ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Φεβρουαρίου, 2011

Σκωπτικόν

Ω φεγγαράκι που τα πανθ’ οράς
και σ’ έχει εντοιχίσει
σ’ επιτύμβιο ο Νάσος Βαγενάς
είναι απ’ τα παράθυρα η φύση, σαν
Εμπειρίκος δίχως το γαμήσι.

Η γενιά μου

Η γενιά μου άντεξε ψευδαισθήσεις ιδιωτικά οράματα και διαλογισμούς. Καρτερικά υπομένοντας ανανεωτές καιροσκόπους. Τιμητές σκληρούς που ξεκίνησαν τον τρίτο δρόμο. Αυτούς  που πήγαν τη βενζίνη ένα εβδομήντα και το χωνάκι δυο ευρώ. Σαστίζοντας βιοπαλαιστές και μέθυσους. Υπάρξεις υγρές  με μποτάκια ριγωτά που δεν αξιωθήκαν Ιλιάδα απ’ το πρωτότυπο και παντοτινές δαγκωματιές στα κωλομάγουλα που εψαλίδισαν τα ελληνικά στα sms προσεχτικά ορίζοντας τη ζέστη που έβγαλε το κορμάκι τους στην αγκαλιά κάποιου. Η γενιά μου ξεκοκάλισε τον ιδεαλισμό της κατανάλωσης αγαθών και σάρκας. Κι όπως συμβαίνει σε καιρούς τραγικούς θ’ αφήσει πίσω της πολύ διδακτισμό και λίγη τέχνη. θα πανηγυρίζει την αιμομιξία της με άλλους αθάνατους πίνοντας σαμπάνια απ’ το γοβάκι κρατικού οργανισμού που έστερξε να χορηγήσει υποτροφία στο ταλέντο που βγάζει ραγισματιές αφού μπούκωσε ποίηση μπόλικη και φεγγαράδες. Η γενιά μου ξοδεύτηκε σε εφεδρείες παίζοντας pacman ή περιγράφοντας πληθωρικές νεκρές φύσεις και φλεγόμενες απεραντοσύνες. Η επανάστασή της ήταν ο γυμνισμός σε μια φύση μουσείο που την ποδοπάτησαν τέχνες γράμματα και δραστήριοι ασφαλιστές. Όσους έβγαλε εκπροσώπους κορτάκηδες σε αναδασώσεις και οικολόγους με χλαμύδα σε υπουργείο τους έκανε να παρηγορούν τη μεσαία τάξη με άξιο μισθό στα ικρία της δημοσιότητας. Η γενιά μου οτι μύθους έστησε με τα οικόσιτα γραπτά θα τους αποσαρκώσει με το χασαπομάχαιρο του ακαδημαϊσμού γλιστρώντας μέσα στη χαίνουσα ρεματιά του παγκόσμιου σφαγείου.

Όρθρος

Επένδυσα στην έκλυτη γύρη της
με δάχτυλο ευανάγνωστο. Οσμές
κρυμμένες στο αίμα του κορμιού
για κάποια μέλλουσα σφαγή προορισμένες.
Το χορτάρι πρόφτασα τ’ ανθάκια
που τινάχτηκαν ενώ ο όρθρος
ξέσπαγε στα σπλάχνα της
με τις αισθήσεις όλες
σώες και πιστές.

Αθόρυβα και σεμνά

 

 

 

 

 

 

