκοπεύω τούτο τον κόσμο απ’ την κλειδαρότρυπα. Ότι τον συλλαμβάνω σε στιγμές απόλυτης αμεριμνησίας. Όταν σκαλίζει αφηρημένα τη μύτη του ή ξύνει με μανία τον κώλο του. Σε αντίθεση με συναδέρφους που τον εξιδανικεύουν και τον κάνουν να μοιάζει ηδύς και παρθενικός και αγνός σαν παστίλια για το βήχα. Δικαίως η κριτική με χαρακτηρίζει παράφρονα, μοχθηρό, βίαιο, κακόβουλο, μικρόψυχο, λαμπρό και πολλά υποσχόμενο.

Κόρφος

Κόρφος ανθεκτικός στα τόσα βλέμματα.
Μονοκοντυλιά προς τις κάτω χώρες.
Καταπιόνας που σκέβρωσε κορμάκια
πάνω από γραφομηχανές.
Σβησίματα και προχειροδουλειές. Πυρά
με μπόλικη θανατίλα για τα ωραία
βυζάκια που κάμνουν τη δουλειά τους
καλά κι είναι κρυμμένα θυμωμένα
απ’ τα ζεστά αρσενικά που δεν αναγνωρίζουν
εργάσιμες, αργίες παρά δολοπλοκούν
καθώς τις ρόγες παίρνουν μάτι, σαν
σουβάδες που κούφωσαν από υγρασίες
σαν ποσοστώσεις καύλας κορμιού όλο
κυρτά και κοίλα όλο σημεία καμπής
σάρκες εκθετικές κι αξέσχιστες που αφρίζουν
ζήθο απ’ τα έγκατα.

Χορός

Σαδομαζόχησέ μας όπως ξέρεις εσύ
χρόνε διανοητή, αιδοίο της μοναξιάς.
Ο τροχός διαλύεται αλλά η περιστροφή
παραμένει άθικτη. Οι πείνες, οι ηδονές
θροΐζουν σε ντοκιμαντέρ. Και συναντώ
φασματικές οδαλίσκες του Ματίς.
Κορμάρες που τις παίρνουν κάτι ξευτίλες
με λαμπερή λίμπιντο και τα δέλτα τους
ξεραίνονται. Και οι κοίτες τους απομένουν
λείες σα το γυαλί. Φουλ στην αποτρίχωση
κάθε που φυσάει το αεράκι της καύλας.
Γίνονται ολόδροσες λευκές περιστέρες.
Πεταρίζουν και ραμφίζουν τις παγερές
αχνογάλαζες φλέβες των φαλλών.

Το χωράφι

Στον Κώστα Σ.

Πριν μάθω να καλλιεργώ το χωράφι πρέπει να μάθω να κατοικώ στο χωράφι. Το χωράφι είναι ο απόλυτος ορίζοντας ελευθερίας. Η άρνηση των τεσσάρων τοίχων που οριοθετούν το βίο. Το χωράφι δεν έχει συσκευές πόρτες παράθυρα. Δεν χρειάζεται ούτε να προφυλάξει ούτε να κρύψει. Είναι το πεδίο δράσης των φυσικών φαινομένων. Στο χωράφι δεν είσαι κάτοικος αλλά ποιητής. Ένα αγγείο των μυστηρίων του σύμπαντος που πλάθεται απ’ τον ήλιο και τη βροχή. Είναι την ίδια στιγμή το σαλόνι κι ο απόπατος. Η κουζίνα και το υπνοδωμάτιο. Το χωράφι δεν είναι ίδιο ποτέ. Αλλάζει μέρα με τη μέρα. Δε χρειάζεται ασπριτζήδες και διακοσμητές. Περνούν επάνω του οι εποχές τη στόφα τους και οι άγρυπνες νύχτες με τ’ αστέρια τους και τους μακρινούς φωσφορίζοντες ήλιους. Στο χωράφι τα κορμιά δυναμώνουν. Οι πατούσες χαρακώνονται απ’ τις σκλήθρες και τα νύχια μπουκώνουν απ’ το χώμα και τους βρεγμένους σπόρους. Το χωράφι έχει μυρουδιές. Σκιρτάει σα ζωντανό πλάσμα. Δεν έχει κυβερνήσεις, νόμους, κώδικες, αρχές, ιδανικά. Το χωράφι είναι η σχισμή, η τρύπα, ο λάκκος που θα με σκεπάσει στην αιωνιότητα με τα βατράχια και τις νυχτερίδες του. Στο χωράφι μπορώ να καθίσω σταυροπόδι, να χαρακώσω ντομάτα, ν’ αγκαλιάσω κορμούς. Γενναιόδωρο αφού, μου δίνει τροφή κι αναδίδει άγρια φιλήδονη υγρασία απ’ τα σωθικά του. Γύναιο ξαπλωμένο βελούδινο που πρήζεται και πάλλεται και συστρέφεται κάτω απ’ το υνί του ιδρώτα και της αγωνίας της ύπαρξής μου.

