ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Αύγουστος, 2010

dada

Στο γενικό μπάχαλο που υπέστη το κράτος
βάλε και την ξενόφερτη βασκανία.  Τις στάνες
που ισοπεδώσανε οι μπουλντόζες του εκοφίν.
Τα εκλεγμένα σκουμάδια που συνομιλούν διεθνώς
με τα προφίσιενσι και τις άλλες δεξιότητες
που τους προίκισε η φιλελεύθερη πατρίς.
Τα μαγκωμένα ελληνικά στα τραπεζώματα.
Τη σκοτοδίνη απ’ τα υπερούσια πλακομούνια
τις υποσχέσεις κάτω απ’ τις αγιάτρευτες φεγγαρίλες.
Βάλε την πυρκαγιά της μεσαίας τάξης
ν’ αποσύρει το ζάσταβα και να ταιριάξει
στα φιγουρίνια του αστού κάνοντας λάντζα σπουδάζοντας
παιδιά υπογράφοντας δάνεια ρουφώντας φώσφορο
γραμματοσειρές από αμοντάριστα πλάνα
και βραζιλιάνικες σειρές. Βάλε τη διανόηση
Που κολοτρίβεται με τον πρόεδρο
και την προεδρίνα γράφοντας ολημερίς
μπαταρισμένα αρθράκια κι άλλα
ζυγιασμένα και γλυκάρμυρα για τον έπαινο
των σοφιστών και της ακαδημίας τη λιακάδα.
Βάλε τις μπύρες που στραγγίζουν οι οικοδόμοι
μετά τη δουλειά για να σβήσουν ένα
χιλιοστό ταλαιπωρίας απ’ το σακατεμένο πετσί.
Βάλε την λεπτεπίλεπτη προβατίλα
του φανατικούλη που ελπίζει στο προπό
και τον παράδεισο βάλε το ένα δολάριο
μεροκάματο στις τρίτες χώρες τις γαλαρίες της Χιλής
με τους πλακωμένους δούλους να ρεκάζουν την
εθνική τους χλαπάτσα μισότρελοι και μισοπεθαμένοι.
Βάλε τις ιερές συμμαχίες και τα κουφάρια και
το αλτσχάιμερ που έρχεται με τα χίλια να φαλκιδεύσει
τα αισθήματα και τους απείραχτους λοβούς
που απόμειναν στα φτωχά μας κορμάκια.

Στο ίδιο πλυντήριο

Αν πεθάνεις για μένα
θα πεθάνω για σένα κι εγώ.
Στον ίδιο λάκκο να μας θάψουν.
Για μια αιωνιότητα
να βάζουμε τα ρούχα μας
στο ίδιο πλυντήριο.
Εσύ να βάζεις το σαπούνι
κι εγώ το λευκαντικό.

άφιλτρα

σαλιώνω το ριζόχαρτο του στείρου έρωτος
θα περάσω το χειμώνα καπνιστής αγιάτρευτος
γοερά ανασαίνοντας ρεμβάζοντας τη λιακάδα
και τα βοσκοτόπια της κυράς
ασυνάρτητος αρσενικός
με τη μαγκούφα έμπνευση
να στάζει το φαρμάκι της

Ρόκ

Τόσο ροκ πήγε χαμένο
στα ξεκινήματα. Τόσα
χλιαρά και ούρια
μελλοθάνατα στιχάκια.
Το σκόρδο στη φανέλα
του φανατικού, που σφίγγει
στην αγκαλίτσα του τώρα
τα σίξτις και το Μάη
του εξήντα οχτώ
βουρκώνοντας στο ρελαντί
απαλύνοντας τα ζόρια του βίου
κάνοντας πρόβες νεκρού.

Υγρά

Να δρέψω ηδονούλα
απ’ το πιπίνιο όρυγμα
κι όση σάρκα χαράκωσα
στις αχτές
με την κάψα μισθωτού
που ροκανίζει το επίδομα
χοχλάζοντας δίπλα
σε βυζάκια μπιζού
και σε λιγνά κορμάκια
τουρλωτά και τσέχικα
σαν αρχέτυπα στύσης
με το χνουδάκι
να σκάει μύτη
στις τρομερές κόγχες
χορταράκι
μαλαγμένο απο μελτέμι
σκανάροντας τά
άνδρα μοι έννεπε μούσα
στην πατηκομένη άμμο
Αύγουστο αβασκαμένο
που’ χει στουπώσει γλύκα
στα χαρακώματα
ικέτης καψερός
με το υνί
καρφωμένο στην άμμο
βετεράνος καυλιάρης
τσιτώνοντας
το δερματάκι που θα φάει
ένα χειμώνα στη μάπα.

Εις εαυτόν

Τι στραβώνεσαι ρε μαλάκα φανατικιέ
με τις θανατίλες και τα μανιφέστα!
Πιπεριά κόκκινη τρίψε στη σαλάτα
να γειώσεις τη γλώσσα με το χωματάκι
εν μέσω καύσωνα
και ντομάτα απ΄τα εθνοτόπια χαράκωσε
να στάξουν στο λαδάκι τα σπόρια
φέρνοντας στο νου μυθιστορίες του καλοφαγά
αναμνήσεις δόλιες απο ακτές
περασμένα μεγαλεία πειραγμένα
για τις ανάγκες του γραπτού
τόσο που να τα θαυμάζουν παρέες μελλοντικές
στις ανασκαφές σκαλίζοντας το παρελθόν του κουρέλα
που εδιδάχθη τη φτωχή ετούτη τέχνη της ποιήσεως
αναστηλώνοντας έρωτες
καταστέλλοντας τρομάρες και θανατικά.

Oδός Σταδίου

Φυσά αεράκι αρπαχτικό
που ζαβλακώνει.
Ανάμιχτο με καυσαέριο
ντόπιο μυρωδάτο
ζητιάνους μακιγιάροντας
με το επιτύμβιο χαρτόνι
κρεμασμένο στο λαιμό
θυμίζοντας στους
ελεήμονες αστούς
πως τόσες βαρβαρότητες
δεν άνθησαν ματαίως.