Αθόρυβα και σεμνά θα φύγεις
για τον άλλο κόσμο αφήνοντας
πίσω κουρτίνες αμπαζούρ καθρέφτες
ανθοδοχεία εταζέρες και τέτοια.
Δάνεια που φόρεσες κατάσαρκα
και σε πήγαν μέχρι τέλους
τηλεκάρτες συλλεκτικές με τα
ερείπια της Ακροπόλεως και
τα μπάζα του ιερού βράχου
ράτσες διάφορες που λιώσαν
σα σβήστρες σε πρώην ασβεστωμένα
καφενεία που αναπολούν οι αστοί.
Εσύ που είχες ψυχή τζογαδόρου
και θαύμασες τσούπα που σάλιωνε
έγγραφα στο πρωτόκολλο με το δάχτυλο
αφήνοντας βλεμματάκι σαθρό
να γλιστρήσει ανάμεσα απ’ τα
χρυσά μποτιτσέλια με στρατηγικές
ταχτικές και σχέδια μάχης. Εσύ
που είχες κάρτα απεριορίστων διαδρομών
για έναν και μοναδικό προορισμό.
Εσύ που υπήρξες απεργοσπάστης
και γλείφτης πιστός παλαίμαχος
όπου να’ ναι θα σου κλείσουν τα μάτια
θα σε πλύνουν θα σε θάψουν
θα σε νεκροφιλήσουν μαλάκα μου.

Στο παράθυρο

Το τραπέζι μου είναι δίπλα στο παράθυρο.
Της φαρμακολύτριας έμπνευσης νεκροτομείο
που θα’ λεγε και κάποιος απ’ τους παλιούς
αχτιδοβόλος και μέθυσος που μύρισε
την ξινίλα του Μπαϊρακτάρη και τα σκέλια
κυράς που του δόθηκε εξόριστη από κρεβάτι
ανάστατο. Δοκιμάζοντας με τη γλώσσα
τα όσα συνέβησαν σε ποιήματα μέσα.
Εργόχειρα που έλαμψαν κάποτε σε βιτρίνες
και βάραθρα ηδονές εκθειάζοντας
φριχτά μωλωπισμένης νιότης. Χειλάκια
που τα καψάλισε η φωτοβολίδα του φιλιού.

Όσοι γράφουν

Όσοι γράφουν υποφέρουν πολύ
αλλά και ξαλαφρώνουν εκφράζοντας
μιαν ανθρώπινη ανάγκη αφού
πάντα ήθελαν να γράψουν ένα βιβλίο
που να τελειώνει με τη λέξη μουνί.

Σχέδια

Στάσου να σου διορθώσω λίγο την ύπαρξη να μην κλαίγεσαι, να σου βγει παρακμή στο γραπτό. Διότι οι παρακμές ζυμώνονται και το ένζυμο των παρακμών οικοδομεί μελλοντικό έργο για ακαδημίες.

σχέδια για λίγη τέχνη στο μειωμένο φως
ιδιοτροπίες βεβαιότητες ενώ της αρέσει
να κοιμάται γυμνή στα σκοτάδια

Ως και ο Διόνυσος αγρότης αξύριστος
από κάποια Λεχαινά Ηλείας.
Νυχτιάτικα με τις ορμές του
μαγειρεύει μανιτάρια με βούτυρο
στο τηγάνι. Όμορφη νυφούλα
τον κοιτά μέσα απ’ το νυφικό της
με το λειρί του κόκορα
να σπαρταρά
στα σκέλια ματωμένο.

γλυκέ μου έλληνα που άνθησες στη μακροπόδα αττική
με θάρρος βλέπεις βόρειες ζέστες. το ειδύλλιο όμορφης
νύφης παχουλής των Ουραλίων που κελαρύζει πάθος
ρέμπελης καρδιάς και βότκα απανωτή. όπως σφηνάκια
σε πενταήμερη σχήματα ρητορικά ωσάν τα σύκα
που χάσκουν σε κάποια εξοχή. δύσκολα χρόνια
έρχονται και θα σε πιάσουν στον ύπνο και το συνάχι

 

