ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Κα(β)λή ανάσταση

h.p.

Μια κινέζικη παροιμία λέει, πως τυφλός δεν είναι εκείνος που δε βλέπει αλλά εκείνος που δε θέλει να δει. Σήμερα, που οι θεωρίες, οι θεολογίες και οι απαισιόδοξες προοπτικές, έχουν μπουκώσει τον κακόμοιρο μικροαστό και η ζωτική του ορμή ορρωδεί μπροστά στις σφαλιάρες που τρώει επαναληπτικώς από την άρχουσα τάξη,-η οποία σημειωτέον, του βάζει το μακρύ της παλούκι στον κώλο- ο σκοταδισμός και η πνευματική στειρότητα είναι το μεγάλο καθεστώς. Η μπουρζουαζία έχει καταφέρει να ρίξει ένα γερό κλάσιμο στον περήφανο ελληνικό λαό.

Με τη βοήθεια της ορθοδοξίας και της αρχαιολατρίας, που παπαγαλίζουν διάφορες ξεπουπουλιασμένες κότες της ακαδημίας, ο χάνος ένδοξος λαός, οδηγείται πότε στο σφαγείο της αγοράς και πότε στην οικόσιτη μισαλλοδοξία του. Ανάλογα πάντα με το που φυσά ο άνεμος των συμφερόντων του Κυρίου. Όταν ο Κύριος τον θέλει χουντικό τον κάνει χουντικό, όταν τον θέλει δημοκράτη τον κάνει δημοκράτη και πάει λέγοντας. Κράτος, βιομήχανοι, παπάδες, είναι μια σπουδαία φιλική εταιρία που οργανώνει μαζί με τα πουλημένα τσόλια της δημοσιογραφίας τον κοινωνικό πόλεμο.

Απ’ το άγιο φως που ταξιδεύει με αεροπλάνο ως πουτάνα πολυτελείας-βλέπε αρχηγό κράτους-μέχρι την άδεια του τελευταίου συνοικιακού μπουρδέλου έχουν λόγο μόνο η εκκλησιά, ο μητροπολίτης και ο άξεστος πολιτευτής. Οι ζωές όλων είναι στοιχισμένες στο κέρδος. Κάθε συστημική δράση έρχεται να προλάβει μια αντισυστημική αντίδραση. Δηλαδή έρχεται να προλάβει την καυλωμένη νεολαία. Αυτή τη νεολαία που έχει κλεισμένη σε κλουβιά, κάνοντάς της κλύσμα με ένα μείγμα από αγία τριάδα και θερμοδυναμική. Η μπουρζουαζία ξέρει, πως ο αληθινός κίνδυνος είναι ο νεολαίος που αν καταλάβει την αλήθεια θα τα γαμήσει όλα. Κι αυτήν μαζί. Η μπουρζουαζία διαχειρίζεται όλο το φάσμα της πρέζας. Η μπουρζουαζία δε φοβάται τη συστημική αριστερά, ούτε τους αναρχικούς του πεζοδρομίου.

Από την μουχλιασμένη Καθημερινή που αναμασά τον ψόφιο φιλελευθερισμό της Θάτσερ μέχρι τον τελευταίο ηλίθιο εισαγγελέα, το Κράτος-το οποίο δεν είναι κράτος του μαλάκα ψηφοφόρου, αλλά του καπιταλιστή-ελέγχει κάθε χιλιοστό πνευματικού ζωτικού χώρου. Οι ιδέες αγοράζονται και πουλιούνται. Ο σκοπός είναι να πουλήσουμε μαζί με τη διανόηση και λαστέξ και δάνεια και κάρτες και κινητά και σωτηρία της ψυχής και ψηφιακό μουνί.

Ο σκοπός είναι να κάνουμε ντόρο και να αποβλακώσουμε περισσότερο τον ήδη αποβλακωμένο νοικοκύρη. Γιατί πάντα το σύστημα φοβάται μη γίνει καμιά στραβή και ξυπνήσει το θηρίο. Μην καταλάβει ο νοικοκύρης, πως το άγιο ηλεκτρόνιο είναι αυτό που επιτρέπει στα όντα να γεννιούνται, να αναπτύσσονται, να τρέφονται, να κινούνται, να σκέπτονται, να χρησιμοποιούν τη μνήμη τους, να διακρίνουν τον εξωτερικό κόσμο αλλά κυρίως να χύνουν χωρίς το βούρδουλα της εγκράτειας. Να χύνουν όταν καυλώνουν και να χύνουν χωρίς ωράριο και χωρίς το κωλοδάχτυλο του σεξολόγου.

Φοβούνται αυτούς που θα κοιτάξουν κατάματα τη φτώχεια τους. Αυτούς που θα ξεκοιλιάσουν τις μπάκες των επισκόπων. Αυτούς που κοιτάζουν τις λασπωμένες μπότες τους και το πρόσωπο του παιδιού τους ενώ κοιμάται. Αυτούς που θα δουν στο μέλλον την εξουσία της αληθινής ζωής. Τους αποκλεισμένους και τους στειρωμένους με συσσίτια και άλλες πούστικες προσφορές κοινωνικών μερισμάτων.

Οι πεινασμένοι είναι πεινασμένοι και δε ζητούν τίποτε εκτός από ένα πιάτο φαί. Πάνω σ’ αυτούς τους πεινασμένους κάθονται οι μικροαστοί, το βιομηχανικό προλεταριάτο, οι κρατικοί υπάλληλοι. Και πάνω σ’ αυτούς ο καλοξυρισμένος κώλος του καπιταλιστή. Μια γυμνή αθλιότητα πλανάται πάνω απ’ τα μαζικά ένστιχτα. Το πιο στενόκαρδο ιδιωτικό συμφέρον γίνεται ο κανόνας όλων των κοινωνικών συναναστροφών.

Ο επονομαζόμενος πολιτικός βίος είναι ένας βόθρος. Και κανένας πραγματικά έντιμος άνθρωπος δεν βάζει τα χέρια του στα σκατά. Η δράση βρίσκεται εκτός του κοινοβουλευτικού στάβλου και της μακάβριας σκοτεινής σπηλιάς των μηχανισμών. Η δράση απαιτεί οργάνωση, κάτι που σιχαίνεται το οργανωμένο έγκλημα και οι μάφιες των κυβερνήσεων. Η μπουρζουαζία κατάλαβε νωρίς πως το ξεκώλιασμα των σωματείων και των συνδικάτων θα της δώσει χρόνο για να ανασυσταθεί και να επιτεθεί πιο σφοδρά στο προλεταριάτο που σήκωσε κεφάλι μετά τον πόλεμο.

Ο συγκεντρωτισμός των εξουσιών έχει οδηγήσει σήμερα σε μιαν απόλυτη Δικτατορία των αστών. Των αστών βεβαίως που κωλοτρίβονται στην εκκλησία, μιαν άλλη απόλυτη εξουσία της ψωροκώσταινας. Των αστών βεβαίως, που διστάζουν να κάνουν το διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας γιατί φοβούνται μια πιθανή αποδυνάμωση του βαρβάτου αυτού μηχανισμού. Κι έπειτα εκτός απ’ την αστυνομία και το στρατό δεν θα έχουν άλλο μέσο καταστολής. Γιατί τότε θα εκλείψει ο στρατωνισμός του σχολείου και οι ύπουλες υπόγειες λογοκρισίες του παιδαγωγικού ινστιτούτου. Τότε θα μείνει εντελώς ξεβράκωτη, μόνο με τις κλούβες, τα γκλόμπ, τα δακρυγόνα, το βάναυσο ξυλοφόρτωμα των διαδηλωτών, το συστημικό σπάσιμο βιτρινών από χαφιέδες, τους μαυροντυμένους γελοίους μπάτσους με τις μάσκες, την κλασμένη διανόηση του protagon.gr και της Athens voice που λανσάρουν μαζί με το λάιφ-στάιλ της κωλοτρυπίδας και τον προτεσταντισμό της αγοράς.

Σήμερα που ευδοκιμεί η καλλιέργεια της μνησικακίας και της τυφλής εκδικητικότητας, της μιας κοινωνικής ομάδας εναντίον της άλλης και η γκάβλα είναι στο γύψο και οι πιστοί περιμένουν το άγιο φως, σκύβω να μυρίσω τα κρινάκια του αγρού και νομίζω πως αυτό είναι μέγιστη πράξη αντίστασης. Βγείτε λοιπόν στους αγρούς να μυρίσετε αυτά τα αγαθά κρινάκια, αυτά τα μουνάκια της Ανοίξεως που δε ζητούν την ψήφο σας.

Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους

aw

Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους.
Ας αφήσουμε τους χριστιανούς στα ευχέλαια
και τους νυμφομανείς στις παρελάσεις.
Ας αφήσουμε τα κηρύγματα και τα ποιήματα
και τα δόλια γραπτά.
Ας αφήσουμε τον κοσμάκη στην κοσμάρα του
και τον κόσμο στα βιβλία.
Ας αφήσουμε τις νοικοκυρές στη μαγειρική τους
και τα μαθηματικά στους πονηρούς.
Ας αφήσουμε το χάος στη θέση του
και τα μουνάκια στα βρακιά τους.
Ας αφήσουμε τα χαράτσια στο κράτος
και τους πεινασμένους στην εκκλησία.
Ας αφήσουμε το λήθαργο των συμπολιτών μας στην ιστορία
και το φεγγαράκι πίσω απ’ τα σύννεφα.
Ας αφήσουμε το φίδι στον κόρφο της ομορφιάς
και την ομορφιά στα χέρια του διαφημιστή.
Ας αφήσουμε να μιλήσουν οι πέτρες.
Ας αφήσουμε να γίνουν θαύματα.
Ας αφήσουμε το Χριστό και το Βούδα
να γίνουν πρόεδροι των κρατών.
Ας αφήσουμε τη ζωή μας στα χέρια των σοφών.
Ας αφήσουμε τα στομάχια μας στη χημεία
και το θάνατο στην εταιρία λογοτεχνών.
Ας αφήσουμε την αδιαφορία να κυβερνήσει
και το αγγλικό δίκαιο να δικαιώσει τα μαύρα λεφτά.
Ας αφήσουμε τους νέους ποιητές στον ερμητισμό
και τους παλαιούς στα κρατικά βραβεία.
Ας αφήσουμε τους μετανάστες να πνίγονται
και τις νοικοκυρές να δακρύζουν.
Ας αφήσουμε τους πλούσιους στα πλούτη τους
και τους φτωχούς στη φτώχεια τους.
Ας αφήσουμε τον έρωτα στο σινεμά
και τα πάθη στα μουσεία.
Ας αφήσουμε τους επώνυμους να κυβερνούν
και τους ανώνυμους να λυσσάνε.
Ας αφήσουμε την επανάσταση
κι ας πιάσουμε το τηλεκοντρόλ.
Ας αφήσουμε τις αγκαλιές κι ας πιάσουμε τ’ αρχίδια μας.
Ας αφήσουμε τη γκρίνια να κυβερνά
και το Άγιο Πάσχα να περιστρέφεται.
Ας αφήσουμε τους Πακιστανούς στα θερμοκήπια
και τους Βούλγαρους στις αποθήκες.
Ας αφήσουμε το θεό να ρυθμίσει το χρέος
και τις ορμόνες να ρυθμίσουν το θεό.
Ας αφήσουμε το στρατό να κάνει το χρέος του
και το διάολο να κοιτάζει μπροστά.
Ας αφήσουμε τον κόσμο χειρότερο
και τον χειρότερο κόσμο στη θέση του.
Ας αφήσουμε την υποτέλεια όπως τη βρήκαμε.
Ας αφήσουμε την τέχνη στα ψώνια.
Ας αφήσουμε στους βιομήχανους τον αέρα
και το νερό στους εφοπλιστές.
Ας αφήσουμε την καλοζωία στους εισοδηματίες
και το έγκλημα στους δυνατούς.
Ας αφήσουμε την καύλα μας στα σφαγεία
και τη νιότη μας στα σχολειά.
Ας αφήσουμε τις ωοθήκες μας στην εταιρία
και τη ζωή μας στο Μαμωνά.
Ας αφήσουμε το Ισραήλ να κάνει το χρέος του
και τον πολύτεκνο να σπέρνει παιδιά.
Ας αφήσουμε τους ειδικούς να μιλήσουν για μας.
Ας αφήσουμε τη δημοκρατία μας στο βάθρο της
και τους δοσίλογους να την παίρνουν αγκαλιά.
Ας αφήσουμε το κεφάλαιο να βγάζει λεφτά.
Ας αφήσουμε στους ατσίδες τα κοινά.
Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους πια.

Η αγάπη μου για το κιτς

kits

Μνήμη Αλέξανδρου Ιόλα

Τ’ αγάλματα ξαπλώσανε μαζί της
στο κρεβάτι για να κάνουν σεξ.
Αυτή γαλανομάτα και κακόφημη
γέννημα θρέμμα σμίλης και
μαρμάρου, εκ Πύργου Τήνου
δια χειρός Γιαννούλη Χαλεπά.
Πάντα υπέροχα στητή και πάντα
διαβασμένη. Κρατά ένα μπικ
στυλό και σημειώνει οργασμούς και
στάσεις. Κραδαίνει σαν αναρχικός
το υγρό της μανιφέστο. Όλη της
τη ζωή περνά επάνω σε κρεβάτια.
Πάνω σε ανάσες εραστών. Με τους
μαστούς να κρέμονται ως τεράστια
κινίνα, έτοιμα για γλειψιές, για να περάσει
ο πονοκέφαλος της καύλας. Με χείλη
επί πτυχίω όλο πτυχές, κόκκινη λύσσα
κάργα. Ένα τέμενος. Μια ορθοδοξία
χνουδάτη ως τα έγκατα. Ένας
αλγόριθμος λυγμών. Και βέβαια
καλόγρια πιστή, τη γύμνια της
κατάσαρκα φορώντας, γονυπετής
μπροστά στα χούγια τού θεού φαλλού.
Πάντα καταμεσής του Απριλίου. Του
άπειρου ηλίου του βραδυφλεγούς.
Του άπειρου αιδοίου του μονογενούς.

Λέσχη κυριών

lesxi

Όσες κυρίες του καλού κόσμου διαθέτουν τρέμουσα έμπνευση και μειλίχιο βλέμμα, γράφουν εκτενή δοκίμια για πεθαμένους ποιητές. Ως νοσοκόμες στην πολυκλινική του ρομαντισμού, εκφορτίζουν αναπάντεχα τη βίαιη διαλεκτική αλληγορία του χαροκαμένου γραπτού. Είναι αυτές που βγάζουν σπινθήρα όταν αγγίζουν αρχαιότητες και υγραίνονται καθώς εισέρχονται σε βυζαντινά μνημεία. Είναι κυρίες με διπλά ονόματα που στήνουν καρτέρι σε ακαδημίες και μη, για να πάρουν δεύτερο δίπλωμα ή διδακτορικό. Για να κάνουν μελέτες για τα αμελέτητα και να εκπληρώσουν τάμα συζύγου, πατέρα ή γιου. Είναι κυρίες με λεπτό τούλινο φουστανάκι και ισχνούς μώλωπες κάποιου θεοκρατικού επαρχιακού κύκλου. Οι ρόγες τους είναι σταφιδιασμένες και ο ξέπνοος διδακτισμός το σεξαπίλ τους. Είναι καθηγήτριες σε γυμνάσια και προϊσταμένες σε οργανισμούς. Γράφουν κρυφά ποιήματα και πότε φανερά τα εκδίδουν. Με τετριμμένο πάθος και τέμπο υπερασπίζονται τη δημοκρατία μας και τους θεσμούς μας. Διοργανώνουν σχολικές γιορτές και απαγγελίες σε σπίτια φιλότεχνων με βερμούτ και παστή σαρδέλα. Έχουν ένα πολιτικό εύρος από δημάρ μέχρι πατριωτική δεξιά κι αποφεύγουν να φορούν κιλότες με χοντρό λάστιχο. Μιλάνε με δήμαρχο, νομάρχη και μητροπολίτη κι αγοράζουν ενίοτε το γαλλικό κοσμοπόλιταν για να ακονίσουν ολίγον και τα γαλλικά τους. Αγαπημένο τους χόμπι είναι να διορθώνουν εκθέσεις, ορθογραφικά, να γράφουν επικήδειους, κριτικά σημειώματα, να στέλνουν εσεμες με στιχάκια του Παλαμά. Αντιδρούν όταν διαβάζουν ακούν μυρίζουν τη λέξη μουνί και τη λέξη πούτσος. Αγαπημένος τους γραφιάς είναι ο Παπανούτσος.

