ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Νοέμβριος, 2010

αποκυήματα του χάους

Ο ποιητής είναι ο αρχιτέκτονας των συγκρούσεων. Οι σχέσεις για να γίνουν παραγωγικές πρέπει να είναι συγκρουσιακές.

Η διαλεκτική στέρησης και επιθυμίας παράγει φαντασιακή ύλη εις το διηνεκές.

Μέσα στο χάος των φωνημάτων ο άνθρωπος αγωνία να μορφοποιήσει σε λόγο τη φαντασιακή ύλη. Αφού ο λόγος αποτελεί τοπολογικό φαινόμενο δίνοντας υπόσταση στην επιθυμία για δομή.

Έχοντας κατά νου ότι η τάξη είναι η απελπισία του χάους ταξινομούμε την τυχαιότητα φτιάχνοντας πλάνα που περιγράφουν το μέγεθος Άνθρωπος.

Η ποίηση δημιουργεί μύθους και ψευδαισθήσεις όπως τα μαθηματικά. Η λέξη καλείται να περιγράψει μιαν αντικειμενική μονάδα. Ένα σύνολο λέξεων καλείται να περιγράψει το κατακερματισμένο όλον. Οι λέξεις και οι αριθμοί είναι οι υπέρτατοι μύθοι. Μ’ αυτούς τους μύθους επιχειρείται η οριοθέτηση του όλου.

Διακινούμε σημασίες γράφοντας.

Αν η ποίηση μείνει προσκολλημένη στις αγκυλώσεις του ακαδημαϊσμού καταργεί την οντολογική ουτοπία της έμπνευσης και ξεπέφτει στη συντήρηση του συνειδησιακού μας συστήματος.

Η γραφή οφείλει να είναι στρατευμένη αφού προετοιμάζει τον άνθρωπο για το μοιραίο.

Η βάση της ανθρώπινης δημιουργίας είναι η ματαιοδοξία αφού η ακατάληπτη μανία του ανθρώπου να μετασχηματίζει τα υλικά και να δημιουργεί αξίες χρήσης κατά βάθος είναι οι διάττοντες σπασμοί που ψελλίζει μπρος στα σαγόνια του θανάτου.

Η ποίηση υπονομεύει το αδύνατο στοιχειώνοντας την κοσμοαντίληψη που διαχέουν οι θρησκείες για την ανάγκη δήθεν του ανθρώπου να πιστεύει στο θεό. Μια ψευδοανάγκη που δημιουργείται από ένα ψευδοπρόβλημα. Ο άνθρωπος αγρίμι δε χρειάζεται τον θεό, ο άνθρωπος αγέλη τον έχει ανάγκη. Κι αυτό διότι οι κοινωνίες έχουν δομηθεί στον υποκειμενισμό της αυθεντίας και της παντοδυναμίας του κεφαλαίου.

Περί έλξης και βαρύτητας

Τόση πανσέληνος βορά σε ξένα βλέμματα
φύση που καλπάζει υπερήφανα στα σκοτάδια
παράγοντας ρομαντισμούς και τρεχάλες.
Συνοδεύοντας την πυρωμένη γη στην τροχιά της
αναθυμιάζοντας κάθε τόσο ποιητικές μεταφορές
κάνοντας ζευγάρια που ενώθηκαν να βουρκώσουν
κι όσα ελέχθησαν περί έλξης και βαρύτητας
να βγουν αληθινά.

