ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Βαθύ

boy

Βουλιάζουν όσοι σηκώνουν
τις μεγάλες φτέρες, τα ποιητικά
νοήματα, όσοι κάνουν συνειρμούς,
όσοι αλληλογραφούν με το
υπερπέραν, όσοι χάσκουν μπροστά
σε νατοϊκούς βομβαρδισμούς.
Βουλιάζουν οι κάφροι της
συνουσίας και οι αγριόχοιροι
των εκδοτών, βουλιάζουν τα
στήθη των κοριτσιών στην
άμμο και η άμμος στην υγρή
χαβούζα της θαλάσσης, βουλιάζουν
τα σκάγια μες στο κορμάκι
του λύκου και τα δάχτυλα
μες στο χαλβά. Βουλιάζουν
οι γλώσσες στα αιδοία, βουλιάζει
ο Δημιουργός μες στην αμφίβολη
πίστη, βουλιάζουν τα χείλη στο μέλι
και τη σιωπή. Στου γιαλού τα
βοτσαλάκια βουλιάζει τόση ζωή
και τόσο πάθος. Τόσα ποιήματα
στις λάσπες και τόσες λάσπες
στα ποιήματα. Βουλιάζω στο
φρέσκο αλλοδαπό μου ποιηματάκι
κι εγώ. Άσημος μητρομανής.
Άρτι αφιχθείς εις τους κολάφους.

Ποικίλης φύσεως

kat

Αδέρφια μου λετριστές,
χίπηδες της λογοτεχνίας,
βαρεμένα στομάχια, ακούω
το τρελό γέλιο σας και τις
κρυμμένες σας πράξεις. Τη
σαπουνόπερα της φαντασίας,
τον ποιητικό βερμπαλισμό
της νεότητας. Βλέπω μυρίζω
γδύνομαι. Κόβω το στίχο
όπως και σεις. Χίλιες φορές
ατάλαντος και βάλε. Με την
πνιχτή φωνίτσα μου προτρέπω
στύσεις. Την αμνάδα έσχατη
λέξη. Ω νεκροί φίλοι, λετριστές
που σας ανακάλυψαν στα
γεράματα, εκδότες του ιστορικού
κέντρου των Αθηνών, που δεν
ξέρουν τι θα πει κωλοπετσωμένος
επαρχιώτης και τι θα πει να ζεις
σε μια σπηλιά χωρίς όφσετ,
ξεβράκωτος, ανεπάγγελτος, λαζός.
Αδέρφια μου λετριστές,
τώρα μετράω ξαπλώστρες
στον ύπνο μου, περνάω κάτω
απ’ τα χωριάτικα φουστανάκια
όπως περνά οχιά τον επιτάφιο
τώρα τρέμω απανωτά και
βαρβάτα ορθός αναστενάζω.
Καμπίσιος γκόμενος στο
μελιστάλαχτο χάσμα της κυράς.
Ω Λετριστές γαμίκουλες κάποτε,
σας νιώθω έτσι ξαμολημένους
στα ίχνη από κραγιόν και στα
ίχνη από δαγκωματιές πάνω
στα μπιμπερό της οικουμένης.
Δεν θα σας διαβάσω ποτέ. Σας
το φυλάω. Μόνο στην καλή μου
λέω πάντα, στο πλάι να γυρνάς.
Χίλιες φορές και βάλε. Πασπατευτά
να θε, λίγα απ’ τα εύχυμά μου
ελληνικά, λίγα καλωσορίσματα στο
κάτεργο του Έρωτα, πριν το
οθωμανικό μου κολατσιό.

Η Παναγία Χωρίς Χυμούς

13611617833_a131942d57_b

Ο εκκλησιασμός διαθέτει μια μεταφυσική συνωμοσία αγνότητας και μια τελετουργική ακινησία, τόσο ισχυρή, που πολτοποιεί κάθε διάθεση για δράση. Υπό την έννοια αυτή, είναι τόσο δραστικός και τόσο επιδραστικός, που ο Κύριος ημών Καπιταλιστής τον έχει οικόσιτο στο ναό της κερδοφορίας του. Υπάρχουν χωριά στα οποία δεσπόζει ο χρυσοποίκιλτος ναός με τα σκαλιστά τέμπλα και τα πλουμιστά μαλάματα, αλλά δεν υπάρχει αγροτικό ιατρείο. Υπάρχουν θαυματοποιοί, χαρτορίχτρες και καφετζούδες για να μαρκαλέψουν το απελπισμένο κουτάβι του θεού που ψάχνει απαντήσεις, αλλά δεν υπάρχει ένα δημόσιο δωμάτιο στην πόλη για να διαβάζουν οι ποιητές. Υπάρχει θρησκευτικός τουρισμός, παράγκες και πάγκοι, φορτωμένοι με όλη την πλήξη και την ανία της εικονογραφημένης υποτέλειας που θα στολίσει καθιστικά, κρεβατοκάμαρες, ιατρεία και καθρεφτάκια αυτοκινήτων, αλλά δεν υπάρχει μια υπαίθρια γκαλερί ερωτικής ύλης. Η αναπαραγωγή της Παναγίτσας και της Αγίας οικογένειας, μέσα σε φτηνά ή ακριβά πλαίσια, αντικατοπτρίζει έναν κόσμο δίχως τέχνη και δίχως χυμούς. Ο σεξουαλικός αμοραλισμός των θεωρητικών της θρησκείας θέλησε να οικοδομήσει μέσα στο ασυνείδητο τον πιστών μια παναγία μηχανή, χωρίς χυμούς και χωρίς γεννητικά όργανα. Θέλοντας αυτή την απρέπεια και χυδαιότητα απέναντι στη φύση να την θεσπίσει ως αγνότητα και αγιοσύνη. Η άρνηση δηλαδή της θηλυκής υπόστασης της γυναίκας και η μετατροπή της σε δούλας τους σπιτιού, των παιδιών και του άντρα. Το επικίνδυνο αγρίμι των αρχαίων αγρών εξαγοράστηκε με τον κάλπικο ρομαντισμό του κρίνου. Η ύπαρξή της έχει νόημα πλέον μέσω των χυμών ενός κρίνου. Οι δικοί της χυμοί ας γίνουν κυτταρίτιδα στο μυαλό ή στα μπούτια. Οι δικοί της χυμοί ας πουλιούνται εμφιαλωμένοι στο μπουρδέλο ή στο κάτεργο της καριέρας, αλλά προς θεού ποτέ δωρεάν. Ποτέ ως δώρο. Η Παναγία είναι σήμερα ένα σπουδαίο προϊόν που το καταναλώνουν οι πιστοί στο χώρο της. Στο χώρο δηλαδή που η νομενκλατούρα της εκκλησίας έχει μαρκάρει ως ιερό. Εδώ περπάτησε η παναγία, εδώ κολάτσισε, εδώ έκανε το θαύμα της. Πιστέ ιδιώτη που ποτέ δε θα ’δινες τον ένα σου χιτώνα σ’ εμένα το φτωχό, τρέξε τώρα στις ραχούλες και στα νησάκια να ασπαστείς το τζαμάκι που έχεις φυλακίσει τον έρωτα και την αιώνια γυναίκα και περιφέρεσαι κακομοίρης, ασυνάρτητος και τρελαμένος από θαύμα σε θαύμα, για ν’ αρπάξεις κι εσύ ένα ξεροκόμματο θείας φώτισης. Να βολευτείς και συ μέσα στη θεία απραξία. Να μεταλάβεις την ανήλιαγη μεγαλοφυΐα του ιεροκήρυκα που καρφιτσώνει χρυσό και σπαρταριστά χαρτονομίσματα στο δέρμα του θεού. Στο δέρμα σου.

Παραλειπόμενα Πανσελήνου

parali

Τι έχει τραβήξει η πανσέληνος δε λέγεται!

Κάτι ποιηταί που την έχουν υμνήσει απ’ τα ρετιρέ ή τα εξοχικά τους για να ’χουν τα ψώνια τον Αύγουστο λόγο ύπαρξης και να σκαρφαλώνουν στα νταμάρια για να χύνουν οι καψερές μεσόκοπες υγρά απ’ το αρρενωπό στιχάκι όταν το απαγγέλουν τσιρίζοντας.

Για να ’ρθουν κοντά χνώτα δημάρχου και νεόπλουτης πλέμπας που αδημονεί να ματσαλήσει κριτσανιστό καλαμαράκι σε χερσόνησο ψαροταβέρνας.

Για ν’ ακουστεί ο πηχυαίος πανικός για τα δεινά της κρίσης στα διαλείμματα εκεί όπου ο πλησίον σανδαλοφόρος μαγαρίζει την κοινόβια ραστώνη της μαγείας με την φλασιά της μητρικής ντοπιολαλιάς αναφωνώντας ζούμπατου του μαλακιστήρ, υπονοώντας τη δόνηση κινητού οργασμού τελευταίας γενιάς.

Εκεί που ο θεατής ως πρωταγωνιστής του δράματος αλλάζει θέση στο πέος του, εν κρυπτώ, στα σπάργανα βερμούδας που μόνταραν δωδεκάχρονα σε κάποια τριτοκοσμική, υμνώντας το αγαθό της παιδικής εργασίας.

Εκεί που το αουτάν ως χορηγός απελπισίας πασαλείβει μπράτσα βυζάκια και ευσεβείς πόθους γυαλοκοπώντας το έρμο σαρκίο ως λαμαρίνα που οι κώνωπες εργαζόμενοι αιμοπότες καλούνται να τρυπήσουν στα ελώδη πάτρια εδάφη του Παλαμά και του Μαλακάση.

Ω ναι! εκεί που κροταλίζει η διφορούμενη λέξις διείσδυσις στον κόρφο μιανής καρδερίνας τελειόφοιτης των αγκομαχητών που εν μέσω μαμάδων μπαμπάδων και αρχαιοτήτων γυροφέρνει τη ματιά της στον Κάτω κόσμο των ανδρών που δεν είναι συγγενείς της, για να’ χει η καταπακτή της μνήμη πανσελήνου και μύθο κοσκινισμένο από ορθοδοξίες.

Εκεί όπου το κίνητρο είναι ν’ ακουστεί το όνομά μου στη γειτονιά κι αφού δεν κάνω σεξ ας κάνω θέατρο. Ας φαντασιωθώ την επιδαύρια αντήχηση του φιλοθεάμονος τεκνού που θα συνδράμει με το βλέμμα του την τέχνη, αποθεώνοντας ταλέντα του αγροτικού μας νομού.

Ω ναι! αναγνώστη λάγνε σάτυρε μπανιστιρτζή εκεί, όπου ακούγεται από παραπλεύρων μαντρί βατευομένη αίγα ως υπόκρουση στην οιμωγή του οιδιπόδειου σαλού ή εκεί που παίρνεις μάτι στα κρυφά της μπαλαρίνας το βρακί ή το βυζί της Ανδρομάχης την ώρα που γαλουχεί το μελλοθάνατο βρέφος της επί σκηνής.

Ω! φιλοθεάμων κοινό καλοπροαίρετο που σου σερβίρουν τη γαρδούμπα και τα ξύγκια τους υπό την αλοιφή της πανσελήνου βραχνιασμένες δορκάδες στήνοντας σκηνικό για να περάσει πολιτευτής να σφίξει το χέρι, το ζωνάρι και τ’ αρχίδια σου.

Να νιώσεις το μεγαλείο αυτουνού που τα γλειψίματά του πιάνουνε τόπο.

Ω ναι! το έθνος τρέφεται με θεάματα. Από πορνογραφία φλού του ερασιτέχνη κολίγου που γαμεί με το λυχναράκι του κινητού ως το κήρυγμα μητροπολίτη που ’χει γραδώσει την μπάκα του κάτω απ’ τη μικροφωνική της μισαλλοδοξίας.

Αγαπητέ πιστέ την οικογένεια και τα μάτια σου, το οικόσιτο αιδοίο σου και τα ζαντολάστιχά σου, με ενδιάμεσο σταθμό το μπουτάκι ξένης κυράς στα ριζά πανσελήνου.

Ωραία μου κατάθλιψη

orea

Ωραία μου κατάθλιψη
σύγκρυο και γάργαρο
νεράκι, ισχνά στομαχάκια
μακαρονάδες με φίλους
ποτά με αγνώστους
καφενεία με εχθρούς.
H μάνα μού δένει ακόμα
τα κορδόνια. Βουβά.
Παραδομένη στην ακινησία
του ποιήματος. Στα μαύρα
μαντάτα και στα λευκά
μαντήλια της. Στην προίκα της
που τη ρούφηξαν τα μπαούλα.
Στο γιό της που έγινε ιστός
αράχνης. Λιποτάχτης.
Δακτυλοδεικτούμενος.
Ωραία μου κατάθλιψη
σε ποτίζω γάλα απ’ το βυζάκι
της μαμάς, ειδήσεις απ’ τη
μήτρα του μεγάλου καναλιού.
Σε νανουρίζω μες το ζεστό
ενυδρείο του ύπνου.
Τοποθετώ στα χείλη σου
τα χείλη μου. Ουρλιάζει
ο λύκος. Όλο το μέσα
παθιασμένο ντουφέκι.
Ωραία μου κατάθλιψη
γέμισε η αγορά τσάντες
από δέρμα αλιγάτορα.
Νοικοκυρές νεότατες με
ξυρισμένα μουνάκια.
Πλάσματα θηλαστικά
προσηλωμένα στο γοερό
μοιρολόι του φέισμπουκ.
Ωραία μου κατάθλιψη
ταγγισμένη λίπος βραστό
γύφτισσες με πυρωμένα καπούλια
λιώνουν το βούτυρο στο φιλί
κάνουν σεξ στην καρότσα
μοιράζουν στο σκοτάδι χάδια
από μακριά μαύρα μαλλιά.
Ωραία μου κατάθλιψη
φιλόστοργη, δυναμική,
κουρνιασμένη στα πόμολα
στις καρέκλες στα κομοδίνα.
Στο ζευγάρι της οδού
Ζωοδόχου πηγής, φυλακισμένο
στον έρωτά του, στο ευρύχωρο
πένθος της βεράντας, στα
καλιαρντά που αχνίζει
ο φωταγωγός, στα αχνιστά
σκατά των σκυλιών, στα
πεζοδρόμια, στις επάλξεις.
Η επανάσταση είναι κοντά,
στις αφίσες. Η αγανάκτηση,
ο πλούτος, τα υπομνήματα,
οι νέοι εκδότες που μαστουρώνουν
με θερμοκόλληση, τα σπλάχνα μου,
η λύσσα μου, το καυτό καλοκαίρι.
Ωραία μου κατάθλιψη
συναχάκι της ψυχής, εγώ
ο υλιστής σε αποκηρύσσω.
Εγώ ο λάγνος σε κατουρώ
για να φτιαχτείς. Εγώ
ο προσηλωμένος στο φεγγαράκι,
στο καθρεφτάκι του ήλιου. Εγώ
ο διακορευτής νοημάτων
ο δοκιμαστής φιλιού
ο σεσημασμένος σκαφτιάς
της γυμνούλας μου ύπαρξης.
Ωραία μου κατάθλιψη, σκύλα
των νοικοκυραίων και των γραφιάδων
συντρόφισσα των φίλων μου, γριά
ποντικίνα στα νοσοκομεία και στα
κρεματόρια του Ισραήλ, θα σου
βάζω αιωνίως δηλητήριο στο φαί
εγώ, ο εκφυλισμένος αγρότης των
λέξεων, η ποιητική μηχανή του
μέλλοντος. Θα σε ταΐζω μέχρι
να πεθάνεις μέλι και ζυμωτό
ψωμί και υπέροχες ελιές
ξιδάτες της μαμάς.