Λέξεις

lej

Η δύναμή μου είναι οι λέξεις.
Αυτές ξέρουν πως γεννιούνται τα παιδιά.
Από ποια άβυσσο έρχονται τα ποιήματα.
Αυτές ξέρουν το πάνω και το κάτω.
Αλλιώς, δεν εξηγούνται τόσα ξενύχτια και τόσοι καφέδες.
Οι γκαστρωμένοι καιροί.
Τόση Δημιουργία και τόσοι Πατέρες της Εκκλησίας.
Τόσοι στρατιώτες στις διαδηλώσεις, χρώματος τρόμου.
Τόσες διαλέξεις και τόση κατήχηση.
Πως θυσιάζει η ελίτ τα παιδιά της.
Πως μαρκαλεύει σπλάχνα το Harvard.

Η δύναμή μου είναι οι λέξεις.
Όταν παίρνω το χάπι μου
όταν χάνομαι
όταν καυλώνω
όταν πεθαίνω
όταν έχει αιώνια πένθιμη πανσέληνο
κι όλα τα μπακάλικα της οικουμένης είναι κλειστά
και δεν μπορείς να αγοράσεις πια τίποτε
ούτε κρασί ούτε πάθη.

Η δύναμή μου είναι οι λέξεις.
Θεϊκέ θάνατε βαρβάτε.
Αυτές σου βγάζουν τη γλώσσα.
Αυτές κινούνται και σκεπάζουν τα πάντα.
Αυτές κάνουν τα κορίτσια να κλειδώνονται στα δωμάτια και να κλαίν.
Αυτές φυτρώνουν σαν σκιερά λουλούδια στην κόλαση.
Αυτές σφραγίζουν την αιωνιότητα της φθοράς.
Τα ωραία ποιητικά ελληνικά του γύφτου
που μαζεύει παλιοσίδερα συλλαβών
και δαγκωμένα φιλιά
για να αρματώσει τον κόρφο της κυράς του.

Γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν δεξιά

GI

Αν κάνουμε μια σούμα των απόψεων που απαντούν στο ακανθώδες ερώτημα: γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν δεξιά, θα διαπιστώσουμε πως νεωτερικοί κρυπτοπασόκ φιλόσοφοι, που υπήρξαν λάγνοι στα νιάτα τους και ζεμάτισαν κότα σε νεροχύτη μαδώντας τη τελετουργικά για ν’ αποκτήσουν εμπειρία, δίνουν απαντήσεις περί θηλαστικών που σκιάζονται από άλλα και μια βιβλιογραφία θεά, για να’ χει το παρδαλό κατσίκι στις ραχούλες λόγο να γελά. Βεβαίως οι σκληρόπετσοι που υπάρχουν ως μοναχικοί παρίες στο σκάμμα λιλιπούτειας πολίχνης, με άποψη για τη ντεκαντάνς κουλτούρα νεολαίων, που κόβουν με σιδηροπρίονο την εξάτμιση αποθεώνοντας τα μανιφέστα του Μαρινέτι, ομιλούν περί ανακατανομής πλούτου. Ο φτωχός που γεννιέται φτωχός κι ονειρεύεται να πεθάνει πλούσιος στριμώχνεται στα στρογγυλά οπίσθια της δεξιάς για να απολάψει ανύποπτη κόρη που ελούζετο στην ακροποταμιά και να ξεχαστεί μαζί της. Η δεξιά εμεταλλάχθει σε πασόκ και σε ψευδαίσθηση κράτους που παρέχει στον αγρότη επιδότηση και ζεστό μουνί ορμώμενο απ’ την Ουκρανία ή τις αποικίες. Ο Έλλην παλαιός των ημερών τέκνο της πλάνης και της κυριακάτικης λειτουργίας έφτασε μέχρι Σαγγάριο για να ξεθάψει τη νεκρωμένη οχιά του μεγαλοϊδεατισμού. Για να μαζέψει χόρτα και να βοσκήσει πρόβατα αντικριστά με τον προλετάριο της αυτοκρατορίας που λύγισε απ’ τους πολέμους και την πολυγαμία των ηγετών της. Ο φτωχός πρωταγωνιστεί στις περιπέτειες των πλουσίων. Του μεγαλώνει τα παιδιά. Του καλλιεργεί το χωράφι. Του παίζει μουσική και του γράφει ερωτόκριτους. Ο φτωχός συνήθως επαναστατεί για να συνεχίσει να είναι φτωχός με αξιοπρέπεια. Ο φτωχός μυείται στην ταπεινοφροσύνη απ’ τα σπάργανα. Ο φτωχός του δυτικού κόσμου διαθέτει φωτογραφική μηχανή, κάμερα, κινητό για να καταγράφει τη φτώχεια του ως ντοκουμέντο προορισμένο για την ψηφιακή αιωνιότητα. Ο φτωχός του μοντέρνου κόσμου είναι διασωληνωμένος με τις οθόνες. Δεν ζει χωρίς διαφημίσεις. Χωρίς μπριζωμένα ενδιαφέροντα.

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ωδή στην καφεΐνη

kafeini

Ω θεία καφεΐνη
δωρήτρια ποιημάτων και σειρήνων λογοτεχνικών.
Ουσία εσύ που δεν έχεις μαλλιά, νύχια, δέρμα
αλλά ένα θερμό ενυδρείο.
Ω καφεΐνη, ιερό θηρίο των σπηλαίων της αϋπνίας μου.
Που μου κρατάς την πληγή ανοιχτή
και με βάζεις να γράφω μεσ’ τη γλυφή αναπνιά
και μεσ’ τη φαρμακωμένη νύχτα.
Και ξυπνώ πάντα πρωί σα ληξίαρχος
φτιάχνοντας στην κουζίνα τον καφέ που σε περιέχει.
Παλεύοντας να σε γλυκάνω λίγο
για να περάσεις εύκολα στα σπλάχνα μου.
Να μπεις στο αίμα μου
για να ποτίσεις λίγο πάθος το δειλό καρδιοχτύπι,
να φτάσεις ανενόχλητη εκεί στην άβυσσο του μυαλού
να ξυπνήσεις φαντάσματα
και γυμνές αμήχανες κοπέλες.
Να ξυπνήσεις του ποιητή ανυποψίαστες πτυχές.
Με δίκοπο σπαθί τα τεντωμένα νεύρα.
Ω καφεΐνη παγκόσμια βιομηχανία συμφερόντων,
που με τραβάς σαν εργάτη στις μηχανές σου
και στ’ αλήτικα αγριόχορτα της αγρύπνιας μου.

Οδηγώντας, βράδυ προς το σύμπαν

odigo

Έχουν ένα πείσμα φοβερό αυτά
τα πλάσματα που σου πιάνουν
κουβέντα τη νύχτα. Έχουν απορίες,
ερωτήματα, σάλιο. Βοηθάνε την
έμπνευση να πάρει τ’ απάνω της.
Καθώς οδηγώ μονάχος στη σκοτεινή
ύπαιθρο, διασχίζοντας το σύμπαν.
Και καθώς μυρίζω το χορτάρι και
το πλούσιο λίπασμα των χωραφιών.
Αγριόχορτα κι ανθισμένα δέντρα
παραδομένα στο χημικό τους ύπνο.
Με το φεγγάρι να βουλιάζει στο αχνό
σκότος της αυγής και τα λευκά
λουλούδια δίπλα στην άσφαλτο να
μου δείχνουν το δρόμο προς
το στόμα της αγαπημένης.

Σκατά στους τάφους σας, ευεργέτες!

The controversial work by Attila Csorgo that caused a previous complaint.

Θυμάμαι στα παλαιά λεωφορεία διάφορα αναρτημένα ταμπελάκια με εξυπνάδες. Πιασμένα συνήθως πάνω απ’ τα κεφάλια των επιβατών με δυο αλυσιδίτσες. Μια τρελή γκάμα από καλογερίστικα τσιτάτα και θεϊκές προτροπές μέχρι εκλεπτυσμένο μισανθρωπισμό. Μια απ’ αυτές τις σπουδαίες σοφίες που κυκλοφορούσε ήταν το: ουδείς πιο αχάριστος εκ του ευεργετηθέντος. Ένα γελοίο φασιστικό γνωμικό που διαιωνίζουν συνήθως βλάκες οικογενειάρχες υποτελείς. Βεβαίως από τη μια διότι δέχονται τα καλούδια του καθάρματος που λέγεται ευεργέτης κι από την άλλη γιατί υπερτονίζουν την κατωτερότητα και το ποταπό ηθικό ανάστημα του ευεργετηθέντος. Δηλαδή του ζώου που δέχτηκε την ευεργεσία. Σήμερα, που ο καπιταλισμός κάνει το μεγάλο ξεπάτωμα, οι προς αξιολόγηση φωτισμένοι δάσκαλοι των παιδιών τοποθετούν με άκρα προσοχή τα πρόβατα στο αρμεκτήριο. Με αφορμή την ημέρα μνήμης και τιμής των εθνικών ευεργετών δόθηκε στους μαθητές το παρακάτω κείμενο:

Κάθε χρόνο στις 30 Σεπτεμβρίου εορτάζεται η «Ημέρα μνήμης και τιμής των Εθνικών Ευεργετών». Στις 14 Σεπτεμβρίου 2014 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας (1814-2014), που συνέβαλε με καθοριστικό τρόπο στην εθνική παλιγγενεσία. Η Εταιρεία Ελλήνων Ευεργετών διοργανώνει διαγωνισμό έκθεσης για τους μαθητές των σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, οι μαθητές της Α΄ και Β΄ Λυκείου, σε μέρα που θα οριστεί από το Σύλλογο διδασκόντων και για δύο διδακτικές ώρες, θα γράψουν έκθεση με θέμα: «Οι Εθνικοί Ευεργέτες του 19ου αιώνα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην συγκρότηση και ανάπτυξη του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Οι έννοιες της φιλανθρωπίας, της φιλοπατρίας, της ανιδιοτελούς προσφοράς, της δωρεάς, της αλληλεγγύης και του φιλότιμου αναδείχθηκαν στον μέγιστο βαθμό με ιδεατό πρότυπο τη Φιλική Εταιρεία και Φιλόμουσο Εταιρεία. Με ποιούς τρόπους θα μπορούσε η ευεργεσία να συμβάλει στον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων πολίτη- κράτους και ως εκ τούτου στην ανάταξη της ελληνικής κοινωνίας με βάση τις πανανθρώπινες ελληνικές αξίες;» (400-500 λέξεις περίπου). Η βράβευση όλων των μαθητών, Δημοτικών Σχολείων, Γυμνασίων και Λυκείων, των οποίων τα έργα θα επιλεγούν από κάθε Περιφερειακή Διεύθυνση, θα γίνει σε εορταστική εκδήλωση στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Και φυσικά εδώ θα πρέπει ο κάθε μαθητής να κάνει το απαραίτητο γλείψιμο για να βραβευτεί. Θα πρέπει με τη συμβολή των δασκάλων του να σκύψει και να δώσει κώλο στους ευεργέτες του. Σ’ αυτούς δηλαδή που απολύουν τον πατέρα του απ’ τη δουλειά. Σ’ αυτούς που παίζουν στο χρηματιστήριο το μέλλον του. Σ’ αυτούς που κερδοσκοπούν απ’ τη φτωχοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων υπάρξεων. Σ’ αυτούς που κλέβουν τόσα χρόνια τον παραγόμενο πλούτο. Σ’ αυτούς που έχουν στα σπίτια τους χρυσές χέστρες και κάνουν διακοπές στην καραϊβική. Σ’ αυτούς που εκμαυλίζουν συνειδήσεις και οργιάζουν σπέρνοντας ιδεολογήματα και αυταπάτες, περί ισονομίας και δικαίου. Περί ελευθερίας του λόγου και περί ελευθέρας επιλογής. Σ’ αυτούς που ξεσπαθώνουν εναντίον του ολοκληρωτισμού αλλά έχουν εγκαταστήσει με τον πιο πούστικο τρόπο έναν νέο ολοκληρωτισμό. Έναν ολοκληρωτισμό ερμαφρόδιτο και τρέντι.

Οι κυβερνήσεις με τα ρόπαλα και τα εκτελεστικά αποσπάσματα, με τους τεχνικούς λοιμούς, τις μαζικές φυλακίσεις και εκτοπίσεις δεν είναι μόνο απάνθρωπες αλλά και αναποτελεσματικές. Και στον αιώνα της βαριάς τεχνολογίας η αναποτελεσματικότητα είναι ιεροσυλία. Ένα πραγματικά ολοκληρωτικό κράτος είναι αυτό που τα παντοδύναμα αφεντικά διευθύνουν με τα στελέχη τους ένα πληθυσμό σκλάβων, οι οποίοι δεν χρειάζεται να καταστέλλονται γιατί αγαπούν την υποτέλεια. Στα σημερινά καθεστώτα η πειθώ των μαζών για τα καλά της υποτέλειας περνάει κυρίως απ’ τους εκδότες των εφημερίδων, τις τηλεοράσεις και τους καθηγητές. Τους καθηγητές που χωράνε στη βρακοζώνα τους διαταγές ανωτέρων λες και είναι δεκανείς και λοχίες. Τους καθηγητές που βάζουν τους μαθητές τους να γράψουν ηλίθιες εκθέσεις υποτέλειας γιατί το ζήτησε η εταιρία ελλήνων ευεργετών ή η ένωση ελλήνων κωλομπαράδων. Τους καθηγητές που τρέχουν να αγοράσουν δεξιότητες, καινοτομίες και διδακτορικά της πούτσας για να γλιτώσουν την απόλυση και τη μισθολογική σφαλιάρα. Καθηγητές που οδηγούν μια ολόκληρη γενιά στα σκατά και την ανεργία. Καθηγητές έτοιμους και πρόθυμους να καταδώσουν μαθητές τους στην ασφάλεια. Καθηγητές που φοράνε κουκούλα. Κι ότι ελάχιστο γλιτώσει απ’ αυτούς θα το αναλάβει η αστυνομία στους δρόμους.

Ο νέος που θα γράψει στην έκθεσή του: Σκατά στους τάφους σας, ευεργέτες!, δεν πρόκειται να μπει στο πανεπιστήμιο. Όπως ο Ασημάκης Πανσέληνος δεν μπήκε σε καμιά ανθολογία ποίησης όταν έγραφε για τους εθνικούς ευεργέτες. Οι ποιητές που είπαν την αλήθεια διώκονται και μετά θάνατον.

ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ

Του Έθνους μας «αείμνηστοι ευεργέται»
ο Γεώργιος Αβέρωφ κι ο Συγγρός,
(όρα και λεξικό Ελευθερουδάκη
να ιδείς κι οι δυο πώς πήρανε τα εμπρός.)

Πνεύματα ζωτικά κι εξυψωμένα
και προ παντός στο χρήμα φειδωλοί,
πλουτίσαν για της φτώχειας το χατήρι
κι ωφέλησαν τον τόπο μας πολύ.

Γι αυτό, σαν που απαιτεί δα κι η επιστήμη,
χτίσαν στεριές κι ευάερες φυλακές
-το πνεύμα και το χρήμα είναι υπερούσιες
δυνάμεις υψηλές κι ευγενικές.

Τώρα πια κι ο δικαστής με δίχως τύψη,
κοιτάει του Ιησού την όψη την αιώνια,
το γράμμα και το πνεύμα του ιδιώνυμου
και σε σφαλνά εκεί μέσα λίγα χρόνια.

