ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Μαρτίου, 2010

Αφροδίσια της μεγαλοβδομάδας

απόσπασμα απο το αφήγημα
του συγγραφέως Αντωνίου Αντωνάκου:

Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου

αφορισθέν
εκ της ιεράς συνόδου
και της ακαδημίας Αθηνών

ως πόνημα απαράδεκτον δια την διάπλασιν
του λαού και της νεολαίας

******

Εις το άκτιον οπου αλλοπαρμένη η Κλεοπάτρα εστέφθη περιπαθώς τον ρωμαικό φαλλό του συνοδού κυριών και μεγαλομάρτυρος αδωνίου προστάτου των φαλλοφόρων αγγέλων στράβωνος του ελαιουργού και φαίδων εκ περγάμου, έλαβε χώρα ερωτικήν ναυμαχία κατά την εβδομάδα των παθών που κατέγραψε εις μαγνητοταινίαν εποχής της γαλλικής εταιρίας Leriane η οσία προκοπία μοναχή νύμφη χριστού εκ του νυμφώνος και του ιερού χαρεμιού όπου ρώσοι ναυτικοί ομιλητικοί και σπουδαίοι στην κατανάλωση βότκας μιλούσαν πλησίον της θερμάστρας για τον πόλεμο και τα κατορθώματα του μεγάλου αλεξάνδρου για τον πομπήιο για τον αννίβα και τον σκιπίωνα τον αφρικανό. Στα γκαλά που οργάνωναν κυρίες του καλού κόσμου δια την προώθηση της βυζαντινής μουσικής και την διάσωση των αυτοχθόνων του ηλίου του μεσονυχτίου βασίλευε ειρήνη και αφθονία αφού ακόμα και ο ναύαρχος ζυριέν ντε λα γραβιέρ περιπαθώς αναφέρει τα κορίτσια που επήγαιναν πρωί πρωί να κρεμάσουν στα κλαδιά της συκιάς το κλουβί όπου η τριγώνα γουργούριζε ως να νυχτώσει τους ερωτικούς της αναστεναγμούς. Διάφοροι δυτικού τύπου σεξομανείς εγράψαν εγκώμια δια την κτηνοβασία στις εξωτικές χώρες της ελληνικής υπαίθρου που ο πατριωτικός οίστρος μετεβάλετο εις κορβέτα έτοιμη να αποβιβασθεί εις κάλικατ. Στην είσοδο του πορθμού της μαλάκας ζώα άγρια και αιμοβόρα φίδια με τρομακτικές διαστάσεις σκορπιοί που το θανατηφόρο τους τσίμπημα έστελνε αδιάβαστο ακόμη και τον πατριάρχη της ιστανμπούλ μύγες που επέφταν πάνω στα κρέατα ποντικοί τόσο μεγάλοι και τόσο πεινασμένοι που ρίχνονταν ακόμα και σε χριστιανούς που εσυνουσιάζοντο εις την κλίνη τους ανεμοστρόβιλοι άμμου και σκόνης που υψώνονταν στον αέρα και ξανάπεφταν σε πυκνά σύννεφα. Τα διατάγματα της απελάσεως οδήγησαν το λαό εις την καλιέργεια ινδικής κάναβης εισαγώμενης απο ένα κρατίδιο της παράξενης πόλης ντεσίμα μέσα στον κόλπο του ναγκασάκι που ήτο σαν μια βεντάλια με κομμένη λαβή. Απο τα νησιά της σούνδας στη θάλασσα της κίνας ο αυτοκράτωρ κανγκ-χί της δυναστίας των μίνγκ δέχτηκε τους ιησουίτες με τιμές. Ο αυτοκράτωρ τούτος καλιτέχνης παρά επιστήμων εθαύμαζε μονάχα τον ζωγράφο τζιοβάννι γκιραντίνι απο τη μοδένα που είχε διακοσμήσει την εκκλησία των ιησουιτών στο παρίσι. Τον έβαλε να του κάνει το πορτραίτο του κι έπειτα τοιχογραφίες όπου θα απεικονίζοντο τα αιδοία των γυναικών της επικρατείας του. Εργασία δύσκολη και κοπιαστική για τον γέροντα ζωγράφο και μοναχό. Κοίλα κάτοπτρα μικροσκόπια θερμόμετρα βαρόμετρα τηλεσκόπια εκκρεμή ηλιακά ωρολόγια πυξίδες μετέφεραν οι ιησουίτες με τα πλοία τους στο πεκίνο. Οι μοναχοί εδίδαξαν στους ξωτικούς το θεώρημα του πάπου και του μενελάου διέδωσαν την πορνογραφία και το κλύσμα την πατάτα και το βυζαντινό χριστός ανέστη. Οι τεμπέλες φυλλές υπο την εππήρεια της καλοπέρασης και του αυνανισμού εδώσαν το πνευματικό τους σκάλπ και επήραν το ευαγγέλιο. Αιώνες μετά ο αιδαισιμότατος ντέσμον τούτου προιόν της ιεραποστολικής διακονίας του λουδοβίκου γιότα βε είπε το αμίμητον μάγκες πιάστε τα γιοφύρια μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια. Δια τούτον ο οηέ έχρισε τον αφρικανόν πάστορα τελετάρχη των οργίων εις την καρδιά της μαύρης ηπείρου οπου οι εταιρείες διενεργούσαν πειράματα ανθωπιστικά με εξαιρετική επιτυχία στις εμφύλιες διαμάχες και τους λοιμούς. Η προσφορά της ελληνοτάτης ποιητικής που εψαλίδιζε το πλατωνικό ο αγών μου κάνοντας κολάζ με συνταγές ανθρωποφαγίας ερεθίζοντας το σημείο τζί του προέδρου της δημοκρατίας που ως άλλος καλβινιστής εντυπωσιάζει ακόμα τις μάζες με διαγγέλματα που γράφουν μοδέρνοι συγγραφείς λάτρεις της αγοράς και του ιδρύματος λαμπράκη με μόρφωσην εις κόλεντζ κίνγκ και μετεκπαίδευσην εις