ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Φεβρουαρίου, 2010

όπια λύπες γκρίνιες

Καλά θα κάνουμε να φτάσουμε τις χίλιες λέξεις για μια εικόνα αφού με το χαρισμένο στυλό παλαιάς συμμαθήτριας θολώνει ακόμα το βασανιάρικο αίσθημα και ξετυλίγεται ο αγέρωχος ανθρωπισμός.

Αφού η θρησκεία είναι το όπιο του καταπιεσμένου πλάσματος, η πατρίδα είναι το βαποράκι. Ο βαλκάνιος ζεί σε αταξία με τις γρίπες του και το γίγνεσθαι διότι όταν στη δύση διδάσκουν στα μειράκια ορθολογισμό αυτός ακούει παραμύθια και βλέπει το γονιό να καθαρίζει με το λαδάκι της ελιάς την κάνη του όπλου. Οι ευρωπαίοι που χάσαν τις αποικίες τώρα κατευνάζουν τα πάθη τους στήνοντας προτεκτοράτα στην ανατολική ευρώπη, στα βαλκάνια και τη μεσόγειο στοιχηματίζοντας στην κατάρρευση για να κάνουν τζάμπα διακοπές. Οι μεσογειακοί είναι γι΄αυτούς τα γουρούνια της Ευρώπης που κυλιούνται στη λάσπη της διαφθοράς ζητιανεύοντας τα ψίχουλα απ’ τα μεγάλα φαγοπότια.

Ότι ρετάλι σημαίας έχει μείνει θα είναι για να δεθούν οι πληγές. Ακόμα στη Γερμανία υπάρχουν μαγαζιά όπου απαγορεύεται η είσοδος σε Έλληνες, Εβραίους και Ιταλούς. Δε μιλάμε για μουσουλμάνους, τσιγγάνους, αφγανούς. Οι γερμανοί έχουν το χαριτωμένο επιχείρημα ότι όλα τα κάναν οι ναζί. Αγόρασαν με λεφτά των αμερικάνων εργατική δύναμη χτίζοντας εκ νέου τη φασιστική μηχανή του χίτλερ οχι με μπαρούτι αλλά με δολάριο.

Οι γερμανικές τράπεζες αμόλησαν στους φτωχούς συγγενείς δάνεια και πολιτισμό από δεύτερο χέρι ανοίγοντας τη στρόφιγγα του ευρώ. Διορίζοντας αχυράνθρωπους διαχειριστές να παίξουν στη σαπουνόπερα της ανάπτυξης.

Άν θέλουν αύριο ν’ αγοράσουν την αλβανία θα στήσουν εκεί τους καλλίτερους Ολυμπιακούς μαζεύοντας τ’αδέσποτα, εισάγοντας πουτάνες απ’ το εξωτερικό για να γαμούν οι φίλαθλοι τα βράδια. Κι όσο κρατούν τα φαγοπότια τα έθνη θα φλέγονται απ’ τους λαοπλάνους καβαλάρηδες. Θα ερεθίζονται απ’ τις κουράδες του Άνθιμου, θα κολακεύονται απ’ τα ρομπότ της εξουσίας και το ντεκολτέ της γκερέκου.

Τα ρωμαλέα έθνη έφτασαν να λένε κάθε πέρσι και καλλίτερα. Στριμώχνονται στην ουρά για κουπούνια διακοπών απ’ την εργατική εστία και υμνούν αφειδώς το σημίτη και τα μεγάλα του έργα το φαραώ που θα εντοιχίσουνε στα θεμέλια της γέφυρας Ρίου Αντίρριου μαζί με το λαό του.

Γάλλοι και γερμανοί κατασκευαστές θα ψάλουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ καθώς η μέρκελ θα δακρύζει κάτω απ’ τον αγκυλωτό σταυρό που σμίλεψε ο παππούς της.

δε γκρίκ

αυτή η χώρα είναι ματιασμένη
μελοδράματα τη βαραίνουν πλήρως
χάρβαλο του γραφικού της χαρακτήρα
ένας απλός στίχος της πρέπει
όπως ζώδια που απαγγέλουν ξανθές
να ρετάρουν οι λάτρεις της φόρμας
να τιγανίζουν αυγά οι γριές
με ρυθμό συστολή συμβουλές
να ψηφίζουν συντήρηση αφειδώς
λιγότερο κράτος τηλεθέαση
τους ηγέτες να φωνάζουν με το μικρό
λαικά παιδιά νερωμένα ούζα
πρωτοβουλίες ιδιωτικές που θα παν
τον κόσμο μπροστά μαγαζιά
που θανοίγουνε τις κυριακές
θα παιανίζουν μεγάφωνα
διαφημίσεις ερωτικές
τα παιχνίδια του τζάμπο
να χαρούν τα παιδάκια υπεραξία
καμωμένη απο άλλα παιδάκια
που δουλεύουν για ένα ευρώ
να χαρούν οι μανούλες φτηνά
κιλοτάκια να τα σκίσουν
οι βαρβάτοι μπαμπάδες
πάνω στον οργασμό καθώς
θα φωσφορίζουν εικόνες
στους τοίχους απο έναν κόσμο βουβό.