Τα σκοτεινά λουλούδια

Όλων των όντων η ζωή κι ο θάνατος είναι αλληλένδετα. Σκέφτομαι υπαλλήλους που δεν έχουν παιδιά και σύζυγο, στο οινομαγειρείο. Υπερβολικά πολύ μόνους. Κοιτάζουν τους νεκρούς στις ειδήσεις. Τη Σφαγή της Χίου. Τα χνώτα της πολεμικής κραυγής του ρομαντισμού. Ιδού η οργή και οι γυμνοί ώμοι, οι γυμνοί μαστοί της μάνας με το παιδί κρεμασμένο στην αγκαλιά. Ιδού ο πόλεμος, το κόκκινο αίμα η πυρκαγιά. Τα μάτια απ’ το κλάμα ξεζουμισμένα, τα μαύρα μαλλιά που συστρέφονται σαν έχιδνες. Ο έρωτας με το τραγικό του νόημα, τα σκοτεινά λουλούδια τα περιδέραια στην καυτή επιδερμίδα. Ιδού ο θάνατος πανταχού παρόν. Tων παιδιών τα χείλη που ψηλαφούν μαστούς που έχουν πετρώσει απ’ το κρύο. Η μορφή και η εικόνα είναι μια σκέψη εν δράσει. Αυτό το κόκκινο που σφηνώνεται και σκοτεινιάζει μέσ’ τη σφαγή βγάζει αποδοκιμασία. Ο Τολστόι για να ζήσει όπως ήθελε πέθανε απ’ το κρύο στο κατώφλι των φτωχών. Ο Μισέ σκοτώθηκε απ’ την αγάπη για το μεθύσι. Κι ο Ντοστογιέφσκι κουβαλήθηκε στο νεκροταφείο απ’ τους κατάδικους και τα κορίτσια που δε χάιδεψε.

Εύα

Η Εύα είναι η νικήτρια. Σέρνει πίσω της ένα κοπάδι αντρών που υπακούουν στη μυρουδιά της. Ως νικήτρια έχει τη θέση της στα θρησκευτικά της πλέμπας και στα μουσεία του αστού. Είναι η προστάτιδα αξιολύπητων ζευγαριών που τα σμίγει η βεντούζα του έρωτα. Είναι ιέρεια της κίνησης, γυρίζει κυκλικά ζωντανεύοντας τα πάντα αλλά χωρίς να καθηλώνεται κάπου. Η Εύα φωτογραφίζεται για το vogue, στήνει πολέμους. Λύνει και δένει. Ο άντρας θέλει να ξεφύγει απ’ τα χείλη της που χάσκουν. Ν’ αποσπάσει το πετσί του που κατασπαράσσεται. Να υψωθεί πάνω απ’ τα στήθη που κυματίζουν. Αυτή είναι η πάλη των κορμιών. Ο πόλεμος με άλλα μέσα. Ανίκανος όμως αφού τον κρατά εκεί η φύση του που έστησε ολόκληρη πλεκτάνη για να διαιωνίσει την ύπαρξη. Να κάνει εις το διηνεκές την τραγωδία του σαπουνόπερα και υψηλή ραπτική. Τον κρατά εκεί αυτό που λένε οι φλώροι ψυχούλα. Σαν την κατσαρόλα με τα κόλλυβα που παίρνει βράση. Όταν η περίπτυξη λύνεται αρχίζουν τα πάνελ κι οι συνεδρίες. Πηχτό αίμα στα στομαχάκια που ξεπέφτουν όπως οι βασανισμένοι του Πινοσέτ και του Σαλαζάρ. Το πνεύμα δεν αποσπάτε απ’ τη σάρκα και το χώμα επειδή στη σάρκα και το χώμα υπάρχει ολόκληρη η συμπαντική κάψα. Αδιαίρετο το πάν. Αθροίζεται στο μουνί της Εύας. Στον υπέρ πάντων αγώνα. Είτε ξεκινούν απ’ τις αισθήσεις είτε απ΄ το πνεύμα ο υλιστικός πεσιμισμός και ο χριστιανισμός συναντιούνται για να διδάξουν την απελπισία. Η Εύα είναι όμως πάντα εδώ με το απίστευτο πείσμα των πιο μεγαλειωδών φύσεων να μην αποδέχεται ούτε τις αισθήσεις ούτε την ψυχή της κατακτώντας μια ανώτερη ισορροπία ανάμεσα στις αισθήσεις και τις ψυχές. Μια παραίτηση στη μέθη του ζην.