Τώρα οι πατέρες βγάζουν, για παράδειγμα,
τα τέκνα τους σεργιάνι κατά κει
κι εύχουνται να γενούν χρηστοί πολίτες
να χτίσουνε κι αυτά μια φυλακή.

(Από τη συλλογή Μέρες οργής, 1945)

Υπέρ αργίας

yper

Βάζω διάφορα υλικά στην κατσαρόλα μου.
Υλιστής μέγας. Ω! δεν ήρθα μάταια στη ζωή.
Έχω απορίες. Διαβάζω βιβλία.
Και σένα συμπονώ αιωνιότητα που δε θα μ’ έχεις.
Και σας λυπάμαι μαθητές του μέλλοντος,
ερωτικά λαγωνικά
που δεν θα έχετε για δάσκαλο τον ποιητή
που έκλασε στα μούτρα το Ισλάμ και τη χριστιανοσύνη
και τάισε το Βούδα χοιρινό.
Ω! υπέρ αργίας πάντα εργάστηκα.
Με κόπο να εξασφαλίσω λίγη τεμπελιά για σας.
Να βουλιάξουν οι αράδες μου σαν βιτριόλι
στη μουτσούνα της πενθήμερης σκλαβιάς σας.
Να ταυτιστείτε λίγο με το ρυθμό του ανυπάκουου φαλλού.
Να βρείτε τρύπα έτοιμη
να ξεστομίσει σφυροκόπημα ανελέητο.
Υπέρ αργίας και υπέρ γαμήσεως.
Πάντα την Κυριακή και πάντα εν αιθρία.

Μέλλον μελό

melon

Ω μέλλον λαμπρό, σαν πορτοκάλι
όλο χυμούς. Μέλλον στα γραπτά
και στα περιβόλια. Μέλλον που σε
κυνηγούν οι αρχές μα σε προστατεύει
ο αγέρας. Ο αγέρας, της χώρα μου
ο αρχιμάστορας. Ο γλύπτης σου
νευρωτική θηλυκιά ποίηση του μέλλοντος.
Ο ευεργέτης σου ψυχούλα
που κλείνεις τον εγωισμό σου στο σύμπαν.
Πότε τρυφερός δράκος και πότε ανώμαλος λογοτέχνης.
Πότε γλίσχρος αιμοβόρος χωροφύλακας
και πότε γυρολόγος πωλητής αρωμάτων.
Μέλλον μελό και μέλλον της Αγάπης.
Μέλλον από χαλάσματα άστρων και κορμιά σερβιτόρων.
Μέλλον κοριτσιού που ξεχάστηκε πίσω από θάμνους.
Μέλλον του θεού που έφτασαν στ’ αυτιά του
όλοι οι θρήνοι των αδέσποτων σκύλων.
Μέλλον παλαιό νεκρό που έγινες παρελθόν
σαν την εφηβική ελπίδα τόσων γέρων.
Ω μέλλον λυσσάω όταν σκέφτομαι
τα σκουλήκια που θα με γευτούν.
Την τόσο ζηλότυπα φυλαγμένη σου εκδίκηση.

Η χώρα μου

h xvra moy

Οι σκόρπιες σκέψεις και τα χάδια σου
και πάντα γύρω αυτός ο παλαβός κόσμος.
Ένα καρναβάλι στο δάσος του κακού.
Ένα αιώνιο πηχτό φως σαν τρέλα
στις ανθρώπινες καρδιές.
Μαγειρική αισιόδοξη για να ταΐσει το βάρβαρο κόσμο.

Όμορφη έρημη χώρα, σαν σπυρί στον κώλο του ορίζοντα.

Με το ηλιοβασίλεμα που ραγίζει καρδιές
και ζαλίζει τους ξένους.
Με τους ζορμπάδες στη δυστυχία τους
να κυκλοφορούν χαράματα στην Αθήνα.
Μοναχικοί, φορτωμένοι καρκίνους
με ορθωμένο τον αρχαιοελληνικό τους φαλλό.
Σουβενίρ για εξπρεσιονιστές αθάνατους γέρους.
Πρίαποι μαγαρισμένοι απ’ το νέφος.
Κρεμάστρες για κομποσκοίνια.
Παρακμή κάτω απ’ τους τσίγκους στη μέση του ήλιου.
Χώρα κυρτή που βγάζει στα υπόγεια ηλεκτρικά μυστήρια.
Χώρα που βγάζει στα δαγκωμένα φιλιά. Και
στα όμορφα ποιητικά της μπούτια
καθώς σηκώνει τα φουστάνια
για να περιθάλψει τις πεθαμένες ψυχές.

Ανοιξιάτικο απόγευμα

trog

Τώρα έχω αυτές τις όμορφες μέρες.
Ένα στόμα μπουκωμένο λουλούδια.
Έχω ένα λιβάδι όμορφο σαν γυναίκα.
Ένα σπίτι ένα σύννεφο ένα λόφο.
Τώρα δεν το βάζω κάτω. Βυζάκια
χαρτογραφώ και απουσίες. Εγώ
ο άνθρωπος των βιβλίων και της Εδέμ,
που γευματίζω αυτά τα φοβερά χόρτα
των αγρών, που κοστίζουν μονάχα
τρεις συνεχόμενες βροχούλες.

Αγρυπνίας εγκώμιο

agr

Είναι πρωί και γράφω το τελευταίο
μου ποίημα. Αυτό που δεν πρόκειται
να το διαβάσει κανείς. Αυτό που θα
μείνει απούλητο, αυτό που θα δώσω
προικιό στο γιό μου για να δολώνει
κορίτσια. Και θα γράψω στη διαθήκη
μου, ως λαίμαργος κηδεμών, πως
υπήρξα ο Νταβέλης σου ποίηση,
ο νταραβεριστής, που άφησα
τ’ ανάσκελα τόση ανθοφορία. Τόση
φύρδην μίγδην σεμνή πορνογραφία.
Εγώ, ο ζορισμένος απ’ τα κοινά
φαλλοκράτης. Το κουμούνι της
μανίας του ερωτά σου. Εγώ ο μέθυσος
ιχθύς, που αγκίστρωσα πολλές γυμνές
υπάρξεις. Σκιαγμένες από συμβούλια
ιατρών, λοβοτομές, εκτρώσεις. Εγώ
που δημοσίευσα ισολογισμούς
υγράδας ανυπόληπτης. Κι έγινα
καταδότης ποσοστώσεων λαγνείας.
Γραφομανής τσακισμένος που
κατευνάζω νυχτέρια. Σόλοικα
αφήνοντας πίσω, εγκώμια θηλυκών
που δε γνώρισα.

Είναι πρωί και
γράφω το τελευταίο μου ποίημα.
Πάντα πρωί γράφω το τελευταίο
μου ποίημα. Δολοφονώ εν ψυχρώ
τον κερδώο Ερμή και παριστάνω
τον λόγιο. Πνέω τα λοίσθια
του οργασμού άλλων. Της αγρυπνίας
μου ο υποτροπιάζων ερωτισμός
ευδοκιμεί την αυγούλα. Πάντα
πρωί πυροδοτώ τη μνήμη
γράφοντας το τελευταίο μου
ποίημα. Όπως τυλίγει ο μελλοθάνατος
σε μιαν εφημερίδα, τα τιμαλφή
της μοναξιάς, για να τα δώσει
στους οικείους ο δεσμοφύλακας
Καιρός.

Νύμφες και Σάτυροι

nymphs-and-satyr-william-adolphe-bouguereau-

Η φιλοσοφία μαζεύει τα φουστάνια της για να περάσει το ποτάμι. Είναι η κακοποιημένη νυφούλα που το ‘σκασε απ’ το πατρικό της. Η αναλλοίωτη θηλυκιά ύπαρξη που κατούρησε τα μάρμαρα της ακαδημίας. Αυτή που γέρασε προώρως τους μαέστρους της νεότητας. Αυτή που ψαλιδίζει κάθε τόσο τη μαύρη κουρτίνα της αιώνιας νύχτας και της σκοταδερής άγνοιας, για να εισχωρήσει ένα χιλιοστό φωτεινής ύλης. Μια δράκα εξαίσιων κοινωνιστών που λαξεύουν εν πυγμή τον εαυτό τους, ως την πιο λεπτή και μεγαλειώδη πτυχή του. Νύχτα δίχως σύννεφα και φεγγάρι, γεμάτη αστέρια. Φράσεις περασμένες απ’ τις καμινάδες του σκληρού ανταγωνισμού. Λόγια που δεν ξεσηκώνουν απ’ τα μεγάφωνα μαγαρισμένους θρησκόληπτους, αλλά χαρτογραφούν νέους άχρονους τόπους. Καρδιές που χτυπάνε ανελέητα, εραστές ακόλαστοι και κολασμένοι, βάρδοι όλο πέτρα και σίδερο έχουν περάσει απ’ το κρεβάτι της. Αυτό το κρεβάτι που γίνεται χειρουργικό τραπέζι, τάβλα του χασάπη, χατζάρα της εξουσίας σε όλα τα πεδία των μαχών και σε όλα τα λογοτεχνικά πατάρια και τις λέσχες πνεύματος. Ρίγος και ψύχρα που μετατρέπονται σε φλόγα που φουντώνει. Ηθική που πίνει μεσκαλίνη και μήτρα που καταβροχθίζει ποντικοφάρμακο. Νυφούλα γερμένη πάνω στο μπράτσο του ρομαντισμού που χαμογελά, μα κατά βάθος είναι παλιάνθρωπος. Υπεροπτικός όλο μίσος και διαφθορά και μαγικές λέξεις για να ξεπαστρέψει. Μια ποίηση ζαχαροπλαστείου, ηλιθίων και στενόμυαλων ως το κόκκαλο. Μια ποιητική αισχρότητα που φιλοσοφεί, ανάπηρη, γεμάτη φούμαρα καλοζωίας και καλογερίστικη πόζα. Ένα κατεβατό δεσποτισμού μέσα στο υπαρξιακό σκοτάδι. Ένα ρυάκι που πότε έβγαζε στο βόθρο του θεού και πότε στα βοσκοτόπια της αμφιβολίας. Σε μια κλινική όπου ψυχορραγεί απ’ την αρρώστια της ζωής ένας νεαρός πρίγκιπας. Ένας πρίαπος της τρυφερής ερωτικής φλυαρίας. Ένας δειπνοσοφιστής που αρνήθηκε να μπει στα ορυχεία χρυσού για να βγάλει μεταλαβιά πλούτου, ένα βαντάκι πόνου και αίματος για τον λεπτεπίλεπτο λαιμό της ομορφιάς. Ένας χορευτής στο δάσος του κακού, ένας διαχειριστής θαυμάτων, ένας θηριοδαμαστής της εργατικής τάξης, ένας κουκουλοφόρος των ηδονών που σκεπάζει σπλαχνικά τους ξεχαρβαλωμένους εραστές. Φιλοσοφία σαν αλοιφή πάνω στην άρρωστη συνείδηση του κόσμου. Φιλοσοφία σαν πρέφα μεταξύ ζωής και θανάτου στο καφενείο των ηδονών. Φιλοσοφία που για να γίνει κεραμίδι για τον άστεγο και ζεστό ψωμί για τον πεινασμένο θα πρέπει να γεμίζει λέξεις το περίστροφο και μπαρούτι τα βιβλία.

Η εποχή των αξιοσέβαστων σκιάχτρων

paraxena-skiaxtra-01

Υπάρχει ένας μύθος, που λέει για έναν άντρα, που περνούσε κάποτε από ένα χωράφι κι είδε εκεί ένα σκιάχτρο στην άκρη του φράχτη, αποβλακωμένο και φθονερό, να τρομάζει τα πουλιά και τους περαστικούς. Σαν τον εσταυρωμένο, με κεφάλι που έμοιαζε με κολοκύθα και στομάχι πρησμένο απ’ τα άχυρα. Ο άντρας τού έπιασε κουβέντα, λέγοντάς του πόσο βλακώδες και βαρετό είναι να κάθεται εκεί ολομόναχο, χωρίς να κάνει τίποτε. Το σκιάχτρο του απάντησε, πως, τού είναι μεγάλη χαρά να τρομάζει τους επικίνδυνους, αυτούς που επιβουλεύονται τη σοδειά και τα πλούτη του αφεντικού και πως δεν κουράζεται ποτέ να στέκεται έτσι τρομερά μοναχικό, μοχθηρό και άθλιο. Ο άντρας τού είπε τότε πως κι αυτός προσπαθεί να κάνει το ίδιο αλλά χωρίς αποτελέσματα. Τότε το σκιάχτρο του λέει, πως, μόνο όσοι έχουν μέσα τους σκέτο άχυρο μπορούν να τρομάξουν κάτι. Κι ο άντρας κατάλαβε τότε την αλήθεια στα λεγόμενα του σκιάχτρου. Πως, όποιος έχει στο σώμα του σάρκα και αίμα φοβάται, σκέφτεται, πονά, αντιδρά. Αυτός όμως που δεν έχει τίποτε μέσα του παρά μόνο άχυρα, εκφοβίζει όλα όσα τον προσεγγίζουν. Είναι μονίμως σκιάχτρο και τίποτε άλλο. Ένα σκιάχτρο που δίνει το μήνυμα. Κανείς μην πλησιάσει τον πλούτο και κανείς μην τολμήσει να πατήσει το φράχτη. Είναι φτιαγμένος και παραγεμισμένος με υλικά που σπέρνουν φόβο. Φόβο για να μην απλώσεις το χέρι σου όταν πεινάς και φόβο για να μην διεκδικείς αυτό που σου ανήκει κι αυτό που σου κλέβουν. Σήμερα λοιπόν αυτά τα σκιάχτρα κάνουν τη δουλειά. Σήμερα είναι η εποχή των σκιάχτρων. Η εποχή των αξιοσέβαστων σκιάχτρων. Των νεοφιλελεύθερων σκιάχτρων. Των σκιάχτρων με τα διδακτορικά και τις δεξιότητες. Των αδίστακτων σκιάχτρων που έχουν όλα την ίδια μούρη. Τη μούρη του Άδωνι Γεωργιάδη και του Θεόδωρου Πάγκαλου. Τη μούρη του Πατακού και του Μάλιου. Πετσιά μνησικακίας και αμοραλισμού. Σκιάχτρα σήμερα είναι οι πρόθυμοι ηλίθιοι, που ζητούν απ’ τα θεσμοθετημένα σκιάχτρα να τους αξιολογήσουν, για να πιστοποιήσουν εάν είναι επαρκή σκιάχτρα, ώστε να φοβίζουν επαρκώς τους έγκλειστους νεολαίους στα καταγώγια της κυρίαρχης ιδεολογίας. Σκιάχτρα είναι οι διανοούμενοι που μαγαρίζουν τη συνείδηση του λαού, με αντάλλαγμα ένα ξεροκόμματο δημοσιότητας. Σκιάχτρα είναι οι δημοσιογράφοι, που μπορούν να πουλήσουν και τη μάνα τους για τα κέρδη και τα συμφέροντα του προστάτη τους. Σκιάχτρα είναι οι δάσκαλοι και οι γονείς που δέχονται το ίδρυμα Νιάρχου στα σχολεία, για να μοιράσει υγιεινά σάντουιτς στα παιδιά τους και ψηφιακή αμεριμνησία. Σκιάχτρα είναι οι συστημικοί συνδικαλιστές που ως γιουσουφάκια της εξουσίας σπέρνουν αυταπάτες και μοιρολατρία. Σκιάχτρα είναι οι βαρβάτοι αξιολογητές, που για τα τριάντα αργύρια του ΕΣΠΑ έρχονται να ξεπατώσουν ανθρώπους. Σκιάχτρα είναι οι καλλιτέχνες της κακής αισθητικής και της αποβλάκωσης. Σκιάχτρα είναι οι σκυλάδες διασκεδαστές που κάνουν λοβοτομή στο λαό, χτίζοντας αισθητικά τηλεοπτικά κρεματόρια και χαζοχαρούμενο όχλο. Σκιάχτρα είναι οι τράπεζες που σε δένουν πισθάγκωνα. Σκιάχτρα είναι οι χωροφύλακες που σε θεωρούν επικίνδυνο. Σκιάχτρα είναι οι καθηγητές σου που σε θεωρούν ταραξία. Σκιάχτρα είναι οι πρόεδροι των κρατών. Ο σύνδεσμος βιομηχάνων. Η πουλημένη ΓΕΣΕΕ. Η ανεργία. Η απόλυση. Σκιάχτρο είναι ο πληρωμένος έρωτας και η γνώση που κοστίζει ακριβά. Σκιάχτρο είναι ο χρυσαυγίτης της διπλανής πόρτας. Σκιάχτρο είναι ο δήμαρχος που ευλογεί τις παράνομες αμμοληψίες στον Αχελώο, που μπαζώνει ρέματα, που πετάει τα σκουπίδια στους αγρούς και στις θάλασσες. Σκιάχτρο είναι ο μισαλλόδοξος λόγος του παπά και του φασίστα. Οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι. Η εξαθλίωση που χωνεύεται και συνηθίζεται. Σκιάχτρα είμαστε όσοι λέμε ψέματα στα παιδιά μας. Όσοι γινόμαστε υποταχτικοί. Όσοι επαναστατούμε εντός της οικίας μας κι εντός του γιοταχί μας πηγαίνοντας στη δουλειά. Όσοι είμαστε σκόρπιοι και ασυνάρτητοι. Όσοι κοιτάμε τη δουλίτσα μας. Όσοι περιμένουμε τους άλλους να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα. Όλα τα πλούσια χωράφια έχουν σκιάχτρα και φράχτες. Κι όταν δεν μπορούν τα σκιάχτρα κι οι φράχτες να κάνουν σωστά τη δουλειά έρχονται τα ΜΑΤ, ο στρατός, το ΝΑΤΟ.

