ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιανουαρίου, 2011

Λόγος φυσιοδίφη

Απρόσεχτος φυσιοδίφης θα εκφωνήσει
τον πανηγυρικό. Νέτα σκέτα θα αγλαΐσει
με θεατρινισμούς αυτά που θέλουν
ν’ ακούσουν οι Καυκάσιοι της Στερεάς.
Χωριά του κάμπου φούμαρα τρελά
γαϊτανάκια και γλυκάδια αλάθητα
θα πάρουν θέση. Θ’ αστράψουν
των αντιπάλων φωτοβολταϊκά   και
φράχτες βρεγμένοι θα φορεθούν
σε ένδοξα ποιήματα αιματόβρεχτα
για παλιές δυστυχίες που ξέχωσε
αφηρημένη βροχούλα σβολιάζοντας
τις αναμνήσεις γριούλας που μαδά
κόκορα σφαγμένο στο νεροχύτη.

Έξω στη φύση

Έξω στη φύση θα δουλευτούν ξανά
όσες μοιραίες ξεθώριασαν σε ντουβάρια
με πόστερ στυγερών ροκάδων που
κακογέρασαν παθιασμένα
με το γλιστερό τους σκαρπίνι στη σκηνή
παρακάμπτοντας ασωτίες και μεθύσια λύπες
για συναδέλφους που έγιναν θρύλοι παντοτινά
στο ίδιο λίπασμα με τους κοινούς θνητούς. Έξω
στη φύση θα απαγγείλουν από στήθους τρυφερά
στιχάκια για τους αυτόχθονες της αλητείας
οι μοιραίες που λύγισαν στα ζερβά εθνοτόπια
σποραδικά αφήνοντας πίσω τους ξεραμένους
ντελβέδες στις καντίνες της επικράτειας.

Δηλωμένοι γόηδες

Γνώριμοι της ποίησης και της γαστρονομίας
που δοκιμάζουν το χλώριο στην πισίνα με
τη γλώσσα. Δηλωμένοι γόηδες της αλλαγής
και της έκθεσης ιδεών εφήβων που ανταλλάσουν
κινητά στο μπαξέ της βουλής την ευλογία
παίρνοντας γεράκου παροπλισμένου που
τρατάρει τσίπουρα γλυκόλογα κι ευχές
κρύβοντας σάλια κι επιθυμίες. Τη
γύρη ανασαίνοντας της ρητορείας λιγώνοντας
άγαμες συνοδούς  προσηλωμένες στη
διάπλαση νεοσσών που πλαντάζουν
μηρυκάζοντας μεγαλοσύνες προγόνων
εμβλήματα που στριφώθηκαν σε φανέλες
νηπίων τέκνα δηλωμένων μεσαίων
ξακρισμένων απ’ το οχτάωρο της βιοπάλης.
Ταμένοι στις άτοκες δόσεις της πλήξης
και τα μνημόσυνα.

Εθνική

Τόσοι ατσίδες έχουν άποψη για την κρίση
και τα χρυσάνθεμα που αγάπησαν τελεσί-
δικα πατριώτες που αναπολούν το μεγάλο
πεύκο και τα μυρωμένα σκοίνα νύμφης
που χάθηκε στο γκρίζο χάραμα της εθνικής.
Tα κορμάκια στη χερσόνησο της μήτρας
αλμυρά κι αθέλητα να βαραίνουν και να
μεγαλουργούν φανατικά γειωμένα σε
σκανδιναβικά σταυρόλεξα και σουντούκου
χειροποίητα από αλαφροΐσκιωτους
μούτους φορτισμένους με τη σωστή άποψη
για τα ακροτελεύτια αισθήματα  Κρεολής
που ταξιδεύει νύχτα με το κτελ για τον
Αχέροντα.