Το θαύμα της αναπνοής

Αναστέναξαν οι πιάτσες και τα κέρινα ομοιώματα.
Στις χλωμές φλέβες ακούγεται μελωδικό μουρμουρητό.
Το θαύμα της αναπνοής ως την κορφή ως τα νύχια.
Ξανά και ξανά μέσ’ απ’ τις χαραμάδες και τις σχισμές της
τα μπλεγμένα της κλωνάρια τα σφριγηλά της κωλομέρια
τα ρεπορτάζ μόδας τα δημητριακά για το εντεράκι της
μεσ’ την αχνορόδινη κοιλιά κι ο τσιγκούνης εγώ που
την περιγράφω.

Στα μέρη μας

 

 

 

 

 

Εδώ κάτω σ’ αυτόν τον πλανήτη καταναλώνουμε
βίδες συρματοπλέγματα σκυλοτροφές
ρουλεμάν εκρηχτικά άρματα μάχης
σαπούνια οδοντόπαστες εκπαίδευση
μαυσωλεία όμορφες ψεύτικες γυμνές
με ξυρισμένα τα ημισφαίρια της ζωής και του θανάτου.

Εδώ στα μέρη μας
που σαν δύει ο ήλιος μυρίζει
γουρουνόπουλο ψητό
και κουβέντες εθνοσυνέλευσης
παρατηρήσεις για το φιλί και αναλύσεις
για τα μπράτσα της, τη νύχτα, τη ζεστή σκοτεινιά
τον έρωτα που ρέει σα μυστικό ποτάμι
το ζευγάρωμα που μέσα του κατρακυλούν
τα ένδοξα κορμάκια σα λιθάρια.

Εδώ στα μέρη μας γέροι
που υπήρξαν δολοφόνοι στα νιάτα τους
λιάζονται στο χείλος του εγκρεμνού.
Αγρότες με υπέροχα κόκκινα τρακτέρ
ωραίοι κεφάτοι λασπωμένοι.
Απτόητοι όλοι εδώ στα μέρη μας
με τα στεφάνια φρέσκα στα μνημεία
και τη δάφνη στις φακές.

Από τι πάσχουμε;

 

 

 

 

 

 

 