Ορατών και αοράτων

111

Είναι το χρώμα που φοράς από
φριχτά τραύματα. Αλλά εδώ δεν
κάνουμε μελό, κάνουμε ποίηση.
Κόρη πεισμωμένη με άγριο ύφος,
συνωμοτικά στην υψηλή σου εξουσία
συντρέχω. Βγάζω φλύκταινες και
τις συσκευές απ’ τις μπρίζες. Στη
μασχάλη σου ξεπέφτω. Σου μιλώ
και σε λιώνω. Σα φεγγαράκι στη
θαλπωρή του. Εγκώμια λαίμαργα.
Στίχους ζωγραφισμένους με
καρδούλες. Ότι λάμπει ο ήλιος ξέρω
ανάμεσα στους μηρούς σου.
Αμαρτίες των πρωτοπλάστων
και ιδίοις αναλώμασι ρημαδιό.

Η τεχνική της μόλυνσης των αισθημάτων

h texniki

Τελικά όλοι ανήκουμε σε όλους.

Είμαστε άνθρωποι, τουτέστιν ψυχοχημικά ισοδύναμα.
Ένας σωρός από ερείπια.
Κομμάτια σάρκας και μυαλά.
Ουτοπιστές και ρεμάλια που οδηγούνται στο μέτωπο.
Στα κοφτερά δόντια της αγάπης.

Ένα κεφάλι με κράνος στριφογυρνάει στον αέρα
για να πέσει ανάμεσα από κόκκινα γεράνια.

Αυτό το θέαμα παρουσιάζει η χώρα για την οποία μιλάμε.

Η χώρα με τα πολλά ποιήματα και τους πολλούς ποιητές.

Η χώρα με τους πολλούς ζητιάνους
έξω απ’ τα σούπερ μάρκετ και τις εκκλησίες.

Η χώρα μου.

Το παγκόσμιο κράτος

ptiseiw

Καλλίτερα να πετάμε παρά να
μιλάμε. Να λέμε λόγια αγάπης
και πίστης. Λόγια αφοσίωσης
και εγκόσμιας προσαρμογής.
Έχοντας κατά νου εφιάλτες και
τραπεζικούς λογαριασμούς. Το
παγκόσμιο κράτος. Με τη μαντόνα
να φιλά σταυρό και να γλείφει
το στήθος ενός κοριτσιού. Τον
Ομπάμα να ανεβαίνει με χορευτικές
κινήσεις στο αεροπλάνο του. Την
άρια φυλή να διδάσκει ηθική και
φιλοσοφία στη μικροαστική ψυχή.
Τα διαβατάρικα πουλιά να
καταγράφονται σε ψηφιακούς
δίσκους. Καλλίτερα να πετάμε
παρά να μιλάμε και να γράφουμε.
Οι πτήσεις θα μας πάνε στις ωραίες
αμμουδιές. Θα μας πάνε μια ώρα
αρχύτερα στο κλουβί της γυμνότητας.
Στην ωραία σκοτεινή ύπαιθρο του φιλιού.

Τοπολογία των εύστροφων κοριτσιών

topol

Όταν φλυαρεί ο νεκρός λόγος, το έθνος κοκορεύεται και κοιτάζεται στον καθρέφτη. Οι γερασμένες φιγούρες της διανόησης, ανάμεσα στην κατάθλιψη και τη φυρονεριά της αγοράς, γράφουν αρθράκια για το αποβλακωμένο κοινό. Και βλέπω τώρα έναν νεολαίο να ξύνει τ’ αρχίδια του, κοιτώντας, στη ρομαντική εικονογραφία των αυτιστικών σχολικών βιβλίων, έναν πουστόπαπα να σηκώνει το λάβαρο της εθνικής παλιγγενεσίας. Και βλέπω τώρα έναν νεολαίο να ξύνει τ’ αρχίδια του, απαγγέλλοντας παράφωνα εδάφια απ’ τον κατακλυσμό και ρουμπαγιάτ πατριωτικής ποίησης. Καταρρακωμένο από μνημόνια και δασκάλους γητευτές, αποκομμένο απ’ τη ζωή και τον αίθριο χαρούμενο παλμό της ζωής. Σκύβαλο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των χορηγών, παρκαρισμένο σε σιδερόφραχτα μαντριά, μαρκαρισμένο από εταιρικό συναίσθημα και κοινωνική δικτύωση ακραίας μαλακιάς και διηρημένου λόγου. Αιχμάλωτο σε ένα άδειο σπίτι, με τα παράθυρα καρφωμένα. Με ένα ιερατείο που διαφεντεύει τις ασυνάρτητες και παράλογες εκλάμψεις του πλούτου. Με μια ιδιότυπη χωροφυλακή των ηδονών και έναν ακραία πορνογραφικό λογισμό που διασπείρει αυταπάτες. Σε μια χώρα που το φως και ο θάνατος είναι πανταχού παρόν. Σε μια χώρα γεμάτη νεοέλληνες, γραφειοκρατικό πνεύμα και λογοτεχνικές συμβάσεις. Σε μια χώρα που έχει βαθειά χωμένο στον κώλο της τον Τούρκο και την Ορθοδοξία. Εδώ λοιπόν όπου έχει εξουσία η ρητορική της αβεβαιότητας, υπάρχει και η σπορά μας. Ο ποιητικός μας λόγος που δεν είναι ένα σχολαστικό ματαιόπονο σχόλιο για το παρελθόν αλλά ένα κάλεσμα για το συλλογικό μέλλον. Αναπόφευκτα οι μοντέρνοι καιροί έχουν βαρβαρότητα. Και πόνο. Όμως, αυτοί που ποζάρουν και κυβερνούν, είναι τα ψόφια άλογα του μέλλοντος. Είναι αυτοί που θα φονευθούν απ’ τα ίδια τους τα παιδιά. Είναι αυτοί που θα ξεράσουν τα προγονικά πρότυπα στα βελούδινα καθίσματα του μεγάρου μουσικής. Αυτά που είναι ποτισμένα από σεμνότυφη κλανιά και γαλλικό άρωμα. Αυτά τα βελούδινα καθίσματα που συμβολίζουν σήμερα τη θεσμοποιημένη αδυναμία του μικροαστικού όχλου να παράγει πολιτισμό. Δηλαδή ανατροπές. Δηλαδή ξεβράκωμα των ισχυρών. Δηλαδή ανυπακοή στο φασίστα-δημοκράτη που σε θέλει πρόβατο και δουλευτάρικο τραγί. Κι ύστερα σε θέλει πρωταγωνιστή στην τραγωδία, χαμάλη στην οπερέτα του, βλαμμένο εθελοντή στις ολυμπιάδες του, χαζοχαρούμενο πεινασμένο στα συσσίτιά του, παραδίδοντάς σε στη μοιραία φθορά και αλλαγή του χρόνου. Εκεί που τελειώνουν όλα και βλέπεις πως έζησες σαν απαρηγόρητος μαλάκας σκύβοντας το κεφάλι, ψευτοζώντας και υπομένοντας, φιλώντας το τζάμι που είναι κλειδωμένη η χαλκομανία της παναγίας και τα οστά των βρικολακιασμένων αγίων. Τα πρακτικά της βουλής και οι εκφυλισμένοι λόγοι υπέρ της ελευθερίας του ατόμου. Ελευθερίας, στην ουσία υπέρ της ανικανότητας και της δυστυχίας. Εκεί που τα εύστροφα θυληκά παίρνουν την εξουσία και διαδηλώνουν την αδίστακτη ομορφιά τους. Εκεί που το σώμα κηρύσει ανυπακοή στα συρματοπλέγματα και πίστη στην αλήθεια, που είναι μια και μοναδική και καυλιάρα.

Μικρό εγχειρίδιο γκαυλωμένων

mikro

Ζηλεύω τον ποιητικό τρόπο με τον οποίο αρχίζει το κομουνιστικό μανιφέστο. Ακούς την αλήθεια και την έμπνευση να διαλαλούν, όχι την πραμάτεια του φιλόπονου διανοούμενου, αλλά την ξεχειλισμένη αλήθεια απ’ τα τσουκάλια. Μιαν αλήθεια που ακόμα δεν έχει συνειδητοποιήσει το προλεταριάτο και γι’ αυτό ξεπέφτει σε πρακτικούς και γιατροσόφια, για να ιάσει τις υπαρξιακές του σουφλιές. Μια αλήθεια που φινίρεται δραματικά απ’ τις αντιφάσεις και το μαρκάλεμα των βουβών εκ γενετής πλασμάτων. Βεβαίως οι εξελίξεις, οι πόλεμοι και οι εμφύλιοι οδηγούν τα σπουδαία έργα στις βιβλιοθήκες και στα σανατόρια του πνεύματος. Στις ακαδημίες που ξεψειρίζουν τις συνθήκες του κάθε γραπτού, λίγο πριν το οδηγήσουν στο μουσείο, δηλαδή στον τάφο. Εκεί που τα σπουδαία έργα σκουληκιάζουν αδιάβαστα. Εκεί που οι χίλιες και μια εξηγήσεις των σοφών ηλιθίων, καταστρέφουν την ποίηση και την καύλα, αφήνοντας πίσω δαιμόνιες στατιστικές και φίρμες που σπέρνουν τις νευρώσεις τους στο δημόσιο βίο. Τι ποίηση περιέχει αλήθεια ένα κείμενο που σου λέει ότι η ζωή σου είναι για να τη ζήσεις και να τη χαρείς! Κι όχι να τη χαρακώνεις και να την ξεζουμίζεις για να έχει ασυστόλως πλούτη και κόκα, κάθε πλούσιο πουστράκι απ’ την υπεραξία σου. Τι ποίηση περιέχει ένα γραπτό που πραγματικά ανατρέπει καθεστώτα! Κι εδώ είναι το μεγάλο κόλπο. Εδώ ο αστός και τα τσιράκια του κακολογούν την ποίηση και τους ποιητές. Γιατί οι επαναστάτες είναι ποιητές που ανατρέπουν καθεστώτα, άρα επικίνδυνοι. Είναι η ποίηση που δεν διαθέτει αντίτυπα και ηθικούς δεσμούς στην πιάτσα, αλλά ξεσηκώνει με μια ζούρλια κι ένα κέφι επικίνδυνο, αφού είναι αποφασισμένη να γκρεμίσει το παλιό και να χτίσει το καινούργιο. Σήμερα, που ο αριστερός αντικομουνισμός και οι ηθικολόγοι του φλερτάρουν με την εξουσία, το κομουνιστικό μανιφέστο είναι μια ηλιαχτίδα πάνω απ’ τη λύπη και την κατάθλιψη που βαραίνει τις κοινωνίες. Είναι το πείσμα της ζωής εναντίον του θανάτου. Ένα πείσμα που δεν έχει δαγκωματιές σκοταδισμού και μεταφυσικής αλλά σχέδιο για δράση απέναντι στη χαζοροή της τηλεόρασης και στη σκοταδερή παρακμή της εργασιακής σκλαβιάς. Ιδού λοιπόν: Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα: ο πάπας και ο τσάρος, ο Μέτερνιχ κι ο Γκιζό, γάλλοι ριζοσπάστες και γερμανοί αστυνομικοί. Αυτό το φάντασμα κυνηγούν και σήμερα οι απόγονοί τους με μεγαλύτερη ορμή και φοβερότερα όπλα. Γιατί αν τους ξεφύγει έστω και στο ελάχιστο αυτό το φάντασμα θα τους γαμήσει και δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο. Θα ανθίσουν κρινάκια πάνω απ’ τα ξερατά και οι έρωτες θα πάρουν το αίμα τους πίσω. Οι σκοτωμένοι, οι δολοφονημένοι και οι πατικωμένοι πληβείοι των πόλεων. Καμία ουτοπία δεν είναι μακριά όσο υπάρχουν καυλωμένοι. Καμία Γερμανία δεν είναι παντοδύναμη και κανένας καπιταλιστής δεν είναι ισχυρός όσο υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται και άνθρωποι που πολεμούν. Ο σοφός ποιητής και τρομερός νεανίας των ελληνικών γραμμάτων Ηλίας Πετρόπουλος γράφει επ’ αυτού: Η Γερμανία έπασχε και πάσχει από το αιώνιο άγχος του ζωτικού χώρου. Η Γερμανία παρέμεινε μια χώρα δίχως αποικίες. Η Γερμανία ποτέ δεν είχε μια υπερπόντια πολιτική και διπλωματία. Κάθε φορά που η βιομηχανική παραγωγή γερμανικών προϊόντων ξεπερνούσε τις ανάγκες της Ευρώπης, η Γερμανία ξεκίναγε έναν πόλεμο, που πάντα κατέληγε σε καταστροφή. Σήμερα η επίσημη Γερμανία όπως την εκφράζουν το ινστιτούτο Γκέτε (μεταπολεμική νεκρανάσταση της χιτλερικής Deutsche Akademie) ή τα διάφορα φεστιβάλ, προσπαθεί να δείξει το καλό της πρόσωπο, για να ξεχάσουμε τα ολοκαυτώματα κατά των γερμανών κουμουνιστών, κατά των εβραίων και των τσιγγάνων, κατά των ομοφυλοφίλων, κατά των πνευματικώς καθυστερημένων-και, προπάντων, για να λησμονήσουμε το Μέγα Ολοκαύτωμα του ρωσικού λαού. Αν διασώθηκε η Ευρώπη όπως διασώθηκε, αυτό οφείλεται καθ’ ολοκληρίαν στον Κόκκινο Στρατό. Η σύγχρονη αντικομουνιστική προπαγάνδα όλων των τηλεοράσεων και όλων των εφημερίδων ξεκινάει από την τρομάρα που πήραν οι καπιταλιστές το 1945, με την παρουσία του κόκκινου στρατού στην καρδιά της αμαρτωλής Ευρώπης. Μια τρομάρα που οι καπιταλιστές δεν μπορούν να καταπιούν………

