Λιτανείες

Μάγκωσα στις μεγάλες σιωπές και
δε μπορώ να ξεστομίσω ούτε εκείνο
το εφηβικό πρωτόλειο, στολίσου
λαθροστύση μου στολίσου! Να μπεις
θελκτική εσύ στις λιτανείες, να
καταλύσεις αυγές, να ψάλεις μιαν
μπελάντα. Να βγάλεις τον δόλιο
ποιητή που σε ταΐζει απ’ την ταπείνωση.
Τα λίγα δεν είναι για τους πολλούς
γλυκιά μου που φαλλοκοιμήθηκες.
Με τις καύλες σου να σαλιαρίζουν
δασιά αγαπημένη σιωπή και μείς
οι Ροβυνσώνες σου κουρνιασμένοι στις
φτέρες να παίρνουμε μάτι τα σώσον ημάς
τα ρίγη σου, τα δωδεκάθεα χείλη
ταμπουρωμένα στις συμπληγάδες.