Βιογραφία του φλούφλη

Φοράει τη γνωστή φαλάκρα τοκογλύφου.
Eρπετό εκλεγμένο έτοιμο να βουρκώσει
που του αρέσει ο διάλογος και το κασέρι
μετά το καγιάκ. Κιμπάρης όταν τραβάει
απλωτές στο Θερμαϊκό. Eκλεγμένος απ’ τα
χνώτα πωρωμένου πασοκτζή που τον πήρε
το ρέμα κι έγινε πολτός στα κανάλια
υπερασπίζοντας το ρόλο κομπάρσου
από βρέφος. Mε την κουλτούρα της ένωσης
κέντρου και της αριστερής σκαλωμαρίας.
Παρλαπίπας χωρίς βλέμμα καύλας η ντροπής
επίκαιρα φλούφλης που δεν παρέλαβε ποτέ
δέμα απ’ τα κτελ Κηφισού με καλούδια
αρτύσιμα απ’ τη μαμά μαργαρίτα  και
χαρτζιλίκι έπαινο του σοφιστή παππούκα
αλλά εξαργύρωνε της παν αμέρικα και
της γκόλντμαν σάξ επιταγές για το κολέγιο
και τις σπουδές αντιγράφοντας το νέο
υφάκι της πιάτσας που σε θέλει στην τρίχα
κοινωνιστή με όνειρα για παρκόμετρα
και δανεικά έχοντας τα ποιητικά κοκοράκια
του μπαμπά υφυπουργούς στα άχαρα πόστα
και τους χοντρούς τους κώλους σφηνωμένους
στις υπουργικές τους χέστρες να βαστάνε
τα γκέμια

Η καψούρα του θαμώνα καπνιστή

αυτά τα φρόκαλα που φρικάρουν
με τα οιδιπόδεια κι έχουν γνώμη
για το σκέτο σεξ με την τραγίλα
της φωνούλας που’ χει δουλευτεί
σε απαγγελίες χνωτίζοντας
την κλιμάκωση αισθημάτων και
το χαβά ζευγαρωμένου πασοκτζή
που με θλίψη ελαφριά κατεβάζει
το νάιλον παραβάν για να κόβει
ο αέρας κι η καψούρα του θαμώνα
καπνιστή να βρει το δρόμο της

το κόμμα

Ας είν’ ελαφρύ το κόμμα που σε σκεπάζει
τα σούσι και τα κομφετί που διαφημίζει
η φωνή της αμερικής και το δολάριο που
κολάει σαν έμπλαστρο σε βαλκανικό γοφό.
Κοιτώ τα σημάδια τρώγοντας γιαουρτλί-ταβά
παίρνοντας μάτι τις εισηγμένες που
μεγαλούργησαν τα μελανούρια του βορρά
που περπάτησαν στο φεγγάρι βγάζοντας
αναμνηστικές με φλογερούς παγουράδες
περήφανους για τον πρόεδρο και τη μονή Βελλά.

το ειδεχθές

Πολλές φορές μένω χωρίς επιχειρήματα
σαν τους μαχητές της αλ κάιντα ή σαν
θεούσα μπροστά σε φαλλό υπονοώντας
το ειδεχθές της βασανιάρικης τέχνης
του ν’ αντιγράφεις κουβέντες που ψέλλισαν
σπαρταριστά χειλάκια πιπιλίζοντας
το μαλλί της γριάς.

Ο πρώτος ήλιος

Τόση καύλα έχω που σε γαμώ με τα μάτια
κι αυτοί που έχουν συναισθήματα
ας τα κάνουν γαργάρα κι όπως το ζήτησε
ο Γκαίτε να πλαγιάζουν την ώρα που βγαίνει
το φως και τα πρώτα καρβέλια. Ο πρώτος
ήλιος απ’ τα έγκατα που αναλιγώνει τους
ξεραμένους ντελβέδες αβγατίζοντας
ιδρώτες και ανίατες στύσεις πασπαλίζοντας
σουλφαμίδα το γονατάκι του ποιητή
που θέλει τα παιδικά του τραύματα
να μοιραστεί με τις μούσες τραυλίζοντας
λέξεις λειψές κι ασυνάρτητες σαν αυτό
το βολικό ρεζιλίκι που παθαίνουν οι πότες.