ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Οκτώβριος, 2010

Βιογραφία του φλούφλη

Φοράει τη γνωστή φαλάκρα τοκογλύφου.
Eρπετό εκλεγμένο έτοιμο να βουρκώσει
που του αρέσει ο διάλογος και το κασέρι
μετά το καγιάκ. Κιμπάρης όταν τραβάει
απλωτές στο Θερμαϊκό. Eκλεγμένος απ’ τα
χνώτα πωρωμένου πασοκτζή που τον πήρε
το ρέμα κι έγινε πολτός στα κανάλια
υπερασπίζοντας το ρόλο κομπάρσου
από βρέφος. Mε την κουλτούρα της ένωσης
κέντρου και της αριστερής σκαλωμαρίας.
Παρλαπίπας χωρίς βλέμμα καύλας η ντροπής
επίκαιρα φλούφλης που δεν παρέλαβε ποτέ
δέμα απ’ τα κτελ Κηφισού με καλούδια
αρτύσιμα απ’ τη μαμά μαργαρίτα  και
χαρτζιλίκι έπαινο του σοφιστή παππούκα
αλλά εξαργύρωνε της παν αμέρικα και
της γκόλντμαν σάξ επιταγές για το κολέγιο
και τις σπουδές αντιγράφοντας το νέο
υφάκι της πιάτσας που σε θέλει στην τρίχα
κοινωνιστή με όνειρα για παρκόμετρα
και δανεικά έχοντας τα ποιητικά κοκοράκια
του μπαμπά υφυπουργούς στα άχαρα πόστα
και τους χοντρούς τους κώλους σφηνωμένους
στις υπουργικές τους χέστρες να βαστάνε
τα γκέμια

Η καψούρα του θαμώνα καπνιστή

αυτά τα φρόκαλα που φρικάρουν
με τα οιδιπόδεια κι έχουν γνώμη
για το σκέτο σεξ με την τραγίλα
της φωνούλας που’ χει δουλευτεί
σε απαγγελίες χνωτίζοντας
την κλιμάκωση αισθημάτων και
το χαβά ζευγαρωμένου πασοκτζή
που με θλίψη ελαφριά κατεβάζει
το νάιλον παραβάν για να κόβει
ο αέρας κι η καψούρα του θαμώνα
καπνιστή να βρει το δρόμο της

το κόμμα

Ας είν’ ελαφρύ το κόμμα που σε σκεπάζει
τα σούσι και τα κομφετί που διαφημίζει
η φωνή της αμερικής και το δολάριο που
κολάει σαν έμπλαστρο σε βαλκανικό γοφό.
Κοιτώ τα σημάδια τρώγοντας γιαουρτλί-ταβά
παίρνοντας μάτι τις εισηγμένες που
μεγαλούργησαν τα μελανούρια του βορρά
που περπάτησαν στο φεγγάρι βγάζοντας
αναμνηστικές με φλογερούς παγουράδες
περήφανους για τον πρόεδρο και τη μονή Βελλά.

οι άνθρωποι στις πόλεις

οι άνθρωποι στις πόλεις
γαμιούνται χαμηλόφωνα
γιατί κι οι τοίχοι έχουν αυτιά
και τα αυτιά έχουν τοίχους
και πάει λέγοντας η ζωή
των ανθρώπων στις πόλεις

Σκόρπια ελληνικά

Σε κρατάει το σεντονάκι ζεστή
όταν πέφτει ψυχρούλα στις τέσσερις
και παραμιλάς σκόρπια ελληνικά
φουλάροντας το σκοτάδι σκέψεις
βαθιές τσιτώνοντας τις ρόγες
σε απόσταση αναπνοής απ’ το σύμπαν.

το ειδεχθές

Πολλές φορές μένω χωρίς επιχειρήματα
σαν τους μαχητές της αλ κάιντα ή σαν
θεούσα μπροστά σε φαλλό υπονοώντας
το ειδεχθές της βασανιάρικης τέχνης
του ν’ αντιγράφεις κουβέντες που ψέλλισαν
σπαρταριστά χειλάκια πιπιλίζοντας
το μαλλί της γριάς.

Ο πρώτος ήλιος

Τόση καύλα έχω που σε γαμώ με τα μάτια
κι αυτοί που έχουν συναισθήματα
ας τα κάνουν γαργάρα κι όπως το ζήτησε
ο Γκαίτε να πλαγιάζουν την ώρα που βγαίνει
το φως και τα πρώτα καρβέλια. Ο πρώτος
ήλιος απ’ τα έγκατα που αναλιγώνει τους
ξεραμένους ντελβέδες αβγατίζοντας
ιδρώτες και ανίατες στύσεις πασπαλίζοντας
σουλφαμίδα το γονατάκι του ποιητή
που θέλει τα παιδικά του τραύματα
να μοιραστεί με τις μούσες τραυλίζοντας
λέξεις λειψές κι ασυνάρτητες σαν αυτό
το βολικό ρεζιλίκι που παθαίνουν οι πότες.