Γεύμα υγρασίας

geyma y

Όσοι διαθέτουμε διαβατήριο αποδημίας, έχουμε πάθη και λογοτεχνικές ορέξεις, που φέρνουν σε αμηχανία το μεγάλο κοινό. Το κοινό, που όσα χαστούκια και να του δώσεις, είναι προσηλωμένο στις προσφορές και τα πρόσφορα της πλαστικής εποχής. Εκεί που το νόημα οχυρώνεται στην ημιμάθεια. Εκεί που η κούραση γίνεται βλαστάρι του μικροαστικού κυνισμού και η σκέψη κείτεται ανάσκελη στην τάβλα του πληκτρολογίου. Εκεί που ειδικοί επιστήμονες ή μη, βγάζουν παράφωνους και τραγικούς ήχους. Ένα ψηφιακό μουγκρητό, μιαν ατημέλητη τελετουργία με δοξασίες και πόζες, μια πομπή από κουτσές, στραβές και μονόφθαλμες προσευχές. Μια μουμιοποιημένη αναρχία του καναπέ, ένα μοτίβο απομόνωσης και σιωπής που οριοθετεί την κυριαρχία μας αποκλειστικά μέσα στον σπιτίσιο στρατώνα. Εκεί που αθροίζονται οι τρόμοι, που ξεμπουκάρουν απ’ την τηλεοπτική μαγειρική. Εκεί που οι εικόνες δεν διαρκούν πάνω από τρία δευτερόλεπτα και το discovery channel λανσάρει το μοτίβο της τυφλότητας. Εκεί που το ποίημα μας αχρηστεύεται και το σπίτι γίνεται οχυρό των έρημων ψυχών που κατοικούν την έρημη χώρα. Τη χώρα που ο μεγαλοαστός την έκανε απόπατο των Ευρωπαίων. Τη χώρα που με τη θάλασσα, τα νησιά και τον ήλιο της κάνει κλύσμα στους γερασμένους πλούσιους κώλους. Στη χώρα που τα περήφανα τέκνα της γίνονται γκαρσόνια με πτυχίο και δεξιότητες. Στη χώρα που οι γερμανοί σκέπασαν τα λουλούδια με τέφρα. Στη χώρα που οι αμερικάνοι κάνανε πνευματική στείρωση στον πληθυσμό με ξεπλυμένη σκυλάδικη κουλτούρα. Στη χώρα που γέμισε επετείους και νερόβραστες εθνικές εορτές με λάβαρα και κωλόπανα ίσα ίσα για να κλωσάνε το βλαμμένο πατριωτικό συναίσθημα. Τα χάδια στην ακροδεξιά που τη διαχειρίζεται με πολιτική μαεστρία ο σύνδεσμος βιομηχάνων και η ένωση εφοπλιστών. Εδώ στη χώρα που μια ντουζίνα πρόθυμων ηλιθίων μαγαρίζουν το νερό των παιδιών τους και γλείφουν το σκατό του οπορτουνιστή, οι λογοτεχνικές αρετές και τα πάθη μας πρέπει να μείνουν έξω απ’ την αγορά. Να τρυπώσουν έστω και στην ελάχιστη χαραμάδα ελευθερίας. Τα πάθη αυτά που δε χωράνε σε νερόβραστες εκδηλώσεις και σε δημόσιες απαγγελίες γελοιότητας και βαρεμάρας. Εκεί που τα πλουμιστά βιογραφικά και οι μουνάτες πόζες έρχονται να σκεπάσουν την κακομοιριά και το δουλικό ήθος. Την κακογραφία και τα ρετάλια του ξεθυμασμένου ρομαντισμού. Εκεί που ο βασιλιάς ήλιος βάζει μηδέν.

Το βασίλειο των ποιητών

basilio

Το βασίλειό μας έχει γάτες και ποντικούς.
Κορίτσια που γελάνε και στολίζουν τους αγρούς.
Δεν είναι η χώρα του λυρισμού.
Ούτε η χώρα που κλέβει στο ζύγι.
Εδώ δεν έχουμε εμπόρους με έμπνευση.
Παρά φλογερά μαύρα μάτια.
Μέρες και νύχτες χωρίς θλίψη.
Εδώ έχουμε δράκοντες κι όχι τρελούς αστυνόμους.
Δεν έχουμε σαλαμάνδρες και πλούσιες κυρίες.
Ηρωίνη και λήθαργο.
Δεν έχουμε ανίατες αρρώστιες.
Και κοπέλες που παραδίδουν μαθήματα.
Δεν έχουμε δηλητήρια κρεμασμένα με σύρμα στα δέντρα.
Προσφορές αλλαντικών και κρεμμύδια μολυσμένα απ’ τη Θήβα.
Δεν έχουμε ναυτικό στόλο και αεράμυνα.
Κι ίσως γι’ αυτό μας κηρύσουν τον πόλεμο νύχτα μέρα.
Δεν μας αφήνουν σε ησυχία.
Πράγμα που σημαίνει πως φοβούνται.
Πράγμα που σημαίνει πως θέλουν να ξεκάνουν τα γεννητικά μας όργανα.
Όμως τα γεννητικά μας όργανα είναι παντοδύναμα.
Αφού ενώνουν τους θνητούς εις σάρκαν μία.
Κι αφού σε τούτο το βασίλειο εδώ είμαστε όλοι βασιλιάδες.

Είμαστε όλοι ποιητές.

Συνεισφορά στην παγκόσμια ημέρα ποίησης

synei

Ένα μεσημέρι κολατσίζαμε κάτω από έναν πεύκο στην αρχαία Ολυμπία. Είμαστε εργάτες που βουλιάξαμε σηκώνοντας τις μεγάλες πέτρες. Κατεβάσαμε κήλη, κρέμασαν τ’ αρχίδια μας. Γελούμε τρώγοντας ελιές ξιδάτες. Και δεν υπάρχει ποίηση χωρίς ελιές ξιδάτες.

***

Πάνω της έχουνε χύσει χιλιάδες αρσενικά. Στο πρόσωπό της έχουν εκσπερματώσει εκατοντάδες καυλωμένοι άντρες. Μπορεί να μιμηθεί όλα τα πρόσωπα κι όλα τα όντα. Μπορεί να υποδυθεί τον άρχοντα, το στρατηγό, το νομοθέτη. Μπορεί να υποδυθεί τους γαμιάδες της. Μπορεί να υποδυθεί το σύμπαν ολόκληρο, το πουλί που κελαηδεί, την κίνηση των νερών, το φλοίσβο των κυμάτων.

***

Ένας γέρος ξεψύχησε πάνω στο κλάσιμο. Η νεκροψία έδειξε πως η πορδή δεν κατάφερε να βγει. Αργότερα όταν τον μετακινούσαν και τον τέντωναν για να τον ετοιμάσουν για την κηδεία ακούστηκε μιαν υπέροχη ένδοξη σπαρταριστή πορδή.

***

Απ’ τα στεφανωμένα με κοράλλια μακρινά νησιά του Ειρηνικού ως τις ακτές της Αυστραλίας κι απ’ το Μπαγκλαντές μέχρι τη νέα Ορλεάνη, οι πρόσφυγες τρέχουν όπως τα δάκρυα πάνω στα μάγουλα της γης. Χωρίς καμιάν επιθυμία να φορτωθούν άλλους μπελάδες εκτός της ύπαρξής τους.

***

Μια νύχτα που το μουνί της ήταν υγρό και τα λευκά φεγγαρόλουστα σεντόνια μύριζαν φρεσκάδα ανοιξιάτικου αγρού και το κορμάκι της πάλλονταν απ’ το βουητό και τον ψίθυρο των εντόμων της καύλας άκουσα τ’ όνομά μου απ’ τα χείλη της λες για πρώτη φορά, τ’ άκουσα μ’ έναν τρόπο που ακούει κανείς τον άνεμο ή τη βροχή, ξέπνοο και μακρινό, όχι σα ν’ ανήκει σε μένα αλλά στη σιωπή απ’ την οποία είχε έρθει και στην οποία θα πήγαινε.

***

Είναι γκόμενα μισχοειδής και βλαστική, ανεβάζει θαυμαστά χυμούς, πετάει χλωρά κλαδιά και φύλλα μου είπε ο κισσός για τη γυναίκα-λουλούδι.

***

Ο κατηχητής διαβάζει ένα εδάφιο απ’ τον Εκκλησιαστή: όστις σκάπτει λάκκον, θέλει πέσει εις αυτόν και όστις χαλά φραγμόν, όφις θέλει δαγκάσει αυτόν. Διακόπτει τότε χαϊδεύοντας τα γεννητικά όργανα των μικρών αγοριών κι ευθύς αμέσως συνεχίζει: ποιος ανεζήτησε τον αποδιοπομπαίο τράγο και έρριψε την αμαρτία στην πλάτη του;

***

Έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο ένας μεσ’ τους πολλούς άγνωστος μεταξύ αγνώστων τουμπανισμένος από θάνατο πορνογραφίες εκμαυλιστές εκφωνητές πειραματιστές εγκεφάλους μυστικούς δείπνους κομμένες γλώσσες ρήτορες βερνικωμένα κέρατα και φωτισμένες δεσποτείες. Ακάθαρτος φαλλόδοξος λωλός. Ανώνυμος μεσ’ τις άπειρες αρρώστιες του αιώνος, εις τους αιώνες των αιώνων. Κλεπταποδόχος ο Καιρός των ηρώων.

***

Ρέω μέσα σ’ αυτόν τον αιώνιο αιμομικτικό κύκλο της επιθυμίας. Είμαι γεμάτος από ούρα που ξεχύνονται ζεματιστά, γεμάτος από αίμα κατακόκκινο και πικρό, από βλεννόρροια που ρέει ακατάπαυστα, από σκατά, από έναν απέραντο οχετό λέξεων, από έναν ορμητικό ποταμό προτάσεων, από ρέον σπέρμα και φωσφορίζοντα έμμηνα, έκλυτος και διαλυτός από καταβολής οδηγημένος στο θάνατο στο λιώσιμο και στην αγία αποσύνθεση.

Προσχέδιο για μιαν ωδή στο Σαλβαδόρ Νταλί

ntali

Ω αγαπημένε Σαλβαδόρ, διεστραμμένε
που όλες σου οι φιληνάδες είναι ψήγματα χρυσού
και σφραγίδες σε παλαιά γραμματόσημα του πολέμου.
Που όλα τα μουστάκια σου είναι αιμοβόρα
κι όλες οι αναπνοές σου αφρισμένα μουνιά.
Ω Σαλβαδόρ άντρα απ’ τα βάθη του πανικού,
ξεσχισμένε από δολάρια,
ήρωα μιας εποχής χωρίς κομπιούτερ,
εν πλήρη στύσει.
Σαλβαδόρ που κρέμασες
εικονίσματα στα τσιγκέλια σου.
Αγίους των αστραπών.
Διαβόλους των ψυχών που αναστήθηκαν απ’ τα κάτεργα.
Ποιητές της καισαρικής τομής
του βασιλιά ήλιου των απολαύσεων.
Σαλβαδόρ γόη, καρδινάλιε με ράσα στολισμένα
γλώσσες των επισκόπων της Ισπανίας.
Σαλβαδόρ παλαιοημερολογίτη και γλείφτη της Γκαλά
που δεν έγινες καθηγητής
σε σκοταδερό λύκειο της επαρχίας
αλλά διακονιάρης της τρέλας.
Που δεν έγινες σεβάσμιος παιδεραστής
της Αγίας καθολικής εκκλησίας
αλλά πρόεδρος όλων των ατομικών εκρήξεων
κι όλων των φόβων.
Σαλβαδόρ μπήχτη και Σαλβαδόρ κόκορα
που σ’ έσφαξε στην αυλή του ο Φράνκο
και σε κάρφωσε στον τοίχο του ο καπιταλιστής.
Σαλβαδόρ δισκοπότηρο και Σαλβαδόρ βόθρε,
δωρητή γεννητικών οργάνων και γενετήσιων ορμών.
Αδερφέ, λάτρη της μυθολογίας και της γύμνιας.
Που κυνήγησες γυμνά κορίτσια του χωριού
για να τα κάνεις μανουάλια.
Σάτυρε που πέρασες τον Κίτρινο Ποταμό
ως στρατηγός Τσαγκ και κατέλαβες το Πεκίνο.
Βαρβάτε σταχτωμένε γάτε της Ανδαλουσίας
που λούφαζες πάντα στα προικιά των Νυμφών.
Που δούλεψες σκαφτιάς με το Λόρκα στα θερμοκήπια.
Σαλβαδόρ λαβωμένε
που δεν έγινες ήρωας ή δάσκαλος στα γηρατειά.
Σαλβαδόρ αλλαντικό από άνθρωπο και ζώο,
εκκλησία και σφαγείο.
Σαλβαδόρ από νεκρικούς χορούς και τρυφερότητα,
πρίγκιπα κάθε πατροκτονίας
που έκανες τους φτωχούς να σηκώσουν κεφάλι
και να δουν το φεγγάρι.
Που ανατίναξες μαγαρισμένα καρβέλια.
Σαλβαδόρ συγγενή μου και κάλπικη δεκάρα,
σκιάχτρο στην άβυσσο της τρέλας,
καταφερτζή.
Σαλβαδόρ αδύνατε εκ γενετής,
ιδρυτή του Κράτους της λαιμαργίας.
Θεοποιητή των σηκωμένων ποδιών,
σκηνίτη και χρυσοθήρα.
Εμπρηστή των νεόνυμφων ιλίγγων.
Σαλβαδόρ ζητιάνε μ’ ένα κομμάτι κρεμμύδι
για το δείπνο σου.
Σαλβαδόρ τομάρι στους φράχτες των μουσείων
που όλο παραμιλούσες και ξυνόσουν στον ύπνο σου
όπως κι εγώ.
Ω Σαλβαδόρ έκανες τη δουλειά σου σωστά,
μια για πάντα.

Δυνατότητες

dynatoti

Μπορείς να ξεκληρίσεις βλέμματα.
Να κάνεις απίθανα κόλπα ποιητικά
όπως οι καλόγεροι στο Άγιον Όρος
που δεν χρειάζονται γυναίκα γυμνή
αλλά κονσέρβες για τις νηστείες και
τις ολονυχτίες της μοναξιάς και του
πόνου. Μπορείς να γίνεις φεγγαράκι
στη ζωγραφιά ενός παιδιού που θα
γίνει στο μέλλον κακοποιός. Μπορείς
να γίνεις γάτα των Φαραώ και σύζυγος
φουρναρέων. Να σηκώνεσαι άγρια
μεσάνυχτα και να πλάθεις ζυμάρι. Να
σπρώχνεις ταψιά με το ξύλινο φτυάρι
σου. Να μυρίζεις το ελαιόθρεφτο
προζύμι καθώς φουσκώνει και τον
ένσαρκο άντρα σου γύρω να γυρεύει
κανονιοβολισμούς με το δάχτυλο
στο ανθάκι σου.