Πειρασμοί

 

Η δημιουργική γραφή είναι ας πούμε μια γυναίκα που κοιμάται γελάει ή ψήνει καφέ. Ονειρεύεται γκόμενο και γάμο. Είναι γαμπροί πολλοί που μαζεύονται στο χείλος της γλείφοντας τη γύρη. Σούργελα που πήραν βραβείο. Μαρίκες και γιώργηδες που οδηγούν το ποίμνιό τους στον επόμενο αγρό. Εδώ έχει γέλιο παραδεισένιο. Αρκεί να διαβάσεις την πρώτη γραμμή. Ένας χαρωπός ορίζοντας από αγκαθάκια που σκάνε πάνω στη γλώσσα. Αφού δε σου βγαίνει ρε μαλάκα κάντο χιουμοριστικό όπως ο Πανούσης. Επινοήσεις νεκρολογίες ο κώστας είπε η λίτσα έκλασε ο μήτσος έχυσε. Μέντιουμ χαρτορίχτρες και περιστατικά από δελτία ειδήσεων. Μεγαλόσχημοι με τριχίδια τσιγκελωτά που εξέρχονται απ’ τα ρουθούνια και πίνουν λούγκους στο Φίλιον. Παιδάκια που πήραν το χάρισμα κι ανέλαβαν εργολαβία Βιζυηνούς και Παπαδιαμάντηδες  έχοντας του Αλαφούζου την ευχή και του αφρισμένου ατλαντικού τα κύματα δει σε βιντεάκια. Που μάθαν την αλητεία παίζοντας γαλλικό σε σφαιριστήρια της Κλαυθμώνος και σε κωλάδικα της Λένορμαν που επισκεφτήκαν με το μπαμπά. Γράφουν σα να γεννήθηκαν στο Κάνσας. Στήνουν τούβλα και νταμάρια για τους βιβλιόκαυλους που περιστασιακά το παίζουν και σάτυροι γλείφοντας βεβαίως το κωλαράκι κάποιας Κρεολής γραμματέως ή κάνουν χρήση δικαιώματος σαγηνευτή. Αν αρχίσει κάτι να καίγεται κάνουν τον πυροσβέστη στο σκάι. Οι διανοούμενοι εν Ελλάδι είναι παιδιά της διαφήμισης του λουμίδη. Με λίγα ευρουδάκια γαμούν και τη μάνα τους. Κι όταν δε τους παίζουνε γίνονται αντισυστημικοί και συνασπισμός αλλά όταν παίρνουν χαδάκι απ’ το συγκρότημα γίνονται πασόκ ασάλιωτο που φυλά Θερμοπύλες. Μελαγχολούν εύκολα στο ρετιρέ που τους δόθηκε και κατεβαίνουν στη Σωκράτους να μυρίσουν Σουδάν και βυζιά καλάσνικοφ και κύριο τέλει ανωμαλίαι με στραβοπατημένα ψηλοτάκουνα. Φωτογραφίζονται με πασούμια και κομπινεζόν που τους έντυνε η μανούλα για τη φωνή της Αθήνας διαφημίζοντας  μοντέρνες καύλες και συνευρέσεις δουλεμένες στα φώτοσοπ της ΚΥΠ. Είμαστε αμερικανάκια και γουστάρουμε καπιταλισμό. Ταξιδάκια κάνουμε και ιδρύματα Φορντ μας κοιμίζουν γλυκά για να γράψουμε για ρουφηγμένες κορμάρες υπαρξιακά και θανατερά σορτσάκια ασορτί με τις μοντέρνες δυστυχίες.