Βροχούλα

brox

Έπιασε βροχούλα
απ’ αυτές τις έτοιμες
σαν βούρκωμα. Κι
εσύ ταξιδεύεις με το
λεωφορείο για το σημείο
μηδέν. Με τη χάρτινη
βεντάλια σου κοιμισμένη
πάνω στα δάχτυλα και
τις ζωγραφισμένες
γοργόνες να δίνουν τη
σκυτάλη της συνουσίας
σε αναμνήσεις, επίγεια
δρομολόγια, έρωτες εξ
αναβολής. Σε καντίνες
πενιχρών ενατενίσεων
εν μέσω εθνικής οδού
ελκυστικής και πανώριας.
Με γκαζόζες και ξέφρενα
βλέμματα στο πουθενά.
Αφήνοντας σε πλαστικές
καρέκλες βιαστικά, νιφάδες
έρωτος απ’ το χθεσινο-
βραδινό σου γαμήσι. Ψυχή τε
και σώματι σε παρακολουθώ
σε βασανίζω σαν ψύλλος
κάτω απ’ το δέρμα. Κι εσύ
με κουβαλάς στην επαρχία
με τα τάπερ της μαμάς.
Στο ανελέητο τεί της απουσίας.

Ωδή στον Αύγουστο

ont

Αύριο πάλι ή του χρόνου
θα γνωρίσω μια ρακένδυτη
από έρωτα, σαν εσένα.
Μια γόησσα ατέλειωτη σε κάποιο
φεριμπόουτ για τις Κυκλάδες.
Πηγαίνοντας στην άγονη γραμμή
και στα δροσερά βραχάκια της
αγάπης για βουτιές, με φρέσκες
ορδές ποιημάτων στα σκέλια
με δυο ντομάτες ελιές και ψωμί.
Χωρίς το αποτρόπαιο παραβάν
χωρίς το δηλητήριο της ντροπής
χωρίς φύλλα συκής, βέρες και
στέφανα, τιμητικές περγαμηνές
υποταγής, χωρίς βιομηχανίες
όπλων, λογισμικά θανάτου
παπάδες που κάνουν κλύσμα
στους πιστούς τη θεία φώτιση.
Αύριο πάλι ή του χρόνου εγώ
ο ερασιτέχνης εραστής θα σε βρω
και θα σε σπείρω. Θα οργώσω
το χωραφάκι σου με γλυκόλογα.
Θα ξεχορταριάσω τη μνήμη σου.
θα σε γιατρέψω από δαγκώματα
φιδιών, φίλων, συζύγων, συγγενών.
Θα κάνω την καρδούλα σου λιώμα.
Θα σε βγάλω στο κουρμπέτι
της φύσης. Στη φλούδα της αμμουδιάς.
Σε μια Κίμωλο απείραχτη λευκή
πολύτροπη. Με σαύρες γύρω
στις σχισμές. Στ’ αρχαία αλώνια.
Στους τροχούς της αυτόματης
γραφής και της αυτόματης καύλας.
Στα καθρεφτάκια του ήλιου της
άπατης θάλασσας. Στο γυμνό
ερχομό της χαράς. Στο λιοπύρι
των διαβόλων. Στο χωραφάκι
δίπλα με το τριφύλλι και τα ιερά
κόπρανα των γαϊδουριών. Με όλη
την ιερή μανία της ζωής. Με όλα
τα δάχτυλα και τις γλώσσες.
Θεϊκά τέρατα της συνουσίας.
Όλο γέλια σάλια μύξες αίμα
δάκρυα βογγητά ρόγχο ζωής
και θανάτου εις σάρκαν μια.

Ο ποιητής και ο εραστής στα χρόνια της χολέρας

2011-DixInMemoryoftheGloriousTime

Θα μπορούσα να βάλω προμετωπίδα σε όλα τα αγαπημένα μου βιβλία, τη φράση του Αριστοτέλη, που λέει πως, δυο είναι οι υπέρτατες ηδονές, της ερωτικής πράξης και του στοχάζεσθαι. Και συμπληρώνω πως, Έρωτας χωρίς στοχασμό είναι δυστυχία καλλωπισμένη με χύσιμο και Στοχασμός χωρίς έρωτα είναι παντοδύναμος φασισμός. Βεβαίως όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους καταναλωτές της εμπορικής πορνογραφίας και της γραπτής σαβούρας.

Όπως ο ποιητής που ξεκολιάζετε να φιλοσοφεί σεμνά και να ερωτογραφεί σαν την κυρία Ντορεμί που κρυφοκαυλώνει με το Σήφη, έτσι κι ο εραστής βολεύεται στο κοινωνικό πλαίσιο του παπά και του μπακάλη. Και μια ολόκληρη κοινωνία έχει ως δυνάστες αυτούς τους δυο αφοπλισμένους επαναστάτες.

Όταν η νεότητα γίνεται ναρκωμένος φαλλός που πληκτρολογεί στα τυφλά, ερωτικά μηνύματα στο υπερπέραν, και ο ποιητής νάρκισσος βαψομαλλιάς, που η αγωνία του είναι τα λάικ, τότε κανέναν στρατιώτη και κανένα καθεστώς δεν μπορείς να εμποδίσεις να σφάζει παιδιά, γυναίκες, αμάχους.

Καμία αίσθηση για το φρικιαστικό νατουραλισμό της είδησης. Για την απροκάλυπτα ξεδιάντροπη αισχρότητα της εικόνας. Τα σπλάχνα ενός παιδιού χυμένα στο πεζοδρόμιο είναι συμπλήρωμα μιας γκολάρας ή μιας γαμάτης παράστασης στην Επίδαυρο. Η αναπηρία των θυμάτων πολέμου, η πείνα, η εξαθλίωση, οι αρρώστιες είναι το σημείο G αργόσχολων πλούσιων κυριών και φιλανθρωπικών οργανώσεων.

Όταν η ακαδημία και το εμπορικό κύκλωμα ελέγχουν τους ποιητές και τους εραστές κανένας λόγος δεν τρυπάει τα κορμάκια και κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα. Μονάχα ο νεωτερικός αχταρμάς του καπιταλιστή και η τρέντι κατανυκτική αμεριμνησία του καταναλωτή που βγαίνει να ψωνιστεί την Κυριακή με ένα ευρώ. Μονάχα οι ψυχίατροι, τα ψυχοφάρμακα, οι ψυχολόγοι, οι σύμβουλοι έχουν εξουσία πάνω στη σάρκα. Οι εκπομπές μαγειρικής και το γιουπόρν. Οι αμερικάνικες αστυνομικές σειρές με τις αστραφτερές αντεριές.

Το πέρασμα απ’ την αρχαία ελληνική ύπαιθρο του σκώμματος στην Ρωμαϊκή αρένα των αγορών. Εκεί που ο δυνατός μονομάχος Κύριος ημών καπιταλιστής θα σου κόψει τους όρχεις περήφανε νεολαίε, δαπίτη στο μυαλό και την καρδιά, που πιστεύεις πως θα τη σκαπουλάρεις με τα τριάντα αργύρια του μπαμπά.

Tο φιλελεύθερο σκατό

skat

Τώρα το φιλελεύθερο σκατό
γεννοβολάει δράκους. Μαύρο
καπνό υπερόπτη. Όλοι για έναν
κι ένας για όλους. Πως θα
προλάβω να ξεκάνω πιο πολλούς.
Να λούσω με πετρέλαιο το αόρατο
φιλί και το μισάνοιχτο στόμα. Να
πάρω βραβείο ποίησης έρωτα εραστή.
Να ξεσπαθώσω λογαριάζοντας με
ευρώ την άγονη γραμμή της συνουσίας.
Να πουλήσω ειρωνεία, παράδοξο,
ερμητισμό. Να πάρω πόζα αλεπούς
ετοιμοθάνατης. Να γίνω ο Κανένας
και δε συμμαζεύεται. Ο εν ζωή θανατικός
που όλο προσαρμόζεται που όλο
κοιτάει τη δουλίτσα του
την κοιλίτσα του, την καυλίτσα του.
Να γίνω ο Εβραίος, ο νοικοκύρης,
ο ταλιμπάν, ο παχύσαρκος αμερικάνος
φίλος, ο εργολάβος, ο κηφήνας.
Ο εργασιομανής. Να γίνω ο
θανατολάγνος αδένας του Ισραήλ,
το πουτανάκι που γαμούν οι εργάτες
των κιμπούτς για αναψυχή, να γίνω
καρκίνος στο βυζί της ομορφιάς.
Να γίνω ο λεπτός συρμάτινος
ηλεκτροφόρος φράχτης που χωρίζει
το μυαλό απ’ την καρδιά. Να γίνω
το μικρό τυφλό ξωτικό της συνουσίας
στο λάκκο της αναπαραγωγής. Να γίνω
ο τηλεορασάκιας ο ακροατής τόσων
θανάτων. Να γίνω ο πορνογράφος
του πόνου των άλλων. Ο γητευτής
κάθε αυταπάτης. Σκόρπιος, ευτυχής
μες στην κοιλιά του υπερκαταστήματος.

Γύρω γύρω όλοι

 

body_painting_flower_3

Μύρισε ο κήπος σου κόκκινο.
Λαιμαργία γύρης.
Γύρω γύρω όλοι.
Άντρες εν πλω
φορώντας μέθη ανάσκελη
το οικείο λάγνο σου δασάκι.
Το έδεσμα.
Θήρα τω όντι, έφηβη εσύ.
Τι εποιήσάς μοι
χειροπιαστό μουνί
ολισθηρόν
που ανέτειλες λάθρα
πλούσιο, περιούσιο
χωρίς το μάτι του Μπατάϊγ
θεότυφλο
αλλά με κείνο το γέλιο το έξαλλο
τα χάχανα
τα αχαμνά ευμενώς λακτίζοντας
στη γενέτειρα του καβάλου μου
λίγο πριν τρυπώσει το ερπετό των οργασμών
ο τρελός ποιητής Αντρέας Εμπειρίκος
καυλιάρης και ασθμαίνων
εις τον τάφο του άπειρος
με βιολιτζήδες κοριτσάκια και οράματα.

Θάνατος πολύς στις πλατείες

uana

Θάνατος πολύς στις πλατείες
Ορίζοντας άυπνος ξινισμένος
Το αεράκι χλωμό
Κόσμος από βάσανα ραγισμένος
Πίνει καφέδες κάτω από δέντρα και ουρανούς
Βγάζει το μαντηλάκι του και σκουπίζει τη λέξη φως
Τη λέξη σκοτάδι τη λέξη έρωτας
Βγάζει τα μυστικά της ψυχής του στο ραδιόφωνο
Στην τηλεόραση στο φέισμπουκ στα μπλόγκς
Κάνει την τέχνη χαρακιά στο μέτωπο
Κάνει χαρακίρι στον κώλο του
Βάζει φωτιά στα λεφτά του κάτω απ’ τα κλαρίνα
Λέει ωραία ανέκδοτα τη νύχτα στην κυρά του
Επικήδεια
Προσεύχεται βουβά
Μπροστά στο ορμητικό ποτάμι του καιρού

Ω φύλαγέ μας, βίαιε βίε
Του έρποντα χαμού

Ω φύλαγέ μας απ’ το θεό, το Ισραήλ, το Μαμωνά
Τα σάπια κλαδιά που πέφτουν στα κεφάλια μας

Ω φύλαγέ μας απ’ των ανθρώπων την εξουσία στα κορμάκια μας

Γράμμα σε νέο καπνιστή

sakagian1

Λένε οι σοφοί
πως για να γίνεις σοφός πρέπει
να εγκαταλείψεις κάθε φιλοδοξία.
Ακόμη και τη φιλοδοξία τού να θέλεις να γίνεις σοφός.
Γίνε λοιπόν ένας περίτεχνος πρωτόγονος.
Κατασκεύασε κάθε ποίημα όπως έρχεται
βάζοντας τα πράγματα εκεί
που πηγαίνουν από μόνα τους.
Οι επιδράσεις σου να είναι φανερές
να τις βάζεις κι αυτές μες στο ποίημα
όπως ακριβώς βάζεις τη γλώσσα σου
στο στόμα της κυράς που αγαπάς.

Ύδρα

ydra

Ύδρα ιδρωμένη, όλο ασφάκες
μάλλινες κουβέρτες ξινισμένα
τσίπουρα. Ύδρα με τις παχιές
κουράδες των αλόγων. Λιοπύρι
γαϊδουράκια ξερολιθιές. Ύδρα
μπουκάλες υγραερίου στο λιμάνι
τα χαράματα. Καμένο λάδι.
Πηγάδια στεγνά. Το πρωί τα
σκουπίδια φορτωμένα στην
καρότσα. Τα μονοπάτια μελαμψά
δάχτυλα. Ύδρα χορτασμένη
τέμπερες λόγια και βιβλία. Ζέστα.
Ένα γιγάντιο φεγγάρι μες στις
λεπτές σχισμές της πέτρας.
Σαύρες και σμήνη από μύγες.
Αμερικάνες σαν άγρια λυκόπουλα
μέσα στο δάσος της πρέζας.
Εβραίοι τρώνε ντομάτα με χοντρό
αλάτι στα πεζούλια σου. Νέοι ποιητές
αγέννητοι, γράφουν βαρβάτους
στίχους κάτω απ’ τις σκληρές
λόχμες του τοπίου. Γέροι της
γενιάς του εβδομήντα, γράφουν
για το βορινό χορτάρι τα κρύα
βουνά τις παλιές ηδονές. Ζέστα.
Ύδρα κόκαλα ψαριών στο στόμα
του ήλιου. Σκοτεινά ενοικιαζόμενα.
Το ρέμα κοντά στις μικρές εκκλησιές.
Ύδρα ηλεκτρικό πεδίο. Ύδρα
καλλιτεχνών και κολομπαράδων.
Υγρασία και σπέρμα εξπρεσιονιστών.
Ύδρα ραγισμένη απ’ το κροτάλισμα
του κεραυνού. Ύδρα καταγαμημένη
απ’ τους εφοπλιστές σου. Απ’ τα
νυμφίδια που αφήσαν την τελευταία
τους ερωτική πνοή κοντά στις καλαμιές.
Ύδρα που σε κατούρησαν όμορφες
σκανδιναβές και λυσσασμένες γαλλίδες.
Φιλόσοφοι οξειδωμένοι απ’ το διαφωτισμό.
Νύφες αγορασμένες απ’ τη Λακωνία
που γέρασαν προώρως πλένοντας πιάτα.
Δαιμόνιοι αρτίστες που αγόρασαν
δώμα με τη χορηγία Φόρντ
κι ατενίζουν τη θάλασσα. Το Αιγαίο.
Τα λευκά ωραία βαπόρια με τους
μαύρους καπνούς. Ύδρα πριν δέκα
χρόνια με την Κατερίνα αγκαλιά.
Στο καμαράκι με τα μαλλιά της
πλοκάμια στο λαιμό μου και το
χέρι μου στο λευκό της στήθος.
Στις μύτες των ποδιών μας
περάσαμε αχαρτογράφητα
μπακάλικα χαμαιτυπεία εξαίσια
καλών τεχνών τον έμπορο που
μας πούλησε ακουαρέλες μαγικών
υπαινιγμών τον τρελό μπουρλοτιέρη
που ζωγράφιζε σκαλισμένα κόκαλα
και πέτρες. Κι είχε μια κόρη εκθέτη
στη Γερμανία. Και το ατελιέ του
στη μπούκα του λιμανιού. Και
το συκώτι πεταμένο στη θάλασσα.
Στο βυθό.

Τη αγνώστω γκαρσόνα

zinn october 13 2007

Άνθησες, αθρόα κι ανοιχτή, γκαρσόνα
σε μια Πτολεμαΐδα του μεσαίωνα.
Στύσεις Βαβελικές αποθέτοντας
μαζί με το γλυκό, μαζί με την απόδειξη
για το ανεξόφλητο αντίτιμο της καύλας
εκπέμποντας συθέμελα πρελούδια οργασμού
έχοντας την επικαρπία τόσων στιγμών
ακόμα κι όταν ξευτιλίζεις ανδρόγυνες υπάρξεις
λίγο πριν φουντάρουνε αξέσχιστες
στα πατρικά τους καταλύματα
οδηγώντας τόσα άρματα τυφλά εις το χαμό
τόσες υπάρξεις στον αχό της ανορθογραφίας
στον παστρικό αυνανισμό, στο άμεμπτο
δια χειρός ξεκαύλωμα, στην πιο ακραία
εκδοχή αυτοχειρίας.

