ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Σεπτεμβρίου, 2007

Ατενίζοντας την άβυσσο

lowresmoss3.jpg

 οι άσχημες κοπέλες που σερβίρουνε ποτά
δίπλα σε αγκάθια και βράχους
στα χωριά του δρόμου
οι άσχημες γυναίκες που απλώνουνε τα χέρια
σαν τα κλαδιά ενός σταυρού και εκλιπαρούν
και υπόσχονται πίστη και απιστία
με τη διαλεκτική του μεθυσιού
έχοντας στα χείλη
το πικρό άρωμα της ιτιάς
έχοντας στα σκέλια το χασάπη του χωριού
οι άσχημες κοπέλες που ξεμείνανε
τρώγοντας κονσέρβες στις έξι το πρωί
με την αρμύρα της σαρδέλας πα’στη γλώσσα
κάνοντας πίπα στον έσχατο φορτηγατζή
χαϊδεύοντας στην τσέπη τα λεφτά
όπως οι καλόγριες το κομποσκοίνι τους
όπως τα ποντίκια των αγρών μαζεύουν σπόρους
για τον καιρό της μάχης και της πολιορκίας
οι άσχημες κοπέλες ήταν κάποτε όμορφες παιδούλες 
μαδούσαν μαργαρίτες κολυμπούσανε 
δαμάζοντας τα βότσαλα   
μαθαίνανε ποιήματα και ουράνια τόξα
μα το κορμί είναι μια πολιτεία από δαίμονες
και οι πατεράδες οδηγούνε τα παιδιά τους στη σφαγή

Ίρις Αλεξάνδρα ατενίζοντας την άβυσσο
βγαίνοντας με τα βυζιά γυμνά στον παγωμένο αέρα
ακούγοντας κοκόρια να λαλούν ξημέρωμα
εκεί κάτω στον Άδη
μυρίζοντας την κάπνα απ’ τα λάστιχα
μυρίζοντας την πυρκαγιά που άναψε
μεσ’ τα λαρύγγια των φτωχών
μυρίζοντας τις σπίθες και τη γάνα του σφυριού
όπου βροντά
την αμπαρωμένη πύλη
τον άνεμο που φέρνει μέσ’ τα μάτια τους
τη στάχτη της πατρίδας
και χώνονται   
σαν ετοιμόγεννα ποντίκια μεσ’ τα πνευμόνια της γης.
 

Στο Νυδρί της Λευκάδας

Στο Νυδρί της Λευκάδας γνωρίσαμε την Κατερίνα. Γυρνούσε στα τραπέζια και πουλούσε τριαντάφυλλα σε ζελατίνα. Είχε μια πλαστική γλάστρα και τα κρατούσε στην αγκαλιά της. Τη ρώτησα που είν’ το σπίτι της και μου είπε σπίτι δεν έχω ζούμε σε τσαντίρι στο πάρκιν του χωριού. Η μάνα μου, ο πατέρας μου και τ’ αδέρφια μου. Τέσσερα είμαστε δύο αγόρια και δύο κορίτσια. Μια θεία μου έχει δέκα μας είπε, πέντε αγόρια, πέντε κορίτσια. Κοιμάσαι καλά το βράδυ; της λέω. Έχει δροσιά, έρχεται αεράκι απ’ τη θάλασσα κι είναι όμορφα, κοιτάζω τ’ αστέρια και με παίρνει ο ύπνος. Το πρωί όμως κρεμάμε κουβέρτες γιατί μας χτυπάει ο ήλιος. Σε ποια τάξη πηγαίνεις; τη ρωτάω. Στην τρίτη μου απαντά. Δεν την πίστεψα. Εγώ στα σχολεία βλέπω μόνο καλοσιδερωμένα  παιδάκια και στα φροντιστήρια δε συνάντησα γύφτους ποτέ. Δεν τους δέχονται.
Απέναντί  μας  στην προβλήτα ο δήμαρχος έστησε ανδριάντα στον Ωνάση. Η δουλικότητα σε όλο το μεγαλείο της. Ο μεγιστάνας μ’ ένα σακάκι ριγμένο στον ώμο. Πλειμπόι με ύφος διανοούμενου. Εγώ γαμώ με τα λεφτά μου πριμαντόνες, συζύγους προέδρων, αγοράζω νησιά για να έρχομαι  για κατούρημα. Αγοράζω πλοία πουλάω όπλα κάνω δωρεές τσακίζω σαπιοκάραβα κι αρμέγω τις ασφάλειες πουλάω όπλα φτιάχνω ιδρύματα. Ο Ωνάσης είναι σταθερή αξία. Φέρνει τουρίστες. Δηλαδή φράγκα.
Ένας γέρος κάποτε που καθότανε δίπλα μου στα εξωτερικά ιατρεία του Ευαγγελισμού έβηχε τόσο άσχημα σα να χτυπούσες τσαπί σε νταμάρι. Γύρισε στη μεριά μου κάποια στιγμή και μου είπε, σε λίγο θα χέσω το πλεμόνι μου. Γέλασα και τον ρώτησα τι έχει. Καρκίνο μου λέει κοφτά. Δωρεά του Παπαστράτου. 

