ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Σεπτεμβρίου, 2010

Το Mέγα Πανελλήνιον.

Εφόρεσεν το σαρίκι και
εδιάβηκε ως μυθολογικό τέρας
το μέγαρο μουσικής Αθηνών
προκαλώντας λυρικές στύσεις.
Μουντρούχος αλλά με αίσθημα.
Και δώστου στα ζόρια να
χαϊδεύει τη γηραλέα χαίτη
τα καρύδια του νηπίου
με τους χυμούς της νεότητος
που μέσα στα κόμικς των έιτις
στα λούσα και τις πιστωτικές
καλουπώθηκαν εξ άπαντος
όπως βυζάκια στην άμμο
που κάλπασαν κάποτε
με την κοφτερή τους ομορφιά
για κάποιο ουράνιο σέξ.
Για μιαν υπεροψίαν και μέθη.
Υπό το βλέμμα ποιητού φέρων
μύστακα και βλέμμα πυρετικό
που χρημάτισε κάποτες
παπαδάκι του Αντρέα και
διάβαζε γλωσσοκεντρικά
ποιήματα στη Μιμή δίπλα
σε ξεραμένους ντελβέδες
και σε κουπόνια της πασπ
χτίζοντας πολιτισμό και ήθη
χνωτίζοντας με υγρά λατινικά
της πρώτης κυρίας τα στήθη
που επήγαν βορά
στο Mέγα Πανελλήνιον.

Μια μουνάρα χίλιες λέξεις

Μια μουνάρα χίλιες λέξεις
και το απογείωσες το γραπτό
με την προσήλωση νηπίου
στο μαμίσιο βυζί. Αχ
αρμύρα μου βγαλες για λίγο
απ’ τις κόγχες
και μου θόλωσες κι άλλο
τον αμβλύωπα ποιητάκο
που μαθαίνει τις τεχνικές
τα κατευώδια για τις αβύσσους
και τα πονάκια της γένας
παίζοντας τυφλόμυγα με τις καύλες.

σπαρταριστές ομελέτες

όταν ξαπλώνεις ανάσκελα στο κρεβάτι
τα βυζιά σου υπονοούν σπαρταριστές ομελέτες
που περιμένουν ανάμεσά τους ένα ψητό λουκάνικο
για να μοιάζουν με παιδική ζωγραφιά
μ’ έναν φανταστικό σούπερ κλόουν
που κοιτάζεται στον καθρέφτη της αγαπημένης του

το νόμισμα

το νόμισμα που κύλησε στον υπόνομο
θα φτάσει κάποτε στη θάλασσα
κάνοντας μια φανταστική κούρσα

θα ταράξει τον ύπνο των ψαριών
κι ένας ιππόκαμπος θ’ ανάψει τη λάμπα του βυθού
για να δεί καθαρά τον τροχό που
κινεί τον πάνω κόσμο

Το ναύλο για τον άλλο κόσμο

Τώρα που ισοφαρίσαμε τους οργασμούς
με την αποσταγμένη ουσία του πάθους
και γίναμε οι φλεγόμενες σάρκες που πιάστηκαν
στο δόκανο του κρεβατιού
τώρα, που η αλλοδαπή σου μήτρα
ρόδισε σαν την αυγούλα σπαρταρώντας
κι αναθάρρησαν τα ζουλάπια
σκέφτομαι  πόσες ξεφτίλες μάχες έδωσα
για να μείνω ζωντανός απαγγέλλοντας
παλαιά χάδια στις καινούργιες αγάπες
πόσα λογάκια δανεικά για να βρω
να ξοφλήσω το ναύλο για τον άλλο κόσμο.

‘Oπως το πετυχαίνει η ποίηση

Τις αλήθειες τις παραμιλάς στον ύπνο
και τις ξεχώνεις όπως η δυνατή βροχή
τις αδύναμες ρίζες.
Βλέπω σανίδες πεταμένες στο χώμα.
Αποκάτω υγρασία λάσπη και σκουλήκια.
Χνάρια απ’ τις κότες
και τον πετεινό να φεύγει πηδηχτά πάνω στο μουσκεμένο σανό
όπως το πετυχαίνει η ποίηση.

Γράμμα σε νέο καπνιστή

Λένε οι σοφοί
πως για να γίνεις σοφός πρέπει
να εγκαταλείψεις κάθε φιλοδοξία.
Ακόμη και τη φιλοδοξία του να θέλεις να γίνεις σοφός.
Γίνε λοιπόν ένας περίτεχνος πρωτόγονος.
Κατασκεύασε κάθε ποίημα όπως έρχεται
βάζοντας τα πράγματα εκεί
που πηγαίνουν από μόνα τους.
Οι επιδράσεις σου να είναι φανερές
να τις βάζεις κι αυτές μέσ’ το ποίημα
όπως ακριβώς βάζεις τη γλώσσα σου
στο στόμα της κυράς που αγαπάς.

Όπως πάντα

Οι άνθρωποι πιστεύουνε σε ανώτερες δυνάμεις
κι έχουν τεράστια τηλεσκόπια που σημαδεύουν τον Άρη
μπας και πετύχουν κανα λιοντάρι να σκάβει
την κόκκινη άμμο. Οι άνθρωποι μεγαλουργούν
και σου ζαλίζουν τ΄αρχίδια με τις μεγαλουργίες τους.
Όπως πάντα.