Φασόλια ζεστά

Μνήμη  Γ. Δ

Σκέφτομαι καμιά φορά το σκεπασμένο
φαί της μάνας μου. Φασόλια ζεστά.
Τον ήλιο να δύει χορτάτος. Τον Γιάννη
απ’ έξω μόνος να περνά χορευτικά
μάρτυρας του εν αρχή ην ο πόνος
την τελευταία λέξη κρατώντας σφιχτά.
Με το χέρι γκρεμίζοντας πύργους
στήνοντας γραπτά διορθώνοντας
πατρικά διατάγματα βλέμματα
ανεξίτηλα στο καθρεφτάκι της
αστικής. Με τις φωνές των άλλων
αλυχτώντας. Κυρίαρχος του κόσμου
κλεισμένος στο πετσί του ερμητικά
τελεία βάζοντας για πάντα με
μια σφαίρα. Αφήνοντας στους ζωντανούς
το δήθεν αναπάντητο ερώτημα
ποιοι δαίμονες τον χρησιμοποιούσαν
το χρόνο ξεριζώνοντας μονάχος
ως τη συντέλεια που του αναλογούσε.

Ερωτολάγνες και υγρές

Πολλά λογάκια ξεστόμισες
σκωπτικά στα βοσκοτόπια
που σε έριξε σποραδικά
η φύση. Φωλίτσες χτίζοντας
για το φρόνημα μελλοντικού
καυλιάρη που σκαρφίζεται
αυθωρεί εκδρομές στα δάση
με τσούπες που συμπλήρωσαν
την καμπύλη ανάπτυξης
μέλλουσες σπουδάστριες
των ιεκ ξυνή. Ιέρειες της
πράσινης ανάπτυξης που
θα στηριχθούν δια βίου
σε μόνιμη σχέση ξεφτιλίζοντας
φαντασιώσεις καραβανάδων
της ποίησης που τις θέλουν
θαμπωμένες στιλπνές
ερωτολάγνες και υγρές
να λιχνίζουν κορμάκια
που λύγισαν μπρος τη θέα
χειλιών που ξάνθυναν
εν μια νυκτί.

Το πρωί στη φύση

Ξεκάλτσωτος ακόμα. Kι ας πύκνωσαν
οι γρίπες και τα προεόρτια συνάχια.
Κυνηγώντας ρετάλια εκείνου του
ηλιάκου που ζαλίζει κι αχνίζει
τα υποχείρια χωματάκια. Λιβανίζοντας
αθώα κοπριά τ’ αχάιδευτα καπούλια
μιας πλαγγόνας που εσήκωσε ως τη
μέση τα φουστάνια της γειώνοντας
το ζεστό κάτουρο των σπλάχνων.
Όπως το πετυχαίνει η ποίηση.

Τα χαζά γεγονότα

Όταν θα ξεσπάσουν τα χαζά γεγονότα
και μπει στο παιχνίδι η επαρχία και
τα νησιά με τη νετ να ρίχνει λάδι
στη φωτιά παίζοντας επαναλήψεις τη
βίκυ φλέσσα να ερεθίζει παλιές
καραβάνες γέροντες στον αδρό λόφο
που υποδύονται νέους και εκφράζουν
απόψεις καλοφαγάδες πατριώτες που
υπήρξαν ποιητές καλοί και ξεσήκωσαν
πλήθη εξόριστοι στο υγρό Φοντενεμπλό
με το χάρτη κάποτε στα γόνατα για
κομματική δουλειά κι αναπαλαίωση
αισθημάτων μ’ εύγλωττο έργο για τις
μάζες φαντασίες τεχνάσματα
θυμό χορταριασμένο μελό
χτίζοντας υστεροφημία και
σαλέ στον Παρνασό.