Μαύρα πανιά

mayra

Οι πλούσιοι τα λένε στον ψυχαναλυτή, η μεσαία τάξη στον ψυχολόγο κι οι φτωχοί στον παπά. Το βασίλειο του δυτικού πολιτισμού έχει στο κέντρο του την εξομολόγηση. Όλες οι ηθικές προκαταλήψεις αντιλαλούν μια κραυγή μάχης. Οι τάσεις για εκμυστηρεύσεις αντιστοιχούν σε μιαν άκρως λεπτεπίλεπτη κλίμακα. Απ’ τις υποσημειώσεις στο περιθώριο ενός βιβλίου μέχρι το χαρτονόμισμα στην καλτσοδέτα της ιερόδουλης, ένας αναγνώστης της ζωής διασταυρώνει τα πυρά του με το χρόνο. Ο χρόνος μας σπρώχνει στην αμαρτία. Στο μη αποδεκτό. Στη λοξή δημόσια πράξη. Η παρόρμηση είναι κλάσμα του χρόνου. Στον παρορμητικό αποδίδεται μονίμως άδικο. Στοχοποιείται με τραύματα κι ανεκπλήρωτα απωθημένα απ’ την ακαδημαϊκή αναλυτική σαβούρα. Απ’ τους αμερόληπτους γονιμοποιούς του αποδεκτού που έφτιαξαν συνθήκες εγκλεισμού όχι για να περιορίσουν αλλά για να παραδειγματίσουν. Η αρρενωπότητα της εξομολόγησης έγκειται σε μια ψυχολογική επίθεση. Η μαζική κατασκευή ψυχολόγων έρχεται να καλουπώσει την έλλειψη έμπνευσης και κριτικής σκέψης. Έρχεται να εφεύρει νέους κατά φαντασίαν ασθενείς, αδύναμους που συνωστίζονται σε τζαμιά, εκκλησίες και πρωινές προσευχές, κανονικότητες ενός όχλου που προελαύνει σε ουρές και σε ταμεία, αγοράζοντας με δόσεις, επιθυμίες και ανάγκες, φυτευτές απ’ τη φλύαρη κατευθυνόμενη ηγεμονία του πλούτου. Ο πλούτος φθείρει πρώτα τον φτωχό κι όχι τον πλούσιο. Ξεζουμίζει αναπάντεχα κάθε δυναμική ικμάδα της εργατικής του δύναμης, αφού αυτή είναι προορισμένη να δημιουργεί όλο και μεγαλύτερο περίσσευμα όχι για την ίδια αλλά για τη διαμεσολαβημένη ισχύ τρίτων. Η εξομολόγηση προαπαιτεί την αμαρτία. Ο μοντερνισμός πήγε την εξομολόγηση στα γραφεία. Όταν οι κοινωνίες καταντούν από ανάγκη ή απληστία, να εκφυλίζονται τόσο που να μην μπορούν να δεχτούν τα δώρα της φύσης, παρά μόνο με αρπαχτικό τρόπο, για να τα πουλήσουν σε ευνοϊκή τιμή στην αγορά, οι άνθρωποι κομπάζουν και πουλιούνται ξεδιάντροπα στους κάθε λογής ψυχαναλυτές, ψυχολόγους ή παπάδες θρυμματίζοντας κάθε συμπαντική ακτινοβολία και κάθε ποιητική μονάδα της ζωής που ξεχειλίζει. Η ανθρώπινη εφυΐα βορά στους τσαρλατάνους και στους διεκπεραιωτές συμπεριφορών. Καυλωμένοι βιαίως εκδιωγμένοι απ’ το βύθισμα στον εαυτό τους. Μαύρα πανιά.

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η κατσαρόλα του ποιητή

katsarola

Θα’ λεγα πως η ποίηση με προφυλάσσει απ’ την κοσμικότητα. Κλίκες, φιλοδοξίες, προαγωγές, ραδιουργίες, ρόλοι, συμμαχίες, εξουσίες, παραχωρήσεις. Η ποίηση μ’ έχει μεταβάλει σε κοινωνικό απόβλητο. Επικαλούμαι την αλήθεια της ή την αίσθηση της αλήθειας που μου παρέχει. Την ανακαλώ μέσα μου για να συγκρατήσω αυτή την κοσμική φιλαρέσκεια που παραμονεύει. Ο καιρός, η εποχή, το φως, ο δρόμος, το περπάτημα. Όλα συγκεντρωμένα μέσα σε κάτι που είναι ήδη έτοιμο να αποτελέσει ανάμνηση. Το ιερογλυφικό της ευμένειας και η ευδιαθεσία του πόθου. Η ποίηση που εκφράζει το πάν δηλώνει ταυτόχρονα κι αυτό που λείπει απ’ το πάν. Θέλει να ορίσει αυτό που δεν ορίζεται και στο οποίο αγκιστρώνεται η ύπαρξη. Ένας τόπος απροσδιόριστος που δε θα μάθουμε ποτέ τίποτε γι’ αυτόν. Η γλώσσα προσπαθεί να εκφράσει, ψηλαφεί, τραυλίζει αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να αρθρώσει μια λέξη κενή που περιγράφει το βαθμό μηδέν όλων των τόπων. Αφού η ποίηση δε μπορεί να γίνει ποτέ αυτό που παλεύει να εκφράσει. Ένα δέντρο, η στάχτη που καμπυλώνει μπροστά απ’ την καύτρα, η κοψιά ενός νυχιού, μια τούφα μαλλιά. Ο τρόπος που ανοίγουν τα δάχτυλά της τα χείλη του αιδοίου. Η περιγραφή της γοητείας ή της καταστροφής δεν μπορεί να υπερβεί τη γοητεία ή την καταστροφή. Η ποίηση είναι το ένδοξο τέλος του λογικού διαβήματος. Η αισχρότητα της επιθυμίας. Την επιθυμία που ο Μαρκήσιος την έφτασε στο φόνο και τη σκατοφαγία. Πλάθω νόημα από το τίποτε. Κι αυτό ακριβώς μου φέρνει ρίγος. Να κατοικώ μέσα στο καμίνι του νοήματος. Να βάζω στην κατσαρόλα μου την πραγματικότητα. Να την μαγειρεύω ανάλογα με τη διάθεση. Να επινοώ καινούργιες συνταγές. Να δοκιμάζω κάθε τόσο με την κουτάλα τις λέξεις που βράζουν. Επαναστάσεις, σεισμοί, καταποντισμοί, γεράματα, νεότητες και γαμήσια κοχλάζουν στην κατσαρόλα μου.

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Μικρή λειτουργία της Άνοιξης

mikri

Αρκετή βία έχει η λαμπρή ζωή του κόσμου
Φουστανάκια που μαγκώνουν την ομορφιά
Ψυχές που λύνουν τη γλώσσα τους στα κρεβάτια
Κι η πόρτα για το σύμπαν καγκελόφραχτη
Κλειδωμένη μέρα και νύχτα
Δίχως βιβλίο εφημερίδα χαρτί μολύβι
Κι είναι αυτή η βάρβαρη ψευδαίσθηση της ομορφιάς
Κι αυτή η ευκολία της γλώσσας να ζευγαρώνει
Έξω απ’ το Χώρο και το Χρόνο
Ολόγυρα στο Κενό και στο Τίποτε
Κι ο ποιητής σαν δύτης
Κάτω απ’ το θόλο των λέξεων
Στο βυθό αυτού του μαύρου ωκεανού της σιωπής
Αρμόδιος να θωπεύει το χνουδάκι της φύσης
Και της φθοράς το Άγιον Πνεύμα το ζωοποιό
Αρμόδιος να εκκλησιάζει τη γυμνή ελαφίνα στο δάσος του
Να καρφιτσώνει ανθάκια στο συκώτι του
Να σηκώνει το σταυρό της μισθωτής σκλαβιάς των αρουραίων
Να βγάζει απ’ τις τσέπες του τον ήλιο για να αγοράσει αγάπη
Για να αγοράσει μεσονύχτι για την αιώνια λοχεία του

Υστερόγραφο

ystero

Έφτασε η ώρα να καταλήξουμε κάπου,
μα δεν καταλήγουμε πουθενά.
Έτσι γίνεται πάντα. Παντού ουρές.
Αυστηρές απαγορεύσεις για το κάπνισμα
και το γαμήσι σε δημόσιους χώρους.

Τη φαντάζομαι τώρα να βγάζει τη μπλούζα.
Να βλέπω τις θηλές της.
Μελαχρινές και σαρκώδεις, σαν μούρα.
Τη φαντάζομαι να περιφέρεται γυμνή,
με την κιλότα και το σουτιέν
πάνω σ’ ένα παιδικό ποδήλατο.
Να καγχάζει.

Τι συμβαίνει τη νύχτα

Fountain

Οι ακραίες σκέψεις μου ολισθαίνουν
στο ποίημα. Βγαίνει ζουμί και βγαίνει
γάλα. Με διαβάζουν το θύμα κι
ο θύτης. Είναι η ώρα να ταΐσω το
στίχο. Να βγάλω βόλτα το μαύρο σκοτάδι.
Είναι η ώρα που πρέπει να κουρνιάξω
στο τρυφερό της αιδοίο. Να φιλήσω τον
αθώο μαστό. Να ξεθαρέψω γράφοντας
σαν εξοδούχος που βγήκε για σεξ.
Σαν ήλιος που μυρίστηκε υγρά. Να
προλάβω να λαμπαδιάσω σαν κοτσύφι
στη λιακάδα. Να στήσω σκηνικό
Κυριακής με τραπεζάκια. Να στήσω
γάμο αναφιλητά συγγενείς μπιμπελό.
Να βγάλω το βλαμμένο εαυτό μου
στη φύση να βγάλω το βρακί μου
τα σώψυχα. Να γείρω μονήρης στα
γυμνά κλαδάκια της γης. Να γλιτώσω
την πληγή μου απ’ τις ερμηνείες.
Παραπομπές, πομπές και διαπομπεύσεις.
Να με βρει η νύχτα ντελιβερά σε πολίχνη.
Σε μιας όμορφης τα χείλη πλασιέ.

Ποτάμια απεργοσπάστες και μαγαρισμένες Ελιές

potamia

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί… σκουπίζουνε σιωπηλά
το πρόσωπο το φτυσμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.
(Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, Επίκαιροι αμίλητοι)

Φυσικά η απεργία δεν καταφέρνει και πολλά, όταν γίνεται λειτουργία ολίγων γραφικών, που πιστεύουν ακόμα πως ο κόσμος αλλάζει με αγώνες κι όχι με γκρίνιες και λαϊκό φασισμό, μονταρισμένο στα Ποτάμια και τις Ελιές. Πως για να έχει ο κάθε κουράδας απεργοσπάστης το ελάχιστο τεμάχιο ευημερίας κάποιος ξεπατώθηκε κι άφησε τα κόκαλά του σε κάποιο ξερονήσι της αδιαφορίας των πολλών. Φυσικά η απεργία είναι μάταιη, όταν την κακολογεί αυτός που θα πρέπει να την έχει ως όπλο στη φαρέτρα του. Αυτόν που τον ξεζουμίζει η ανάπτυξη που φοράει πότε δεξιά και πότε κεντροαριστερά άμφια. Αυτόν που περιμένει κάποια ψευτοευρώ για να ψευτοζήσει και να τη βγάλει καθαρή, διεκδικώντας κι άλλο ιδεολογικό ψεκασμό απ’ τους ανθρωποβοσκούς του. Αυτόν που θα πρέπει αύριο να δικαιολογήσει στο παιδί του τη θανατηφόρα αδιαφορία του. Την εκχώρηση του μέλλοντός του στην εταιρία και στους εταίρους. Την ανεργία του και το μισθωτό ξεροκόμματο. Αυτόν που τώρα μιξοκλαίγεται για αυτά που τραβά απ’ τους αλήτες, αλλά με συνουσιακή ακρίβεια θα ξαναπέσει στην αγκαλιά τους για να γλείψει λίγο απ’ το κόκκαλο του πλεονάσματος. Αυτόν που αντί να γίνει Μουτζαχεντίν και να διεκδικήσει αξιοπρέπεια για τη μια και μοναδική ζωή του γίνεται αρνάκι έτοιμο για θυσία στο Πάσχα της αγοράς. Αυτόν που πράγματι, έχει μετατρέψει την απεργία σε συνδικαλιστική ντουφεκιά βολεύοντας όλο το σύστημα, απ’ τα επαγγελματικά στελέχη της επανάστασης μέχρι τα νερόβραστα κολοκύθια της συστημικής διανόησης. Αυτόν που προσφέρει άλλοθι στους δυνάστες του κάνοντας το φόβο του φυλαχτό του αδίσταχτου πλούτου. Κάνοντας τη φιγούρα του ένα χάρτινο ακίνδυνο ανθρωπάκι πάνω απ’ τον όλεθρο. Αυτόν που δε λέει να καταλάβει πως, κανείς δεν μπορεί να τον σώσει εκτός απ’ τον ίδιο. Αυτόν που με διάφορα προσχήματα παραμένει ανοργάνωτος ασυνάρτητος και μπερδεμένος. Αυτόν που δεν μπορεί να δει την δική του αλήθεια και το δικό του συμφέρον αποκομμένο απ’ τα συμφέροντα της τάξης που τον βατεύει νυχθημερόν. Αυτόν που δεν ξέρει πως ο σύνδεσμος βιομηχάνων είναι ένας και μοναδικός, αλλά ο σύνδεσμος των συμφερόντων του είναι κατακερματισμένος και διασπασμένος, έρμαιο μιας εργοδοσίας που ξεγεννά τις θανατηφόρες κρίσεις της στο καθιστικό του και στο χωράφι του. Στον ανοιξιάτικο αγρό του, που αντί να τον χαρεί και να τον γλεντήσει, τον στολίζει κατάθλιψη και αιματοχυσία για τα λεφτά του Συγγρού. Για τα λεφτά της γκάζ-πρόμ και τα τερτίπια του γερμανικού ιδεαλισμού που καταστρώνει νέα ολοκαυτώματα για τους απείθαρχους λαούς και τις απείθαρχες υπάρξεις, που δε γουστάρουν εξουσίες και κερατάδες πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Ράφτρες και μεταποιητές των αναγκών τους. Λύκους με δημοκρατική προβιά και αξιολογητές-ντίλερ αρρωστημένου ανταγωνισμού σε εργασιακά κολαστήρια.

Οδηγίες για μια Παιδική Χαρά κοντά στη θάλασσα

odigia

Να εγκαθιδρύεις μια περιοχή θαυμάτων, εκεί, στα σύνορα της οδύνης και της εμμονής. Να κάνεις αυτό το εκ γενετής αφύσικο συναίσθημα να ξεμπουκάρει στη βουβή άβυσσο. Να μεταδίδεις στα ρημαγμένα νεύρα του κοινού το φυτώριο της αϋπνίας και την μοιχεία των κήπων. Να σφυροκοπείς με ιαματική πληρότητα τον αισθησιασμό. Να φαίνεται το ποίημα σαν οπωροφόρο στα χαλάσματα.

Σφυροδρέπανα

sfyro

1
Είναι αυτό το δάσος από γαμήλια δώρα
Από χαμό και ύπαρξη
Είναι αυτό το σεπτό μπράτσο της
Ανελέητο κάτω απ’ τη μπλούζα
Ένα θηρίο χρόνιας απουσίας
Μιαν ασυνέχεια των απολαύσεων
Γράφω τη νύχτα επιστολές
Τη νύχτα που σωπαίνουν οι συντεχνίες
Και γίνομαι μονήρης
Ένας θεός που τα γαμάει όλα

2
Ξεδιψάστε με ποιήματα
Ρουφήξτε μεδούλι από λάθος σώμα
Κρατήστε ενός σπασμού κραυγή
Μετρήστε την θερμοκρασία αισθημάτων και μη
Διηνεκώς νυμφευθείτε
Μέχρι να καρποφορήσει έξτρα δύναμη η φύση σας
Να μπείτε στον παράδεισο με χίλια
Σχεδόν στοργικά να κατεβάσετε το φερμουάρ
Δίχως σκέψεις

3
Εκεί στην άκρη των χειλιών η επιθυμία
Για να βγάλεις τ’ αγκάθια απ’ το κορμάκι της
Ν’ αφήσεις φιλί σάλιο και έρεβος
Τα ωραία έπεα πτερόεντα ελληνικά
Τα ωραία αλαζονικά νυμφίδια της νύχτας

4
Έχω ένα μαγαζί από σκέψεις
Μια φωλιά από σφήκες
Ένα κομματάκι πιπέρι κάτω απ’ τη γλώσσα
Έχω ένα Βόσπορο συλλογισμών
Κι άλλα ακατονόμαστα είδη
Κι έχω την επικαρπία τόσης τρέλας
Τόσο ποιητικώς ατελεσφόρου υλικού

5
Έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε
Ούτε λίγη αγριότητα μέσα στον καύσωνα
Ούτε λίγη καύλα τον Αύγουστο
Όμορφοι τόποι σαν τα μαλλιά σου
Τα πέταλα του μουνιού που ξεδιπλώνονται και μου δείχνουν το δρόμο
Ω έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε
Ούτε καν το περήφανο κόκκινο της μανίας του έρωτά μου
Ω έμπνευση σε παρωδώ, σε σκώπτω
Να μη χαθεί ο υποτροπιάζων λογισμός του ερωτομανή σε τεχνικές
Μη βγει ο μάστορας μπροστά για ποιητής
Η βέβηλη εισβολή της εμπειρίας
Σκέψεις μεγάλες για τον έρωτα μην κάνω

6
Νύχτα που φωτίζει το χνούδι σου το σεληνόφως

Γιουχάισμα

sxolio

Είναι μέρος του ουράνιου σχεδίου το σεβάσμιο φεγγάρι
Τα ψόφια ελληνικά στα δημόσια έγγραφα
Τα ποτάμια οι ελιές τα κουνουπίδια
Το άσμα Ασμάτων σαν κατούρημα στο Φίλιον
Ο συγκεντρωτισμός
Οι ιδέες στα δασάκια
Οι εκθέσεις ιδεών στον μυστικό κόρφο κοριτσιών
Τα πάρτι που λιγόστεψαν
Η γύμνια ζωγραφιστή φρέσκια φραντζόλα
Σεξ στεγνό συνωστισμού
Δάσος χαρμόσυνο με τις κουφάλες του
Χίλια βάσανα και χίλιες κουλτούρες
Γεγονότα κουρκούτι στο κεφάλι μικροαστού
Του αστού το τραβηγμένο πιστόλι
Στασιαστές εξουσίες κρατικά βραβεία
Όλο χυμούς ανατροπές αγριεμένες σελίδες
Μανούλες που κατεβάζουν τα στόρια και κλαίνε
Και δε γουστάρουν τη γραμμική αφήγηση
Μονάχα απότομα βάζουν το δάχτυλο στη σκανδάλη κι ονειρεύονται
Κορφολογούν το άθροισμα της μνήμης των εραστών στην κλειτορίδα τους
Ρεμβάζουν σπέρνουν σκάβουν αλωνίζουν
Χύνουν ανελέητα
Αποσαρκώνονται και γίνονται θυμάρια, ρείκια, ασπάλαθοι.