θα μιλήσουν οι πέτρες

Ένα σωρό οικολόγοι ματώνουν
γράφοντας αρθράκια στη Σόλωνος
δίπλα σε κλιματιστικά και μπονζάι
βεβαιώνοντας τους κιμπάρηδες
φυσιολάτρες πως πιάνει τόπο η συνδρομή
κι η πέτρα στο καζανάκι αφού
είπεν ο Κύριος πως αν σωπάσω εγώ
θα μιλήσουν οι πέτρες.

Περί ιδιαιτέρων μαθημάτων

με τη θανατοφοβία του
σαν αμμοβολή στα σπλάχνα
από καυτερή πιπεριά
ακόμα κι ο Διογένης
το τεμπελόσκυλο
παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα
στους γιούς του Ξενιάδη
για να βγάλει το φαί
και το μπουρδέλο του

Εικασία

Πώς να εξηγήσεις στο λαό τα επιφαινόμενα
και του Μανολάκη Καντ την εικασία, πως
Θα μπορούσαν ως και οι μπαμπουίνοι
να ομιλήσουν μα, δεν το κάναν διότι
φοβηθήκαν  πως με το ζόρι
Θα τους βάζαν για δουλειά
της ανάπτυξης τα πράσινα φρικιά
που συγγράφουν τώρα μανιφέστα
κατά της εργασίας και υπέρ της απασχόλησης
με πρόλογο Σημίτη που δεν υπήρξε καπνιστής
να νιώσει τσιγαρόβηχα οικοδόμου
που πίνει νεράκι απ’ το μαστραπά
κάνοντας σκέψεις φευγάτες
με τσίπουρα καταστέλλοντας
την πάλη των τάξεων γουστάροντας
ν’ αγγιχτούν τα βλέμματά του
με τις όμορφες που τρυγούν
τους αμπελώνες της κουέκα.

Όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή

Όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή
ένα βούλιαγμα στο χωματάκι.
Χωρίς επαγωγικούς συλλογισμούς
για το χνώτο της γης και τις ανάγκες
της στιχουργίας. Για να επουλώσει
ο ιδαλγός εραστής αποκυήματα
της ψεσινής βροχούλας
που τη ρούφηξαν τα έγκατα
στίλβοντας τις θαμπάδες της γύμνιας
όπως λιμπίζονται οι λιακάδες τις υγρασίες
και τα κορμάκια τη σκοτοδίνη της ηδονής.

Μυστικό

Το μυστικό είναι ν’ αντέχεις τα βάσανα
ξεχαρβαλώνοντας τις δομές του καρντάση
που σε θέλει πάρτ-τάιμ γραφιά.
Ν’ ασκείς δια βίου τη ριμάδα ποίηση
έχοντας έτοιμο το κουστουμάκι του πεθαμένου
αβγατίζοντας το προαίσθημα του αναγνώστη
για το μοιραίο.

Ως λάφυρο νεότοκο

Το βραδάκι γράφω συνήθως μονοκοπανιά
μετά την ημερήσια εκκόλαψη
θαυμάζω το αιμάσων ποιηματάκι
που ξεπετιέται με το λώρο του περιφλεγή
ως λάφυρο νεότοκο, τόσων στιγμών
που ενώθηκαν για να το ξεγεννήσουν.

Δημόσια και ιδιωτικά

Δεν είναι λίγο, να σε συγκινούν τα ξέκωλα
με το κρυμμένο δακρυάκι στο πίσω μέρος του ματιού
αφού, τα πάντα γίνονται ποίηση από μας
τους κατά φαντασίαν υγιείς
γεμίζοντας το χρόνο με αβάσταχτη αναμονή
αντέχοντας όλα τα βάσανα των άλλων
και τα μπανάλ συναισθήματα
ξεφτιλίζοντας γούστα ιδιωτικά και δημόσια
με την ειρωνεία του φευγάτου
που συντηρεί ήθη χαλαρά και μοιχείες
για να’ χουν τα τσογλάνια λεπτεπίλεπτες φλυαρίες
να στουπώσουν μελλοντικά διδακτορικά
μονογραφίες και σιαγμένες απόψεις
για τα πάθη του νεκρού.