και ο Ασημάκης Πανσέληνος έγραψε το ποίημα
                                             

 << ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ>>
Του έθνους μας αείμνηστοι Ευεργέτες
ο Γεώργιος Αβέρωφ κι ο Συγγρός
(όρα και λεξικό Ελευθερουδάκη,
να ιδείς κι οι δυο πως πήρανε τα εμπρός!)

Πνεύματα ζωτικά κι εξυψωμένα,
και προπαντός: στο χρήμα φειδωλοί.
πλουτίσαν για της φτώχειας το χατίρι
κι ωφέλησαν τον τόπο μας πολύ!
Γι’ αυτό, σαν που απαιτεί δα κι η επιστήμη,
χτίσαν στερεές, κι ευάερες φυλακές!
(Το πνεύμα και το χρήμα είν’ υπερούσιες
δυνάμεις υψηλές κι ευγενικές!)

Τώρα πια ο δικαστής με δίχως τύψη
κοιτάει του Ιησού την όψη την αιώνια,
το γράμμα και το πνεύμα του Ιδιώνυμου,
και σε σφαλνά εκεί μέσα λίγα χρόνια!

Τώρα οι πατέρες βγάζουν για παράδειγμα
τα τέκνα τους σεργιάνι κατά κει,
κι εύχονται να γενούν χρηστοί πολίτες
να χτίσουνε κι αυτά μια φυλακή! 

{το παρόν κείμενο είναι αφιερωμένο σε όσους δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε ξυπόλητα παιδιά να πουλούν πλαστικά λουλούδια κάτω από ανδριάντες πλουσίων}
 

Αγριόσυκα του σύμπαντος

42320.jpg

Ο πόθος που τρελά σε κυβερνά και σ’ έχει αιχμάλωτη
Κι είν’ έτοιμος όπως με τη φαλτσέτα του ο γύφτος
Να σε ξεσκίσει σαν καρπούζι να σου ρουφήξει την
Καρδιά να πιει το αίμα σου παρθένα κόρη έρμαιο

Σε στίχους ελευθέρων σκοπευτών που μόλις μπρος
Στο Δρόμο τους διαβείς επίθετα σκυλεύουνε και
Ακροβολίζονται οι άπληστοι στους δρόμους του κορμιού σου
Θεριεύουνε και μ’ άγριο καλπασμό ζυγώνουν τα βυζιά σου.

Λυμαίνονται το δέρμα σου ρουφώντας, γλείφοντάς σε
Τις ρόγες σου ολόγυρα σα βρέφη πιπιλίζουν
Δαγκώνοντάς τες άγρια αφήνοντας πυρακτωμένες
Μελανιές αφήνοντας πατημασιές η γλώσσα τους

Θηλάζοντας τη γλύκα όλων των καρπών, όλα τα
Πρωτοβρόχια όλη τη γεύση απ’ τ’ αγριόσυκα
του σύμπαντος  κι απολαμβάνουν αίμα καθώς
κουρνιάζουν με το δάχτυλο στου κόλπου το σκοτάδι
λύνοντας μια για πάντα το αίνιγμα
που το κρατούν σφιχτά μανταλωμένα μπούτια.    