Από σοφούς.
Από σπουδαίους που μας μαγαρίζουν με τη γνώμη τους.
Από όσους αναπάντεχα μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια.
Απ’ την κατάθλιψη του διάσημου.
Απ’ την αγαμησιά του δημοσιογράφου.
Από τόσους χιλιάδες μαλάκες που φωτογραφίζουν προέδρους.
Από βιομηχανίες όπλων.
Από παπάδες.
Από ρούχα που μας κρύβουν.
Από βιοπάλη.
Από σκυλάδικα σε λεωφορεία σε γιωταχή σε κομμωτήρια.
Από χριστιανές πουτάνες με ψηφιακό μουνί.
Από αγανάκτηση που αν της βγάλεις την πρίζα γίνεται γελάδι του καναπέ.
Από σκουπίδια.
Από μανία για δουλεία.
Από χλιδή άλλων.
Από τράπεζες σπέρματος.
Από τεχνητά δόντια βραχιόλια και βέρες.
Από κίβδηλη αλεξανδρινή σοφία.
Από ορυχεία χρυσού.
Απ’ τον εθελοντισμό των ηλιθίων.
Απ’ τα θαύματα και τα νύχια των αγίων.
Από αναλύσεις και αναλυτές που γουργουρίζουν σαν οχετοί.
Από αντισυστημικούς σπιούνους.
Από αντιεξουσιαστές με σχιζοφρενική ορμή και κοντίσιονερ.
Από τρυφερότητα σ’ έναν πολεμοχαρή κόσμο.
Από πράκτορες τραπεζίτες πιστωτές.
Από τρίτο δρόμο.
Από ψηφοφόρους.
Από ευρωκομουνισμό.
Από ανταγωνισμό.
Από δημοκρατία.
Από τσούλες όλο γλύκα και βασανιάρικες χίμαιρες.
Από τροχαία και πηχτό αίμα.
Από βιντεάκια με τον πόνο των άλλων.
Από μουσεία πολέμου.
Από οστεοφυλάκια.
Από γυμνές χωρίς γύμνια.
Από σκάνδαλα χωρίς σκανδάλη.
Από σκούξιμο χωρίς ηδονή.
Από ανταλλάξιμους οργασμούς.
Από ορολογίες και ηθική.
Από κέρδος αποταμίευση εγκράτεια πλούτο φτώχια στέρηση πολυτέλεια σπατάλη.
Από χείλη δαγκωμένα για την απόλαυση των άλλων.
Από ντροπή.
Από τύψεις.
Από γαστρική παλινδρόμηση.
Απ’ το φερμουάρ των ονείρων μας που’ χει σκαλώσει στα κέρδη των άλλων.

Η λέξη

 

 

 

 

 

 

Να ευλογήσεις νυχτιάτικα τα τσαούλια κάποιου
σκανδιναβού. Ούρνων βοσκών περατάρηδων.
Σαμάνων με σπαθιά και χάμουρα που δεν
πρόλαβαν να φυτέψουν τριφύλλι και να
κάνουν θερμοκήπια παρά λάξευαν τα
ρουνικά τους σε βράχους ξύλα και
κομπινεζόν της εποχής αφού δεν είχαν
μελανοδοχεία πένες περγαμηνές μονάχα αιχμηρά
αντικείμενα πολέμου, αντίκες που
αστράφτει το μαυρισμένο ασήμι τους
στην πλατεία Αβησσυνίας ή σε γιουσουρούμ
του Αμστελόδαμου. Σε οικείες με κορμούς
δέντρων και χαραμάδες όπου τρύπωνε
η αυγή και το βαρύ ψύχος. Εκεί που,
μετά τα λατινικά και τις προσευχές γλιστρούσαν
οι κουβέντες στη γλώσσα του βορρά
κι οι γκριζωποί λύκοι καταβρόχθιζαν τα
τρομαγμένα ζώα που προδόθηκαν
απ’ τις ζεστές πατημασιές πάνω στο χιόνι.
Περιγραφές από ταξίδια στην άκρη της μαύρης θάλασσας
και τις ακτές της Αζοφικής. Αιχμαλωσίες
λοιμοί πεδία μάχης σαν σκακιέρες με
μια ντουζίνα σκόρπια πεθαμένα πιόνια.
Όλη μας η ποίηση μία και μοναδική λέξη.
Κανείς δε μπορεί να την προφέρει. Μόνος
πρέπει να την ανακαλύψεις. Στην καρδιά
της ατέλειωτης απόκοσμης πεδιάδας κοντά
στου Αχέροντα τη μεθόριο μαζί με την σκλάβα
που σου χάρισε τον πρώτο έρωτα τους σκοτωμένους
στις μάχες που έδωσες και την ψύχρα της αυγής
που δε θα νιώθεις πια.