όλους μας ήπιε η νύχτα

Μνήμη Ηλία Λάγιου

Έφτασε πια το πλήρωμα του χρόνου
λοστρόμοι μούτσοι και φρικιά
παιδιά του κρόνου.

Ρίμες ραμένες διαλεχτές εις
το φθαρμένο αγκώνα,του ποιητού
που ως μέθυσος εψάλει τη Ραμόνα.

Να λέω ναι! όλους μας ήπιε
η νύχτα, τους εραστές που
ο ρόγχος του θανάτου

φθαρμένα ελληνικά τα
ελληνικά του, μας έσπρωξε
στις φλέβες της αβύσσου.

Και μ΄έπιασε φεύ! παράπονο και πόνος
όμως δεν είμαι μοναχός παρά
μονάχα μόνος.

Γράφω το motto της ζωής
στιχάκια νότες παύσεις και
μέθοδο αναπνοής

ίχνη αφήνοντας στις ύλες
των πραγμάτων, καθώς ωχρές
τα χάιδεψαν οι φίλες

υπό του σεληνόφωτος το σκότος
αφήνοντας να ακουστεί του αγνού
στηθόδεσμου ο κρότος.

Ω ναι! είν’ αργά κρατάω το φανάρι
η τρέλα μου κεντά το μαξιλάρι
ας είναι ευλογημένες οι κοπέλες.

Ωδή εις απεργοσπάστη

Συνάδελφε μικροαστέ
πασόκε απεργοσπάστη
που καίς
το Ριζοσπάστη
με αναπτήρα
ας είν΄ελαφρύ
το γουικέντ που σε σκεπάζει.

ο αντίχριστος του τρίερ

ο τρίερ στον αντίχριστο στήνει ένα καλιτεχνικό σκηνικό φόβου χωρίς φαλάκρα και σορτσάκι που ξεφτίζει τις πεποιθήσεις μας. ο φόβος είναι η μεγαλειώδης αρχή του κακού, η άρνηση του ορθολογισμού. ο τρίερ καλεί τους ψυχολόγους να πάψουν να είναι οι ιεροεξεταστές της φύσης δηλαδή της συνείδησης.
ο φόβος του άλλου μου φτάνει για να νιώσω φοβισμένος, ο δικός μου δεν είναι ποτέ αρκετός. τα ιδρύματα δουλεύουν σαυτή την κατεύθυνση. κράτος εκλησία σχολείο πανεπιστήμιο. ο συγκεντρωτικός φιλελευθερισμός έχει εργαστήρια φόβου. η οικογένεια είναι το πρωτο εργαστήρι φόβου. το καλώδιο που σε συνδέει με τις πεποιθήσεις του μέσου όρου. ο μέσος όρος είναι το επίτευγμα της άρχουσας τάξης που διαχειρίζεται την ιστορία και τους συλλογικούς μύθους.

έπαψαν τα ταλέντα τώρα να ανασαίνουν στιχουργικά και
η μπουλντόζα του σινεμά ισοπεδώνει τις πεποιθήσεις
και όταν ο λαός καταντάει λούτο θέλει ένα μεγάλο σόκ

Ω! του κάμπου χωριά

Ω! του κάμπου χωριά με τα ποιητικά σας φονικά

απ’ αυτού του κόσμου τα λημέρια βλέπω
ταινία εποχής με ομήρους και άλλα
μακρόσυρτα πλάνα και ρετσίνι στα πεύκα
κι εραστές που σαλιώνουν την άστατη σάρκα

της Paramaound θηλυκά να εποπτεύουν
με τα μπούτια χιαστί προβολείς
να σαρώνουν οργασμούς ακροβάτες
σαν ψευδαίσθηση που δίνουν
στο στομάχι σουβλάκια
κι η σκάρφη στης γίδας τ’ αυτί

δε χωράει άλλος άνεμος μέσα στη σάρκα
περιμένω εσένα αναγνώστη να’ ρθείς
θα το κλείσω απόψε το ποίημα νωρίς
σαν βενζινάς στην ερημιά που περιμένει πελάτες
τελεσίδικα μόνος, πάντα αιτιώδης, βαθύς
βλέποντας
την ερημιά χρώμα ν’ αλλάζει μονάχα

τηγανίζοντας μάταια αυγά την αυγούλα
με κρυφούς λογισμούς γυναικείων οργάνων
με κρυφούς λυρισμούς να βαρά τις καμπάνες
ο νεανίας της μνήμης σπασμός ο πατριάρχης
που ίπταται μπρος στα σκέλια ορθός.

Και σε κοιτώ
όπως κοιτάζει το κερί το νεοκώρο
το φύσημα προσμένοντας
τη φονική πνοή.