Φωνήεντα

Ξεχάστηκα ραμφίζοντας τις ρόγες της
μέχρι αίματος. Καταστέλλοντας εκείνο
το στραπάτσο των γερατειών που θα
σακατέψει το δερματάκι με το φάσγανο.
Αφήνοντας στον κουρέλα παίχτη
της ζωής την τελευταία λέξη
σαν ψιλούτσικο αλατάκι στη γλώσσα
προφέροντας απανωτά φωνήεντα
αγκομαχητά ως στα τελειώματα
τραβώντας τον τόνο προς τη λήγουσα
όπως στον οργασμό.

Βάσανα και βίτσια

Τον έπαινο ζήτα των σοφιστών και
των σεμνοκαυλομένων νοικοκυραίων
που παν δυό δυό για ν΄ανταλάξουν
βάσανα και βίτσια φιλοτεχνώντας
πορτρέτο Ρουμάνας σε λυγερή τροχιά
που ζεμάτισε παλικάρια με τα υγρά της
και κατάπιε μπόλικα τσαγάκια
κρατώντας παρέα σε αρσενικά
αξέσπαστα που κουφοβράζουν
τις εργάσιμες σε σκαλωσιές
και σε καθίσματα της sato
με την ανάμνηση της βάραθρης
γύμνιας που τους χύτευσε ζεστό
χτυποκάρδι και χάδια στους
στυγερούς καβάλους.

Καταγωγή και άλλα

Έλκω καταγωγή από κάτι
αρχαίους ερωτύλους που
επήραν τοις μετρητοίς
σπαρταριστά γλωσσόφιλα.
Που αφυδάτωσαν την εθνική
μου συνείδηση και βάρεσαν
στο ψαχνό τις μελό ιστορίες
και τα ξεσπάσματα του γόη
που μας ψιχάλισε δροσούλα
από φρέσκο βασιλικό και
μας λιβάνισε μεταφυσική
λιακάδα αφήνοντας πίσω
μονογαμίες και ψωλές
δεσποτάδων χαλάσματα
στειρωμένα εμπνεύσεις
για νόμπελ χορηγίες
και ζόρικους γλύπτες
που θα σμιλέψουν κάποτε
τα γάγγλια κωλιά της
κικίτσας στο αίθριο
της ακαδημίας Αθηνών.

Βουνά και χαράδρες

Αγναντεύει βουνά και χαράδρες
και την τριφηλή ουσία στα μάτια
γυναικών πουν τον αγκάλιασαν
σφιχτά αρμολογώντας τη ζωηράδα
του με την αδημοσίευτη ποίηση
που τους ψιθύριζε στα σκοτάδια.
Τα μεροκάματα που τον πότισαν
ιδρώτα τις φωνούλες που τον
ζαχάρωσαν τα συνάχια τις
γρίπες. Αγναντεύει χώρες που
κοχλάζουν τα βουνά της Αλβανίας
τον άνεμο που φυσά στα μπούτια
ανάμεσα της αγαπημένης που δεν
γνώρισε και τη βροχούλα που
μαστιγώνει τις ωτοστράτες της γης.

Ηγερία παλαιού πάθους

Περιμένουν όλοι μιαν ηγερία
παλαιού πάθους να τους κλείσει
τα μάτια σε κάποιο καφέ εκεί
που στεγνώνουνε σε μια τυχαία
λιακάδα από κείνες που συντονίζουν
ανασούλες και μελαγχολίες.
Περιμένουν να μαντέψουν
τάχα ποια είν’ αυτή που
ξύνει αλύπητα παλιές πληγές
και κάνει περασιές με το
δρεπάνι της και τα σημάδια
που δεν σβήστηκαν απ’ τον κόρφο
το ίδιο μορφονιά και δοκιμασμένη
στα δύσκολα. Με τα χεράκια στην
υγρασία. Περασμένη από καταχνιές
και δώματα όπου ανταλλάχτηκαν
υποσχέσεις και στέγνωσαν φιλιά
απορφανίζοντας την ηδονούλα
της στιγμής.

