Ατενίζοντας την άβυσσο

lowresmoss3.jpg

 οι άσχημες κοπέλες που σερβίρουνε ποτά
δίπλα σε αγκάθια και βράχους
στα χωριά του δρόμου
οι άσχημες γυναίκες που απλώνουνε τα χέρια
σαν τα κλαδιά ενός σταυρού και εκλιπαρούν
και υπόσχονται πίστη και απιστία
με τη διαλεκτική του μεθυσιού
έχοντας στα χείλη
το πικρό άρωμα της ιτιάς
έχοντας στα σκέλια το χασάπη του χωριού
οι άσχημες κοπέλες που ξεμείνανε
τρώγοντας κονσέρβες στις έξι το πρωί
με την αρμύρα της σαρδέλας πα’στη γλώσσα
κάνοντας πίπα στον έσχατο φορτηγατζή
χαϊδεύοντας στην τσέπη τα λεφτά
όπως οι καλόγριες το κομποσκοίνι τους
όπως τα ποντίκια των αγρών μαζεύουν σπόρους
για τον καιρό της μάχης και της πολιορκίας
οι άσχημες κοπέλες ήταν κάποτε όμορφες παιδούλες 
μαδούσαν μαργαρίτες κολυμπούσανε 
δαμάζοντας τα βότσαλα   
μαθαίνανε ποιήματα και ουράνια τόξα
μα το κορμί είναι μια πολιτεία από δαίμονες
και οι πατεράδες οδηγούνε τα παιδιά τους στη σφαγή

Ίρις Αλεξάνδρα ατενίζοντας την άβυσσο
βγαίνοντας με τα βυζιά γυμνά στον παγωμένο αέρα
ακούγοντας κοκόρια να λαλούν ξημέρωμα
εκεί κάτω στον Άδη
μυρίζοντας την κάπνα απ’ τα λάστιχα
μυρίζοντας την πυρκαγιά που άναψε
μεσ’ τα λαρύγγια των φτωχών
μυρίζοντας τις σπίθες και τη γάνα του σφυριού
όπου βροντά
την αμπαρωμένη πύλη
τον άνεμο που φέρνει μέσ’ τα μάτια τους
τη στάχτη της πατρίδας
και χώνονται   
σαν ετοιμόγεννα ποντίκια μεσ’ τα πνευμόνια της γης.