ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Απρίλιος, 2010

Rooms to Let

τώρα που εξακρίβωσαν το χάος και τη σκουριά
και τα σκαρπίνια αποκτήσαν που ποθούσαν
τιμητικά λογάκια θα θυμίσουν στο λαό
θα παίζουν όλη μέρα βιντεοκλίπ γενοκτονίες
κι άλλα πλατωνικά της μονής βατοπεδίου
φλώροι θα ενισχύουν τη γραμμή και στελεχάρες
παχύσαρκοι νυμφομανείς εις άπτεστα βαρβαρικά
με τη νηφάλια υστερία του πασόκου
θυσίες θα ζητούν για την πατρίδα καθώς
τα φάσκελα κι οι φάπες θα πέφτουνε βροχή
και σταυρουδάκια σβάστικες θα καρφιτσώνουνε
στα στήθη του λαού οι ευρωπαίοι νονοί
κι ο έλλην ο περήφανος ρηγάς στα ομηρικά του
rooms to let τιμητικά θα βάζει τους στρος καν
και τους τρυσέ να κοιμηθούν μαζί με τα παιδιά του

Η κατσαρόλα του ποιητή

Θα’ λεγα πως η ποίηση με προφυλάσει απ’ την κοσμικότητα. Κλίκες, φιλοδοξίες, προαγωγές, ραδιουργίες, ρόλοι, συμμαχίες, εξουσίες, παραχωρήσεις. Η ποίηση μ’ έχει μεταβάλει σε κοινωνικό απόβλητο. Επικαλούμε την αλήθεια της ή την αίσθηση της αλήθειας που μου παρέχει. Την ανακαλώ μέσα μου για να συγκρατήσω αυτή την κοσμική φιλαρέσκεια που παραμονεύει. Ο καιρός, η εποχή, το φώς, ο δρόμος, το περπάτημα. Όλα συγκεντρωμένα μέσα σε κάτι που είναι ήδη έτοιμο να αποτελέσει ανάμνηση. Το ιερογλυφικό της ευμένειας και η ευδιαθεσία του πόθου. Η ποίηση που εκφράζει το πάν δηλώνει ταυτόχρονα κι αυτό που λείπει απ’ το πάν. Θέλει να ορίσει αυτό που δεν ορίζεται και στο οποίο αγκιστρώνεται η ύπαρξη. Ένας τόπος απροσδιόριστος που δε θα μάθουμε ποτέ τίποτε γι’ αυτόν. Η γλώσσα προσπαθεί να εκφράσει, ψηλαφεί, τραυλίζει αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να αρθρώσει μια λέξη κενή που περιγράφει το βαθμό μηδέν όλων των τόπων. Αφού η ποίηση δε μπορεί να γίνει ποτέ αυτό που παλεύει να εκφράσει. Ένα δέντρο, η στάχτη που καμπυλώνει μπροστά απ’ την καύτρα, η κοψιά ενός νυχιού, μια τούφα μαλλιά. Ο τρόπος που ανοίγουν τα δάχτυλά της τα χείλη του αιδοίου. Η περιγραφή της γοητείας ή της καταστροφής δεν μπορεί να υπερβεί τη γοητεία ή την καταστροφή. Η ποίηση είναι το ένδοξο τέλος του λογικού διαβήματος. Η αισχρότητα της επιθυμίας. Την επιθυμία που ο Μαρκήσιος την έφτασε στο φόνο και τη σκατοφαγία. Πλάθω νόημα απο το τίποτε. Κι αυτό ακριβώς μου φέρνει ρίγος. Να κατοικώ μέσα στο καμίνι του νοήματος. Να βάζω στην κατσαρόλα μου την πραγματικότητα. Να την μαγειρεύω ανάλογα με τη διάθεση. Να επινοώ καινούργιες συνταγές. Να δοκιμάζω κάθε τόσο με την κουτάλα τις λέξεις που βράζουν. Επαναστάσεις, σεισμοί, καταποντισμοί, γεράματα, νεότητες και γαμήσια κοχλάζουν στην κατσαρόλα μου.

όταν μεγαλώσω θα γίνω διανοούμενος

Ο κόσμος είναι γεμάτος απο αδιάκριτα βλέμματα. Ο κόσμος είναι μια αναγκαστική μοιρασιά. Ο κόσμος είναι ο αντίζηλός μου. Ο κόσμος έχτισε μεθοδικά για ανάχωμα τον κοσμάκη. Στα χαρακώματα ο κοσμάκης φυλλορροεί γκρινιάζοντας. Βρίζει, χειρονομεί ιδιωτικώς μα στο τέλος κάθεται στ’ αυγά του. Ξεχνά εύκολα.

Απ’ τις μεταξοτυπίες του Άντυ Γουόρχολ μυήθηκε στην προσωπολατρία. Τα πολλαπλά πορτρέτα της Μαίρυλιν Μονρό του Μάρλον Μπράντο του Τρόυ Ντονάχιου του Ιόλα και του Μεγαλέξανδρου χαράξαν στον θεολογικό λοβό του κοσμάκη τον καπιταλιστικό ρεαλισμό. Τέχνη και προιόν γίναν ένα.