Λατρείες

Έχουν να δούν τα μάτια μας
κι άλλες λατρείες. Αιρέσεις
ακαδημίες βυζάκια που σακάτεψαν
βηματοδότες. Φτερουγίσματα
ανακοινώσεις αγωνίες σφαχτά.
Νέους που πλήττουν και μαραίνονται
με την οργή τους στο νταβά
φρέσκο ψωμάκι. Στο κάτεργο της
κινητής τηλεφωνίας ακονίζοντας
μηνύματα με λέξεις εσχάτως
κομμένες στην βαθυτάτη σκοτεινή
δεντροστοιχία του κενού για
συντομία. Αφού αγωνιούν για
το ψητό μονάχα. Το ποιητικό
επίτευγμα της άκρας αγωνίας
ξυράφια ακονίζοντας για τις
φλέβες του μέλλοντος.

Μεταθανάτιο

Σκέφτομαι σε σαράντα πενήντα
χρόνια από τώρα όταν θα’ μαι
φρεσκοπεθαμένος πια σε ποιο
πνευματικό κέντρο της επικράτειας
σε ποια άνω ραχούλα θα πιπιλίζουν
τις καύλες που με σακάτεψαν
μαθητευόμενοι μάγοι ζαχαροπλάστες
σπεσιαλίστες του πόνου των άλλων
κοριτσόπουλα που ψάχνουν την ουσία
στα χνώτα των νεκρών.

δια παντός

Ετοιμάσου να πάρεις μάτι κι
άλλους θανάτους απ’ αυτούς
που βράζουν στο καζάνι και
ξεφουρνίζουν οι θεές του σινεμά.
Τη βροχούλα στον τσίγκο
που γεννά λυρισμούς στο
συνάφι και ρίγη ποιητικά.
Ετοιμάσου να πάρεις μάτι
τις όμορφες που προελαύνουν
στα χαντάκια της Ερμού σαν
ελαφίνες που μπουκάρουνε
σε τρύπες με προσφορές
ανταλλάσοντας βλέμματα με
πωλήτριες που απαγγέλουν
από μέσα τους Ρουβά χαϊδεύοντας
πίσω απ’ τον πάγκο τη σκανδάλη
τους κιρσούς τα τρόπαια
της τίμιας δουλειάς
κι ονειρεύονται το βράδι
μεσ’ το μονήρες δώμα τους
μια σταλιά θαλπωρής στις κώχες
κι ένα χαδάκι στο δέρμα
να τις σκοτεινιάσει δια παντός.

Εμείς, τα μανεκέν

Θυμάμαι πως έγραφα πάντα κυνηγημένος. Το γράψιμο δεν θεωρείται εργασία απ’ την επίσημη εκκλησία γιατί δε φέρνει φράγκα όπως η αντιπροσωπία αυτοκινήτων ή το χαμαλίκι στην οικοδομή. Όποιος γράφει είναι συνήθως ύποπτος ή πούστης. Το γράψιμο είναι για χασομέρηδες αστούς, για νοικοκυρές που στα διαλλείματα της συζυγικής ανίας γράφουν στιχάκια για τις σκόνες, για συνταξιούχους δασκάλους και ψώνια με μούσι. Οι σχέσεις της οικογένειας με την κοινωνία, μολονότι έχουν γίνει λιγότερο συνεκτικές, εξακολουθούν παρ’ όλα αυτά να αποτελούν το μέσο για να δούμε λιγάκι πιο καθαρά αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Η μαμάκα κι ο μπαμπάκας στην αρχή θα σε στοιχίσουν με το μέσο όρο κι ύστερα η γυναικούλα και τα ντουβάρια της εστίας θα σε κάνουνε κοινωνικό σκατό. Επικίνδυνος είναι αυτός που έρχεται ως απόλυτος άρχοντας να επινοήσει, να κατασκευάσει και να δώσει ζωή στις ιδέες. Αυτός που αβγατίζει τις απροσδιοριστίες του αποδεκτού.