Μεταφυσική μίρλα

Τόση μεταφυσική μίρλα δεν ξανάδα
αρματωσιές απ’ την κορφή ως τα νύχια
σπερματοφόρους Τζέγκινς χάν κάτι
γλωσσάρες παπαδοσοσιαλίστ
εμπιστεύσου την εκκλησία
το κόμμα την αστυνομία το στρατό
το βοδινό κρέας λαέ εσύ που
ταΐστηκες προσευχές και μπαλκονάτες
ομιλίες οι καλοί αέρηδες θα σε
πάνε κάτω στο γιαλό κάτω στο
περιγιάλι θα μαυρίσουν προκυμαίες
απ’ την προσφυγιά σου στη μεγάλη
μήτρα της γης και στους μεγάλους
λιμούς της πατάτας θα σε γράψει
η ιστορία στα ψιλά θα σε κάνει ταινία
το Χόλυγουντ κι ο Τίτος Πατρίκιος
του μέλλοντος θα σε βάλει στο ποίημα του
σαρώνοντας βραβεία κρατικά
και χορηγούς της Κουερναβάκα.

Λιτανείες

Μάγκωσα στις μεγάλες σιωπές και
δε μπορώ να ξεστομίσω ούτε εκείνο
το εφηβικό πρωτόλειο, στολίσου
λαθροστύση μου στολίσου! Να μπεις
θελκτική εσύ στις λιτανείες, να
καταλύσεις αυγές, να ψάλεις μιαν
μπελάντα. Να βγάλεις τον δόλιο
ποιητή που σε ταΐζει απ’ την ταπείνωση.
Τα λίγα δεν είναι για τους πολλούς
γλυκιά μου που φαλλοκοιμήθηκες.
Με τις καύλες σου να σαλιαρίζουν
δασιά αγαπημένη σιωπή και μείς
οι Ροβυνσώνες σου κουρνιασμένοι στις
φτέρες να παίρνουμε μάτι τα σώσον ημάς
τα ρίγη σου, τα δωδεκάθεα χείλη
ταμπουρωμένα στις συμπληγάδες.

Λόγος ανηγεμονικός

Κι αν σε πείραξαν τα λαδερά
και σε ξεζούμισαν οι βοιδάγγελοι
οι γολγοθάδες σε περιμένουν, λαζέ
ντερβίση που σκόραρες πρασινίζοντας
το χάρτη και το βρεγμένο σου
καβάλο. Που ξέσχισες βολβούς
και καρότα κομμάτιασες με το
μαχαιράκι ξεφλουδίζοντας πατάτες
κρεμμυδάκια και κλάψες. Που έσφαξες
το βοδινό και πελέκησες παιδάκια
αρνίσια και τα ραδίκια κοπάνησες
παίρνοντας το μάθημα αβλεπί, πως
όσο σφοδρότερη η φωτιά κι όσο
σκληρότερα φτυαρίσεις με το λίπος
το σφαχτό τόσο πιο εύθυμα καπνίζει
το τσουκάλι. Ανάρχα από κούνια
ταϊσμένε με αθερίνα και βιντεογκέιμ
να μου είσαι πάντα μάγιστρος και
ποετάστρος και να ψηφίζεις κεντροδεξιά.
Γαμπρούς και κόρες αρματώσου, βορά
άπαντες εις τας αβύσσους.

Με τα δάχτυλα

Τώρα που μπαίνει στη φάση του χειμώνα
το κορμάκι σου
και ξανοίγεται σε υπονοούμενα
αχνίζοντας ζεστούλα απ’ τα σκεπάσματα
με τα δάχτυλα να πιλαλούν
να προλάβουν το ανεμοσούρι των σπλάχνων
μαδώντας τη μαργαρίτα
υγραίνοντας το μάτι
του Πολύφημου κορμιού.

Μήτρες ταχύτητος

Οι γυναίκες που τις λένε του λαού
δεν γράφουνε ποιήματα, δεν
τα βάζουν με τις σκόνες. Βγάζουν
την αγάπη τους στο μουσακά
και τα ζεστά γαμήσια. Οι γυναίκες
που τις λένε του λαού έχουν
υπέροχες μήτρες ταχύτητος
και ξέρουνε φαρσί τον οργασμό.
Χωρίς σπουδές δημιουργικής γραφής
βραβεία, αφιερώματα
κι αρθράκια της Αυγής.