Σκατά και Ισραήλ

kino

Δεν ξέρω να ψελλίσω πολλά περί θρησκευτικής ποίησης. Ούτε νιώθω κατάνυξη με τους θρησκευτικούς ποιητές και τις λαμπρές θεούσες της εκλογικής μου περιφερείας. Ο πάπας ομολόγησε πως δύο στους εκατό καθολικούς παπάδες είναι παιδεραστές. Ο πάπας είναι πανέξυπνος άνθρωπος και παίζει με τα ποσοστά για να μην εξαγριώσει το χριστεπώνυμο πλήθος. Υπάρχει μια φιλελεύθερη άποψη που λέει πως ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει σε όποιον θεό γουστάρει. Αφού βεβαίως πρώτα έχεις υποστεί κλύσμα απ’ τα γεννοφάσκια σου μικρέ μου ελεύθερε μαλάκα, έ, μετά μπορείς να πιστεύεις σε όποιον θεό επιθυμείς. Μπορείς να βλέπεις το χριστούλι να σου κάνει κωλοδάχτυλο πάνω απ’ το κεφάλι του κυρίου καθηγητή ή να τσουβαλιάζεσαι απ’ τους δασκάλους σου για να φιλήσεις το χέρι του επισκόπου. Είσαι ένα ελεύθερο πουλί που μπορεί να επιλέξει ελεύθερα ποιός χρυσαυγήτης γυμναστής καραβανάς θα σε χουφτώσει και ποιος σεβάσμιος παππούλης θα σου χαϊδέψει τ’ αρχίδια για να πάρεις ευλογία. Σ’ αυτό το φιλελεύθερο γαμάτο σύστημα που τα επιτρέπει όλα στην πραγματικότητα επιτρέπεται μόνον ένα. Αυτός που έχει την εξουσία, τη δύναμη, τις πλάτες, τον πλούτο, τα καράβια, τα λιμάνια, τις σιδηροτροχιές, να σε μαρκαλεύει με έναν εξόχως επιστημονικό τρόπο και με μια νομιμοφροσύνη τέτοια που να μη χωρά αμφισβήτηση από αναρχικά κομπλεξικά όντα που βλέπουν παντού εκμετάλλευση, σκατά και Ισραήλ. Παρεμπίπτοντος οι δουλικοί νεοέλληνες που έχουν φορέσει σαμάρι την εβραϊκή μυθολογία κωλοτρίβονται ως αντισημίτες και σερφάρουν σ’ ένα πατριωτισμό που ζέχνει Άουσβιτς και βαλκανική αμερικανιά. Η θρησκεία χωνεμένη μέσα στον πολιτικό οραματισμό των νέων μάγων του αίματος, αποδίδει τιμές στο κουφάρι ενός πολιτισμού που χτίζεται πάνω σε ευλογημένες σφαγές, έτοιμη να γεμίσει τη μπάκα της με νέους ρομαντικούς προλετάριους που θέλουν μια ειρήνη με πολυβόλα, τανκς και μεσσίες.

-

Ο εικονιζόμενος άγιος είναι ο άγιος Χριστόφορος ο Κυνοκέφαλος, σωσίας του θεού Άνουβι, προστάτης των αυτοκινητιστών και του Σώματος Εφοδιασμού-Μεταφορών του φιλοχρίστου μας Στρατού, πολιούχος του Αγρινίου, επειδή έχει την ιδιότητα να διώχνει το χαλάζι από τα χωράφια γαυγιζοντας.

Η πλατυτέρα των οργασμών

i pla

Ρίγη κραιπάλης
βολοδέρνουν στο μαγιό σου.
Λιοπύρι εγώ, ατίθασο.
Βαρόνος των οσμών σου.
Ερπετολόγος σάρκας, ρίγος.
Λιπαντής ανεμιστήρων.
Σακάτης θερινών ανασκαφών
κάποιου υπνοβάτη αφαλού.
Μαμούνι στο μουνί μιας ταξιθέτριας.
Πλήρης ευχύμου στύσεως.
Ένας κακόφημος αλγόριθμος υγρών
μπρος στην ψυχούλα της σχισμής σου.
Μπρος στην σχισμούλα της ψυχής σου.
Ορθόδοξη ανελέητη θεούσα
πλατυτέρα οργασμών
με σαλιωμένο δάχτυλο σπιρτάδα. Εσύ.
Τώρα τα έπαθλα βυζιά σου θα προσφέρω
βορά στους αναγνώστες μου.
Στους κάφρους λίγης θαλπωρής ποιητικής.
Στους ιεχωβάδες της θηλής σου.
Που όλο ξαμώνει η γλώσσα τους γλειψιές.
Που όλο ονειρεύονται οι πρίαποι
να εισχωρήσουν με το δούρειο φαλλό τους
στο σφαγείο σου.

Φύλλο πορείας θέρους εν εξάψει

fyllo

Ποιητικό άπειρο της καρδιάς μου
φίδι κουλουριασμένο στο καυτό
ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο,
κοκαλάκια λιγνά σαν πάλλευκη
σκοτοδίνη. Φεύγω κι έρχομαι
κι αδυνατίζω και χάνομαι σαν
ξελιγωμένη μπαταρία. Βλέπω πως
πετυχαίνει η ποίηση να γειώσει
τα υγρά φανατικών δεσποινίδων
του ήλιου. Βλέπω τη χόβολη της
άμμου να σιγοκαίει τον πόθο
μισθωτών. Τη θάλασσα γύρω
αχνιστή. Βλέπω σχισμές που
ζεματάν. Παλίμψηστα στοχαστικά
λιθάρια πυρωμένα. Κάτι ανήμερα
θηρία κορμιά που όλο βυζαίνουν
χώμα. Μπρούμυτα με τα μαύρα
τους γυαλιά, το μελαμψό χαμόγελο
της λήθης, το αχόρταγο μαγνητικό
πεδίο των σκελιών. Δίνοντας το
ρυθμό ιεροκρυφίως, στα πεινασμένα
βλέμματα αντρών, να παίξουν
στο σεξουαλικό ακορντεόν τους
το ηρωικό πρελούδιο της στύσης.

Αγιογραφία για τον διάβολο Pablo Picasso

xin_090602201029992120138

(απόσπασμα)

Φόρεσε
το
καπέλο
του
ο ρεαλιστής
ζωγράφος
Άλειψε
το κορμί
της αγαπημένης του
με
τα
τρομαχτικά
χρώματα
της αγάπης
Ζωγράφισε
στους
γοφούς
της
μαύρα
πουλιά
Φωταγώγησε
το
κεφάλι
ενός
αλόγου
Έκανε
μάγια
στις
μπαλαρίνες
Με
την
κραυγή
του
από
τέμπερα
Έλιωσε
το
σκοτάδι
και
τα
ξέφωτα
Κι
Άρχισε
να
αιμοραγεί
με
κοριτσίστικες
φωνές
Με
τα
νύχια
του
να
ξεκοιλιάζει
τους
μουσαμάδες
Με
τη
μαύρη
του
σκιά
λεπίδι
Με
τη
λάμπα
στο
χέρι
και
τις
φτερούγες
του
ανοιχτές
στον
πόθο
Κοιτάζεται
στον
καθρέφτη
της
λύσσας
Πυρωμένος
απ’ το
δαυλί
της
σιωπής
Θέλει
να
ξέρει
όλα
τα
κόκκαλα
της
ράχης
Όλους
τους
πόρους
απ’ το
δέρμα
Ελπίζοντας
στο
βέβαιο
θάνατο
του
έρωτα

Νέοι και νέες καυλώστε. Είναι μεταδοτικό. Ανησυχεί την εξουσία.

aeroplane

Αν μπορούσα σήμερα να διακηρύξω μιαν άποψη στα παιδιά, αυτή θα ήταν να μην πουλάνε τον εαυτό τους. Νομίζω πως είναι μέγιστη επαναστατική πράξη σήμερα να μάθεις σε κάποιον να μην πουλάει το τομάρι του. Ανάμεσα από σχολικούς τοίχους βεβαίως και χρυσοποίκιλτα μαντριά που σου μαθαίνουν πώς να πουλάς τον εαυτό σου. Πώς να ξεπουλάς και την τελευταία ικμάδα αξιοπρέπειας για να ζήσεις με το μίζερο βοήθημα που λέγεται μισθός. Πώς να μηχανεύεσαι του κόσμου τις ανοησίες και πώς να επινοείς τεχνάσματα για να γράψεις δυο παραπάνω άχρηστες αράδες στο σχολείο του ανταγωνισμού ώστε να προαχθείς σε άλλη βαθμίδα εκπαίδευσης και σε άλλο αστρικό σύστημα.

Πέρα απ’ τη γκρίνια υπάρχει ένας άλλος κόσμος, που δεν έχει βέβαια τόσο μπετό για να κάνει πλούσιους μηχανικούς και εργολάβους και δεν έχει τόσα εγκλήματα για να χρυσώσει δικηγόρους και δικαστές. Πέρα απ’ το βόθρο της εικονικής αυνανιστικής δικτύωσης υπάρχει ένας σπουδαίος ήλιος. Κι αυτό δεν είναι ουτοπία, αλλά καθημερινή άσκηση στο σχολείο των ηδονών. Στο σχολείο που δεν κυριαρχούν οι φλύκταινες εγγράφων που μυρίζουν αγαμησιά και κυρίαρχη ιδεολογία. Στο σχολείο που δεν έχει ωράρια και καγκελόπορτες αλλά είναι ανοιχτό για να διδάξει τη ζωή και να ξεκλειδώσει τις αντιφάσεις.

Οι αληθινοί δάσκαλοι μαθαίνουν στα παιδιά αυτό. Τη χαρά και το παιχνίδι. Τη δημιουργία μέσα στις συλλογικότητες κι όχι την άσκηση στην επιτήρηση απ’ το βλοσυρό μάτι του πατερούλη της εξουσίας.

Ο δάσκαλος που προετοιμάζει τα παιδιά για τα δόντια τού εργοδότη είναι ένα πληρωμένο κάθαρμα. Ο δάσκαλος που σε κάθε κουβέντα του δίνει πατρικές συμβουλές στο μαθητή του για το πώς θα σκύβει το κεφάλι στον εργοδότη του είναι ένας ξεσχισμένος πούστης. Είναι ο γλείφτης που εξαγοράζεται με τριάντα αργύρια σιωπής. Είναι ο καραβανάς που στοιχίζει τα κορμάκια για να τα καταγαμήσει ο καπιταλιστής. Είναι ο τύπος που τα κρατά για να μη δυσκολευτεί ο βιαστής. Είναι ο λογοκριτής που μπουκώνει τα στόματα με παπαγαλία, εθνικισμό, μεταφυσική.

Ο δάσκαλος που μεταμορφώθηκε σε μαθητευόμενο μάγο είναι ο σιτιστής του κοινωνικού κανιβαλισμού. Είναι αυτός που αντί για νερό χρησιμοποιεί αίμα.

Επειγόντως θα πρέπει να συμβιβαστούμε με την ομορφιά. Έχουμε υποχρέωση να μάθουμε να ζούμε σωστά. Να μην ταΐζουμε χολή τα μελισσάκια.

Επειγόντως θα πρέπει να συγκρουστούμε με κάθε υπερφίαλο πολιτικάντη που μας θέλει ήρωες, εργασιομανείς και κουτάβια που αβγαταίνουν τα λεφτά του Συγγρού.

Αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες, νέοι και νέες, μην πουλάτε τον εαυτό σας στον έμπορα. Μην κολυμπάτε στα τοξικά ποτάμια που σας θέλουν τρέντι δουλοπάροικους. Μάθετε τη ζωή σωστά. Συγκρουστείτε. Ανακαλύψτε. Καυλώστε.

Νέοι και νέες καυλώστε. Είναι μεταδοτικό. Ανησυχεί την εξουσία.

Φυγόδικος στους Εγκρεμνούς

egkr (1)

Ήλιος στρογγυλεμένος
Κι έξω απ’ το φως ο θάνατος
Αρουραίος καιρός στα λαγούμια του
Βγάζω το άχτι μου ως Κανένας
Ως κάποιος
Ως εκείνος με τις πληγές
Ως ο γυμνιστής στις συμπληγάδες του
Φυγόδικος στους Εγκρεμνούς
Εδώ στη θάλασσα κανείς δε θα με βρει
Το τέλειο καταφύγιο εδώ
Εδώ στο ταψί της άμμου
Κλεπταποδόχος των πάντων

Εφτά Λογάκια Για Τη Μουσική Των Αγρών

Page_1-620x933

1

Αυτή τη στιγμή ακούω τζιτζίκια. Γράφω απ’ τους αγρούς. Ο αγρός μου δεν μπορεί να χωρέσει στο φέισμπουκ. Εδώ μέσα έχει σοδειές ποιημάτων και τεκμήρια ζευγαρώματος. Έχει φίδια, αρουραίους, υγρασία, λάσπη, σκουλήκια. Έχει τη μάνα και την ερωμένη. Έχει ζεματιστά μουνάκια πλήρους αθωότητος. Περιέχει εμένα που δεν έχω φιλοδοξίες να γίνω σατράπης γραφείου ή γραφειοκράτης σατραπείας. Αυτός ο αγρός παλεύει να μη γίνει τσιμέντο ή ακαδημία. Έχει θηλαστικά που δεν καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Αυτός ο αγρός έχει λαμπερή γύμνια. Είναι μαυσωλείο εξέγερσης και αλλαγής. Είναι η μήτρα μας που δε θέλει σοβάτισμα αλλά αγάπη.

2

Εμείς που αγαπάμε τα άστρα, το φεγγάρι, τη συντροφιά των γυναικών που δε τις μαγάρισε η υστερία, κατοικούμε στους αγρούς. Είμαστε άγριοι. Εξ’ Αγρινίου ορμώμενοι. Αγαπούμε τα κορίτσια, αυτά τα αγγεία των μυστηρίων. Αγκαλιάζουμε τα δέντρα κι ακούμε τη δυνατή βροχή να ξεχώνει τις αδύναμες ρίζες.

3

Εδώ λαμβάνουν χώρα περιστατικά ουτοπίας. Εδώ το αιώνιο κάλεσμα επιστροφής. Ω Αθηναίε και ω πρωτευουσιάνε τόσων κακών γιατί φοράς κλουβί; Χρόνια σου το γράφω στους τοίχους μα εσύ κοιτάς αλλού.

4

Όσοι δεν έχουμε ιερά και όσια και ξέρουμε τι μας περιμένει μας τρέχουν τα σάλια για έρωτες και φυσικές καταστροφές. Περιφέρουμε αυτό το πάθος για ζωή υπάρξεων που δεν έχουν ταυτότητα και λογαριασμό τραπέζης. Βγάζουμε έξω απ’ το κορμάκι τη ζούρλια μας. Την καύλα μας αντί ευτελούς αμοιβής. Κι ας μας λυπούνται φίλοι, συγγενείς και δημογέροντες.

5

Εμείς δεν έχουμε αφεντικά και δεν θέλουμε αφεντικά για κανένα. Η αναρχία μας είναι ο έρωτας για τη μουσική των αγρών. Για τα μυστικά περάσματα στον ζεστό κόρφο της κυράς μας. Εκεί που δεν έχει μεγαλόσχημους κριτικούς λογοτεχνίας ,πόζα, στρουκτουραλισμό, υπεραξία, αλλά υγρασία ερωτικών βοσκοτόπων. Εκεί που τα παράθυρα είναι μονίμως ανοιχτά στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες. Σε φοβερά γέλια χαράς. Σ’ αυτό το κυκλικό σκίρτημα της αιώνιας στιγμής.