Στο τέλος της δεκαετίας του ογδόντα υπήρχαμε ουκ ολίγοι νεαροί ρομαντικοί που το επάγγελμα του ποιητή σήμαινε για μας να φουμάρουμε ναργιλέδες και να πίνουμε βότκες κοιτάζοντας σκεπτικοί τις λευκές σελίδες όπως ο ζωγράφος το γυμνό μοντέλο με μια απληστία όχι πάντα αισθητικής τάξεως, σ’ ένα δώμα επιπλωμένο ανατολίτικα όπου οι φίλοι το έριχναν στους διαξιφισμούς ανάμεσα στην αναχώρηση του ποιητή που έγραφε δημοφιλή μανιφέστα και στην άφιξη του δεξιοτέχνη του συρμού.

Οι πατεράδες μας ήταν ιδιοκτήτες νεοτερισμών αγρότες εμπορικοί αντιπρόσωποι ψήστες κουρείς αρτεργάτες. Θα έπρεπε άραγε να ξέρουν πως τα αδέξια αγόρια τους τα συνεσταλμένα σαν παρθένες που ανακάλυπταν τον ηδονισμό και την καλοζωία, πράγμα που αποτελεί κατάλληλο υπόβαθρο για μια ζωή εμπόρου, ήταν γεννημένοι ποιητές; Κι είχαν τόσο άδικο να μας απαγορεύσουν να ασκήσουμε το επάγγελμα του ποιητού; Μήπως δεν γνώριζαν στις συναναστροφές της αγοράς πενήντα πατεράδες που είχαν ενεργήσει όπως κι εκείνοι και των οποίων τα ιδιοφυή τέκνα επέστρεφαν έπειτα από μερικούς μήνες να μετράν με τον πήχη υφάσματα, να ζυγίζουν αλατοπίπερα, να κρατάνε λογαριασμούς , να τυλίγουν πίτες με γύρο ή να ξουρίζουν το χωροφύλακα της γειτονιάς;

Ο μικροαστός της δεκαετίας του ογδόντα ήταν ένας καλός πολίτης. Κι οι πατεράδες μας ήταν οι καλλίτεροι απ’ όλους. Χρειάζεται να αποτρέπουμε απ’ την ποίηση όποιον δεν είναι γεννημένος να γίνει ποιητής. Όποιος είναι γεννημένος να γίνει ποιητής θα ασχοληθεί με την ποίηση παρά την αντίδραση των πάντων και εναντίον τους. Και ίσως να γίνει ακόμη καλύτερος ποιητής αφού το ζωντανό του ένστιχτο θα έχει καταπιεστεί για περισσότερο καιρό και με μεγαλύτερο πείσμα.

Δυναμό Μόσχας

Η Δυναμό Μόσχας συνήθιζε να ’ρχεται
στο σπίτι μας και να με κοιτάζει που
έπινα τον καφέ. Ήταν στα χίλια εννιακόσια
ογδόντα εννιά και ζούσαμε την πτώση του
υπαρκτού. Η μάνα μου έφτιαχνε φραπέ
στο μπικιόνι με εβδομήντα τις εκατό αφρό.
Ήμουνα παιδί και ρουφούσα το καφεδάκι
προσποιούμενος πως ήμουνα μεγάλος.
Κι ο Γέλτσιν έκανε σα να ‘ταν η μαϊμού
χοροπηδώντας πάνω κάτω και βγάζοντας
δίσκο μ’ ένα τενεκεδάκι.