Λάντζα

Ντόμπρο ή ξεστρατισμένο στο τίποτε
το ποίημα είναι φτιαγμένο να διεγείρει
να κάνει την αλήθεια πιο ενοχλητική.
Να πνέει το πνεύμα ξελιγωμένο καθώς
ανάβω το θερμοσίφωνα κοιτώντας
το μάτι του πολύφημου ν’ αναβοσβήνει
σποραδικά ζεσταίνοντας νεράκι του
θεού και του διαβόλου ετοιμάζοντας
τη λάντζα της εργάσιμης που πέρασε.

hutu and tutsi valentine day

Περίπου λέει, θέ μου φύλαξέ με απ’ τους ανθρώπους και ξέρω πώς να φυλαχτώ απ’ τα θηρία. Οι χαρακιές είναι η απόσυρση του έρωτα. Η εγκατάλειψη των Μυστικών. Η τρομαχτική επιστροφή του κακού την ώρα που ο ευρωπαίος κοιμάται με βελούδινες καρδούλες και MasterCard για τις κλειτορίδες των τραπεζών. Θρήσκος της πληροφορίας. Γνωρίζοντας δολοφόνους της Κολομβίας κι εξωτικούς δικτάτορες του τρίτου κόσμου. Σε χλωρό κλαρί δεν αφήνει κανένα. Κι όταν παγιδεύεται με τη μύτη κολλημένη στην εικόνα τη στιγμή που φτάνει απ’ τον άλλο κόσμο ο σημαδεμένος δε διαφέρει σε τίποτε απ’ τη θαυμαστή κότα του ιησουίτη θανασάκη  Κίρχερ.

Η αλήθεια πρέπει να λέγεται. Ο φακός καταπνίγει τον άλλο που δε βρίσκει καμιά θέση για τη δική του λαλιά μέσα στο συμπαγές λέγειν της εικόνας. Θα τα πούμε εμείς για σένα. Εσύ είσαι το μοντέλο. Εμείς κάναμε σπουδές. Στέλνουμε mail στην κυρά το βράδυ με τον έρωτά μας. Ανταποκριτές φρίκης. Να φτάσει η εικόνα στον πολιτισμό. Να στηθεί στις γκαλερί με αφρώδη οίνο. Εμείς μιλάμε κι εσύ ακούς άρα εμείς υπάρχουμε.

Συναντήσεις κρυφές για τα σαλιγκάρια που αφήνουν
τα πεδία της μάχης και τα οδοφράγματα τον μουσικό
Σύλλογο Απόλλων Ηράκλειο Κρήτης την εύνοια του θεού
ψαχουλευτά επιστρέφοντας στο κρεβάτι μετά από κατούρημα
κοιτώντας απ’ το παράθυρο την διαύγεια της Σελήνης
ουρλιάζοντας σαν τον λύκο που του τραβάν απ’ τη ρίζα
το δόντι. Μια ζωή δίχως λόγο.

Απ΄ τα σκεπάσματα δε βγαίνει η φωνή. Μονάχα τα άκρα. Η οπτική γωνία του ανθρώπου είναι αυτή της κριτικής κι όχι της αυτοκριτικής. Κοιτάμε τον νεκρό κι όχι τον εαυτό μας. Αν αντιστρέψουμε όμως την κάμερα θα δούμε το όπλο να μας σημαδεύει. Το άγνωστο κορμί στο σεντόνι είμαστε εμείς.

Τα πάθη μας είναι ολόδικά μας. Τα παιδιά μας. Τα βρίσκεις παντού. Η χαρά δε χρειάζεται κληρονόμους και τέκνα.

Το εγώ αγορεύει μόνο όταν είναι λαβωμένο. Κι ο άνθρωπος πολλές φορές ανάγεται στο τίποτε. Αν ψάξεις στο google θα βρεις κρανία όπως συλλογές γραμματοσήμων. Θα νιώσεις αυτό το ποιητικό οι έλληνες πολεμούν καλύτερα εναντίον ελλήνων. Βεβαίως στο αποτέλεσμα δεν αναγνωρίζεται εθνικότητα. Τα έχει ρουφήξει όλα η καταβόθρα του χρόνου.