παρισίους. Φροντισταί πρώην και νύν και εις τους αιώνες που έχουν αποστηθίσει τη συσάχθεια με όραμα δια την εκπαίδευσην των ελληνοπούλων λάτρεις της κικής διμουλά και του ομπάμα με μαύρη καρδιά και μετοχές σε εταιρίες εμπορίας οργάνων γνώστες της ιστορίας που ξεχνούν τις καπνόριζες που εφύτεψαν εις τα χωρία τους και χύνουν αβέρτα όξος σπέρμα και χολή επάνω στο η πόλις εάλω ή στον στόμα ουκρανής ως πορθητές γαμιάδες οικογενειάρχες. Ο καουμπόυς έλλην ιδιώτης βλαχοαστός ωρομίσθιος λάτρης των αγορών ρέκτης της μαντουβάλας και του λαστέξ της κυρίας γιάννας αγγελοπούλου ιέρειας του ολυμπιακού ιδεώδους και των πετροχημικών που εκπλήρωσε το τάμα της με το βαφτίσι της ψωροκώσταινας και του μεγαλοιδεατισμού. Ο έλλην χαράσει το δέρμα του με γυαλί σχεδιάζει θίνες ζωγραφίζει οάσεις αναζητά δάνεια εις τους βουβώνες ανατολής και δύσης. Αγαπά τους παπάδες του τους πατεράδες των φτωχών όπου επηγαίνουν διακοπές εις τη δυτική ακτή του σαν ντομίνγκο έρημη αλλά πλούσια σε αγριογούρουνα και άγριους τράγους. Γίνονται κυνηγοί και ζούν χωρίς νόμο και αφέντη. Για όπλα έχουν μαχαίρια καθώς και τουφέκια κατασκευασμένα γι’ αυτούς ειδικά απ’ τους οπλοποιούς της διέππης και της νάντης. Οι ιερομένοι γερμανοί παιδεραστές στέλνουν δώρα πασχαλινά στην αρχιεπισκοπή λουκάνικα φρανκφούρτης και σκληρούς δίσκους με σκληρό πορνό της καγκελαρίου πρίν αναλάβει ως άλλος ηνίοχος τα ηνία και τα είδη κιγκαλερίας τα υδραυλικά και τα καλοριφέρ των λαών. Και όπως ήρχισα θα τελέψω ο πολύλαλος αφού θα ενθυμήσω εις σε αναγνώστη πως ούκ ολίγοι ιερωμένοι έχουν εκσπερματώσει επάνω στην καινή διαθήκη διαυτό κολάν οι σελίδες εις το ιερόν αναλόγιον όπου οι ψάλται πηδούν τα τροπάρια με κόλπα και χασμωδίες που εμάθαν στην μπάντα του στρατού που εστεγάζετο εις αποθήκην τσιμεντολίθινη εις γουδή.Βεβαιότατα θα αναφέρω και την κλεοπάτραν που εις τα στήθη της μπαινοβγαίνουν φίδια που δαγκάνουν την καρδίαν μου και την ευαισθησίαν του ποιητού να καταθέσει εις τα συμπόσια των πτολεμαίων το φυλαχτό του. Να ειπώ τον δικόν μου λόγον ζητώ για την ανάσταση να γίνω ο ίδιος ιερέας στις ολονύχτιες αγρύπνιες κορασίδων που παλονται ως μέδουσες στην πατρική τους κλίνην σκεπτόμενες τον αρσιβαρίστα αλβανό πατριώτη που εδώξασε την ελληνικήν σημαίαν και τα μελομακάρονα εις την βάρβαρη αλλοδαπή. Και είναι ανήμερα της αγιαβδομάδας όπου τ’ αρνί βγάζει τη γλώσσα του στη γή με τη αναίδεια του σφαχτού που έκαψε εργατοώρες μασουλώντας χορτάρι περιμένοντας ως βιομηχανικός εργάτης τη σύνταξη να πεθάνει ευτυχής για την πατρίδα και την ανάπτυξη. Θα τελειώσω τη διήγηση αλυχτώντας ως λύκος ακούγοντας κάρλα μπρούνι στο γράμμο εις το μνημείο όπου κατέθεσαν στέφανον οι πατριώτες βαν φλίτ διαβάζοντας το χαίρε μαρία κι ενός λεπτού σιγή εκράτησαν όπως στο ανάκτορο του παλένκε κρατούν οι κατακτηταί με τις φιλαρμονικές τους. Θα τελειώσω κραδαίνωντας ως λάσο τον λώρο μου που επήρα λάφυρο απ’την κλινική όπου εγενήθη. Θα τον παρομοιάσω με φυτίλι που συνέδεε την μήτρα της μητρός μου με το κορμάκι που εντός της εννιά μήνες εκκόλαψη έδρεψε και το μπαρούτι του βίου αποκόμισε για τα στερνά. Αφού στη χώρα μου δε βασιλεύει πια ειρήνη. Οι γυναίκες παραλαμβάνουν τους αιχμαλώτους και τους βασανίζουν. Τους παλουκώνουν και τους ψήνουν σε σιγανή φωτιά κάνοντας τον πρόλογο του ανθρωποφαγικού γεύματος.Οι γυναίκες καπνίζουν στη φωτιά τα χέρια και τα πόδια των αιχμαλώτων αντρών αφού πλένουν τα κορμιά τους μέχρι γδαρσίματος ώσπου να τα κάνουν άσπρα σαν γουρουνόπουλα του γάλακτος έτοιμα να ψυθούν στις πασχαλινές σούβλες χύνοντας και μερικά δάκρυα πενθώντας ως κροκόδειλοι για τα μάτια του σύμπαντος.Οι γυναίκες περιφέρουν τον επιτάφιο φαλλό. Είναι ιέρειες που πενθούν το μεγαλοβδόμαδο αυτό που χάσαν για πάντα απ’ τους χριστιανούς. Κι έτσι καθώς το αιδοίο τους ιδρώνει μέσ’ το καμίνι της νοσταλγίας γεμίζουν τα κλουβιά τους μαιμούδες κόκκινους παπαγάλους κολίβρια με σμαραγδιά φτερά ιπτάμενους βατράχους καθώς και τον απαίσιο βάμπιρο που με τα μαύρα του μάτια μοιάζει ενσάρκωση του σατανά.