Εν αρχή

Χαίρεσαι κάθε φορά που διαβάζεις εκείνο
το εν αρχή είν’ ο λόγος κι ανάβεις φωτιές
στα εκτός έδρας. Στα συσσίτια της νομικής
εκεί στη γλίτσα ξανθιάς οννεδίτισας
που φαρμακώνει καβάλους άλλων
παρατάξεων σκεπτόμενη δρύινα μεγαλεία
και δερμάτινους καναπέδες.  Χειρονομίες
ζηλωτών στο κεφαλόσκαλο του κόμματος.
Πάντα ανοιχτή στον φιλελεύθερο σπασμό
του αρχηγού που βολεύει παλλακίδες
και βαφτιστήρια σε κρατικούς οργανισμούς
σε επιτροπές  που εντρυφούν σε ωροσκόπια
κολακεύοντας την ιδρωτίλα των συνέδρων
το παραμιλητό του ψηφοφόρου που
υπερασπίζεται τη γραμμή έως θανάτου
σε ψησταριές της ενδοχώρας και
κωλάδικα της Φορμίωνος.

Χαίρε ποτέ!

Πληρώνουν οι νεοσσοί τις αταξίες τους
και το πορνικόν τέλος στο Γαβριηλίδη
ακούγοντας ερωτόλογα από παλιές
καραβάνες. Oμότεχνους που λιβανίζουν
ένδοξους πεθαμένους.Mαστόρισσες
που ξεχείλισαν κάποτε κουβέντες
και δακρυάκια. Ειδύλλια υγρά που
ονειρεύτηκαν γυμνούλες και τώρα
ανταποδίδουν γενναιόδωρα τη
μούργα που τις βούλιαξε στο ζόφο
καρτερώντας ένα επίδομα γήρατος
μιαν αφιέρωση σαν εκείνο το ζαβό
με εκτίμηση βαθιά και αγάπη
πως δεν εχάσαν μάταια τόσο καιρό
χωμένες στα τεφτέρια τους
σε στείρες ποιητικές βραδιές
με τα νεκρόφιλα σαράκια
του προτέρου εντίμου
ποιητικού τους βίου.

Ζόρια

Όταν τραβάς ζόρια και γράφεις αφρόντιστα
με υπόκρουση χέντελ τονώνοντας περιστατικά
ασήμαντα αφού το σήμερα δεν είναι σαν το
χθες κι η λογοτεχνία πνίγει τη συνήθεια με
συνήθεια κατατροπώνοντας με λεκτικές
εξάψεις αθώους ξελιγωμένους καταθλιπτικούς
που πήραν τη ζωή τους λάθος κι αλλάξανε
ζωή όπως λένε μερικοί ειδήμονες του στίχου
που έγραψαν πως ο έρωτας δεν υποφέρεται
κι η ζέστη είναι αφόρητη κι ότι πέρασε
πέρασε σωστά με σιωπηλή συναίνεση
καθώς ο θάνατος των άλλων μας αλλάζει
τη ζωή κι ο Έβρος χωνεύει τους πνιγμένους
μετανάστες του.

Βλέμμα

Είναι μερικές που τις πιάνει
το βλέμμα άκρη άκρη μυρίζοντας
την υγράδα τους. Το χνούδι στο
δερματάκι που χιμάει ως τα
τελειώματα βγάζοντας αυτοάμυνες
και σκληράδες. Ρόγες που
δουλεύουνε ρολόι κουρδίζοντας
τους λάτρεις του σουίνγκ και
της μποσανόβα σε πλαγιές
χορταριασμένες σαν βλεφαρίδες.
Ικανές ν’ αγγιχτούν με χείλη
που εύκολα υποχωρούν σε ανάσες
και αφαλούς. Σε μασχάλες
σπαρτιάτικες με αγκαθάκια
που ακονίζουν τη γλώσσα και
παίρνουν το δρόμο για τα βαθιά
χαντάκια και τις αβύσσους
φτερουγίζοντας χωρίς να
τσιγκουνεύονται το
σάλιο και τις λεξούλες που
εισπνέουν εκπνέοντας έτοιμες
προς άμεση κατανάλωση
του άπληστου οργασμού.