6

Αν ξύσεις κάτω απ’ το τσιμέντο, κάτω απ’ τους ανθρώπους που κοιμούνται σε κοντέινερς, κουβάδες, καρότσια, παγκάκια, θα βρεις τους αγρούς. Κάτω απ’ το σφαγείο της εθνικής τράπεζας θα βρεις αμμουδιές και χώμα γόνιμο. Θα βρεις ευτυχισμένα στομάχια όχι απ’ τη βαρβαρότητα της κοιλιοδουλείας αλλά απ’ την πληρότητα της γευστικής ευδαιμονίας των καρπών.

7

Ιδού η λύση εδώ. Βγάλτε τα ρούχα σας, τις πανοπλίες σας, τις αυταπάτες σας, τις αλυσίδες σας και βουτήξτε σ’ αυτό το απέραντο γαλάζιο της μίας και μοναδικής ζωής. Λέω, ποτέ δε θα περάσουν δίπλα σου ξανά ετούτα τα κορμάκια κι ετούτη εδώ η απλόχερη ομορφιά, μικροαστέ μου εαυτέ. Και γράφω. Ιδού:

unnamed-620x469

*
Ακούω τη μουσική των αγρών.
Το τσέμπαλο των μυστικών περασμάτων.
Στα σχολεία των αρουραίων
και στις σωλήνες του νερού. Ακούω
να ροκανίζουν διαφημιστικά φυλλάδια υπνωτισμένες νοικοκυρές.
Όμορφες πάντα στο βαθύσκιωτο κουζινάκι τους.
Μαγειρεύοντας γλυκόλογα με νερό βροχής.

*
Εδώ βυθίζονται τ’ άστρα.
Εδώ συγκλίνουν τα θηλυκά.
Θυμάμαι τον χάρτη στον τοίχο της τάξης.
Τον αλαφροΐσκιωτο Ιησού να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τα λιοστάσια. Να βάζει λατινικούς αριθμούς η δασκάλα
μπροστά στα γεγονότα.
Να βάζει τις σφαγές στη σωστή σειρά.
Να ισιώνει σκύβοντας τις κάλτσες της.
Να βαθμολογεί τα νυμφομανή μας μάτια.

*
Αράχνες μαζεύονται στα μαγαζιά των μυρμηγκιών.
Κι έτσι ανεξήγητα και αναίτια τα καταβροχθίζουν.
Κι όταν έχει φεγγάρι γεμάτο μαζεύονται οι ληστές
και μοιράζουν τον κλεμμένο κόσμο. Μαζεύονται
οι εφτάψυχες μαύρες γάτες στους λειμώνες των άστρων.
Μαζεύονται οι κλέφτες των ψυχών
για να ζυγίσουν την πραμάτεια τους. Εμείς όλοι
που αντιγράφουμε την ομορφιά στα χαρτιά μας.
Τα άπιστα σκυλιά. Εμείς.

*
Μια πλάκα σαπούνι στο νεροχύτη δίπλα στη λιάστρα.
Το πουκάμισο του φιδιού σχεδόν τριμμένο απ’ τον ήλιο.
Σ’ έπαιρνα μάτι ο διάβολος στο ντούζ
το σώμα σου φολιδωτό οχτώ
και να βακχεύεται
χάλκινος αφαλός τουρκόσπορος
κατά Αχερουσία
το μέγα δάχτυλο
τραβούσε την περόνη
πιο κάτω άφηνα την τελευταία μου πνοή.

*
Την ξάπλωσα στον αγρό, στα λουλούδια.
Στο υπερπέραν της νοθείας των ονείρων.
Τη γύμνια της κατάσαρκα φορούσε.
Το περιφραστικό σουτιέν ως πανοπλία.
Σφάδαζε ανακούρκουδη, χτυπιόταν.
Μηροί, λευκά φτερά που ανοιγοκλείνουν.
Δείχνοντας κάθε τόσο αυτό που κρύβουν.

*
Η μούσα μου ψόφησε.
Όπως θα ψοφήσω κι εγώ.
Όμως πρόλαβα να της φτιάξω στο καμινέτο ένα φαγάκι.
Να της πω δυο λόγια αγάπης.
Να της κρατήσω το χέρι.
Εγώ ο νυμφομανής.
Εγώ ο χιλίαρχος φαλλοκράτης.
Εγώ ο εκατόνταρχος μουνάκιας.
Ο παρείσακτος της ελληνικής γραμματείας.
Εγώ.

 

 

[Η συλλογή "Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ"
μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bibliotheque
και μπορείτε να το προμηθευτείτε εδώ]

Καρπούζι με τυρί

karpouzi

Δοκιμάζω καρπούζι με τυρί
σε κάποιαν κρυφή σπηλιά
της Πελοποννήσου και είσαι
όμορφη σιωπηλή και μοιραία
και χορταστική με τη σχισμή
σου στο κέντρο του κόσμου
να βράζει στο ζουμί της
τρυφερή παράδοξη όλο
ειρωνεία σαρκώδη έτοιμη για
τις μάχες με το λαίμαργο
ερασιτέχνη ποιητή με τα
μάτια σου σαν από δάγκωμα
φιδιού λαμπαδιασμένα με τα
χείλη γύρω τον ιδρώτα σα
βούτυρο πάνω στη γύμνια
μες στο λαγούμι του κεραυνού
δίπλα στο τάπερ με το φαγάκι
της πεδινής Λακωνίας ελιές και
ζυμωτό ψωμί και σύκα με κομμένη
την ανάσα μας απ’ το τόσο
αχόρταγο σεξ το αλατάκι στη σχισμή
υποχείριο των εκκρίσεων τα φύκια
στο δέρμα σαν σφραγίδες του θεού
που δε βγάζει κέρδος απ’ το στύψιμο
των κορμιών που δε βγάζει λεφτά
απ’ τον κισσό που αγκαλιάζει την πέτρα.

ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΑΡΚΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΟΠΕΛΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ

Girl_on_the_Bus_by_ChristianoDiangelo

Ήμασταν κι οι δύο έτοιμοι για έρωτα
καθώς για ώρα μ’ άγγιζε μες στο λεωφορείο.
Χάιδευα με τα χέρια μου τη φούστα της
το εξαίσιο λινό που άναβε το δέρμα
κι ένοιωθα με τα δάχτυλα
το λαστιχένιο της κιλότας περίγραμμα
και μύριζα μασχάλη βαθιά καθώς
κρατιότανε το χέρι της από τον πήχη του αστικού
εκλιπαρώντας οργασμό το χνώτο του κορμιού.
Και κατεβήκαμε εκεί σε μιαν άγνωστη στάση
με λύσσα και οι δυο πατώντας το κουμπί.
Τρέχοντας με τα τέλεια αρματωμένα μας κορμιά
στην αγκαλιά του πάρκου να χωθούμε.
Αρχίζοντας συνομιλίες τρυφερές, με κείνες
τις γλυκές σιωπές του έρωτα.
Κι όπως η καύλα μας χτυπούσε στα μελίγγια
κι οι γλώσσες μας αχόρταγα ζευγάρωναν
άγρια έσκισα εγώ τη μουσκεμένη της κιλότα
αφήνοντας σημάδια με το λάστιχο στο αφηνιασμένο της κορμί.
Κι έσταζε ο ιδρώτας στα γυμνωμένα μπούτια
κι ένοιωσα το σάλιο απ’ το φιλί της μεσ’ τα αυτιά μου
να το στεγνώνει ο άνεμος.
Κι ένοιωσα το λαχάνιασμα και το ζεστό της κόρφο
της μήτρας το λαμπάδιασμα
τα υπέροχα ζεματιστά της χείλη να μου γλείφουν το φαλλό.
Κι εκεί πάνω στην ένδοξη διχάλα
τίναξα τους σπόρους μου.
Κι ήταν αυτό το χύσιμο ανάμεσα στα μπούτια
μια στιγμή αιωνιότητας
καθώς δυο άγνωστοι θεοί τρωτοί και εύθραυστοι
κάτω απ’ τη μυρουδιά των πεύκων και των χόρτων.
Τριγυρισμένοι από μερμήγκια θεατές.
Κι ήτανε μια μεταλαβιά των πάρκων
μια λειτουργία για τα κρησφύγετα των εραστών
τις γιάφκες τις ευλογημένες του έρωτα.
Αυτές που κρύβουν μέσα τους
σπέρματα και προφυλακτικά
κι άλλα της ηδονής απομεινάρια ένδοξα
όπως αυτή την ταπεινή κιλότα
που ξέσκισα με δύναμη.
Όπως αυτά τα άγια εσώρουχα
των εραστών τα τρόπαια
της λιτανείας κοριτσιών το λάγνο αεράκι.

Διόνυσε, η μέρα μου περνά!

d1

Διόνυσε, η μέρα μου περνά!
Περνά σαν αστραπή
και πριν γυρίσω το κεφάλι μου νυχτώνει.
Αλίμονο Διόνυσε, είμαστε φουσκωμένα ασκιά.
Κοπανιστός αέρας.
Μέχρι κι οι μύγες, έχουνε πιότερη αξία από μας.
Κι υπάρχουν θηλυκά που τσιγκουνεύονται τα υγρά τους
στη μια και μοναδική ζωή. Κι υπάρχουν άνθρωποι
που ψάχνουν με τη γλώσσα, την ευτυχία στα σκατά.
Βάκχε μαινόμενε και
Βάκχε μεθυσμένε, κράτα γερά
Διόνυσε, διονυσιάσου ελεύθερα. Κάτω
απ’ τον έναστρο ουρανό που μας αλέθει σαν μυλόπετρα.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ

ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 26 ΙΟΥΝΙΟΥ ΣΤΙΣ 7 ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ (ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ 11)

Ο ΤΕΟΣ ΡΟΜΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ
ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΕΙΡΑΣ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ, ΒΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

mousiki

Στις τέσσερις το πρωί

cal

Ακούω στο ταβάνι μου τους αρουραίους να μαλώνουν με το φίδι.
Κι εγώ, δεν ξέρεις πόσο βιάζομαι να προλάβω τη ζωή.
Να φτιάξω καφέ. Να ευνοηθώ απ’ την τύχη.
Να κρατήσω σημειώσεις για τον πρόσκαιρο έρωτά μου.
Να γελάσω με το ζόρι και να δαγκώσω τη σάρκα μου
σαν μαθητής που σκυλοβαριέται. Και σκέφτομαι πολλά
εδώ στο μακρινό μου άστρο. Ανοίγω το παράθυρο
και εισπνέω πολύχρωμη νυχτερινή ύλη γυναικών από μακριά.
Μυρίζω στοργικά τον ασφόδελο της φιλενάδας μου.
Αυτής που με θέλγει και με σκέφτεται. Αυτής
που ψάχνει να μπει στον παράδεισο με το δάχτυλο.
Να εξανθρωπίσει την ύλη των ονείρων.
Να χύσει ανελέητα και ν’ αποκοιμηθεί.

Ακούω στο ταβάνι μου τους αρουραίους να μαλώνουν με το φίδι.
Στις τέσσερις το πρωί.
Ξαγρυπνώ και γράφω για όλα αυτά και για άλλα.
Γράφω για τον παγκόσμιο πόλεμο της νύχτας στο ταβάνι μου.
Για τα ερπετά ανάμεσα στον ουρανό και τη γη.
Τους συμπολίτες μου που δαγκώνουν.
Γράφω το ποίημα και το αφήνω έξω απ’ την πόρτα την αυγή.
Ένα πιατάκι γάλα να το πιούνε τα φίδια του αγρού να ημερέψουν.

Δέντρα

oneiropolos

Δεν ξέρω αν το ποίημα πρέπει
να περιέχει ένα σώμα γυμνό που
καμαρώνει στον ήλιο ή σάρκες
βράχων χυμένες στα αραχναία
δίχτυα της θαλάσσης ή αν πρέπει
να ετυμολογεί σκαιώς ερωτόλογα
κάλπικα και σχισμές καθρεφτισμένες
στο υπερπέραν. Δεν ξέρω και
ματαίως αναρωτιέμαι σαν χαδιάρα
γατούλα που ζητά φαγάκι αναγνώρισης
από σένα τρυφερέ αναγνώστη της
ποιήσεως. Και φεγγαράκι στο δέρμα
προσδοκώντας. Για τρυφερότητα
φτιαχτή. Λοξά πάντα κοιτάζοντας
δέντρα απ’ το παράθυρο. Παιδιόθεν
ονειροπόλος καβαλημένος αλλά με
στεντόρειο πάθος για τα κοινά. Και
ευαισθησία σαν έκζεμα.

Νυφούλα

panama

Μεσημεράκι πάνοπλο στα μάγουλα
επάνω της ωραίας. Και στη διχάλα
ο ιδρώτας κι ο χαμός. Οι αυλικοί
αλαλιασμένοι στα καπούλια της.
Θεριά συλλαβίζουν του θανάτου
το δαίμονα. Την πηγή του κακού.
Τις ιστοσελίδες με τις λοιδορίες.
Τη λύση του μυστηρίου της Πίζας.
Την αιώνια μειοψηφία που
ματαιοπονεί κι όλο λευκά χαρτιά
ως το πρωί και ως το άλλο πρωί
συμπληρώνει. Κι όλο ανισόρροπα
βιβλία συσσωρεύει στις δανειστικές
βιβλιοθήκες των ψυχών.

Γλείψτε τους καμπινέδες του υπουργείου οικονομικών κι ύστερα ελάτε να φάτε ξύλο

as1

Ο χωροφύλακας είναι εδώ. Είναι ο γείτονας εργαζόμενος. Το πιο σπουδαίο κομμάτι του εαυτού του διαθέτει φασιστικό νου, για να κάνει τα αθροίσματα κάθε επίβουλης εντολής στα πεδία των μαχών. Και το πεδίο μάχης είναι η γειτονιά που μεγάλωσε. Εκεί στους δρόμους που κάνει τη βόλτα του ως πολίτης, αλλάζει δέρμα κάποια πρωινά και κάποιες νύχτες και με λύσσα μετρημένη γαμάει και δέρνει. Έχει όλα τα αξεσουάρ μυρουδιάς θανάτου εντός της οικίας του. Από σιδερογροθιές και κλομπ μέχρι το Αγών μου, που βρίθει από εθνικοσοσιαλιστικά μουστακάκια που θέλουν να κάνουν σκόνη το διαφορετικό.

Ο χωροφύλακας αυτός που κατουρά έξω απ’ τη λεκάνη και εκσφενδονίζει την κουράδα του στα πλακάκια απαιτεί από κάποιο υπόδουλο ον να του καθαρίσει τα σκατά και να του σκουπίσει τον κώλο. Ο χωροφύλακας αυτός που είναι η προέκταση του μέσου όρου, εκπροσωπεί την κτηνώδη εγωπαθή μεγαλοσύνη, που καλλιεργεί ο γόης καπιταλισμός στον λεγόμενο απλό πολίτη. Σ’ αυτόν τον πολίτη που κάνει ιδεολόγημα τη χυδαιότητά του. Σ’ αυτόν τον πολίτη που απαιτεί απ’ την καθαρίστρια να του μαζέψει τις βρωμιές. Να του μαζέψει τα σκουπίδια.

Άραγε τα σκουπίδια προκύπτουν από μόνα τους; Μήπως εμείς που αποφεύγουμε να μαζέψουμε τα σκουπίδια μας και να καθαρίσουμε σωστά τα σκατούλια μας απ’ τη χέστρα, επιβάλουμε την κυριαρχία μας σε υπάρξεις, που, από ανάγκη θα πολεμήσουν με τα κόπρανα και τα απορρίμματα της βρωμερής καταναλωτικής μας ύπαρξης για να επιβιώσουν; Μήπως θα πρέπει να σκεφτούμε κάποτε πως αυτό το ατιμωτικό-λεγόμενο-επάγγελμα, θα πρέπει δια ροπάλου και σιδερογροθιάς να καταργηθεί; Μήπως θα πρέπει περιοδικά και αενάως όλοι οι πολίτες να μαζεύουν τα σκατά τους;

Μήπως, ο πολύς κύριος δικηγόρος και ο ακόμα πιο πολύς κύριος καθηγητής πρέπει μια φορά το μήνα να κλαρώνουν πίσω απ’ τη σκουπιδιάρα μαζεύοντας τα σκουπίδια τους απ’ το δρόμο; Λέω και σκέφτομαι, μήπως γίνουμε καλλίτεροι άνθρωποι αν πάψουμε να θεωρούμε κάποιους ανθρώπους ικανούς μόνο και μόνο να μαζεύουν τα σκατά μας.