Δώσε λίγο θάρρος

Δώσε λίγο θάρρος στο τέκνο σου, λογοκριτή
που δεν έχει χρόνο να στήσει χαρακτήρες
και ειδύλλια. Αγαμησιές που το ρίξαν στα θεία
σήριαλ θυμωμένα με κάτι όμορφες
που απαγγέλουν οργασμούς από στήθους
κι έχουν στις άκριες των χειλιών οι ανάφτρες
λογοδιάρροια ασφαλιστή
που λέει το ποιηματάκι στίχο στίχο.

Δώσε μου λίγο θάρρος σοφέ λογοκριτή
σβήσε μου τις περιττές αράδες
για να με πάρει η κυρά στα σοβαρά
να νιώσει λίγο τα ντουβάρια μου
να πιάσουν τόπο τα βρομόλογα
κι οι γκρίνιες.

Αναμνήσεις και ζόρια

Ετοιμάζονται για συσσίτια
κι ανακατεύουν τον ασβέστη
στις γούρνες. Με ποσοστώσεις
και τρεχάλες για να κερδίσουν
χρόνο στο χάρτη. Να μεταφέρουν
βλέμματα και αστειάκια νεκρών.
Μισόκλειστα βλέφαρα της μεσαίας
τάξης στην πρωινή της φάση
που σβήνει τα όνειρα πιπιλίζοντας
την καφεδιά λάσπη του ντελβέ
στα κλεφτά, διαβάζοντας απόψεις
για την απροσδιοριστία των θεωριών
και τη ζέστη κορμιού που ξελιγώθηκε
απ’ τα χάδια και τα κοινά. Κι όλους
τους ψυχανεμισμένους πυρομανείς
που ποντάρουν στην ψήφο του
φευγάτου. Στην ανάμνηση της αφίσας
με την τουρλωτή προβοσκίδα
του παιχταρά που έχει όραμα
νικητήριο για τα παρτέρια και
τις σβάστικες.

Τώρα είν’ αργά

Τώρα είν’ αργά που λεν κι οι δόλιες ποιήτριες
που δεν αξιώθηκαν οργασμό στην Ακροκόρινθο
ή χάδι, στο πηχτό σκοτάδι από φαντάρο, παρά
διαβάζουν στην καθαρεύουσα πραγματείες
για το φιλί της ζωής κι ονειρεύονται μαρκαλέματα
γυμνούλες και υγρές. Tώρα είν’ αργά για κλάψες
να πάρεις χαρτί και στυλό να γράψεις εντυπώσεις
με τον τρόπο του ξελιγωμένου απ’ τις αντιφάσεις
του σβαρνιάρη καιροσκόπου που στουπώνει
τις χαραμάδες με ιδέες προκάτ ρίχνοντας
γκολάκια συνεχώς στα τρίχινα αυτιά του αναγνώστη
λαμπρύνοντας έως λύχνου φαλτσοκομμένους αφαλούς.

Γράμμα σε γέρο ποιητή

Μονοκοπανιά την είπες την αλήθεια
εσύ που υγραίνεις Βενιζελικούς
πασοκτζήδες με το ίδιο ποίημα.
Εσύ, που φωτογραφίζεις μουνάκια
και  κόρφους από μεσόκοπες
κουλτουριάρες. Τυπάς από κούνια
άκαπνος και χορτοφάγος
με χορηγό τη μισθωτή σκλαβιά
της κυράς που κυλίστηκε στις
φλοκάτες σου τρώγοντας
ποιητικό σανό εξασκώντας
το άχαρο λειτούργημα της γκόμενας
που επουλώνει αποκυήματα
και ανίατες στύσεις.