Κορμάκι

 

 

 

 

 

 

 

 

Κορμάκι σαν κορμός δέντρου.
Σιωπηλός αγριότοπος.
Φλούδα από μπλουτζίν, ασφυχτική.
Σιμά στον ανοιχτό της τύμβο.
Βγάζει μυρουδιά το αχανές χάσμα.
Η μαύρη άβυσσος.
Ο αφαλός. Βλοσυρός. Άπατρις.
Μεταμορφώσεις άπειρες του κόσμου.
Κατορθώματα σπουδαία
που θα χάσετε τη λάμψη σας
αν δεν τρυπώσετε σε βιβλία και λέξεις.
Τώρα απλόχερα ψέλνω
εγκώμια, περίπλοκες μεταφορές.
Σ’ αυτό τον κόσμο που’ χει χάσει το κέντρο του
σα σπασμένος τροχός και διαλύεται
μονάχα εσύ περιστρέφεσαι άθικτο
εις τους αιώνες των αιώνων
χωρίς να προσδοκάς παραδείσους και τέτοια
μονάχα σκαρφίζεσαι φαλούς
υγρό μουνί, εσύ
αρχή και τέλος του κόσμου.

Ένα σπίρτο μέσα στη νύχτα

Μια φορά έπεσα πάνω της στην οδό Σταδίου και κάναμε πως δεν ειδωθήκαμε. Οι ρομαντικοί επικαλούνται ένα ρόδο, ένα φιλί, ένα πουλί που είναι όλα τα πουλιά μαζί κι έναν ήλιο που είναι όλα τα άστρα κι οι ήλιοι μαζί. Ένα σπίρτο μέσα στη νύχτα, ένα ποτήρι κρασί, έναν κήπο ή τη σεξουαλική πράξη. Απ’ όλες αυτές τις μεταφορές καμιά δεν μ’ εξυπηρετεί να αποδώσω εκείνη τη μακριά εύθυμη νύχτα, που μας άφησε ξέπνοους κι ευτυχισμένους στα σύνορα της αυγής. Όλ’ αυτά τα χρόνια, χωρίς πολλές ελπίδες αναζητώ τη γεύση εκείνης της νύχτας. Μερικές φορές νομίζω πως τη βρίσκω στη μουσική, στον έρωτα και στις αναξιόπιστες αναμνήσεις.

Όπως κάθε πρωί

 

 

 

 

 

 

 

Ανάμεσα σε όλα τα νεκρά σκουπίδια
Όπως κάθε πρωί
Γράφοντας και ξεγράφοντας
Με πονεμένη πλάτη και στεγνό στόμα
Θ’ αφουγκραστώ τον ύπνο της
Για λίγο, στο κρεβάτι
Κι όπως πάντα, θ’ απωθήσω
Το νυχτέρι που δεν καρποφόρησε

Ειδύλλια

[απόσπασμα]