Ο βράχος σου ψιθύριζε υγρές αιωνιότητες

ω!
άνθος
που
έσκασες
στου
βράχου
τη
σχισμάδα

αυτή
η
σταχτοπούτα
της
γύμνιας
με
τη
σάρκα
απο
ξεφλουδισμένα
δέντρα
με
τον
ύπνο
και
το
θάνατο
να
μπαινοβγαίνουν
μελίσσια
στα
υγρά
της
ρουθούνια
ανήμερα
του
αντικυκλώνα
με
το
δάχτυλο
στο
μέλι
του
αιδοίου
να
παρασταίνει
το
άπειρο
αρχίζοντας
απ’ το
μηδέν
τη
μέρα
και
τη
νύχτα
ανακατεύοντας
τα
τσόφλια
που
τα
σμίλεψε
ο
δροσερός
αέρας
των
λυγμών
κι
ο αρχιεραίας
οργασμός
όταν
ξεσπούσε
μέσα
της
ο χαλασμός
Κυρίου
όταν
σκιρτούσε
σαύρα
στην
ξερολιθιά
κοχλάζοντας
τα
λάμδα της
της μήτρας
το
αλφάβητο
το
αρχαικό
αγγείο
τη
σάρκα
να
ταίσει
που
τινάζεται
σα
χτυπημένο
ελάφι
να
ξεδιψάσει
του
αγριμνιού
την
ιερή
λαγνεία