Ήθελα να κάνω μια ταινία απ’ την οπτική του παράσιτου. Να νιώσει ο θεατής την απόλαυση της αρρώστιας καθώς εξαπλώνεται πάνω στους ανθρώπους είπε ο David Cronenberg. Η αγάπη με την αγάπη πληρώνεται.

Οιδίπους πάνω στη λίγη άσφαλτο. Όπως
ξέρουν καλά να τον συντηρούν στην
Επίδαυρο. Τι θα φορεθεί φέτος; Ποιοι
ιδεολογικά αντίθετοι θα ανάψουν στουπιά
στα ένθετα; Ποιοι κεντρώοι θα φλυαρήσουν
στις ψησταριές του Λιγουριού για τα κοινά
την ώρα που θα περνά ο γόης σκηνογράφος
με τα γκομενάκια του ρουφώντας μεδούλι
από τσογλάνικα μυαλά;

Α ρε πούστη Χρουστσόφ τι κερκόπορτες άνοιξες.
Μόνο στάχτες έχω να τρίψω στα μάτια για να
μην βλέπω τα χαλάσματα.

Μια όμορφη μέρα του Φλεβάρη βγήκα για ψώνια. Η Ερμού ήταν αξιολάτρευτη εκείνο το πρωί. Και τα λοιπά.

Κάθε ποίημα συντελείται εξ ιδίας δαπάνης του γράφοντος. Κάθε ήλιος πετσοκόβεται από φονιάδες Δεληγιάννηδες. Πασοκτζήδες παπατζήδες της Πραγματείας του Μπέρκλεϋ. Κι ας τους διαβάζει ο Χυτήρης η μουνόψειρα ποιήματα. Οι χαφιέδες μας συντηρούν ακαταπαύστως και τα νεκρά παιδιά που ανεβαίνουν με το χαρταετό τους στον ουρανό. Όπως το γράφει ο Σαχτούρης.

Η γέννηση, όχι ο θάνατος, είναι η βαρεία απώλεια. Το ξέρω εγώ που άφησα το κουφάρι μου στο χωματόδρομο.

Σέρνει το μαύρο σύννεφο τον ήλιο στα χαντάκια. Και επειδή είναι η γιορτή των ερωτευμένων και επειδή ο έρωτας περνάει από το στομάχι… Μπορείτε να υποδεχτείτε τον καλό σας με ένα ρομαντικό γεύμα. Η πρόταση είναι γαριδομακαρονάδα, σαλάτα μαρούλι-ρόκα και το γλυκάκι μήλα ψητά. Καλή επιτυχία και κυρίως υποδεχτείτε το σύντροφό σας με ένα πλατύ χαμόγελο. Κάντε έρωτα εμφύλιο. Κι αν δείτε στον ύπνο σας μπουλντόζες κοιτάξτε αλλού.

Ο έρωτας είναι υπόθεση για τρελούς

Ο έρωτας είναι υπόθεση για τρελούς.
Κι όσοι γράφουμε ακόμα χειρότερα
για τα σίδερα. Ξεφτιλισμένοι χάσκουμε.
Ούτε οι κίσσες δεν μας πλησιάζουν.
Και πεθαμένοι ακόμα θα φυτρώνουμε.
Στρατηγοί της ποίησης τρυφερά
χορταράκια.  Ούτε ένας θεός
ν’ αναπαύσει τις ψυχές μας
δε θα βρεθεί.