Λέω και σκέφτομαι μήπως αυτό το κτήνος που χτυπά με σιδερογροθιά στο κεφάλι τη γυναίκα που τού μαζεύει τα σκατά, είναι ένα μικρό κομματάκι του εαυτού μας που με τους αιματηρούς φόρους και τις θυσίες επιδοτεί την καταστολή; Μήπως αλήθεια αυτή η σιδερογροθιά κι αυτή η στολή κι αυτό το κράνος δεν έγιναν απ’ τα χέρια ενός εργάτη που κάποια στιγμή θα τα φάει στη μάπα; Μήπως όλα αυτά είναι παράγωγα ενός ακραίου συστήματος επιβολής του δίκιου του ισχυρού; Μήπως όλες αυτές οι παλιομοδίτικες απορίες οδηγούν αναπόφευκτα και μοιραία στη σύγκρουση; Μήπως απ’ τη μια μεριά οχυρώνεται η αξιοπρέπεια άοπλη κι απ’ την άλλη ταμπουρώνεται η κακοήθεια οπλισμένη; Για να επιβάλεις οτιδήποτε σε οποιονδήποτε χρειάζεσαι χωροφύλακα.

Ο χωροφύλακας είναι η βέργα στα χέρια του κράτους. Μια βέργα όμως που μπορεί να έρθει σε οργασμό, να τεκνοποιήσει, να ερεθιστεί, να κάνει βουτιές, ψαροτούφεκο, να καθαρίζει φασολάκια, να γράψει ποιήματα, να ψάλει στον ιερό άγιο Παντελεήμονα. Ο χωροφύλακας είναι παράγωγο της κοινωνικής οργάνωσης. Δεν μεταβιβάζει το μήνυμα της εξουσίας αλλά υποβιβάζει ηθικά το υποκείμενο ώστε να συμφιλιωθεί με το μήνυμα. Είναι ο άνθρωπος που θα δεχτεί από καθήκον να τσακίσει στο ξύλο κάποιον άγνωστο και κάποιον που θα παραμείνει διαπαντός άγνωστος γι’ αυτόν. Είναι ο άνθρωπος που θα πρέπει να διαθέτει τον κατάλληλο ψυχισμό.

Είναι ο τύπος που θα πρέπει να του σηκώνεται όταν κλοτσάει ένα ανυπεράσπιστο ον και θα πρέπει να φτιάχνεται απ’ τη μυρουδιά του φόβου, του ιδρώτα και του αίματος. Είναι αυτός που θα πρέπει να εκπαιδευτεί με τον ίδιο τρόπο και να λειτουργήσει ως μεσολαβητής ενός ακραίου σαδισμού. Που θα πρέπει να φυτέψει μέσα στο καλό και υπάκουο παιδί τη συνθήκη που λέει, πως, έχω δύναμη και εξουσία γιατί είμαι η προέκταση της δύναμης και της εξουσίας του δυνατού. Άρα δεν έχω τίποτε να φοβηθώ, αφού είμαι προέκταση της δύναμης.

Ο χωροφύλακας όμως είναι ένας ρομαντικός χάνος ανάμεσα σε παγωμένα συντρίμμια. Κάνει αυτό που κάνει γιατί πιστεύει πως κάνει το καλό. Ο χωροφύλακας είναι δέσμιος της αντίφασης που θέλει να καλυτερέψει τον κόσμο με τη βία. Όχι όμως μια βία δικιά του αλλά μια βία αλλότρια. Μια βία συμφερόντων που τον διαχειρίζονται δουλικά και σκυλίσια. Μια βία ορθολογικά συγκερασμένη με τη νεύρωσή του.

Ο χωροφύλακας αντιμετωπίζει τη ζωή με τον ηθικό δυισμό που του έχει επιβάλει το κράτος-εργοδότης. Με τη μητρική στοργή του επιτελάρχη. Με το χάιδεμα του ανωτέρου και το κόκκαλο της μισθωτής του σκλαβιάς. Ο χωροφύλακας δεν είναι ένας εργαζόμενος, αλλά ένας που επιβάλει την εργασία στους άλλους, με τους όρους που καθορίζει χωροχρονικά ο εργοδότης.

Ο χωροφύλακας βρίσκεται συνεχώς υπό καθεστώς τελετουργικής χειραγώγησης, σημαδεμένης με στερεότυπα και τελετουργικά στοιχεία. Είναι το αυτιστικό παιδί που παρατηρεί τα χέρια και τα πόδια του να κινούνται από άλλους. Είναι ο ήρωας που συμμετέχει στις μεγάλες αφηγήσεις του κεφαλαίου. Είναι ο παράφρων που έχει προσβληθεί από μηρυκασμό και επιβάλει την τάξη με όλη την ευφράδεια βίας που διαθέτει.

Ο χωροφύλακας είναι σπαρμένος σε όλους τους μηχανισμούς του κράτους. Είναι δάσκαλος, εφοριακός, γιατρός, υπάλληλος του δημαρχείου, είναι ο ταχυδρόμος, ο θυροκολλητής, ο παπάς και ο διάκος. Όπου δεν πίπτει ράβδος πίπτει πνεύμα. Με τη σέσουλα.

aw3

Brazil

brazil

Αυτός ο απελπισμένος σατανάς με το φινιρισμένο πάθος και τη φίλαθλη διάθεση είναι το τσοπανόσκυλο που σμιλεύει την εικόνα του μέλλοντος. Έχει ένα αναγεννησιακό συναίσθημα υποτέλειας και μια κάποια αδιαφορία για τη σφαίρα του πλούτου και της φτώχειας. Το ανθρωπόμορφο γουρούνι που καταναλώνει μπύρα και γκολάκια μέσα στα δεινά της ερημωμένης υπαίθρου δεν υποψιάζεται πως θα έρθει και η σειρά του στη ρωμαϊκή αρένα των αγορών. Δεν βλέπει πως είναι και ο ίδιος εμπόρευμα και εμποράκος. Πουλάει και αγοράζει τον εαυτό του. Κλειδωμένος σε απόψεις με καρφιά. Ρατσιστής με όση ορμή του προσφέρει η εξωφρενική ιδιωτία του. Δημοκράτης με όση ισοπεδωτική υποκρισία του ενσταλάζει ο πολιτικός υπάλληλος της ανθοφορούσας κυρίαρχης τάξης. Αυτός που με τυφλή υπακοή γκρινιάζει και επαναλαμβάνει βλακωδώς την πούστικη άποψη περί κρίσης αξιών και άλλων μελίρρυτων μυθευμάτων. Λες και οι αξίες χαθήκαν ξαφνικά μια βροχερή νύχτα. Λες και η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία του πολέμου και της σφαγής. Λες και παραστράτησε ξαφνικά απ’ το δρόμο του θεού η αθώα ανθρώπινη κωλοτρυπίδα. Οι άνθρωποι που μιλάνε για αξίες ξεκάνουν αυτή τη στιγμή άχρηστους πληθυσμούς. Απ’ τις φαβέλες του Ρίο ως τα πεδία των χημικών της Συρίας κι απ’ τους ματωμένους δρόμους της Ουκρανίας ως τα αποκεφαλισμένα λιοστάσια της Παλαιστίνης, άνθρωποι των αξιών και άνθρωποι της προόδου πατάνε τα κουμπιά και βγάζουν λόγους. Με την αμέριστη συμπαράσταση μιας μεσαίας βουλιμικής τάξης που καταβροχθίζει μουχλιασμένο άρτο και σκατένια θεάματα χωρίς να ρωτά και χωρίς να σκέφτεται. Έτοιμη μασημένη τροφή. Το αποκορύφωμα του μικροαστικού κυνισμού που αδυνατεί να απελευθερωθεί απ’ τον απελευθερωτή του. Ένας ακραίος οικονομισμός, μια ψευδοφύση με την ανθρώπινη εργασία να σμιλεύει το μνημείο της πάνω στις στάχτες και τα ερείπια της ιστορίας. Με τη νεκρή εργασία να βρικολακιάζει ρουφώντας το αίμα της ζωντανής εργασίας. Με το γήπεδο εμπροσθοφυλακή του καπιταλισμού και τις δυνατές φάσεις γρανάζια και ιμάντες που περιστρέφουν τη μαγαρισμένη σεξουαλικότητα των ανδρών. Τους φιλάθλους που περιμένουν τη διείσδυση. Τα κέρδη απ’ το στοίχημα και τα κέρδη απ’ τα σακατεμένα ποδάρια των ποδοσφαιριστών που έφυγαν απ’ τις εξωτικές τους αλάνες παίζοντας μπάλα-παιχνίδι και όχι θέαμα για τους μεσόκοπους αρουραίους των αναπτυγμένων χωρών.

Ο Θεοχάρης και η Θεία Χάρις

o ueoxariw

Την ώρα που η ελληνική επικράτεια βυθιζόταν στο πένθος, διότι τα άτιμα συμφέροντα καρατομούσαν τον αδιάφθορο φοροεισπράκτορα και πουτσαρά Θεοχάρη, η Ντέμπορα Ντε Ρομπέρτις, καλλιτέχνης απ’ το Λουξεμβούργο, έδειχνε το μουνί της στους επισκέπτες του μουσείου Ορσέ, όπου βρίσκεται ο πίνακας του Γκυστάβ Κουρμπέ, Η προέλευση του κόσμου. Φορώντας ένα χρυσό φόρεμα, κάθισε στο πάτωμα και φανέρωσε στους πιστούς φιλότεχνους την προέλευση του κόσμου. Έδειξε τη σάρκα, τη σχισμή και τις τρίχες του μοντέλου. Φανέρωσε μπροστά στον καλυμμένο καπιταλιστικό σεξισμό, αυτό που η αλήθεια της γύμνιας της δεν μπορεί να κρύψει. Αυτό που οι προτεστάντες της οικονομίας το μοσχοπουλάνε, αφού πρώτα το καλλωπίσουν με τα νυστέρια τους. Αφού το κλαδέψουν με θεοκρατική προσήλωση και το λιντσάρουν με ισλαμική εμμονή. Μέσα στη βαθειά παρακμή και την κατάρρευση, η γυναίκα αντιμετωπίζεται με βιβλική αυτοταπείνωση και μαζοχισμό. Η κινητήριος δύναμη όλων των παραδείσων γίνεται μανταρίστρα ευνουχισμένων αρσενικών στην κόλαση του νέου εργασιακού μεσαίωνα. Γίνεται μηχανή που κόβει κρέας για τα πεδία των μαχών της ανάπτυξης. Της Ευρώπης των λαών που πολτοποίησε ο τραπεζίτης για να μπορεί να ελέγχει τη μελλοντική χασούρα. Μέσα στα εργαστήρια των κρίσεων ο πρώτος που μαχαιρώνεται και σφάζεται είναι ο κουμουνιστής Έρως. Ο επικίνδυνος οπαδός της ελευθερίας. Αυτός που δεν δολοφονεί παιδιά στις φαβέλες για να απολαύσουν ανενόχλητοι οι διεφθαρμένοι μικροαστοί της δύσης κρύα μπύρα και μουντιάλ. Αυτός, ο αληθινός έρωτας για ζωή και ποίηση που βάζει μπουρλότο στα καθεστώτα. Αυτός ο Έρωτας που δεν έχει αρβύλες και ράσα και ψυχοφάρμακα. Αυτός ο Έρως-Ήλιος που όταν μιλά τα σκοτάδια σιωπούν. Ω πιστοί, όλων των θρησκειών κι όλων των μαγαρισμένων εθνών, δείτε σε ζωντανή μετάδοση την προέλευση του κόσμου. Δείτε τη μεγάλη έκρηξη μέσα στη μήτρα και νιώστε αυτό το σφυροκόπημα του φαλλού-δημιουργού. Μην ψάχνετε θεούς και δαίμονες. Η θεία χάρις βρίσκεται μέσα στο μουνί της γυναίκας. Κι εσείς δυστυχισμένοι ραχιτικοί επιστήμονες που εργάζεστε νυχθημερόν μέσα στο σκανδαλώδες υπερτροφικό εγώ του καπιταλιστή, μην ψάχνεται για σωματίδια του θεού και κολοβακτηρίδια της παναγίας. Γυρίστε την επιστήμη σας για να ανακουφίσετε τα δισεκατομμύρια μισοπεθαμένων υπάρξεων του πλανήτη. Γυρίστε την επιστήμη σας σε δροσερή πηγή με καθαρό νερό κι όχι στη χαβούζα της ελεύθερης αγοράς. Βάλτε το βασιλιά ήλιο κορώνα πάνω απ’ τους απάνθρωπους βωμούς. Ψηλαφήστε με τα γυμνά σας δάχτυλα, αυτή την υγρή αιωνιότητα της προέλευσης του κόσμου.

Γιατί οι κοινοί θνητοί θέλουν να πιάσουν τα βυζιά της Βασιλομήτωρος

giati

Η εποχή μας έχει αυτή την παράλογη πικρή γεύση από μουχλιασμένες παιδαγωγικές θεωρίες. Από πρόσκαιρα ψυχολογικά δράματα, σκηνοθετημένα από δραστήριους ιδιώτες χειραγωγούς. Έχει ενήλικες που παιδιαρίζουν αναζητώντας τη χαμένη τους παιδικότητα στην πορνογραφία. Χωνεμένους στα βάθη του χθόνιου βιοπορισμού. Ζαλισμένους απ’ την αστική ελευθεριότητα, που εκθέτει σε δημόσια θέα το σώμα που έγινε εμπόρευμα και την έλξη που έγινε καταναγκασμός. Αυτό το σώμα που η παρακμή το ποτίζει καυσαέριο και ο δάσκαλος συντηρητισμό. Αυτό το σώμα που όλες τις φυσιολογικές παρενέργειες των γηρατειών τις εξοβελίζει με χάπια. Αυτό το σώμα που έχει τυλίξει με επίδεσμο ο Βούδας για να μη χύνει και με την πνευματική μορφίνη της προσευχής ο Χριστός. Αυτό το σώμα που ξεπέφτει στο σφοδρό μαζοχισμό του ανταγωνισμού απ’ τα γεννοφάσκια του. Απ’ το θρανίο που λειτουργεί ως ηλεκτρική καρέκλα της παιδικής ψυχής ως τον κανιβαλικό ερωτισμό της μονογαμίας. Αυτό το σώμα που γεφυρώνει το χρόνο με το χρήμα. Που στύβεται τόσο εξαίσια και παραμορφώνεται τόσο κομψά. Αυτό το σώμα που ο καπιταλιστής του αιώνα των μηχανών το έκανε λογοτεχνία, σινεμά, τέχνη, απόγνωση. Βουβό πρεζόνι σε κάποιο οικοδομικό Μετέωρο της Αττικής. Χαροκαμένο βοσκό που πίνει εμφιαλωμένο νερό στην Πίνδο. Αρσενικό με θηλυκό μυαλό και θηλυκό σπασμένο στα δύο. Πουτάνα και νοικοκυρά. Παραδείσιο σεξουαλικό πουλί και μαδημένη κότα. Μανούλα Μήδεια νευρωτική και καπάτσα. Με τα φυλαχτά της από αρώματα καλλυντικά κρέμες και μέτρα προφύλαξης. Αυτό το σώμα που η πρόοδος το έκανε καταναλωτικό γομάρι. Και του προσφέρει μισό γραμμάριο ευχαρίστησης την ημέρα. Μισόν ήλιο σκιαγμένο και μισή ζωή ζεσταμένη σε φούρνο μικροκυμάτων. Ετοιματζίδικη κι εξαρτημένη απ’ την εξοχότητα του πληβείου ντελιβερά. Του παιδιού που μαγάρισε η υποχρεωτική εκπαίδευση με υποτέλεια. Με κομφορμισμό χωνεμένο στο ματάκι της πόρτας. Με χαρτζιλίκι βάλσαμο του δουλικού ήθους της τάξης που διάγει βίον ανθόσπαρτον και βίον σημαιοστολισμένον με αυταπάτες. Της ατάκτως ειρημένης τάξης που περιμένει μέρισμα, επίδομα και καύσιμο φτηνό για να ζεστάνει τα κουτάβια της.