Τρείς λιτανείες

1

Αγγίζω με τα δάχτυλα το πρόσωπό σου
ταιριάζω τα χάδια μου στο σκοτάδι
στα χείλη που υποχωρούν στις βλεφαρίδες
στο σκληρό μορφασμό των οστών.
Ακουμπάς το κεφάλι σου στα χέρια μου
βυθίζεσαι σε χειμέρια νάρκη
ένα ζώο μοναχικό και ζαλισμένο
κλεισμένο στο φυσικό μυστήριο
του έρωτα.

2

Πέφτουμε στο στρώμα σαν
στρατιώτες στη μάχη.
Εσείς, άνθρωποι του μέλλοντος
που είστε ζωντανοί
κι εγώ δεν είμαι, εσείς
που διαβάζετε τον κατάλογο απωλειών.
Ο κατάλογος είναι μακρύς.
Όλων μας τα ονόματα είναι μέσα.

3

Προσφέρομαι
για να σφιχτείς πάνω μου
να με γραπώσουν τα πόδια σου.
Προσφέρομαι
για να με κοσκινίσεις με τα δάχτυλα
να με σκορπίσεις
σαν μερικές βαθύτατες αναμνήσεις.
Ολοκληρωτικά προσφέρομαι
στον οργασμό που θα με κατακλύσει
και στο αεράκι που φυσά
ανάμεσα στα πόδια σου.

Τα βρύα του δέρματός μου

Πέρασα απέναντι και είδα
το χρωματιστό βασίλειο του τάφου μου.
Άναψε μεγάλη συζήτηση
γύρω απ’ την πραγματική μου σταύρωση.
Κι όπως το χώμα γέμιζε τα μάτια μου
και τα ερπετά τρυπώναν μέσ’ τη σάρκα
και τα χείλη στην άκρα σιωπή
βουβά απ’ τον κόπο
και τον ιδρώτα που πέρασε
το χτυποκάρδι που το τρύγησαν
τα βουερά μελίσσια
κι οι βροχούλες οι γρύλοι
που εκάνανε το χρέος τους
και τα νερά του Έβρου που ποτίζανε
τα αιώνια σκοτάδια της πατρίδας μου.

Ενθύμια

Ας μετρήσουμε πάλι απ’ την αρχή τα σώματα.

Αν καταφέρναμε να κάνουμε τα σώματα αυτά
στο μέγεθος κρανίων
θα μπορούσαμε να φτιάξουμε έναν ολόκληρο κόσμο
απο κρανία στο φεγγαρόφωτο
ποίηση με ένα ευρώ για τις κρύες νύχτες του χειμώνα
δίπλα στο τζάκι.

Αν καταφέρναμε να κάνουμε τα σώματα αυτά μικρότερα
θα μπορούσαμε να τα ταιριάξουμε
μέσα σε μια φωτογραφία για αιώνιο ενθύμιο.

ειμαρμένες

εις άπταιστες θεογονίες του στυλ
ο ποιητής εδώ γερμένος κάτω απ’ το
πουρνάρι με τη λευκή στολή
παγωτατζής στον Άδη με γυναίκες
με παιδιά σκυλιά και φίλες
ο ποιητής εδώ στο πατρικό του οχυρό
με δηλωμένες ποιήτριες μουνάρες
Βουλγάρες τσέχες Γερμανίδες αλβανές
που γλίτωσαν σαλούς απο σκατό και
κωλοδάχτυλα ευηπόλυπτων συζύγων
ευνουχισμένων μέχρι το λαιμό
σε τούτο δω το ένδοξο αλωνάκι ω ναι!
μασκαρεμένος σάτυρος εδώ ο λάγνος
ποιητής με κούρσα κινητό και γένι
απόγονος φτυστός του Διογένη
στεφανωμένος κέρατα τραγίσια
επιστολές διασήμων ομοτέχνων
Ρίτσο Ελύτη Αρχίλοχο Σαπφώ
για να τονώσει τη λιγούρα του
θαυμαστή που λιώνει μερακλίδικα
στις απαγγελίες για να υγράνει
χωρισμένες γόησσες παροπλισμένους
επιβήτορες με φθαρμένους καβάλους
καλοφαγάδες με βίτσια που διαβάζουν
ποίηση στον καμπινέ

