Λόγος φυσιοδίφη

Απρόσεχτος φυσιοδίφης θα εκφωνήσει
τον πανηγυρικό. Νέτα σκέτα θα αγλαΐσει
με θεατρινισμούς αυτά που θέλουν
ν’ ακούσουν οι Καυκάσιοι της Στερεάς.
Χωριά του κάμπου φούμαρα τρελά
γαϊτανάκια και γλυκάδια αλάθητα
θα πάρουν θέση. Θ’ αστράψουν
των αντιπάλων φωτοβολταϊκά   και
φράχτες βρεγμένοι θα φορεθούν
σε ένδοξα ποιήματα αιματόβρεχτα
για παλιές δυστυχίες που ξέχωσε
αφηρημένη βροχούλα σβολιάζοντας
τις αναμνήσεις γριούλας που μαδά
κόκορα σφαγμένο στο νεροχύτη.

Έξω στη φύση

Έξω στη φύση θα δουλευτούν ξανά
όσες μοιραίες ξεθώριασαν σε ντουβάρια
με πόστερ στυγερών ροκάδων που
κακογέρασαν παθιασμένα
με το γλιστερό τους σκαρπίνι στη σκηνή
παρακάμπτοντας ασωτίες και μεθύσια λύπες
για συναδέλφους που έγιναν θρύλοι παντοτινά
στο ίδιο λίπασμα με τους κοινούς θνητούς. Έξω
στη φύση θα απαγγείλουν από στήθους τρυφερά
στιχάκια για τους αυτόχθονες της αλητείας
οι μοιραίες που λύγισαν στα ζερβά εθνοτόπια
σποραδικά αφήνοντας πίσω τους ξεραμένους
ντελβέδες στις καντίνες της επικράτειας.

Δηλωμένοι γόηδες

Γνώριμοι της ποίησης και της γαστρονομίας
που δοκιμάζουν το χλώριο στην πισίνα με
τη γλώσσα. Δηλωμένοι γόηδες της αλλαγής
και της έκθεσης ιδεών εφήβων που ανταλλάσουν
κινητά στο μπαξέ της βουλής την ευλογία
παίρνοντας γεράκου παροπλισμένου που
τρατάρει τσίπουρα γλυκόλογα κι ευχές
κρύβοντας σάλια κι επιθυμίες. Τη
γύρη ανασαίνοντας της ρητορείας λιγώνοντας
άγαμες συνοδούς  προσηλωμένες στη
διάπλαση νεοσσών που πλαντάζουν
μηρυκάζοντας μεγαλοσύνες προγόνων
εμβλήματα που στριφώθηκαν σε φανέλες
νηπίων τέκνα δηλωμένων μεσαίων
ξακρισμένων απ’ το οχτάωρο της βιοπάλης.
Ταμένοι στις άτοκες δόσεις της πλήξης
και τα μνημόσυνα.

Εθνική

Τόσοι ατσίδες έχουν άποψη για την κρίση
και τα χρυσάνθεμα που αγάπησαν τελεσί-
δικα πατριώτες που αναπολούν το μεγάλο
πεύκο και τα μυρωμένα σκοίνα νύμφης
που χάθηκε στο γκρίζο χάραμα της εθνικής.
Tα κορμάκια στη χερσόνησο της μήτρας
αλμυρά κι αθέλητα να βαραίνουν και να
μεγαλουργούν φανατικά γειωμένα σε
σκανδιναβικά σταυρόλεξα και σουντούκου
χειροποίητα από αλαφροΐσκιωτους
μούτους φορτισμένους με τη σωστή άποψη
για τα ακροτελεύτια αισθήματα  Κρεολής
που ταξιδεύει νύχτα με το κτελ για τον
Αχέροντα.

Φασόλια ζεστά

Μνήμη  Γ. Δ

Σκέφτομαι καμιά φορά το σκεπασμένο
φαί της μάνας μου. Φασόλια ζεστά.
Τον ήλιο να δύει χορτάτος. Τον Γιάννη
απ’ έξω μόνος να περνά χορευτικά
μάρτυρας του εν αρχή ην ο πόνος
την τελευταία λέξη κρατώντας σφιχτά.
Με το χέρι γκρεμίζοντας πύργους
στήνοντας γραπτά διορθώνοντας
πατρικά διατάγματα βλέμματα
ανεξίτηλα στο καθρεφτάκι της
αστικής. Με τις φωνές των άλλων
αλυχτώντας. Κυρίαρχος του κόσμου
κλεισμένος στο πετσί του ερμητικά
τελεία βάζοντας για πάντα με
μια σφαίρα. Αφήνοντας στους ζωντανούς
το δήθεν αναπάντητο ερώτημα
ποιοι δαίμονες τον χρησιμοποιούσαν
το χρόνο ξεριζώνοντας μονάχος
ως τη συντέλεια που του αναλογούσε.

Ερωτολάγνες και υγρές

Πολλά λογάκια ξεστόμισες
σκωπτικά στα βοσκοτόπια
που σε έριξε σποραδικά
η φύση. Φωλίτσες χτίζοντας
για το φρόνημα μελλοντικού
καυλιάρη που σκαρφίζεται
αυθωρεί εκδρομές στα δάση
με τσούπες που συμπλήρωσαν
την καμπύλη ανάπτυξης
μέλλουσες σπουδάστριες
των ιεκ ξυνή. Ιέρειες της
πράσινης ανάπτυξης που
θα στηριχθούν δια βίου
σε μόνιμη σχέση ξεφτιλίζοντας
φαντασιώσεις καραβανάδων
της ποίησης που τις θέλουν
θαμπωμένες στιλπνές
ερωτολάγνες και υγρές
να λιχνίζουν κορμάκια
που λύγισαν μπρος τη θέα
χειλιών που ξάνθυναν
εν μια νυκτί.

Το πρωί στη φύση

Ξεκάλτσωτος ακόμα. Kι ας πύκνωσαν
οι γρίπες και τα προεόρτια συνάχια.
Κυνηγώντας ρετάλια εκείνου του
ηλιάκου που ζαλίζει κι αχνίζει
τα υποχείρια χωματάκια. Λιβανίζοντας
αθώα κοπριά τ’ αχάιδευτα καπούλια
μιας πλαγγόνας που εσήκωσε ως τη
μέση τα φουστάνια της γειώνοντας
το ζεστό κάτουρο των σπλάχνων.
Όπως το πετυχαίνει η ποίηση.