Όταν αρχίζουν τα σβησίματα

Όταν αρχίζουν τα σβησίματα
είναι σα να ξακρίζω το συναίσθημα
όπως απ’ το γάλα τον αφρό
αφήνοντας γραφή που δε σκαλώνει
που τραβιέται μονορούφι
και σκέφτομαι καθώς
οι λέξεις κυλάνε
πάνω στις ράγες των στίχων
τους ανθρώπους του μέλλοντος
ν’ αποστηθίζουν
τις καύλες του πεθαμένου.

Η άρχουσα τάξη κάνει τα μνημόσυνα στο μέγαρο μουσικής.

Η άρχουσα τάξη κάνει τα μνημόσυνα στο μέγαρο μουσικής. Τα ορφανά του μεγάλου Ποσάδα δεδηλωμένα και παρακλητικά σιγουρεύουν τους πιστούς. Ξεβγάζουν του πεθαμένου το γερατιό. Χρωστάνε στον τάλκη τα πάθη που τους βύζαξε. Την καύλα, του να επηρεάζεις μονοκοντυλιά τις εξελίξεις. Να κοιτάς μόνο στόχο. Να χτίζεις το ανθεχτικό είδος του σολίστα της εξουσίας. Να πιπιλίζεις τo θηλυκό λοβό του λαού.

Λεμόνια στην ποδιά

πρώτα σου βγαίνει η ψυχή
και μετά το χούι αφού
έχει και τις θαμπάδες του ο βίος
αβίαστα εκτοπίζοντας κτερίσματα
πλάνες και θέματα δακρύβρεχτα
εκεί που γραδώνουν οι καλλιτεχνίες
στις κόχες του αντίπαλου κορμιού
αφού όλα στον ντενεκέ
της μέρας πεταμένα
σ’ εύλεκτα περιβάλλοντα
όπου οι ζειμπέκηδες ρακοσυλέκτες
της νύχτας στερεώνουν
λογοπαίγνια και δροσιές
και λύπες ούζα μεταμεσονύχτια
στο εγγαστρίμυθο σκοτάδι
για να πέρνουν κεφάλι οι γεωγραφίες
κι οι ξεναγοί να ριμάρουν
την εντροπία του ξένου
με την αρχαία σκουριά
και το χνώτο του θανάτου

φιλότεχνοι και γελάδια

Όταν οι χορηγοί παίρνουν σβάρνα τις καλές τέχνες κι ο καλιτέχνης φχαριστιέται να πιπιλίζει τη λίμπιντο του αστού τότες όλες οι θεολογίες επαληθεύονται. Οι εμπειρίες των αγαπητικών γίνονται η επιδερμίδα του καμβά. Το ζουλάπι που’ χει καθήκοντα ποιητή φορτώνει το στίχο με γλειψιές. Ιδιώτες όλο συναίσθημα χαίρονται κεραμίδια και ελληνικότητες, λειτουργιές και χλομάδες. Γελάδια ελευθέρας βοσκής χοντρέμποροι γιαουρτάδες εφοπλιστές αγοράζουν με τις σβουνιές τους αυτό που δεν αγοράζεται.

υμνος δοξαστικος για τις μερες της φρικης

οι απανταχού νίλες που
θα πάθουν τα ταλέντα
απέχοντας απ’ το πιοτό
θα επηρεάσουν τα επίκαιρα
την ποίηση των περιοδικών
και των πασόκων την ντοπιολαλιά
που εψήφισαν Βενιζέλο στο συνέδριο
φράσεις γλυκάδια θα σκιάσουν
την ημέρα ποίησης και κουλτούρας
θα δυσκολέψουν για λίγο
τα θανατικά στο αφγανιστάν
και τη στατιστική
που σαν αναλλοίωτη στάμπα
μαρκάρουν οι ηγέτες
στα καπούλια του λαού