Για την αγάπη της Κίρκης

kirk

Εμείς κάναμε το χρέος μας.
Χρεωθήκαμε τα σημεία των
καιρών και τα δώρα των μάγων.
Το χειμωνιάτικο ήλιο με τις ζεστές
φράσεις και τα ζεστά καρβέλια.
Τα ποτάμια και τους ελάσσονες
ποιητές. Το απώτερο νόημα μιας
ωμοπλάτης. Μιας γενέτειρας
συμπληγάδων. Μιας Κίρκης
απεγνωσμένης και βρωμιάρας,
ταΐστρας ναυαγών και καθαρμάτων,
που αν ήξερε τι άγριο ξεπάτωμα λαών,
τι δούρειους ίππους κουβαλήσανε στα
σπλάχνα της, θα τους πετούσε για
τροφή στα διάσημα γουρούνια της.
Στ’ ανθρωποφάγα της βυζιά. Στα
Ομηρικά της μπούτια.

Alea jacta est

alea

Σάλο ξεστόμισε το πάθος μας.
Οδυνηρά την ποίηση με το μέρος
της πήρε η νύχτα. Μαγικά φτηνά
κομφόρ. Δάχτυλα ακατονόμαστα.
Μερικές γυναίκες που δε γνώρισα.
Στοργικές για πάντα. Ουαί στους
νικητές και τις όμορφες γκόμενες.
Διάφορα υπό πίεσιν στιχάκια. Καρτ
ποστάλ απεσταλμένα εις τις αβύσσους.
Υγρές υπάρξεις που δεν ατίμασε
κάποιος αξιοσέβαστος φέρελπις
φαλλός προχωρημένο Σάββατο
νυχτός. Χέρσα παλίμψηστα κορμιά.
Χέρσα βυζιά εικοσιτέσσερα καράτια.
Αρτύσιμα, νυμφομανή, ακάθεκτα.
Κραυγάζοντας alea jacta est
διαβαίνοντας το σκοτεινό Ρουβίκωνα
της γλώσσας.

Η γαμησιουργός αιτία

h gam

Υπάρχει πάντα γαμησιουργός
αιτία. Η ζωή δεν αρχίζει απ’ τη
γέννηση αλλά λίγο πιο πριν. Στον
μυχό των μηρών σου αιωνιότητα.
Στις περιπτύξεις σου ηλεκτρικό
πουλί της νιότης κι ακονισμένο
στιβαρό δεντρί της ηδονής.
Υπάρχει πάντα μια νύμφη Αριστέα
κι ένας φαλλός Αρίστος για περίδρομο.
Χάος ατρύγητο θεοπάλαβο άσαρκο.
Χάος με στόμα και μουνί και Άνοιξη.
Μια ποντοπόρος Κίμωλος. Μια Κούβα
αγροφυλάκων. Υπάρχει πάντα ένας
σατανάς χωρίς υπάρχοντα. Μια κόρη
απ’ τη Μακρακώμη Φθιώτιδος, ένας
σπασμός που χωρίζει τα φύλα στα
δύο. Και τα φιλιά στα τέσσερα και
τα σκέλια στα οχτώ. Μια γεωμετρική
πρόοδος ακλόνητη στην τροχιά της.
Μια Τροία ζευγαρωμένη με σεισμό.
Μια Μασσαλία ρόγα στο βυζάκι της
Γαλλίας. Μεσόγειος ρωγμή στα
νεοσσά κουτσομπολιά της Άπω
ανατολής. Σπορά από ουρλιαχτά
και ζευγαρώματα.

Πρωταγωνιστές

monster

Κλαδάκια απ’ το ίδιο δέντρο, νέοι και
νιες, τέκνα ζορισμένα στης παράταξης
τα φερμουάρ. Φοβού τους Δαναούς
και τον κοινωνισμό απ’ τα πάνω.
Τα διαβάσματα. Την πίστη την αμάθεια.
Το φρόνημα των χαλαρών. Τώρα εδώ
δειγματίζω πολιτισμό των συνειρμών
εδώ σπαταλώ τα τελευταία Βαλκάνια.
Κορμάκια ου φωνητά και δοξασίες για
γκαστρωμένες μέρες. Καψούρα
γκαζ-πρόμ ακτιβιστές. Των ακμαίων
ηδονών η χώρα. Ω μη λησμονάτε τη χώρα
μου. Μη παρακαλώ σας μη. Ιδού σας
κάνω τώρα μια πίπα ποιητική. Μην πάνε
στράφι τόσα φρονήματα λαού. Του
μεγαλέξανδρου η μακεδονική τσουτσούνα.
Οι παιχταράδες. Η Εθνική. Ο άρχων του
λαού ο λαοπλάνος. Φιλότεχνοι βιομήχανοι.
Λαός και κολωνάκι. Αχταρμάς. Ω κι εσύ
κήπε των ηρώων του Μεσολογγίου με τη
στερεότυπη θανατίλα σου, σε τιμούν οι γύφτοι
και τ’ αδέσποτα τώρα. Με γαμήσια το
νεκρόφιλο κλέος σου μαγαρίζουν. Δίχως
μάνατζμεντ έσπα πακέτα φιλέλληνες.
Δίχως χαβιάρι και ψεύτη ήλιο.

Αναφορά στο Φώκνερ

anafora

Καθώς ψυχορραγώ
σκέφτομαι τον Ουίλιαμ Φώκνερ
να καθαρίζει καυτερές πιπεριές
στη βάρδια του
και να κάνει σκέψεις
πως θα γλιτώσει το νυχτέρι που έρχεται
και πως σαν τη γυναίκα που ξεγεννάει
θα πέσει πάνω στον πρωινό ήλιο
σφίγγοντας στην αγκαλιά του
το νεογέννητο πόνο
και τις ωδίνες του μέλλοντος.

Κούλουμα

koyloyma

Δακρυσμένα θηλυκά που ζητούν
αποκατάσταση κι αρσενικά που
εφάγαν το γάιδαρό τους κι άφησαν
την ουρά. Σκλάβοι της επιθυμίας
που αγάπησαν σκοτάδια κι
αυγουστιάτικο ύπνο στις ταράτσες.
Λύσεις βάρβαρες των διαφωτιστών
τώρα απολαμβάνουν. Σπορά ψευδών
ειδήσεων ολοσχερώς στα ξανθά
μπουτάκια. Ελέω θεού αγαμία.

Αποκριάτικο

apok

Ξεμείναμε από παραγωγούς αλλά
έχουμε μπόλικους εμπορικούς
αντιπροσώπους. Πρόσωπα που
θολώνουν τα νερά και βγάζουν
γλώσσα. Πρόσωπα απρόσωπα
που έχουν μαύρα δόντια και άσπρα
μαλλιά. Ποιητές που διαβάζουν πολύ
και μάγειρες που τρώνε το καταπέτασμα.
Καλλιτέχνες φορτικούς και καλλιτέχνες
πουλημένους. Δημοσιογράφους που
μοιράζονται με το κοινό την αναισθησία
τους. Αναίσθητους που μοιράζονται
με τους δημοσιογράφους το κοινό τους.
Λογοτέχνες που δηλητηριάζουν αμέριμνοι
το τελευταίο γεύμα μιας ψυχούλας
που τα βρήκε σκούρα.

Χυμοί

xymoi

Μπορώ σε μια στιγμή να δρασκελίσω απ’ το πουργκατόριο στον παράδεισο. Μπορώ να σκεπάσω τις φλυαρίες με πέπλα από σιωπές. Μπορώ μέσα στο ποίημα μου να ζευγαρώσω δυο κόσμους. Τη λύπη με τη χαρά. Την κατάθλιψη με την έκσταση. Την τραγωδία με το ξεφάντωμα. Μπορώ ν’ ανάψω αυτό το μαγκάλι από επιθυμίες για να ζεστάνω τις γυναίκες με τις τραγικές κραυγές. Για να ντύσω τη φύση τους με βροχή και αλάτι. Για να φέρει άνθη η πληγούλα τους και να μαστουρώσουν εθνικιστές και προβοκάτορες του βίου. Μπορώ να τρυπώσω στα σεντόνια τους και να βγω σε άλλο κόσμο. Εκεί, που καθετί γίνεται σωματικό και υπερούσιο. Εκεί όπου αρκεί το λεπτεπίλεπτο πάχος ενός φύλλου χαρτιού για να διαβούμε στην άλλη όχθη, κι από μια βαρετή καθημερινότητα να βρεθούμε σ’ ένα κόσμο θαυμάτων. Γιατί τα θαύματα συντελούνται με την επαφή. Το δόσιμο. Το σμίξιμο. Το πολύ και το λίγο χημικό αντάμωμα των υγρών. Τους χυμούς που ρέουν και το λόγο που σκάβει λαγούμια για να περάσει στις καρδούλες το δυναμωτικό σιρόπι της ηδονής. Για να αδράξει η ρητορεία της μήτρας την αλαζονική χυσιά. Για να κλέψει τα μυστικά των Ελευσίνιων ο εραστής, να διώξει τη φοβέρα του θανάτου. Να γίνει ο ιερέας και η ιέρεια. Να γίνει ο κατηγορούμενος της κοινής λογικής. Ν’ αρχίσει το πανηγύρι και ο καρνάβαλος του χαώδους και του αναχρονιστικού. Ν’ αρχίσει το πανηγύρι που δίνει νέα ζωή στις κουρασμένες μορφές. Ο σαματάς. Να βγουν οι ποιητές απ’ τα πιθάρια κι από υμνογράφοι της θρησκείας να γίνουν ασκιά της ποιητικής κραυγής. Να ξεπατώσουν την έρημο με γεωτρήσεις. Να βγουν απ’ τις παρενθέσεις και τα παλιά σάβανα. Να ξετρυπώσουν απ’ τις σπηλιές και τα νυχτέρια. Να γίνουν τόσο φως όσο χρειάζεται η Πυθία των Δελφών για να αδελφώσει τα κορμιά που της ζήτησαν χρησμό. Δηλαδή χρίσμα έρωτος και λαλιάς έρωτος. Δηλαδή ένα μεγαλόσχημο όραμα έναντι του μίσους και του θανάτου. Στο χωράφι εκείνο δίπλα στην πηγή. Και στο λιοστάσι εκείνο δίπλα στους σατανάδες. Και στο λιβάδι εκείνο δίπλα στο ρέμα όπου μπορείς να διαβάσεις τον Όμηρο χωρίς τα δεκανίκια των δυτικών και χωρίς τα ματογυάλια των ειδικών και χωρίς την ψυχρή ανάλυση που δεν έχει καμιά σχέση με τη ζωντανή ποίηση. Με το χιούμορ, τους χυμούς και τα ζουμιά. Εκεί στον τόπο, όπου εμείς οι τυφλοί μπορούμε να οδηγηθούμε απ’ αυτόν τον τυφλό που βλέπει καλύτερα από μας. Εκεί στον τόπο, όπου οι ποιητές σκοτώνουν τα όνειρα μόλις γεράσουν και σε τσιμπούν σαν μελίσσια για να ξυπνήσεις απ’ το λήθαργο της συνήθειας. Να βγεις να κλέψεις άστρα απ’ τη νύχτα και να συντρέξεις τ’ αγάλματα και τα κορμιά που περιμένουν χάδια.

Οι νύφες του θεού

IMG_178068112135991

πρόλογος στον αποκριάτικο βίο

Δεν ξέρω πως ρυθμίζει κάποιος μέσα του τον εσωτερικό ρυθμό, αλλά ξέρω, πως οι βωβοί και αλαφροΐσκιωτοι χαρακτήρες μαγκώνουν στις εμμονές τους. Και λειτουργούν ως ήρωες σε βιπεράκι του εβδομήντα με μια καταρρακωμένη άμυνα. Ή ως πλιατσικολόγοι συναισθήματος κυράς που την πλάκωσε η λογοτεχνία της Καρυστιάνη και το νοικοκυριό. Κυράς που τη διέσυραν με δεκαπεντασύλλαβο και ρίμα ντροπαλοί ποιητές και ντροπιασμένοι κράχτες. Κυράς που, το αξιοπρεπές όργιο που συντελείται στον ατροφικό ερωτικό της λοβό έχει ολίγο σινεμά του Μπουνιέλ αλλά και μιαν οικόσιτη λυρικότητα. Έτσι ζει κι έτσι συντηρείται η ψυχούλα της και μπαίνει σε τάξη η φαντασίωση και το αρχιτεκτόνημα της τρέλας που υφαίνει η ανεκπλήρωτη επιθυμία. Αυτό το μετέωρο μασκάρεμα της κάθε μέρας που περιμένει τις απόκριες για να εκφραστεί. Για να βγει στην ύπαιθρο και στο φως το γονίδιο της παρωδίας, κεντημένο με την πικρή γεύση του συμβιβασμού. Για να ξεχαράξει η ποίηση της νεότητας που καταπόθηκε από κρεμμυδάκια, ευθύνες, αρμοδιότητες και σεβασμό δια χειρός κατηχητικού. Για να φλερτάρει με τους πλασιέ της χαράς που στερήθηκε. Με τους δαιμόνους που αλλάζουν δέρμα τη νύχτα και τους ακαριαίους αλιείς ηδονών που συνωστίζονται στο φανταστικό της κρεβάτι. Για να εφεύρει το ιδιώνυμο ήθος των απόκρεων ως παραμελημένο πλάσμα που αποζητά αθωότητα. Και αθωότητα είναι η πράξη. Η πράξη που βρώμισε ο ντίλερ των εσταυρωμένων και ο Μωάμεθ ευνουχισμένων πιστών. Η θηλυκή ύπαρξη επινοεί παραδείσους, φιλάει σωστά και έντεχνα χωρίς την μπουνταλάδικη υπεροψία του τράγου ανδρός. Αυτουνού που στριφώνει ασύστολα τις μοναξιές του με εικονικά υγρά ανώνυμης μπεμπέκας, μόνο και μόνο για να βγάλει από πάνω τη χυμένη βενζίνη. Τη συσσωρευμένη σοβαροφάνεια και τη ναρκωτική εμπειρία της δουλειάς. Της συνήθειας δηλαδή στο στρατωνισμό των εκκρίσεων . Στον έναν και μοναδικό βίο που θέλει να συλλαβίζεις σωστά τις τρομάρες. Που θέλει καθημερινή παραγωγή ποίησης και προσήλωση στο κυκλοδίωκτο καρδιοχτύπι των λυγμών. Ντυθείτε μπούλες για να τους χαλάσετε την αρχαία τους τάξη. Παίξτε χαρτιά μπροστά στον εσταυρωμένο. Κάντε αυτή τη χαοτική δυναμική των αισθήσεων να λάμψει. Κάντε τις σπουδές σας στις απαγορεύσεις. Χαρείτε αυτό το αγρίμι των σκελιών σας κι αυτό τον προσήλυτο γαμπρό του κεφιού. Αυτές τις ξενυχτισμένες νυφούλες που δεξιώνονται την έμπνευση. Αυτές που κρατούν έναν κόκκινο μπικ ως ρομφαία για να καρφώσουν με λέξεις το χάρο που τους αναλογεί. Αυτές που, το πρώτο τους φιλί είναι η αρχή του βίου και στέκουν έπειτα δια παντός ευπρόσιτες ενώπιον του φαλλού. Εν φαντασία και λόγω. Εν έργω και εν διανοία. Νυν και αεί καυλοπυρέσουσες. Νυν και αεί απείθαρχες στην εντροπία των εκκλησιασμών και των απαγορεύσεων. Νυν και αεί θηλυκές.