Τα λεμόνια των ιμπρεσιονιστών

ta lemonia

Εναντίον μας τα αγκάθια τους
Οι ειδήμονες και οι δαίμονες
Τα τρωκτικά της τρόικα
Οι αναγνώστες των βίπερ
Εναντίον μας τα υποχείρια λόγια
Οι βαρβάτοι παλιόγεροι απ’ το παρελθόν
Εναντίον μας τα διαπεραστικά βλέμματα
Οι καρποί των γεγονότων
Οι πληγές των άλλων
Εναντίον μας τα χορτάρια
Εναντίον μας τόσο χνούδι απ’ τα έγκατα προς τον αφαλό
Εναντίον μας όλοι και όλες

Οι πρακτικοί άνθρωποι κοιμούνται νωρίς στο κλουβί τους

oi prak

Δεν πρόκειται να καταλάβουν τίποτε
όσοι διαθέτουν δόντια και κοφτερό
μυαλό και μασάνε ιδέες και σύννεφα.
Δε νιώθουν το σκυλί που γαβγίζει στον
ήλιο και τη δροσιά στο μακρύ ρύγχος
του κορμιού. Δε βλέπουν και δεν ακούν
τις ψυχούλες στα χέρια των τυφλών.
Δε γεμίζουν τα ημερολόγια μουτζούρες
και πεθαμένο παρελθόν. Δε χαρίζουν
στον τρελό του χωριού ούτε μια δεύτερη
ζωή. Δεν τρώνε ζυμωτό ψωμί κι ελιές και
δεν περπατούν ξυπόλυτοι σαν τον Ταρζάν.
Δε βλέπουν όνειρα με φυλλοβόλα κορίτσια
και ποιητικές συλλογές. Δε χύνουν καν
πάνω στο στρώμα τους. Οι πρακτικοί
άνθρωποι κοιμούνται νωρίς στο κλουβί
τους. Αγοράζουν περιλαίμιο στο σκύλο
που κρύβουν μέσα τους και τυλίγουν
τον έρωτα σε μια κόλλα χαρτί. Με
υπογραφές, χαρτόσημα, ευχές. Βίον
ανθόσπαρτον. Πληγωμένο ζουλάπι.

Εκτός θέματος

alt1

Πτυχία.Τι’ναι τα πτυχία?
Παραφορά του επιτυχία?
του ευτυχία?
σύντμηση του πτυελοδοχεία?
Πανεπιστήμιο Αθηνών κρεματόριο του πνεύματος!
εφτά χρόνια να κατεβώ τριανταεφτά σκαλιά.
Τι κάθεστε εκεί μέσα αριβίστες πασοκάκια
φιλόσοφοι του μεσονυκτίου
κυρίες με διπλά επίθετα?
Κι έχετε και τον Ηράκλειτο
στα ράφια σας
να σας κοιτάει!

Γ. Π

Την ώρα που ένας δεκαοχτάχρονος μαθητής στα Γιαννιτσά, βουτούσε στο κενό, ίσως πεθαίνοντας από αηδία ή από υπέρμετρο ζήλο για αληθινή ζωή, οι ορδές των υποψηφίων έσπαγαν τα μολύβια τους, συμφωνώντας με κοπιώδη επιχειρήματα, με ένα μουχλιασμένο κείμενο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, που γράφτηκε μισόν αιώνα πριν.

Βεβαίως η ειρωνεία της τύχης, που τίποτε δεν αφήνει να πέσει στο πηγάδι, χρέωσε στους μαθητές ένα θέμα για την ανθρωπιά και τον ανθρωπισμό. Μια ανθρωπιά κι έναν ανθρωπισμό των εκθεσάδων και των γραφειοκρατών του ρομαντισμού, που δυσκολεύονται να πάρουν χαμπάρι πως οι εποχές άλλαξαν και ο άλλοτε σκληρός αλλά βιώσιμος καπιταλισμός έγινε βαρβαρότητα και σβάστικες. Εργασιακός μεσαίωνας και μισαλλοδοξία.

Θέματα που αντικατοπτρίζουν την ακραία συντηρητική εκπαίδευση που έχει κολλήσει στη λάσπη της μετεμφυλιακής διανόησης. Ω νεολαίοι, φάτε αμάσητο Παπανούτσο και Ι.Μ Παναγιωτόπουλο. Φάτε κοψοχρονιά ακίνδυνα δοκίμια που δίνουν συγχωροχάρτι σ’ εκείνο το μακρινό ειδυλλιακό παρελθόν, που ω του θαύματος, είχε μόνο αγνότητα και ευγενικά αισθήματα. Κι όσοι από εσάς φουντάρετε στο κενό θα καταγραφείτε στις ακραίες τιμές της κατανομής. Στο ελάχιστο στατιστικό δείγμα που δεν άντεξε την πίεση και τον έντονο αφροδισιακό ανταγωνισμό για μια θέση στον καυτό ήλιο της ανεργίας και της μισής ζωής.

Η γενιά του ΔΝΤ παίρνει και επισήμως το βάπτισμα του πυρός. Το επιστημονικό προλεταριάτο του νέου εργασιακού μεσαίωνα διαβαίνει το Ρουβίκωνα των πανελληνίων. Των πανελληνίων που υπήρξαν το ψυχότροπο της γενιάς της μεταπολίτευσης, που πίστεψε πως, ευτυχία είναι να κερδίζεις δέκα ευρώ περισσότερα απ’ τον κουνιάδο σου. Της γενιάς που γαλουχήθηκε με το οιδιπόδειο της σοσιαλδημοκρατίας και του παπανδρεισμού καταλήγοντας στη φούσκα του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους. Στο, μαζί τα φάγαμε ,της γενιάς που έχτισε τις νέες υπερούσιες θεολογίες καλλιεργώντας το δικό της αστικό μύθο. Της γενιάς που μεγάλωσε τα τέκνα της ανάμεσα σε απολιθωμένες εθνικές γιορτές και αιματόβρεχτα βιντεογκέιμ.

Εικονικά άρθρα σε σχολικές δήθεν εφημερίδες, πρόβες νυφικού για τους μελλοντικούς μνηστήρες-αφεντικά που θα συνεκτιμήσουν την πορεία της υποψήφιας νύφης στη αγορά των αγαπητικών. Ντιρεκτίβες στρατολογημένες στο υπερούσιο αγαθό που λέγεται κέρδος. Υποψήφιοι που μπολιάζονται με την κοινωνική νόρμα, σύμφωνα με την οποία άλλες ζωές είναι εγγενώς καλές και άλλες όχι.

Παιδιά που σκόρπισαν την τρυφερότητά τους και τον δημιουργικό οίστρο της εφηβείας τους παπαγαλίζοντας τα λυσάρια του Πατάκη, κυνηγώντας το γραμμάριο αξιολόγησης που θα τους οδηγήσει στην αγκαλιά των υπερούσιων σχολών. Παιδιά εκπαιδευμένα με το τηλεσυναίσθημα που στοχοποιεί και ισοπεδώνει τα πάντα και τους πάντες καλλιεργώντας έναν συνεχή καταγγελτικό λόγο που θεωρεί ότι, τα άτομα, δεν είναι τα θύματα ενός συνολικού συστήματος κυριαρχίας και των στρεβλώσεων που προκύπτουν απ’ τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τις ανισότητες που παράγει η εξουσία, αλλά ότι το ίδιο το σύστημα είναι αποτέλεσμα της φαυλότητας των πολιτών του.

Μετατρέποντας στα μάτια τους, εν πολλοίς, την πολιτική σε μια συνεχή και ατέρμονη ηθικολογία. Παρουσιάζοντάς τη ως ένα κουβούκλιο νομιμοποίησης και επιβεβαίωσης της μιας και μοναδικής άποψης. Ανοίγοντας το δρόμο στους επίδοξους Ροβεσπιέρους να στήνουν τις γκιλοτίνες του αποκλεισμού για όλους εμάς τους κακούς και απεχθείς που πολεμάμε το σύστημα που παράγει με γεωμετρική πρόοδο τη δυστυχία.

Οι αυτόκλητοι ταγοί υποβάλουν την κοινωνία σε υποκριτικές ασκήσεις συλλογικής αυτοκριτικής μ’ έναν απίστευτα μονότονο και ρηχό αντιλαϊκισμό επιδιώκοντας μια νέα μεταπολίτευση στην οποία τα εξόχως ανορθολογικά κριτήρια των καπιταλιστικών μηχανισμών θα αποφασίζουν για τον ορθολογισμό στην πολιτική, την εκπαίδευση και την έρευνα. Προσβλέποντας κυρίως σε μια φωτισμένη απολυταρχία με την πλήρη μετατροπή του λαού σε ένα μωσαϊκό εξατομικευμένων κοινών με ενισχυμένο τον ηγεμονικό ρόλο των ειδικών σωμάτων της νέας τεχνοκρατίας.

Ολιγαρχία της <<κοινωνίας της γνώσης>>, της καινοτομίας, των δράσεων, της αυτομόρφωσης, της e-governance και πάει λέγοντας. Χαπάκια που προωθούνται παντοιοτρόπως στο κοινωνικό σώμα. Χαπάκια και υπόθετα που διακονούν προς τη βάση κυριούλες του Παντείου μετεκπαιδευθείσες εις την αλλοδαπή με τα λιπώδη τους αρθράκια περί αυτομόρφωσης, αυτολύπησης και αυτοϊκανοποίησης. Σχολικοί σύμβουλοι ντίλερς που προσπαθούν με τα ξεροκόμματα του ΕΣΠΑ να δελεάσουν εκπαιδευτικούς που αφαιμάχθησαν και αφαιμάσσονται-λοιδορούμενοι απ’ το πρετεντέριο περί δικαίου τηλεαίσθημα -να κατεβάσουν οικειοθελώς τα παντελόνια τους στο όνομα μιας μεσσιανικής αξιολόγησης.

Ένας στρατός υπηκόων που ακούσια ή εκούσια έχει στρατευτεί με το συλλογισμό του Φουκουγιάμα για το τέλος της Ιστορίας την ιδέα δηλαδή ότι η δυτικοποίηση του κόσμου είναι εγγύηση ειρήνης και ευημερίας. Μια ιδέα που σκορπά την τέφρα των δύο παγκοσμίων πολέμων στο κορμάκι της σφαδάζουσας ανθρωπότητας μπολιάζοντας τις αδρές δανειοδοτήσεις του εβραίου Ροκφέλερ προς τον Αδόλφο Χίτλερ και τα κουτάβια του, με την παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου.

Το κεφάλαιο ζητά νέο αίμα, νέους καταναλωτές, νέους πολέμους. Όπως το Ισραήλ αποκεφάλισε τα λιοστάσια των παλαιστινίων κόβοντας τον ομφάλιο λώρο τους με την πρωτογενή παραγωγή, όπως η ευρωπαϊκή συμμορία χρηματοδότησε γενναιόδωρα την αγρανάπαυση της ελληνικής γης έτσι τώρα η εκπαίδευση θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το λούκι της αγοράς και τις καύλες του επιχειρηματία. Τα σχολεία θα ψάχνουν για χορηγούς και μάνατζερ κάνοντας κονσομασιόν μπρός στον επίδοξο ευεργέτη χορεύοντας στο ρυθμό της αγοράς όπως η αρκούδα με την κρικέλα μπρός στο ντέφι του αρκουδιάρη.

Η εκπαίδευση είναι το πρόσφορο έδαφος που ο ιδρυματικός καπιταλισμός προετοιμάζει για να απορροφήσει τους κραδασμούς των μελλοντικών του κρίσεων. Η κρεατομηχανή που θέλει τους νέους να αλλάζουν τις δουλειές σαν τα πουκάμισα προσαρμόζοντας την υπόστασή τους αποκλειστικά στον εργασιακό βίο βαφτίζοντας την μπολιάρικη λογική απόκτησης πιστοποιητικών δια βίου μάθηση, διαστρεβλώνοντας με άκρατη βαρβαρότητα, την ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για αληθινή δια βιου μάθηση, που σχετίζεται με την υπαρξιακή του αγωνία και την οραματική νομοτέλεια για μια αταξική κοινωνία.

Μεγαλόσχημοι καθηγητές, διανοούμενοι, μητροπολίτες, παπαγαλάκια κλαψουρίζουν για τις δύσκολες εποχές που περνάει ο τόπος καταπραΰνοντας την οργή και το θυμό. Στρέφοντας τα όπλα κάθε φορά σε λάθος κατεύθυνση επικαλούμενοι την αμπελοσοφική νότα μιας κούφιας νεοτερικότητας ή δρώντας καθ’ υπαγόρευση του αφεντικού που προσφέρει τα γρόσια για να μπαλσαμώσουν κάθε φορά τις εξεγέρσεις και τη συλλογική μνήμη.

Για να κάνουν τους νέους μαϊμούδες των συμφερόντων τους. Μηχανάκια και βίδες. Ερωτογενείς αδένες σαν βραχυκυκλωμένα καλώδια.

alt2

Εμείς οι άνθρωποι των αγρών

emeiw

Εμείς οι άνθρωποι των αγρών
Θα καταβροχθίσουμε τους ανθρώπους των πόλεων
Εμείς οι άνθρωποι των κήπων
Θα κατατροπώσουμε τα υπερώα
Εμείς οι άνθρωποι της ποίησης
Θα καταβαραθρώσουμε την πεζογραφία
Την πεζολογία
Την πεζολαγνεία
Θα γράφουμε στρυφνά και άσεμνα
Με φρόνημα αργόσχολης καλλονής
Που πάσχει από διάσπαση προσοχής
Και ευωδιάζει η γύμνια της το σύμπαν

Προφητικό

prof

Θα έρθει μια εποχή που όλοι
θα γράφουν και δε θα διαβάζει
κανείς. Θα ονειρεύονται άντρες
οι γυναίκες και οι άντρες θα
ετοιμάζουν φυσικές καταστροφές.
Τ’ αρνάκια θα πλαγιάζουν με
λύκους και τα έργα τέχνης θα
βγάλουν φτερά. Και τα θεία
στητά βυζιά θα στάζουν όλη
τη γλύκα τους πάνω στα πικρά
αρσενικά και πάνω στους
κακεντρεχείς αιώνες.