η λέξη

Ψάχνω να βρώ την καταραμένη λέξη. Επιζητώ τρελά την μαγική, την μυθική λέξη. Αυτή που θα γλιστρίσει απ’ τα χείλη μου σαν μελίσσι. Αυτή που θα μου χαρίσει ευφορία. Αυτή που θα γραδώσει στη φράση και θ’ απογειώσει το νόημα. Αυτή που θα ακουστεί ανάλαφρα, τρυφερά, αυτή που θα κατακτήσει μιαν υψηλή βαθμίδα κυριαρχίας. Τη λέξη που δεν περιμένει να εισπράξει απάντηση. Τη λέξη που θα μεταμορφωθεί σε σάτυρο για να ικανοποιήσει τον πόθο μου. Τη λέξη που όταν δει ένα σώμα παραδωμένο στον ύπνο, ένα μισάνοιχτο στόμα, ένα αιδοίο που χάσκει παραδωμένο στη χαύνωση της ονείρωξης, μιαν υγρή σχισμή θα έχει τη δύναμη να χιμήξει.Τη λέξη που είναι φυσική, σωματική. Τη λέξη που θα φτερουγίσει ανοίγοντας τα χείλη διατυμπανίζοντας την ομολογία της ερωτικής κραυγής. Τη λέξη που χαράζει τα όρια του πόθου κι έπειτα τον αφήνει ελεύθερο.

γερατιό

Τέχνη είναι να κρατάς τη γιορτή οχι των αισθήσεων αλλά του νοήματος. Τέχνη είναι μια φευγαλέα επαφή με το σώμα του πλάσματος που ποθούμε. Να ζητάς απ’ το δέρμα να δώσει μιαν απάντηση. Τέχνη είναι το αίτημα της ανταπόκρισης. Η παραδείσια περιοχή των λεπτών και λαθραίων σημείων. Τέχνη είναι τα ασήμαντα θέματα που ξεφτίζουν. Το φυτίλι που καπνίζει τη σπιρτάδα στην ατμόσφαιρα. Τέχνη είναι η ζούρλια ν’ αγαπήσεις τη γριά που θα γίνεις κάποτε. Το ανάερο σφυράκι που θα σου καρφώσει στο γόνατο την εμμονή του θανάτου. Τ’ ακροαστικά, οι γρίπες που θα αθροίσουνε τις δύσκολες εποχές. Τέχνη είναι η ανθρωπίλα που φινίρει τις αντιφάσεις. Οι άνθρωποι που θα περιθάλψεις με τις πιο γενναίες μεταφορές. Τέχνη είναι να στεγάζεις τους απόντες μέσα στη γραφή.

Poetry slam

Έπαψα να ελπίζω στην απαισιοδοξία των λογοτεχνών.Αι, την τάδε Τρίτη μετά απο χρόνια δε θα πονούν και δε θα ξεφουρνίζουν φεγγαράκια φουρνιστά στα ουμανιστικά ακροατήρια. Δε θα κορνιζάρουν βραβεία κρατικά και θα παίρνουν τον υπνάκον τους σε κάποιο κιόσκι στο βιβλιομπαζάρ. Δε θ’αναπνέουν, δε θα μιλούν, δε θα πονούν, δε θα γίνονται βαρετοί κι όση μελάνι χάλασαν κάνωντας τούμπες για να γίνουν πρώτο όνομα θα την καίνε οι εκδότες συγγενείς λαδάκι στο καντήλι τους.

Οι εποχές αλλάζουν και κάποιες όμορφες απαγγέλουν φάλτσους οργασμούς και κάτι μάγκες τα πιάνουν χοντρά κάνοντας το μουνί κουλτούρα. Και μερικές φορές τα ποιητούδια εγκωμιάζουν τον αντίζηλο με το φιλελεύθερο φλέγμα αγγλοσάξωνα δαφνοστεφή.

Με ορισμένα μέρη του σώματος με θεατρινισμούς επιρεπείς σε αιφνίδιες νευρώσεις περιγράφουν τον τάδε κόκκο ομορφιάς, τον τρόπο που ανοίγει τα δάχτυλα καπνίζοντας η καυλιάρα, τις βλεφαρίδες, τα λεπτά χείλη, τα φρύδια, τ’ασπράδι των ματιών, τον πούτσο, τα μουνόχειλα, τις ρίζες των μαλλιών, τις βλεφαρίδες ξανά. Με φωνή εύηχη, αριστερόχειρη, καλοσχηματισμένη, χνουδάτη, κοσμική.