Προσόντα

Αυτά τα προσόντα που θα δουλέψουν για άλλους
και θα μαγαρίσουν ιδέες και νεράκι πόσιμο
σπουδές αλλοδαπές και άρθρα που ψαλίδισες
βραδάκι Κυριακής για να τα κάνεις φιγουρίνια
σε ντοσιέ, αναμνήσεις ελάχιστες ανακυκλώνοντας
με δίκροκες απόψεις ήθος λογιστή του αίματος
που πετσοκόβει κεφαλάκια σε κάποιον παράλληλο.
Σε τοποθεσία εφεύρημα των γεωγράφων σε κάποιο
σπιτικό που το δάκρυ θα φυτρώσει σαν ξαφνικό
μπουρίνι κάνοντας το επόμενο Έπος του αυτόχθονα
μπέστ σέλερ και τα κομάντος ήρωες σε ταινίες
κι αναγνωστικά του δημοτικού.

Αυτή η φαντασία που με ξελίγωσε

Αυτή η φαντασία που με ξελίγωσε
κάνοντας σκέτη ποίηση απωθημένα
και στύσεις που βάρεσαν κόκκινο
θα μακελέψει κάποτε αναγνώστες και
ξακριστές νοημάτων ταξινομητές
περιοδικάριους ρέκτες της φανερής
αυταπάτης του βίου που περιμένει
τους λήγοντες να τους σκαλίσει
στο μάρμαρο με την παύλα ανάμεσα
στριμωγμένη στις συμπληγάδες
της γέννησης και του θανάτου.

Τα ζοφερά και τα δύσκολα

Τα ζοφερά και τα δύσκολα καρποφορούν
σε βιβλία πρώην δέντρα, δάση
που άλλαξαν χρήση με τεχνητά μέσα
και χημείες ανεπανόρθωτες για να
βγάζει το άχτι η μεσαία τάξη
μακριά απ’ τη φύση ρωμαλέα
αφυπνίζοντας νεοσσούς με σενάρια
για το μέγεθος των βυζιών της
Μπουμπουλίνας και της ψωλής του
Μεγαλέξανδρου τραβώντας κάθε τόσο
το καζανάκι της ιστορίας αρχίζοντας
τις πιλάλες φιλόπονοι ιστορικοί
πρώην διπλωμάτες που φευγάτισαν
νύχτα με τις παντόφλες τον Οτσαλάν
για τον άλλο κόσμο γυρίζοντας
ταινία τον πόνο των πολλών
που παθαίνουν μελαγχολίες όταν
τρεμοπαίζουν ανάμεσα σε διαφημίσεις
και σήριαλ κοιτώντας τα μαύρα
μάτια του σφαχτού λίγο πρίν
βγάλει το δακρυάκι στην οθόνη
κάνοντας τους λαζούς που χειμάζουν
στους καναπέδες να φωνάξουν στην κυρά
θαύμα! η τηλεόραση δάκρυσε.

Λόγια Ξηρομερίτη

Μας ξεζούμισαν στατιστικές
και τοκογλύφοι. Η κτηνοτροφία
περνάει ζόρια στο νομό . Λόγια
Ξηρομερίτη που αβγάτισε το
εισόδημα το ογδόντα κι υστερότερα
ανέμισε τον πράσινο ήλιο.
Τα επίχειρα λαβαίνοντας.
Την επιδότηση. Περνώντας φάσεις
σε καφενεία με δεξιούς απάλιωτους
αναμνήσεις θρυλικές για τη
χούντα του παλιού καιρού που
έφτιαξε άσφαλτο και δεξαμενές
να καθρεφτίζεται το φεγγαρόφωτο.
Σχόλια πικρόχολα κάνοντας
για κοπέλες που ξάπλωσαν
σε λιβάδι με παπαρούνες κι
ένα αεράκι τους σήκωσε τη
φούστα ως τον αφαλό.