Κοιτάζοντας τα σκατά που αφήνουμε πίσω μας

koitontaw

Είναι η ώρα που οι παραμορφωμένες επιθυμίες των συνανθρώπων μας παίρνουν σάρκα και οστά. Και όλη η σκατολογική άβυσσος της κάλπης, ρυθμίζει την πνευματική κυκλοφορία των συστημικών ιδεών και προτύπων. Αυτή η σχισμή της δημοκρατίας, που εκβάλει στον ερμητικά κλειστό χώρο της αποχαύνωσης. Εκεί που ο παραλογισμός της ποσότητας κάνει την ποιότητα δούλα και ντροπαλή νοικοκυρά. Εκεί που η γκρίνια του απολίτικου ακτιβισμού χτυπάει κόκκινο. Εκεί που τα θεριά παρασύρουν τους πρόθυμους αμνούς και οι δράκοι με την πύρινη ευγλωττία τους παρασύρουν τις πολιτικές παρθένες στο δάσος του ομαδικού συμβιβασμού. Εκεί που το δίλημμα αγάπη ή έρως, είναι ψευδεπίγραφο και κουλό. Λέξεις και συνθήματα δουλεμένα στο αμόνι του διαφημιστή, παλεύουν να συγκινήσουν με γελοία διλήμματα τον κακόμοιρο δουλοπάροικο της σκατένιας πόλης και του μεταλλαγμένου χωριού. Ο δυσκοίλιος ψηφοφόρος μετά το πρωινό του χέσιμο θα οδηγηθεί στην κάλπη και με τη δυσκοίλια αποφασιστικότητά του θα αποφασίσει αυτό που είναι ήδη αποφασισμένο. Διότι η ενοχή για την απόλαυση και την επιθυμία τον οδήγησαν στα σκατά. Διότι αυτή η διευρυμένη προκτολογική συνάφεια της χέστρας και της κάλπης είναι η ουσία. Διότι ο αγαπητός νοικοκύρης όταν σηκώνεται απ’ τον εμαγιέ θρόνο του κοιτάζει πάντα τα σκατά του. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του που πέρασε αισίως τα διόδια της κωλοτριπίδας. Αυτό το απόρριμμα της ύπαρξης που θα γίνει κοπριά, λίπασμα ή χάμπουργκερ. Εδώ λοιπόν ο υποψήφιος λογίζεται ως κουράδα με δεξιότητες. Ένας λαμπρός μίσχος σκατού που θέλει πάση θυσία να μας εκπροσωπήσει. Να παλέψει για μας με άλλες κουράδες. Να παλέψει για τα συμφέροντά μας. Κι όλα αυτά όχι σε μαρμαρένια αλώνια αλλά σε χρυσοποίκιλτους βόθρους. Μια κουράδα έτοιμη να θυσιαστεί για μας, για τα παιδιά μας και τα σκυλιά μας. Μια ηρωική κουράδα με όραμα. Με όρεξη για δουλειά. Φυσικά για δουλειά. Πάντα για δουλειά. Διότι όλα γίνονται για τη δουλειά. Διότι η κουράδα φτιάχνει τους όρους δουλειάς των Άλλων, η κουράδα κάνει τον κοινωνικό έλεγχο πράξη. Διότι η κουράδα διαμορφώνει τα μεροκάματα και τις σχέσεις. Και άλλα πολλά. Μέσα στη διάφανη κυβισμένη κάλπη σταυρώνονται και επιλέγονται οι καλύτερες και πιο λαχταριστές μας κουράδες. Αυτές που πέρασαν με άριστα όλους τους δείκτες αξιολόγησης και βγήκαν αστραφτερές και ρωμαλέες στην αγορά. Αυτές που θα έχουν λόγο από δω και μπρός για μας και για τις επιθυμίες μας και θα μας εκπροσωπήσουν μπροστά στον ύψιστο Ευρωπαίο σκατιάρη. Αυτές που μας εκκλησιάζουν διηνεκώς από τηλεοράσεως στειρώνοντάς μας γλυκά, διότι που να τρέχουμε τώρα να γαμάμε και να αποφασίζουμε για μας. Διότι ο εκκλησιασμός στη μια και μοναδική άποψη, έκανε κομπόστα τα γεννητικά όργανα, αυτά που λατρεύονταν σε κάποια μακρινή παγανιστική αρχαιότητα και ήταν ξόρκια του κακού και των κακών. Αυτά που γιάτρευαν τις αρρώστιες του μυαλού και της σάρκας και είχαν τη θέση τους στο εικονοστάσι του ανδρόγυνου ερωτισμού. Αυτά που οδηγούσαν στον Άλλο. Αυτά που δε φορούσαν ράσα και πετραχήλια. Αυτά που δεν κυκλοφορούσαν παράνομα σε κινητά και σκληρούς δίσκους αλλά συνομιλούσαν στην αγορά πριν την κατακλύσουν οι κουράδες. Στην αγορά πριν την αγοράσουν οι τραπεζίτες. Στην αγορά πριν την μαγαρίσει το κέρδος, ο ανταγωνισμός και ο τεχνοκράτης. Στην αγορά που η διαφωνία είχε ερωτισμό και δε μύριζε καμένη σάρκα και κρεματόρια. Στην αγορά που είχε όλα τα χρώματα κι όλες τις ποικιλίες έτοιμα να ανθίσουν. Στην αγορά που δεν είχε σιδερολοστούς και γομάρια που προσβάλουν χυδαία τα ποτάμια, τις ελιές και τους ανθρώπους. Στην αγορά, που δεν εμπορεύονταν τον ανθρώπινο πόνο και την πείνα το μισαλλόδοξο ιερατείο. Στην αγορά που η ανάπτυξη δεν ήταν μπετόν και σιδερόβεργες και ξαπλώστρες στην παραλία. Στην αγορά που δεν είχε ευνουχισμένους ονειροπόλους νέους, που το μόνο τους βασικό πτυχίο είναι το φευγιό απ’ το πατρικό και το μόνο τους φρικαλέο όνειρο είναι να περνάν αυτοί καλά και οι άλλοι στ’ αρχίδια τους. Αυτούς τους νέους που παραμένουν άπραγοι, σε μιαν υστερική χαβαλέδικη παράλυση, μέσα στην πολιτική αμηχανία του δωματίου τους, μετρώντας τα πάντα με το χρήμα, αυτό το απόρριμμα της συσσωρευμένης αποχής απ’ την επιθυμία. Αυτό το χρήμα που διαχειρίζεται ο κοινοβουλευτικός στάβλος και οι εκλεγμένες κουράδες του. Αυτό το χρήμα που αλέθουν τα στομάχια των αρχιεπισκόπων και το ξερνάνε ως ελεημοσύνη στα πιάτα των φτωχών. Αυτό το χρήμα που ναυλώνει τα δουλεμπορικά στο Αιγαίο για να έρθουν στη Δύση ακόμα πιο φτηνά χέρια κι ακόμα πιο φτηνό κρέας για τα σκυλόψαρα της πολιτισμένης Ευρώπης που εκλέγει με άκρως δημοκρατικό τρόπο τις σπουδαίες κουράδες της. Αυτό το χρήμα που κομματιάζει τις πάλλουσες καρδούλες και ασχημονεί εν λόγω, εν έργω και εν διανοία. Αυτό το χρήμα που όσο πολλαπλασιάζεται τόσο διαιρεί τους ανθρώπους. Αυτό το χρήμα που χρησιμεύει ως κωλόχαρτο των πλουσίων και ως αγχόνη των φτωχών. Αυτό το χρήμα που προστατεύουν τα καθεστώτα και οι κουράδες τους. Διότι για να φτάσεις στο χρήμα πρέπει να περάσεις μέσα απ’ τα σκατά. Να γίνεις σκατό στη θέση του σκατού και να βλέπεις όνειρα με σκατά. Γιατί ως γνωστόν όταν βλέπεις στον ύπνο σου σκατά παίρνεις λεφτά. Πολλά λεφτά.

Το πιο σύντομο ποίημα

to pio sintomo

Το πιο σύντομο ποίημα είναι
απροσδιόριστο και απροσπέλαστο.
Είναι μονόφθαλμο και χνουδωτό.
Τα λέει έξω απ’ τα δόντια σαν τα
άπειρα μικρά σοφά μερμήγκια.
Δεν παραδίδεται ολότελα όπως
οι όμορφες στο κρεβάτι αλλά
αφήνει πίσω υποψίες για τα
ντροπαλά βλέμματα της αγάπης.
Αφήνει πίσω λίγο αίμα σαν
χτυπημένο ελάφι. Και συγκινεί
ίσως κάποιους πληγωμένους
θανάσιμα που έχουν όλη τη θλίψη
της γης μεσ’ τα μάτια τους. Και το
ζεστό χτυποκάρδι της καύλας
στα υγρά τους καλούπια.

Από μηχανής μωρό

moro

Ο συγγραφέας πρέπει να είναι μάστορας στην προπαγάνδα. Να εφευρίσκει εξωφρενικές καταστάσεις. Πρέπει να είναι κοφτός και αιχμηρός και διεισδυτικός σαν ακτίνες Χ. Πρέπει να έχει κατά νου μια κοροϊδευτική γκριμάτσα. Και κάπως θα πρέπει να δρα, σαν το χέρι επιτήδειου λωποδύτη στην τσέπη του πορτοφολιού. Να έχει κατά νου κάθε μικροαστική αφέλεια και μεμψιμοιρία και κυριολεκτικώς να ξαμώνει, ως μια μυστηριώδη και κρυμμένη ερωτική δύναμη, που στοχεύει οριστικά και αμετάκλητα σε μιαν όχι υλική, αλλά σε μια σεξουαλική ανταμοιβή. Χωρίς καμιά επίδειξη δεξιοτεχνίας και χωρίς καμιά λιγούρικη μεταμφίεση, που οδηγεί σε κρατικό βραβείο ή σε μικροεξουσία σοφού δημογέροντα. Ο συγγραφέας όταν δεν είναι πλασμένος απ’ τους εχθρούς των θεών είναι μαγαρισμένος απ’ την κακομοιριά των ανθρώπων.

Το εκλογικό σώμα

eklogiko soma

Το εκλογικό σώμα πάει στις κάλπες.
Σπέρνει και θερίζει μορφονιούς και
μουνάρες. Παστωμένες γριές με πτυχία
και γέρους πλήρους απασχόλησης στα
θανατικά. Το εκλογικό σώμα λοξοδρομεί
και ερωτεύεται. Δείχνει με το δάχτυλο
τους κακούς. Ζητά εκπαίδευση, στείρωση
και σεξοτουρισμό. Στις ραχούλες καλπάζει
με την κάλπη του. Κάλπικο βίο διεκδικώντας.
Αφοσιωμένη κυρά στα κοινά να σχεδιάζει
μάχες στα ουρητήρια, βιολογικό καθαρισμό,
επιτροπές για το κλίμα. Το εκλογικό σώμα
τρώει παγωτό και περιμένει το Χριστόφορο
Κολόμβο να το πάει στο Αμέρικα. Περιμένει
το δήμαρχο να του αγοράσει στραγάλια. Το
θεό να του πάρει κινητό. Τη Τζούλια να του
κάνει μια πίπα. Περιμένει προσπέκτους με
φτηνό σανό. Ω, το σώμα το εκλογικό, το
μαστοφόρο. Καυλώνει και πεθαίνει και
χαίρεται. Ιδιοτελώς εκπροσωπεί το κενό
στα ζοφερά ληξιαρχεία. Βγάζει την ψυχή
του απ’ το πορτοφόλι. Βγάζει την ταυτότητα
και το περίστροφο του θυμού. Εκτελεί τις
επιθυμίες του και παραδίνεται. Εφ’ όρου
ζωής. Εφ’ όρου βίου ανέραστου.

Σπουδή

spoydi

Αυτός ο θάνατος έχει μεγάλα
χρυσά δόντια και μακριά μαύρα
μαλλιά. Είναι πάνω σε μια βάρκα
και περιμένει. Είναι μέσα στους
υπολογιστές και στα χοιροστάσια.
Είναι μέσα στα ορυχεία και μέσα
στα στομάχια των φτωχών. Αυτός
ο θάνατος είναι μεσαίου ύψους,
με μύτη γαμψή και κόκκινα χείλη.
Δίνει διαλέξεις. Είναι αυστηρός
χωρίς φωνή και χωρίς καπέλο.
Δεν περιμένει το θάνατο όπως
οι άλλοι. Δεν περιμένει τίποτε
απ’ τη ζωή. Ούτε καν ένα χέρι
να του κλείσει τα μάτια. Ούτε
την ηλεκτρική καρέκλα. Ούτε
τον άνεμο. Ούτε καν ένα τελευταίο
τσιγάρο την τελευταία νύχτα δίπλα
στον τελευταίο του έρωτα.

Μαθήματα στοιχειώδους ταξικής συνείδησης

mauhma

Όταν εμείς, τα ποιητικά βρέφη, πήραμε χαμπάρι την φιλοσοφική αποστροφή του Φουριέ, πως οι έλξεις, δηλαδή, εναρμονίζονται με τα πεπρωμένα τους, γυρίσαμε σελίδα ή αλλιώς το σκάσαμε νύχτα απ’ το βρεφοκομείο. Κι αφού αναπολήσαμε την φτώχεια μας και ψηλαφήσαμε τις παράφωνες κραυγές των πατεράδων μας, αρχίσαμε αυτό το γράψιμο, που εδώ σ’ αυτό το μικροαστικό σύμπαν λογίζεται ως προϊόν νωθρότητας και δειλίας. Θιασώτες εμείς, μιας εκρηκτικής αρμονίας που πλησιάζει, μιας σκληρής και άγριας νύχτας με φόνους και σάπια δόγματα, μιας λατρείας σκοτεινών άστρων και προκαταλήψεων. Πιστοί, γδαρμένοι απ’ το σουγιά του θαυματοποιού, γονατισμένοι και φοβικοί, μαγαρισμένοι από το όπιο της μεταφυσικής, χωνεμένοι μέσα στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες του ιεροκήρυκα. Ομοιόμορφα πατικωμένοι από μικροιδιοκτησία και μικροπάθη. Ένα είδος υπαρξιακού τζόγου. Μια νοοτροπία στρατηγού οικογενειάρχη, που η εξουσία τού χάρισε αυτό το πεδίο επιρροής. Αυτό το φασματικό μαστίγιο της τακτοποιημένης ζωής και της κοινωνικής ειρήνης. Μιας ειρήνης άκρως πολεμικής και άκρως νεκρικής. Ένα αδιάκοπο μουρμουρητό κοινωνικού σεισμού κάτω απ’ το σπίτι του οικοδόμου και του μικροπωλητή. Κάτω απ’ τα οικιακά Κινέζικα σπήλαια και τα μαγαζιά που μυρίζουν υγραέριο και βραστό κρέας. Που μυρίζουν δυστυχισμένα παιδιά και μισοπεθαμένα ζώα. Ανασφάλιστη εργασία. Μαθητεία. Κακομοιριά. Συντρίμμια. Ξεσχισμένες ψυχές και τσακισμένες σάρκες. Αυτός ο φοβερός ζυγός της πλουτοκρατίας έχει αληθινά επιστημονικές αρχές. Έχει γαλουχήσει τον προλετάριο με αυταπάτες. Έχει κάνει κλύσμα στο νεόπτωχο άνεργο και στην καταθλιπτική νοικοκυρά. Έχει κάνει ανεκτή στα μάτια του μικροαστικού όχλου, αυτή τη συνθήκη της εκμετάλλευσης κι αυτή τη θεσμική ελεημοσύνη προς τους απόβλητους πληθυσμούς. Εκείνα τα όντα που μπορούν να το βουλώσουν με ένα πιάτο φαί, συνεπικουρούμενα απ’ τη χριστιανική ρουφήχτρα που με προφητική υποκρισία μιλάει για υπακοή και μετάνοια. Εκείνα τα όντα που δεν διαβάζουν, δεν ακούν και δε μιλάνε. Εκείνα τα όντα που οι σάτυροι του τηλεοπτικού αισθησιασμού τα σέρνουν απ’ τη μύτη κι απ’ το βυζί κι απ’ το λοβοτομημένο τσουτσούνι της επιθυμίας. Ένα βλαμμένο κοινό που σταυροκοπιέται γελοιωδώς σα να ξύνει το στέρνο του, περνώντας κάτω απ’ το θεόρατο σταυρό της υποταγής με το γιωταχή του. Βρίζοντας, κραυγάζοντας, γκρινιάζοντας, χορεύει και κλαίει πάνω απ’ τα συντρίμμια του. Πάνω απ’ το πηγάδι με το μαγαρισμένο νερό. Εκεί όπου οι μεγαλοφυΐες αποτεφρώνονται πριν ανθίσουν κι απομένει μονάχα ο δικός μας χορός σπινθήρων στο σκοτάδι.