ΚΟμουνιΣΜΟΣ

529855215_5e420797aa_o.jpg

Πως κρύβει μέσα της το θαύμα
τούτη η λέξη!
Άγρια σα μουγκρητό
μοναχική και λίγο ξιπασμένη.
Σχεδόν αργκό
φτιαγμένη για να κρύψει μεσ’ τα σπλάχνα της
την πρόστυχη τη λέξη,
αυτή, που μόνο ποιητές κι εξεγερμένοι
ξεστομίζουν.
Κι όπως η αιδώ κρύβει μέσα της το αιδοίο
έτσι κι ο κόσμος μέσα του
κρύβει το μουνί
έτσι κι η γυναίκα ανάμεσα στα σκέλια της
κρύβει τον κόσμο ολόκληρο
γιατί από κει μέσα ξεπηδά ο κόσμος
γιατί ο άρχων είναι το μουνί
γιατί στ’ αλήθεια αυτό μας κυβερνά.
Κι αν είναι που οι ποιητές και οι εξεγερμένοι
πιστεύουν στον κομουνισμό
είναι γιατί λατρεύουν το μουνί.
Είναι γιατί γνωρίζουνε αυτοί
πως το κέντρο είν’ του κόσμου.
Κι αν είναι οι κραδασμοί τούτης της λέξης
βίαιοι, αλητήριοι, αιρετικοί,
είναι γιατί,
θέλει την ηδονή και το ψωμί για όλους. 
 

Η μπαλάντα του ηγέτη

bosch.jpg

ο ηγέτης σκαρφαλώνει στα δέντρα

του βγάζουν τα μάτια οι πινέζες

τραβάει στα κρυφά μυτιές για να δρέψει δάφνες

για να ξεσχίσει στα μπαλκόνια

το ζαρωμένο του πουλί

βαθύ χάραμα τα συζυγικά του καθήκοντα εκτελεί

με καλάσνικωφ

μαλακίζεται πάνω στα πτώματα

βάζει κολόνια για τη σωτηρία της ψυχής

 

ο ηγέτης λιτοδίαιτα λαίμαργος

καταβροχθίζει

εισπνέει αλκοόλ και θαλασσινά

λέει πρόστυχα ανέκδοτα στους υπουργούς

παίζει γκόλφ με τα πρεζόνια στο Ζάππειο

προσεύχεται σα λήσταρχος την ώρα της σφαγής

 

ο ηγέτης διαβάζει βίους αγίων

τραβάει το σεντόνι στο μέρος του

κι ονειρεύεται πλήθος

μια ντουζίνα παράσημα που τα γλείφουν ποντίκια

ο ηγέτης φοράει τακούνια

ντύνεται τραβεστί

προβάρει δυο μαύρες σακούλες πόνου

κάτω απ’ τα μάτια

χαϊδεύει τα γένια του

το παίζει Μπίν Λάντεν

 

ο ηγέτης παίζει τη χώρα του στα χαρτιά

στο μεθύσι του απάνω κάνει πόλεμο

σφάζει παιδιά με σουγιάδες

κόβει δάχτυλα

χέρια, πόδια

παίζει μπάλα με κομμένα κεφάλια

φοράει της γυναίκας του τα στρίνγ

γράφει άρθρα στον τύπο

φωτογραφίζεται με τάνκς στους Δελφούς

 

ο ηγέτης χίλια κοράκια

 

τσαλαβουτά στο αίμα

θαμπός βοσκός κι ο ήλιος η εξουσία του

 

τα πρόβατα στοχάζονται τον όμορφο χαμό τους

γυμνά με τον ηγέτη τους στην άβυσσο να πέσουν

να χαθούν

μα

η άγνοια σώζει τους λαούς

και τα λαμπρά ονόματα ηρώων

καθώς του ηγέτη το όνομα επιπλέει σα φελλός

στη σκοτεινή τη θάλασσα της μαύρης ιστορίας

 

ο ηγέτης φοράει φωτοστέφανο

λιμουζίνες τον τυλίγουν για πάντα

δέντρα ξεφλουδισμένα

σλάβικα τραγούδια στο πετσί του

τον τρώει η μαρμάγκα

χρυσόμυγες τον γλείφουν στο παρασκήνιο

σε παράνομο έντυπο της Κορυτσάς

δημοσιεύει μπροσούρες

ντουφεκιές ρίχνει το Πάσχα

στο νεροχύτη ξερνά κοκορέτσια

ψύχραιμος λύνει τη ζώνη του

με την αγκράφα χτυπά

το χνουδωτό εφηβαίο του λαού του.

                               

Ω! γυναικεία σάρκα εσύ

12868.jpg

ω! γυναικεία σάρκα

εσύ
θάλασσα
που περιμένεις βουτηχτή
να ‘ρθει στον πάτο σου 
να πιάσει το σταυρό του.

Το σχοινάκι του ταμπόν

picasso51.jpg

την ώρα που κολυμπάς
αμέριμνη
ένα ψαράκι
θα σου τραβήξει
το σχοινάκι του ταμπόν

θα κοκκινίσει η θάλασσα για πάντα.