ΒΙΒΛΙΑ

Απορίες ενός παρορμητικού

Lucas Cranach the Elder's Charity (1537-50).

Τι κάνουμε όταν χάνουμε τον
κόσμο όταν μας κόβουν τη
γλώσσα όταν το σπίτι μας
γίνεται εξορία όταν δεν έχουμε
Χώρα να χωρέσουμε και χώρο
να χορέψουμε και τα ερωτήματα
γίνονται αρσενικά και θηλυκά
ντόπια και ξένα και το ποτάμι
γίνεται βούρκος και το σώμα
μηχανή τι κάνουμε όταν μας
πλακώνει η Βίβλος όταν μας
σταυρώνει ο εργοδότης όταν
μας χαϊδεύει ο εκδότης όταν
μας φιλοφρονούν κοριτσάκια
τι κάνουμε όταν αντικρίζουμε
τα γυμνά αγάλματα στους Δελφούς
τους γυμνούς πνιγμένους αδελφούς
στις αμμουδιές του Ομήρου και τους
ομήρους στα διαμερίσματα των Αθηνών
τι κάνουμε όταν μας ζητάνε ψιλά
για ψωμί και για γάλα όταν οι
παρθένες μας στέλνουν sms τι
κάνουμε στη Δήλο μεσημεριάτικα
λογαριάζοντας σπασμένους φαλλούς
τι κάνουμε όταν εξηγούμε τα πάθη
μας στους τουρίστες όταν κάνουμε
νυχτέρια για να μπολιάσουμε
στύσεις να αφυπνίσουμε τον τρανό
αλγόριθμο των φιλιών της τι
κάνουμε όταν η λέξη κλειτορίς
βγάζει υγρά στα λεξικά και στα
σεντόνια όταν μια γλώσσα κλώθει
εγκώμια αιδοίων τι κάνουμε όταν
μας δείχνουν με το δάχτυλο όταν
μας φυλακίζουν τα χάδια τι κάνουμε
όταν μας διαβάζουν οι ζοφεροί
κριτές κι όταν μας αναλύουν οι
αυστηρές γκόμενες τι κάνουμε
εννιά μήνες βυθισμένοι στο αμνιακό
μας υγρό και μια αιωνιότητα
πεταμένοι στο χάος τι κάνουμε
όταν δε μας παίρνει ο ύπνος όταν
καλπάζει η βάρβαρη καρδούλας μας
με γενετήσια ορμή τι κάνουμε όταν
μπερδεύουμε τα λόγια μας και
λέμε την αλήθεια όταν ξεχνάμε τα
αισθήματα στη φωτιά τι κάνουμε
όταν οι γυναίκες πάσχουν από
γαμησοφοβία και οι άντρες από
ναρκισσισμό τι κάνουμε όταν
συνηθίζουμε τη συνήθεια όταν
μας νοικοκυρεύουν οι ερωμένες
τι κάνουμε όταν μας σημαδεύουν
τα περίστροφα βυζιά και μας τρίβουν
στα σκέλια τους οι αισχρές λέξεις
τι κάνουμε μπροστά στο λευκό
χαρτί και μπροστά στη μαύρη οθόνη
τι κάνουμε όταν η φαντασία βράζει
στο ζουμί της τι κάνουμε όταν δε
μπορούμε να κάνουμε τίποτε πια
και ζητάμε μονάχα μιαν αγκαλιά
να μας σκορπίσει στα χαντάκια
της αγάπης

bibliotheque

Κοράκια

apodo

Υπάρχει πλέον μια βαθειά, λίαν θρησκευτική προσήλωση στον τρόπο που γίνεται η αποδόμηση προσώπων και καταστάσεων του παρελθόντος. Μιαν ολόκληρη βιομηχανία κατασκευής ψευδών συμφερόντων, προσφέρει τη λειτουργιά της στην μεγάλη τελετή αποδόμησης των ιδεολογιών. Ένα τρυφερό χατζάρι που αποδίδει δικαιοσύνη, βάζοντας στο ίδιο καζάνι θύτες και θύματα. Φορώντας έναν ηθικίστικο πολιτικό μανδύα σκευάζει και συναρμόζει όλες τις συστημικές αποκλίσεις. Καλλιτεχνεί πορτρέτα πεθαμένων. Καρναβαλίζει κάθε επαναστατική πράξη. Στη φοβερή αρένα του θεάματος έχει αμολήσει πανούργους δημοσιολόγους, εξτρεμιστές της δεκάρικης ελευθερίας λόγων και παθών, κουτάβια που πέρασαν εν μια νυκτί απ’ την κομματική γαστέρα στις Εταιρίες. Γιατί πρέπει όλα να γίνουν Εταιρίες. Τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα δημόσια κτήρια και οι κοινόχρηστοι χώροι. Μόνο οι Εταιρίες μπορούν. Μόνο οι Εταιρίες μπορούν να παράγουν. Και μόνο οι Εταιρίες μπορούν να διαχειριστούν το Κράτος. Ο σύγχρονος τρόπος συνύπαρξης επιθυμιών και φαντασιώσεων περνάει μέσα απ’ το δημόσιο πλούτο. Θέλει την Εταιρία και την Τράπεζα να διαχειρίζονται την πείνα, τον οργασμό, την επιστήμη, τη θεολογία με τέτοιο τρόπο ώστε η φορητή εργατική δύναμη των Υποτελών, να διακινείται ως πραμάτεια και να κεφαλαιοποιείται δομικά για να περνάει το σύστημα τις κρίσεις του αβρόχις ποσί. Βουρ, στην αποδόμηση λοιπόν. Για να σε παίξουν τα πάνελ θα πρέπει να κάνεις δήλωση για τον Στάλιν και τον Πολ Ποτ. Να ρίξεις ένα γερό χέσιμο στον Κάστρο και μια ηχηρή κεντροαριστερή πορδή στον Εμβέρ Χότζα. Να κάνεις ψιλοκομμένη πατσά τις ανθρώπινες ανάγκες, να κατασκευάζεις σκιάχτρα και να συναρμολογείς ζόμπι για να φοβίσεις το χάνο μικροαστό. Το μεσαίο που κομπορρημονεί με τις δεξιότητες του τέκνου του. Που απ’ τα Πολυτεχνεία της ενοχικής του νεότητας έγινε ντελιβεράς της αστικής ιδεολογίας. Ένας ημιμαθής γέρος που ανήκει στον Έμπορο. Που στριμώχνει μέσα στον αιμομικτικό του ενθουσιασμό τα πλαστικά του όνειρα, παίζοντας με τα κουβαδάκια του στη φονική άμμο του κοινωνικού αυτοματισμού. Που γλείφει τις κεντροαριστερές σκατούλες και τα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Που νιώθει ασφάλεια όταν βλέπει τα λεφτά του να πιάνουν τόπο και τους γενναίους ανθρωποφύλακες του Αιγαίου, να ταΐζουν λαθραίες παιδικές σάρκες τους ένδοξους ελληνικούς βυθούς. Τα ψάρια που θα φτάσουν στα πιάτα των πλούσιων ευρωπαίων, έχοντας στα σπλάχνα τους, ένα κομμάτι των παιδικών ψυχών που δεν τις βρέχει το χρήμα αλλά η ανάγκη για επιβίωση. Η δίψα για ζωή και δικαιοσύνη. Ένας κόσμος χωρίς λαθραίες υπάρξεις και φαντάσματα. Χωρίς πηγάδια με σκοτωμένους και ομαδικούς τάφους στον Έβρο. Χωρίς λυσσασμένους αποδομιστές κάθε ανθρώπινης ανάγκης. Χωρίς τους ξεδιάντροπους ντίλερ των δελτίων που σκηνοθετούν καυγάδες για να πουλήσουν τη μία και μοναδική άποψη. Την άποψη του αφεντικού τους. Επενδύοντας σάλιο και ιδρώτα στην αποβλακωτική συνέργεια του τηλεθεατή. Στη ληθαργική εγκεφαλίτιδα του μέσου πολίτη που συμβιβάζεται με τη μέση κατάσταση και τη μέση παρακμή και τη μέση καταστροφή της ζωής του. Στο μέσο δασκαλάκο που αντί να δαγκώσει το σβέρκο της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι έτοιμος να καταδώσει στην ασφάλεια τους μαθητές του, περιμένοντας να αξιολογηθεί και να ανέβει κλιμάκιο. Στο μέσο ματατζή που είναι έτοιμος να σπάσει τα παΐδια του παιδιού του. Στο μέσο πολιτικό βουβάλι που καρατομεί ανθρώπινες υπάρξεις στις λογιστικές φυλλάδες. Στο μέσο εαυτό και στο μέσο χαρακτήρα μας που γέρασε προώρως, παραδίδοντας στα τέκνα μας μαθήματα σκοταδισμού. Περιφέροντας το χαστουκισμένο μας πρόσωπο για να κερδίσουμε ένα ανελέητο καρβέλι. Επαναστατώντας με ψηφιακό σπασμό ελεγχόμενα και νοικοκυρεμένα. Περιμένοντας τους βαρβάρους ως αξιοσέβαστους ευρωπαίους για να βάλουν σειρά στο ρωμαίικο, τους πλούσιους με τα πλούσια ιδρύματα για να προσφέρουν το κρουαζιερόπλοιο της αγάπης στους σεισμοπαθείς και στους άστεγους, το σύνδεσμο βιομηχάνων για να εξαγοράσει με λαπ τοπ τους έγκλειστους μαθητές, τις ελεημοσύνες του σάτυρου ιερατείου που βγαίνει κάθε τόσο παγανιά με την απόχη του για πελάτες, τους φωτισμένους ακροδεξιούς συμβούλους του προέδρου που έχουν σπουδάσει ανθρωποβοσκή στην Αμερική, τους τρέντυ πενήντα οχτώ και βάλε διαμορφωτές συνειδήσεων, ιεραποστόλους της κεντρικής τράπεζας και της κεντρικής ψευδαίσθησης πως ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει ανθρώπινος. Αυτούς που όταν βλέπουν μια σπίθα αλλαγής ουρλιάζουν με αραχνοΰφαντα άρθρα και με μιαν ασφαλίτικη αυθάδεια βγάζουν απ’ το ιδεολογικό τους μπαούλο τα περίστροφα, τα σπέρνουν στη Βουλή και στο δημόσιο χώρο φωνάζοντας στο λαό: Ψηλά τα χέρια κερατάδες και σας έφαγα. Εκεί στον καναπέ σας ή σας την ανάβω.

Ποιητική μεταφυσική

met

Κάνουμε ειδική μνεία στα βουνά
και στις θάλασσες. Στους αγρούς που
βγάζουμε τα μάτια μας. Στους τρούλους
που χωράνε τους ουρανομήκεις
οργασμούς. Στα κουζινάκια που
μαγειρεύουμε ομελέτα με μανιτάρια.
Υπερασπιζόμαστε το δημιουργικό
χάρο, αλέθουμε τα μεταδοτικά
γεγονότα και τα μεταδοτικά φιλιά.
Φτιάχνουμε το πορτραίτο μας
γράφοντας άρθρα, εκκολάπτουμε
έναν φανταστικό φίλο κι αισιοδοξούμε
σαν το διάβολο πιστεύοντας πως θα
μπορέσουμε να κάνουμε τους ανθρώπους
χειρότερους, την αμφιβολία να κάνουμε
τέχνη και το γυμνισμό νόμο του κράτους.

Άσμα της λαϊκής

laik

Τη ροδοδάχτυλη αυγούλα τη συνάντησα
στη λαϊκή να ποστιάζει τα μήλα των
εσπερίδων. Το βλέμμα μου διαχειρίστηκε
ευνοϊκά και φευγαλέα. Κι όπως ο πρώτος
στίχος που σου ’ρχεται είναι ο αληθινός
ο ήλιος ο πρώτος η πανήγυρις των
αισθήσεων και τα λοιπά έτσι κι αυτή
η τεθλασμένη οπωροφόρος κόρη
ευλαβικά με παραστράτησε στο ποίημα της.
Στον κόρφο της μ’ έκανε μια νυχτερίδα.
Για τα σκοτάδια ανάμεσα στη γύμνια και
το βαμβακερό μακό. Σαν έτοιμος από καιρό.
Με όλα τα τιμαλφή ευρώ να αγοράσω
τα λίαν πενιχρά λογάκια της. Την ώριμη
λαγνεία των χυμών της. Στην πλαστική
σακούλα μου εγώ σπαρμένος χίλια μάτια
γύρω για την όμορφη. Τόσες βροχούλες
που ζευγάρωσαν με χώμα.

Μονοκοπανιά

monok

διακινδυνεύω να γλιστρήσω στην
άβυσσο να γίνω μαύρο ή λευκό
πλήκτρο να γίνω πιόνι μαύρο ή
λευκό το καθένα απ’ τα Εγώ μου
να περιμένει τη νίκη ή τον όλεθρο
να θριαμβεύει το ένα όταν πέφτει
σε λάθη το άλλο να πάει να με γδάρει
μια κυρά μετά το σεξ στο λουτρό
στο πεδίο της μάχης να μηδενίσει
το κοντέρ τα σπλάχνα να πάει στράφι
το πτυχίο τα γαλλικά το πιάνο η λίστα
με τις απολαύσεις να γίνει κάρβουνο
να διατυπώσω πλήξη στέρηση χορτοφαγία
με τρόπο ποιητικό να μην πάρει χαμπάρι
κανείς τον αυτοκτονικό ιδεασμό και
το μυγόχεσμα στο αμπαζούρ της λάμπας

Καντάτα για τον Ετοιμόρροπο κόσμο

kant

Μας διαμελίζουν αλλά εμείς
μεταμφιεζόμαστε σε ακέραιους
αριθμούς, σε δροσερές πηγούλες,
σε ρέοντα λόγο. Ετοιμάζουμε
πρωινό για την Αγάπη και τον
Έρωτα. Στο μαυσωλείο του σπιτιού
και στο κορμί της σπέρνουμε,
κλαδεύουμε, λύνουμε γρίφους.
Το άνυδρο αιδοίο του κακούργου
καιρού σκίζουμε με ψαλίδι.
Περιμένουμε το καινούργιο
να ’ρθει και το παλιό να σαπίσει.
Περιμένουμε τα πλήθη να προκαλέσουν
σεισμό. Τις ιστοσελίδες να γίνουν
αυτοβούλως κατάφυτα νησιά του
Ιονίου πελάγους. Περιμένω τον
πατέρα μου να ’ρθει απ’ τον κάτω κόσμο
να μ’ αγκαλιάσει ξανά. Να με μάθει
πως ξεχνάνε οι πεθαμένοι τούς
ζωντανούς. Να με μάθει την προπαίδεια,
τα θηλυκά, τις μάχες. Να με μάθει πώς
κόβουν το λαρύγγι του θεού οι εξεγερμένοι.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 139 other followers