Προεκλογικό ρέκβιεμ για τη μεσαία τάξη

proeklo

Ο εξαθλιωμένος προλετάριος, στο σύγχρονο κόσμο, βρίσκει μια θέση κάτω απ’ τη φτερούγα της θρησκείας κι ένα πιάτο φαί απ’ τις ελεημοσύνες. Κατά μια έννοια είναι ελεύθερος γιατί δεν έχει να φοβηθεί τίποτε αφού είναι ήδη εξαθλιωμένος. Αν δεχτούμε όμως, πως ελευθερία είναι να κάνουμε ηθικές επιλογές χωρίς κάποιον εξαναγκασμό και να ζούμε την ιδιωτική μας ζωή ελεύθεροι μέσα στα όρια που επιβάλλονται απ’ τα δικαιώματα των άλλων θα δούμε πως αυτές οι ηθικές επιλογές είναι κατευθυνόμενες απ’ τις μεγάλες επιχειρήσεις. Από ιδιώτες δηλαδή που διαχειρίζονται τις πληροφορίες. Μιαν απρόσωπη εξουσία φαίνεται πως ίπταται πάνω απ’ τις ζωές μας. Στην πραγματικότητα όμως είναι ο ιδιωτικός τομέας αυτός που ελέγχει τις ανάγκες, τη μόδα, το έγκλημα ή τις ορμές. Ο φορέας δηλαδή της υπεραξίας. Ο διαχειριστής του χρήματος αλλά κι ο αρχιερέας της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης. Ο προαγωγός των ανθρώπων και των λαών. Ο μεταμορφωτής όλων των ανθρώπινων και φυσικών ιδιοτήτων στα αντίθετά τους. Το καπιταλιστικό κράτος είναι ιδιοκτησία των μεγάλων επιχειρήσεων, δια μέσω του οποίου εισπράττουν παράλογους κεφαλικούς φόρους και χαράτσια απ’ τις κατώτερες τάξεις. Η εφορία για να ελέγξει τη φοροδιαφυγή ελέγχει την ιδιωτική ζωή. Ενδιαφέρεται δηλαδή να μάθει εάν ο πολίτης ζει αμαρτωλά ή όχι. Βεβαίως δεν είναι η αμαρτία αυτό που μετρά, αλλά ο πολίτης νιώθει ότι η ιδιωτική του ζωή απειλείται χωρίς να μπορεί να παραπονεθεί για ολοκληρωτική βαναυσότητα. Κάποιος μας υποβάλει στην ταπείνωση της σωματικής έρευνας στο αεροδρόμιο αφού θεωρούμαστε εν δυνάμει τρομοκράτες ή μας υποβάλει σε προσβλητικές ερωτήσεις αφού μας θεωρεί εν δυνάμει εμπόρους ναρκωτικών. Φυσικά το αν θα υπάρχουν τρομοκράτες ή ναρκωτικά δεν είναι θέμα έλεγχου αλλά θέμα κοινωνικής οργάνωσης. Οι μεγάλες επιχειρήσεις στηρίζουν την παντοδυναμία τους στο γενιτσαρισμό της μεσαίας τάξης. Η μεσαία τάξη ζει μιαν ανιαρή ζωή κάνοντας συνήθως μιαν ανιαρή δουλειά, απολαμβάνοντας το ίδιο ανιαρά την ηδονή. Παρότι φαινομενικά ελεύθερη αφού μπορεί λόγου χάρη να διαβάσει Σαίξπηρ, ν’ ακούσει Σοστακόβιτς ή να κατανοήσει τους νόμους του Κέπλερ, αυτή διαβάζει Εσπρέσο, ακούει Καρά ή δακρύζει με τούρκικες σαπουνόπερες. Η μεσαία τάξη είναι αδρανής και αμετάβλητη, ικανοποιημένη με τη φτηνή πατάτα, την δικτυακή πορνογραφία και τις λοταρίες του κράτους. Η μεσαία τάξη παρ’ όλα αυτά πιπιλίζει τη λέξη δημοκρατία, έχει φοβικά σύνδρομα και κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό, φοβούμενη μην έρθει ο κομουνισμός. Η μεσαία τάξη αγανακτεί δεν εξεγείρεται. Ελπίζει πάντα μ’ έναν μεταφυσικό τρόπο πως θα καλυτερέψουν τα πράγματα. Η μεσαία τάξη έχει ταυτιστεί με το προϊόν που καταναλώνει. Οι νέοι της μεσαίας τάξης έχουν μειωμένη την ικανότητα να σκέπτονται με ειρμό, να χρησιμοποιούν τις λέξεις έλλογα και να εκμεταλλεύονται τον πλούτο της γλώσσας. Απ’ την άλλη έχουν μιαν αυνανιστική εξάρτηση απ’ την τεχνολογία και διαβιούν ως θύματα μιας μυστικής λογοκρισίας που θεωρεί τον Δαρβίνο ή το Βολταίρο ανατρεπτικούς επιτρέποντας μόνο κινηματογραφικά έργα και βιντεάκια εμετικής βίας και καρναβαλικής σεξιστικής σάτιρας. Ο μεσαίος είναι τυλιγμένος με τη σημαία της χώρας του σαν φασκιωμένο βρέφος που το νανουρίζει ο μεγαλοϊδεατισμός του αστού. Ο μεσαίος μιλά για λαθρομετανάστες κι όχι για ανθρώπινες υπάρξεις. Αυτό που τον νοιάζει είναι αν θα χέσουν στην πόρτα του ή αν θα του κλέψουν ένα καρβέλι ψωμί. Ο μεσαίος είναι το ιερό πτολίεθρο του σύγχρονου καθεστώτος. Ετεροπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα σ’ ένα ρευστό σύστημα που σήμερα τον θέλει γλείφτη στου Ισραήλ και αύριο σύμμαχο του Ιράν. Ο μεσαίος ζει τις μεγάλες αφηγήσεις από τηλεοράσεως ως φίλαθλος ή ως πανηγυριστής μιας αλλότριας κουλτούρας φορώντας ένα ξένο δανεικό ρούχο. Η μεσαία τάξη δεν βλέπει, δεν ξέρει, δεν ακούει. Κοιτά τη δουλειά της. Ζει την ιστορία χωρίς αυτήν. Η μεσαία τάξη δολοπλοκεί εναντίον της μεσαίας τάξης. Μεθοδικά τρώει τις σάρκες της και αφομοιώνει τις φλυαρίες της άρχουσας τάξης. Θαυμάζει τις νεορθόδοξες πιρουέτες του κυρίου Γιανναρά ή τις κρυπτοχουντικές μισάνθρωπες σκατούλες του κυρίου Ράμφου. Ο μεσαίος είναι η λεγόμενη κοινή γνώμη που εμφανίζεται στα ρεπορτάζ -γκρινιάζοντας- ως το άλλοθι της δημοκρατικής νομιμότητας και του πλουραλισμού. Ο μεσαίος λοιδορεί τους ναυτεργάτες που κλείνουν τα λιμάνια, τους αγρότες που κλείνουν τους δρόμους και πάει λέγοντας. Ο μεσαίος δεν έχει ταξική συνείδηση, είναι μονάχα ο περήφανος έλληνας. Η μεταφυσική βάση του πολιτικού του πιστεύω διατυπώνεται ευθαρσώς απ’ τον Καψή και την Έλλη Στάη. Η έκφραση σοσιαλιστικό κίνημα έχει ξεπέσει στη χλευαστική διαστροφή του. Το κέντρο, ο κατεξοχήν πολιτικός χώρος του μεσαίου είναι πάντοτε έτοιμο να προσφέρει μια νέα εκδοχή της ιστορίας για να υπηρετηθεί, καλύτερα ίσως, το παρόν απ’ το παρελθόν. Οτιδήποτε είναι αληθινό για το παρόν είναι αιώνια αλήθεια, και, το παρελθόν πρέπει να διασκευασθεί, ώστε οι παλαιές διαδικασίες να ταιριάξουν στα σημερινά γεγονότα. Η μεσαία απατημένη τάξη, σε καιρούς φυματίωσης του συστήματος, απ’ το κέντρο ξεπέφτει στη χαβούζα της ακροδεξιάς πολεμώντας ακόμα πιο λυσσασμένα τους κομουνιστές. Η μεσαία τάξη πίστεψε κάποια στιγμή πως μπορεί να γίνει άρχουσα και κολακεύτηκε όταν ο μηδαμινός Σημίτης της πέταξε στα μούτρα το ευρώ αφού πρώτα την πέρασε απ’ το μπιντέ του χρηματιστηρίου. Μόνο που όπως αποδείχθηκε γι’ αυτήν, ο μπιντές δεν ανάβλυζε ζεστό ιαματικό νεράκι αλλά ρετσινόλαδο.

Εν μέσω λαίλαπας

ayti

Γνώρισα αυτή που έχει πάντα
ανοιχτό τον ονειροκρίτη. Που
το στόμα της είναι άνθος και
τα χείλη της ερπύστριες. Αυτή
που αγαπά τον αλγεβρικό λογισμό
με πάθος και μπαίνει για μένα στη
φωτιά. Αυτή που είναι σκοτεινή και
δριμεία και βγάζει τα σκουλαρίκια
της και το βρακί της εν μέσω
καταστροφών. Εν μέσω λαίλαπας.
Αυτή που βάζει μπροστά στις μάχες
τα πέλματα, τα πόδια και τις γάμπες.
Αυτή με τους άπτερους ώμους που
είναι γυμνή 24 ώρες και θεόγυμνη
αιωνίως. Αυτή που έχει μια τρελή
καρδιά και σκούρο δέρμα στο χρώμα
της ελιάς. Αυτή που δεν έχει κανόνες
αλλά ζεστή αγκαλιά. Αυτή που θροΐζει
και εξανεμίζεται μεσ’ το ποίημα. Αυτή
που παντρεύεται εμένα το Βασιλιά.

Ενθάδε κείται

mousa

Η μούσα μου ψόφησε.
Όπως θα ψοφήσω κι εγώ.
Όμως πρόλαβα να της φτιάξω στο καμινέτο ένα φαγάκι.
Να της πω δυο λόγια αγάπης.
Να της κρατήσω το χέρι.
Εγώ ο νυμφομανής.
Εγώ ο χιλίαρχος φαλλοκράτης.
Εγώ ο εκατόνταρχος μουνάκιας.
Ο παρείσακτος της ελληνικής γραμματείας.

Ανάμνηση δοκιμής αιδοίου

anam

Πέρασα τα γεράματα σε νεαρή ηλικία, ως παιδική αρρώστια κι οι ιδιοτροπίες μου άφησαν μεταθανάτια κουσούρια. Δεν είναι της παρούσης αλλά μια αξιοπρεπής εξομολόγηση περιέχει μπόλικα προσωπικά, μαγειρεμένα σε ιδανικές συνθήκες υγρασίας, όπου το νυχτέρι συνεπικουρούμενο απ’ την ασθενική βροχούλα φτιάχνει καρποφόρο έργο για φρικώδεις αναγνώσεις. Όταν πάρεις μαθήματα ιδιαίτερα απ’ το χάροντα γίνεσαι κακόφημο δαμάλι στην πολιτεία. Γίνεσαι το τέκνο που νιώθεται περισσότερο απ’ τις σιωπές του. Βουρκώνεις όταν βλέπεις οδόφραγμα και πυρωμένη κυρά με ακάλυπτο μηρό για να βοσκήσουν τα πετεινά του ουρανού ουσία συμπαντική κι εσοχές απόστακτες άπληστου βουβώνα. Γίνεσαι ο ψιθυριστής ωραίας κοιμωμένης που της έταξαν ανορθόδοξο έρωτα τα μανιφέστα κάποιου αυτόχειρα. Διηγήσε το δράμα της αγάπης, πληγές, χαρές, ερμηνείες. Στεγνώνεις τον εαυτό σου πάνω στο χαρτί με γλώσσα αρχέγονη παραδεισιακή. Ένα αδαμικό καθρεφτάκι για να συνομιλήσεις με το βυθό σου. Οι πράξεις σου δεν ανιχνεύονται κι είσαι εκ των προτέρων ένοχος κοινωφελούς συγκίνησης. Είσαι ο αρχιερέας πάθους κι ο αγιάτρευτα μπολσεβίκος που ’χει στη γλώσσα ανάμνηση δοκιμής αιδοίου.

ΒΙΒΛΙΑ

Στρατιώτες στον κόρφο της αγάπης

trela

Είναι η τρέλα μας γι’ αυτό τον κόσμο
βαθειά. Κι όσοι γράφουμε είμαστε
στρατηγοί στα χαρακώματα. Στρατιώτες
στον κόρφο της αγάπης. Πετάμε τις
βόμβες μας από χαρτί και ψηφία πάνω
απ’ τις πόλεις του εχθρού. Κάνουμε
πάταγο στο σύμπαν. Κι ας μη μας
παίρνει χαμπάρι κανείς. Μονάχα ο
ήλιος και μερικά θηλυκά. Κι οι σφήκες
που επιπλέουν στη λεμονάδα μας.
Παγιδευμένες στη γλύκα.

γερατιό

Τέχνη είναι να κρατάς τη γιορτή όχι των αισθήσεων αλλά του νοήματος. Τέχνη είναι μια φευγαλέα επαφή με το σώμα του πλάσματος που ποθούμε. Να ζητάς απ’ το δέρμα να δώσει μιαν απάντηση. Τέχνη είναι το αίτημα της ανταπόκρισης. Η παραδείσια περιοχή των λεπτών και λαθραίων σημείων. Τέχνη είναι τα ασήμαντα θέματα που ξεφτίζουν. Το φιτίλι που καπνίζει τη σπιρτάδα στην ατμόσφαιρα. Τέχνη είναι η ζούρλια ν’ αγαπήσεις τη γριά που θα γίνεις κάποτε. Το ανάερο σφυράκι που θα σου καρφώσει στο γόνατο την εμμονή του θανάτου. Τ’ ακροαστικά, οι γρίπες που θα αθροίσουν τις δύσκολες εποχές. Τέχνη είναι η ανθρωπίλα που φινίρει τις αντιφάσεις. Οι άνθρωποι που θα περιθάλψεις με τις πιο γενναίες μεταφορές. Τέχνη είναι να στεγάζεις τους απόντες μέσα στη γραφή.

ΒΙΒΛΙΑ

Στο βρακί της

braki

Μικρός, κάποτε, άκουγα την έκφραση τον έβαλε στο βρακί της και λυπόμουν που δεν ήμουν εγώ το θύμα. Το βρακί της γυναίκας είναι θηκάρι κυνισμού. Επωάζει στο υγρό σκοτάδι ταλέντο εκκαθαριστή υποθέσεων κι όποιος πιάσει το νόημα αφήνει ενέχυρο τη λαλιά του παίρνοντας μόσχευμα για εκκόλαψη γραπτής ποίησης δια βίου. Στο βρακί, αν καταφέρεις να μπεις, είσαι ο άγιος ισχυρός και δεν ξεκολλάς απ’ τα χάχανα και τις σπονδές του, όταν έχει κέφια και ροδίζει σαν φωλιά πετροχελίδονου το σούρουπο. Είσαι ο άγιος αθάνατος κι ο εκλεχτός που γλείφει το ζύθο του καθώς αναθρώσκει. Είσαι ο έκπτωτος που δε θέλει αξιώματα, δόξα, τιμές, λεφτά, παρά μονάχα την άψα που αφήνει ο βυρσοδέψης οργασμός. Είσαι ο ιχθύς που σπαρταρά πιασμένος στο δίχτυ της μήτρας, που σε θέλει αιωνίως σακάτη, να πουλάς λαμπάδες θύραθεν ναού. Είσαι ταμένος στα καρτέρια και τις οχτωβριανές που κάνουν τον κύκλο τους και σε ποδοπατούν τα αθώα αίματα κι οι ονειρώξεις-μέδουσες στη βαθιά νύχτα. Όταν σε βάλει στο βρακί της η γυναίκα, διαπρέπεις ως ξεφτίλας στα μάτια όσων δεν ένιωσαν από τη μπούκα αιδοίου αεράκι χάους και πνοή ζωής. Όσων είναι στρατιώτες κάποιου Φράγκου αγοραστή κορμιών ή κάποιου παπά που επιδαψιλεύει ψυχούλες στους λάκκους.

ΒΙΒΛΙΑ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,664 other followers