Στοιχεία για ένα μάταιο ποίημα

Είναι καμπίσιος πόθος των μισθωτών
να βγάζουν λόγο μέσ’ τα σκεπάσματα.
Να εκλέγουν δήμαρχο ρετάλι απ’ το πιοτό
φαρμακωμένο μέχρι τα μπούνια
εξουσιομανή και ξύπνιο με τα κοινά.
Αλυσοδεμένο με το κοπάδι που ακούει
φράσεις απ’ τα στόματα άλλων
και τις σερβίρει στα μνημόσυνα
ως ορντινάντσα, νοσοκόμα, τζουτζές
δουλικό που τα βρήκε σκούρα
και λιβανίζει τους πεθαμένους
τα σπυράκια της άμμου μετρώντας
και τους αγαπητικούς. Τον ιδρώτα
που καλουπώθηκε με τσίπουρα
μεζεδάκια και φόρους. Επίκουρος
στη σχολή των δημάρχων, μπήχτης
με τον πόθο λαμπάδα. Γλείφτης
πιστός του Παγκάλου με νιάτα
ξοδεμένα στην κλαδική. Σε κολάδικα
της Λιοσίων με χειραψίες ψαραγοράς
με κάτι λείους αφαλούς ρουμάνας
αχνιστής που κατάπινε ξημερώματα
σβολιασμένο κριθαράκι σε πατσατζίδικο
της Αλεξάνδρας .


After the orgy

Μαγκωμένος στις απόψεις του γητευτή
με το μάτι στα προσεχώς του μέγκα.
Φυλάγομαι απ’ τις αναμνήσεις και
τα δόλια σχόλια. Ακούω τέλεμαν
ως χαλί σε διαφημίσεις για κινητά.
Μπαγάσας συμβολιστής είρωνας
με τη φωνούλα να βγαίνει νωπή
πρόσκληση τυπική απευθύνω σε
κώλους ώστε να πλήξουμε ευγενέστατα
όλοι με όλους και να μπορούμε
για τις ανάγκες να μιλούμε για τα
επίκαιρα, τις απεραντοσύνες, τα ρίγη
τη μέρα που λιώνει σαν το κερί
τις πλαγγόνες με τα σφιχτά τα τζίν
που επικράτησαν στα γριβάδια.
Λιμασμένες για σαλιγκάρια και χέλια
με το λειρί τους να μεσιτεύει γλειψιές
να χρυσίζει απ’ τα έγκατα ρουφηγμένο
ως θρίαμβος του κενού που πασχίζει
να χορτάσει ζωή να ξεχνά πως
όλο και βαθύτερα δαγκώνεται
ο καρπός το μοιραίο γειώνοντας
με τις απέθαντες καύλες και τα χειλάκια
με του τάφου τη σφοδρή αμμοβολή.

άλλο τίποτε

Τις σκέψεις σου που ενδίδουν πια
χωρίς εκείνες τις λιακάδες πληθυσμών
που το’ λεγε η περδικούλα τους
κι η γλώσσα τους ανθούσε σκέτη  ποίηση
γλείφοντας γιαταγάνια και χειλάκια
βολβούς, έτοιμα να σκάσουν
σποραδικά φυλλαράκια, να σκαρώσουν
λογοπαίγνια, να περάσουν απόψεις
στη βάση για τα ναυπηγεία, την
εκπαίδευση, το φόρο σαν από
βραζιλιάνικη σειρά βουρκώματα
αγαπησιάρικα γοητεύοντας
τους δηλωμένους μόντζους
με την κοζανίτικη προφορά
και τους μπασμένους στα φιλόπονα
σχέδια της κυράς με τη γύμνια της
παρά πόδα να παραφυλά στον ύπνο
και τον  ξύπνο με την προσήλωση
εταίρας που σμιλεύει με το στόμα

το θεό φαλλό.

με το φτυαράκι έτοιμο

αποψιλώνει το μνήμα
κι ανάβει πότε πότε
το καντηλάκι του πατέρα μου
νεκροθάφτης πιστός
που ανακρούει πρύμναν όλες τις εκδοχές

με το φτυαράκι έτοιμο
να ξεφτιλίσει τις τρομερές
κόγχες του νεκρού