Η αμερικανιά μεταβάλεται σε εργολάβο του ποιητού και το φαντασιακό παίρνει κεφάλι, γόνατο, μυαλά. Διαφημίσεις και διαφημιστές με εχεμύθεια και διαλεχτές προτιμήσεις με δωρεές καταπνίγοντας εξεγέρσεις και ηδονές. Ω! ναί στο γιαπί θα διαβάζω ποιήματα αφού, τη μπουτίκ την έχουν κυρίες του καλού κόσμου αγκαζέ.

Μπάνια

Ανταμώνοντας τον τρελό που τρέχει να μαζέψει λουλούδια το καταχείμωνο δίνοντας αλλιώτικους τόνους στην ποιητική της επικαιρότητας σκέφτομαι πως, σκέτη ποίηση είναι ο γυμνός ρεαλισμός που πετάει σπίθες όπως η ηλεκτροκόληση  στη ραφή της λαμαρίνας. Κι έτσι όπως ο τρελός που θέλει άνοιξη το χειμώνα εγώ θέλω μια γλώσσα τελείως αρχέγονη για να μιλήσω. Παραδείσια Αδαμική απαλλαγμένη απ’ την ψευδαίσθηση του είναι, ξάστερη, αισθησιακή με τη διαλεκτική της ζούρλιας που κουβαλά ο ευσπλαχνικός ηδονισμός του βίου και της βίας. Δηλαδή της ζωής.

η εξουσία θα

Λαέ που αναθάρρησες δοξάζοντας τη σφαγή σου
τον τζέφρυ κάνοντας πρωθυπουργό
που αλλάζει εν κινήσει αλυσίδα
νέες ωδές θα ψάλει ο πρετεντέρης
για τους πασόκους γόηδες
νέους όρκους θ’ ανταλάξουνε στο γήπεδο οι δεξιοί
γλωσσόφιλα θα προβάρουν στο συνέδριο
λαέ, που άκρω δακτύλω φλέγεσαι ρυθμικά
ριγώντας σα στειρωμένη σκύλα
στου ηγέτη την ποδιά
η εξουσία θα
σου πιπιλίζει τα βυζιά
η εξουσία θα
υπόσχεται τα φράγκα που προβλέπει η Διαθήκη
καθώς ο ρόγχος του θεού που ξεψυχά
θ΄ ακούγεται σαν κέρμα στο παγκάρι.

οι λαοί

Οι λαοί όταν βγαίνουν στους δρόμους έχουν λαχτάρα. Οι λαοί είναι φτωχά αρνάκια που χάσαν το δρόμο τους όσο θα αλλάζουν χέρια. Όσο ο βοσκός θα μοσχοπουλά το κοπάδι στους λύκους.Οι λαοί πιάνουν ένα ράνγκα στο στερεοφωνικό τους κι ανοίγουν την τιβί του θανάτου χωρίς τον ήχο της. Οι λαοί κάναν την επανάσταση του ρόκ και τη σεξουαλική επανάσταση. Αφεθήκαν σε μουσικοσυνθέτες στα γήπεδα λιώνοντας το λαρύγγι τους και τη σαγιονάρα στα αρχαία ερείπια. Οι λαοί έχουνε εύκολη πρόσβαση στο σεξ ξεριζωμένοι απο πολέμους εκατοντάδες χιλλιάδες σκόρπιοι άνθρωποι ανεξιχνίαστοι στις εγκυκλοπαίδειες και τα κάμα σούτρα.

Οι λαοί συντονίζονται με τις βουερές ακτές με την καταστροφή του πολιτισμού, τα φυλλάδια των μουσείων. Οι λαοί είναι γυμνές κατεστραμμένες χορωδίες, τα κόμικς του Νέου κόσμου, θάνατοι, γαμήσια, συναλλαγές. Οι λαοί σφαδάζουν στο πυκνό σκοτάδι, στο δυνατό φώς. Οι λαοί κλαίνε, λαχταρούν φαλλούς και αιδοία, λαχταρούν τα χωράφια της σάρκας που χάσαν. Οι λαοί παράγουν ασταμάτητα ραψωδίες. Γίνονται σκίνχεντ, αλκοολικοί, υπάλληλοι, θρησκόληπτοι, σάτυροι, γίνονται χαφιέδες στην πόλη. Οι λαοί εκ γενετής είναι λαοί.