Γράμμα στο ζοφερό παππού

Τώρα που ξεθυμαίνει η πιπεριά
και τα σποράκια της θροΐζουν
στον ουρανίσκο
σχώρα με ζοφερέ παππούκα
μα ξέρεις καλά εσύ ποιος
έσπασε το σουμιέ και
πατίκωσε τα ορφανά που
επαίζανε κρυφτούλι
χρόνια τώρα καθότι
ο Βαρβαρόσας ο ζεϊμπέκης
αναθεματίζοντας γοερά
την εύκολη στύση του πασόκου
ονειρεύτηκε καστελόριζα
υφαλοκρηπίδες και μύδια αχνιστά
στις τράτες με βιοπαλαιστές
που εστέκοντο κλαρίνο μπροστά
στα μέτρα και τις φτυσιές
αφου πρώτα εμοίρασε υποσχέσεις
και μπαξίσια στους βαρκάρηδες
του Βοσπόρου και της ωραίας
του Πέραν

Τα βρέφη

Αυτά τα βρέφη που ανταλλάσουν
ανασούλες και κοφτές φράσεις
με το βλέμμα και το χτυποκάρδι
ριζώνοντας στον φρέσκο υπνάκο
θα βρυχηθούν κάποτε θ’ αγανακτήσουν
θα κάνουν γραφτά στο φεγγαρόφωτο
θα ονειροπολήσουν θα τα σύρουν
απ’ τη μύτη τα γεγονότα και τα συζυγικά
καθήκοντα η χωνευτική μουσική οι
δίαιτες οι προσευχές οι νηστείες θα
μείνουν στα γεράματα με μιαν ανάμνηση
κλειτορίδας θα βαλτώσουν θα ρίξουν
το φταίξιμο σε άλλα βρέφη θα
τα καθαρογράψουν οι ρουφήχτρες σε
βιβλιάρια υγείας θα βγάλουν θρύλους
παιχταράδες στα ξεκινήματα των στίχων
θα έχουν ρόλο και στις προβλέψεις των
άστρων θα γίνουν δάσκαλοι
διαφωτιστές οικοδόμοι μάνατζερ
θα κουφοβράζουν στον καύσωνα
στις Χαλκιδικές αποψιλώνοντας
ήθη και θεσμούς και κάποιες
παντοτινά όμορφες που εξατμίζουν
την υγράδα τους στο κοίταγμα
προωθώντας το χνουδάκι τους
σε πληθυσμούς που αλλάζουν δέρμα.

Τώρα που σε παίρνει ο ύπνος

Δεν είχα στόχο να περιγράψω ήλιους
και φιλιά και καπουτσίνους σε πλαστικό
έξω στη φύση. Μου βγήκε όμως στο γραπτό
σα φυσαλίδα, ηθογραφία αφρόντιστη
απ’ τις παλιές που δημοσίευαν στον
ταχυδρόμο με ψευδώνυμο κάτι αργόμισθοι
της ερτ μ’ εξωτικά ονόματα και μπαλσαμώναν
τραύματα γράφοντας στίχους στον
Καζαντζίδη. Τώρα που έρχεσαι δίπλα μου
και τρίβεσαι σα δυστυχισμένο γατί που
δε φχαριστήθηκε χάδι τώρα που σε παίρνει
ο ύπνος μαζί του κι η γύμνια σου είναι
γλυκάδι στα δάχτυλά μου στο ποίημα που
Θα φχαριστηθούνε άλλοι την ώρα που εσύ
Θα κοιμάσαι βαθειά  και θα ονειρεύεσαι
αρσενικά που χάθηκαν στη γλίνα του βυθού σου.