Μπορείς να αγοράσεις τα πάντα με τα σκατολεφτά της τίμιας δουλειάς σου. Μπορείς και συ να ξεσηκώσεις με πατηκούρα συμπεριφορές και γλυκάδια. Μπορείς να γίνεις αστός με πισίνα ή κομματικό λαμπραντόρ. Μπορείς να γίνεις πρόεδρος του εκεβί αφού προσφέρεις πρώτα τον απαραίτητο κώλο. Η διανόηση θέλει θυσίες.

Χρησιμοποιείστε όλα τα σύγχρονα καταναλωτικά σύμβολα. Όλες τις τοξίνες και τα περιττώματα της νεοαστικής τάξης. Περιτυλίξτε τα σε μια ευτελή ζελατίνα και πετάξτε τα στα μούτρα της. Αυτή θα τα δεχτεί προσποιούμενη την ανίδεη θα τα πληρώσει ακριβά και θα μετατρέψει τον συμπλεγματικό καλιτέχνη σε ασφαλιστή που παρέχει στο σύστημα μια δικλείδα απ’ όπου εξασφαλίζεται η φυγή των πλεοναζόντων αερίων.

Ο διανοούμενος τρέφεται απ’ τον πλακούντα της κυρίαρχης τάξης. Παθητικός , χλωμός σαν το θάνατο φορώντας την μελαγχολία του σαν δεύτερο δέρμα. Ο διανοούμενος καταντά στο τέλος ένα κομμάτι απ’ τις ιδέες που υπηρετεί. Ένα εκπληκτικό μακιγιαρισμένο αξιοθέατο!

ο θάνατος είναι θεϊκός

ο θάνατος είναι θεϊκός

σαν αρκούδα
που γλείφει το μέλι
απ’ το δέντρο της ζωής
ο θάνατος κάνει καλή δουλειά
σ’ άλλους φέρνει χαρά
και σ’ άλλους το μαράζι
ο θάνατος είναι εξπρεσιονιστής
σταματά τη ροή
και τον αδυσώπητο πόνο
ο θάνατος είν’ ο γαμιάς της ζωής
ο άναρχος ευεργέτης
που γρασάρει
τη γλίσχρα φαντασία του μέσου όρου

Κάθομαι σ’ ένα καφενείο πίνοντας ήλιο

Κάθομαι σ’ ένα καφενείο πίνοντας ήλιο

ποτέ ο ήλιος δεν είναι ίδιος
οι θύελλες της αγάπης κρέμονται
σαν ξέφτια απ’ τις αχτίνες του

ο ήλιος πυρώνει
τους ντενεκέδες με τα σκουπίδια

τα σπλάχνα του μυρίζουν γυναικεία περιοδικά
ο ήλιος κουβαλάει
τη χρυσή αγριότητα
της σάρκας

πυρώνει τη σφήκα
που παγίδεψα
στο μπουκάλι της λεμονάδας

ο ήλιος είν’ ο αλήτης
που μου έμαθε την αλητεία
αρχαίος απ’ τα βουνά της Πίνδου
σαν το μάτι του κύκλωπα

ο ήλιος με καυλώνει το καλοκαίρι στην αμουδιά
κι αυτό είναι
που με κάνει να θέλω να γράφω ποίηση
να παίρνω μάτι τις βροχούλες
που σβήνουν τρυφερά κορμάκια
απ’ την κάψα του

το ξέρω πια

το ξέρω πια
πως στη βαθειά απλότητα θα φτάσω
σαν θα με κατεβάζουν
τα σχοινιά του νεκροθάφτη
μέσ’ το λάκκο

το χώμα θα γδάρει
απ’ το πετσί του δασκάλου
το διδακτισμό
και τα σκουλήκια θα ξεσκολίσουν
απο την γκλάβα του ποιητού
την ποιητίλα

καταργήστε τους όλους

καταργήστε τους όλους
και κάτι θα μείνει
έστω κι αν
δεν σας καταλαβαίνει το κοπάδι
να νιώσετε
στην άκρη των χειλιών
τους νόμους της φύσης
να χαρείτε
το σημείο G
τη βροχούλα
και τα σβησύματα

ο σπορεύς

ήτο βακχεύσιμος
ο σπορεύς
της μεγάλης εβδομάδος
μετά δακρύων και υγρών
ήτο μέγας ποετάστρος
αφού απ’ την ψυχή γαντζώθηκε
όσων πιστών προσήλθαν
σε σκληρές συνθήκες αγοράς
ν’ αφήσουν τον οβολόν τους
τη συνδρομή στο κόμμα του θεού
κι έπειτα να πάρουν τον υπνάκο
του φιλόπονου ανθρωπάκου
σκεπτόμενοι
κορμάκια λαμπάδες
που τα σβύνουν με τα δάχτυλα
βάρβαροι νεοκώροι