Ρεματιές

χόρτασαν μαύρα σκοτάδια οι ρεματιές
απ’ αυτά που ομορφαίνουν στα γεμάτα φεγγάρια
κι εξανεμίζονται μέσα σ’ αραιή ομίχλη
σαν βουρκωματάκι της φύσης
που νοσταλγεί αεράκι στα περάσματα
κι αλμύρα από βαθύ ωκεανό
να ξακρίσει την καμπίσια σκόνη
τις τρυφερές διχάλες να υγράνει
των γκρεμών

Ανάμνησις ορέων

Τα ωραία στριφτά τα σκάσαμε
στον αυχένα για Καταβόθρα
αντίδοτα συμβατά με
φθινοπωριάτικο πόντς
σαλιωμένα ηδυπαθώς
φασκιώνοντας
τσιμπέλι ξηρομερίτικο
με την αφή μονάχα και το προαίσθημα
περιμένοντας τη ζόρικη σπιρτάδα
να κάψει το χαρτάκι
σμιλεύοντας
τη φρέσκια καύτρα η πρώτη ρουφιξιά
σαν το πρώτο φιλάκι στη βασική αγαπημένη

Ποιητική

Όσα χτένια και να περάσεις στο ποίημα
θα σου ξεφύγει η ψειρούλα κι η κακοτοπιά
θα ξεχαστείς στην αχρεία αίσθηση της στιγμής
θα σου ρίξουνε φταίξιμο αδίστακτοι ανθολόγοι
θα σε ξεχορταριάσουν βίαια οι επίγονοι
με το μυστρί θα πατικώσουν τους χυμούς
του ονειροπόλου, με συλλαβές  σταράτες
μετρημένες, έτοιμες για τ’ αναγνωστικά
και τις ακαδημίες. Για να εκτιμηθείς βαθειά
όπως σου πρέπει. Χωρίς εκείνο
το απερίσκεπτο αεράκι της νεότητας.  

Εκφυλισμός της ώχρας κηλίδας

Μπορώ να γουστάρω πεθαμένες γενιές. Περασμένα μεγαλεία που πήγαν άκλαφτα. Λούλες και Λίτσες και Σούλες που φτάσανε το κιτς στα άκρα. Δόλιες αλλά καινοτόμες με βαρβάτα γούστα τότε που άνθιζε η κλάψα του ποιητού δίπλα στο ντενεκέ της Βασίλως. Τότες που δεν ξέρανε ότι θα γίνουν όλα κάποτε νοσταλγίες κι ο ορθολογισμός το υπόθετο της ταξικής πάλης. Τα παιδάκια τα βιτσίζει ακόμη ο πάτερ με το βασιλικούλι. Το ανθρώπινο κοπάδι πετάει μπόι απ’ τα λίγα εκατοστά κολακείας. Πείνες, δυστυχίες, καταστροφές δουλεμένες στο φωτοσόπ μπουκώνουν τη συλλογική λαγνεία. Κυνισμός και νεορομαντική αισθηματολογία. Τα τέκνα του μεσαίου χώρου σκαλωμένα στη συλλογική κόπωση μαρκαλεμένα απ’ τον εκθεσά της γειτονιάς που σκοράρει επιτυχίες και φράγκα. Τα τέκνα που θα γίνουνε τεκνά στριμώχνοντας μερικά γραμμάρια οργασμού στην πλήξη της κινητής τηλεφωνίας. Τα τέκνα που θα χαϊδευτούν άτσαλα από διαφημιστές καθηλωμένους σε κείνη την κωμική λατρεία του «νέου» και τον κομφορμισμό των τρέντι οδηγών φτηνής καλοπέρασης. Τα τεκνάκια που ξακρίζουν το δακρυάκι τους  στα βιντεάκια χύνοντας σπέρμα στο γριβάδι του ματάκια.

Φεγγαράκι

Ας όψεται το φεγγαράκι που’ ναι στα γεμίσματα
όλο καμπύλες φευγάτες
για τους λιγούρηδες της ρομάντζας
και τους τσίγκους στις στάνες
που παίρνουν να ροδίζουν
πυρώνοντας
τα ξέφωτα μιανής

Λόγος απ’ την αντίπερα όχθη

Αν πάρεις το θέμα στα ζεστά και
διεκδικήσεις  την εξουσία που σου κλέψανε
ξεγελώντας τα κομάντος
που σε πατίκωσαν στη μισθωτή σκλαβιά
θα σε βρει το φθινόπωρο καθαρίζοντας αχλαδάκι
κι όχι αχαλίνωτα γέρο
κρατημένο απ’ τις παρέες και
τα διερχόμενα πίπινα που τα καμαρώνεις
στον ύπνο γυμνούλια
σκαρτεύοντας το βίο
με την ηδονούλα της ονείρωξης.

Τα νέα της ημέρας

Θα σε πετύχει η ποίηση στο φτερό
με όλη τη νικοτίνη που ξόδεψες αράδα
και τα συκωτάκια που καλλιέργησες με το τσίπουρο
για να ταιριάξεις αλφαδιά τη νυχτόβια λίμπιντο
με το σεληνόφως. Να σε καταλαβαίνουνε
οι μισθωτοί που αγοράζουν αβέρτα εφημερίδα
για να στεγνώσουν δίπλα στην έμμηνη ρύση της κυράς
τα νέα της ημέρας. Να στάξουν στον υπνάκο που έρχεται
σκοτωμούς απάλιωτους κι εξάψεις
αρθράκια παθιάρικα για τις εξελίξεις
σαν φίμωτρα συζυγικά.

Κορίτσι στο παράθυρο

Διαβάζει για τη λάβα της Πομπηίας.
Τα βυζάκια της ηφαίστεια
έτοιμα να ζεματίσουν σπαρτά.
Με το μολύβι τρίβει τις θηλές.
Ξύνει τις ρόγες
σα να ξύνει τις πληγές.