Έχω γυρίσει ανάποδα τον κόσμο και τον κοιτώ. Κοιτώ αυτή τη βαθιά σχισμή που οι ρίζες της βρίσκονται στο μακελειό. Αυτή τη σπορά από φόβους αιδοία και ιερή βλέννα. Κοιτώ αυτή την εξοργισμένη σχισμή, το πεινασμένο βλέμμα της ψυχής που θα φαγωθεί απ’ το σκόρο των αναμνήσεων. Κοιτώ τα σκέλια της που αλυχτούν. Την άβυσσο που κατάγομαι. Κύτταρα που ξεμυτίζουν απ’ τα χώματά τους και καρδούλες που σφαδάζουν. Κοιτώ στον καθρέφτη τον πυρήνα μου, τη γύμνια μου που σαν αστραπή φωτίζει τις αντιφάσεις. Γιατί η λύση όλων των αινιγμάτων είναι η σάρκα. Αυτή η ζύμη κάθε σκευωρίας που την πλάθει ο όλεθρος των παρορμήσεων. Όπως θρέφει το νταούλι την αγχόνη του γύφτου. Κοιτώ τις πείνες και τις κοπριές. Μυρίζω το βαθύ ύπνο που βλασταίνει στις κόγχες του θηλυκού, όλο στριγκλιές ανυπακοής και Μήδειες φαρμακωμένες απ’ τη μητρότητα. Όλο βυζιά ολοκαυτώματα αιμομιξίες. Ένα κάρο με κόκκαλα για το χαντάκι. Τραγωδία διακονιά και κραιπάλες. Κοιτώ αυτό το ποίμνιο που το περιμένουν τα όρνια. Τις γυναίκες που κρύβουν έναν καθεδρικό ναό πρόστυχο και ζοφερό μια θάλασσα ολόκληρη των Σαργασών. Ένα σπουδαίο μουνί. Μια ληθαργική αποχαυνωμένη θεότητα. Χέλια λιώμα στο ζευγάρωμα. Κουλούρες αλγοριθμικές την αυγή στους βάλτους του Άδη. Στόματα κακόφημα γυρολόγοι που φουσκώνουν το κρεμασμένο πρόβατο για να του πάρουν την προβιά. Κοιτώ τους Δελφούς βάζω το δάχτυλο στην πληγή. Τους ύπουλους χρησμούς. Τα γρασωμένα μου άρβυλα φορώ για έναν αιματηρό περίπατο στο Γράμμο του κορμιού σου. Κανένας ήλιος. Κανένας βρυχηθμός. Στη γούβα ανάμεσα στους χιονόλευκους λόφους η μακάβρια κι ασπόνδυλη πατρίδα μου κοιμάται.

Τα χείλη της

Τα χείλη της θα περιγράψω μεγαλειωδώς.
Ως μικροαστός ευαίσθητος πρακτικός.
Πρίαπος στα γρανάζια της. Να βγάλω
τη σερνική μου σπιρτάδα.
Να συγκινήσω όσες ριχτήκαν στη μάχη.
Επίθετα πολλά θα μπουκώσω το ποίημα.
Θα λογαριάσω γλώσσες υγρά καθώς
νύχτα τώρα θυμάμαι την Άμφισσα.
Φωτισμένη καντίνα δίπλα στο γκρεμό
και τη λαίλαπα τάχα του φιλιού, πάνω
σε στροφή με εικονίσματα, παραδομένα
στη σκουριά και το σύμπαν.

Μεταπολίτευση

Είναι που μυρίζει ο αέρας μεταπολίτευση.
Σωματίδια από λαχανιασμένους οργασμούς.
Γαλλικά και πιάνο. Καλαμιές που καίνε οι
αγρότες στον κάμπο πηγαίνοντας για το
Φράξο. Βελανιδόδασος υγρό σαν την κόψη
ξυραφιού στ’ ακροδάχτυλα του γεωγράφου.
Ελάτε τώρα, να δείτε το δάκρυ μου γουρούνια
της Κίρκης που ξεπέσατε στα φιλελεύθερα
βοσκοτόπια της Αιτωλίας. Κομματάρχες εσείς
που σάς μέθυσαν μυριόστομες Τσέχες και
πάθατε στύσεις ανίατες στη μέση του χορού
από υγρά ανελέητα Σλάβας που δεν επρόλαβε
πρωινό ήλιο κουφέτα παρά μονάχα εθελοντές
στο λάμδα της ετούτο που το λύγισε η τρυφεράδα
και η φαιά μοιχεία των αντρών.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.