Ωδή στην αδολεσχία του μικροαστού

Της πίστεως εσείς ρεμπεσκέδες και
παλικαράκια του δεκατιανού έτοιμοι
για μαλακίες και ανέκδοτα με φίλλους
και ξέκωλλα τυχαία που είναι στον
κόσμο τους και σου χυτεύουν χαζομάρα
γλυκιά απ’ τα παιδικά παραμύθια που δεν
διάβασαν. Ανασούμπαλες σαν ινδιάνες που
κακογέρασαν στα χόντος με μαλλί τσιγαρόχαρτο
που δε σαλεύει. Έχοντας λίστα στο μπλοκάκι
για γενέθλια οργασμούς και μπινελίκια.
Εσείς που συμβολίζετε τη φάση του πατσά
που χνώτισε ρουθούνια αγγέλων μετά το
τσίπουρο παίρνοντας μάτι αθλήτριες στους
ολυμπιακούς. Εσείς που σκουντουφλήσατε
δήθεν σε κυλιόμενες χουφτώνοντας αβέρτα
γερμανίδες που δε φορούσαν απο μέσα βρακί.
Εσείς που ψηφίσατε σημίτη και γαλακτερές
φράπες πασόκων που πήραν χορηγίες και
ξανθά μελανούρια. Εσείς εθελοντές στον
αποσταχτήρα του αντέννα οικόσιτοι
σε ξυρισμένα μουνάκια που συμβάλουν
στη ρέψη αποθέτοντας στη σπιναλόγγα του
μέγκα δακρυάκι ηθογραφίας μιας και
δε σας επηρεάζουν τα επίκαιρα οι εξελίξεις
αφού τώρα έχουν αναλάβει δουλειά οι ατσίδες.

Μεγαλομάτα φύση

Δούλεψες πολύ την υγράδα στα μάτια
κι έκανες το στείρο βίο μισθωτού
να μετράει. Λογάριασες, σαν αδέσποτο
σε ρεπορτάζ, τον κόμπο στο λαιμό
του θεατή κρατώντας τα χαδάκια
και τα κοφτά βλέμματα αξέσπαστα
να φαρμακώνουν το στέρνο κάποιου
σε χωριό κάτω από ουρανό που τονώνει
επιτυχώς το δέρμα και τα ψευδώνυμα.
Εραστές αρμολόγησες  που σε κάναν
αφίσα. Μεγαλομάτα φύση πάνω από
αχνιστό τραχανά.

θέματα και ζαλάδες

επινόησες θέματα και ζαλάδες
εκείνα τα ζαρζαβατικά για τις
οδύνες που κάνουν την ποίηση
να ζέχνει ρομαντισμό επινόησες
κάτι φλάμπουρα για το Σαββίδη
μα ο κακόμοιρος πέθανε προ πολλού
υπομονετικά αφρόντιστος με τη
φωνούλα απο τσίπουρο και το
χρυσό δόντι που θα πάει στράφι
αφού δεν έχει γυφταίους ο κάτω
κόσμος

Eπικίνδυνες μαγειρικές

Κλέβω λίγο στο φιλί
βάζοντας περισσότερη
γλώσσα κι ονειρεύομαι
πως θα κάψω θερμίδες
στα μονοπάτια σου αφού
είσαι βουνό χώρα με
επαρχίες και χωριά.
Ακολουθώ το χνουδάκι
που αρχίζει από αφαλό
προς τα τελειώματα
διατυπώνοντας φωναχτά
τρίχωμα σγουρό
ως εκεί που αχνίζουν
των σπλάχνων
οι επικίνδυνες
μαγειρικές.

Στη μέση του δρόμου

Αυτοί που χαίρονται αληθινά
πονούν αληθινά. Οι άλλοι με
προβληματίζουν που κυμαίνονται
αξέσπαστοι και σπάνε σαν
κλαράκια στην άκρη του γκρεμού
ή γίνονται χωροφύλακες σε
πονεμένα κορμάκια. θέλει τέχνη
να μάθεις τη χαρά και τον πόνο.
Να εφαρμόσεις αυτό που κάνουν
τα σκυλιά στη μέση του δρόμου.

Κορίτσι ματιασμένο

Κορίτσι ματιασμένο μέσα σε ποιήματα
κορτάκηδων σου γράφω ξεδιαλέγοντας
λέξεις. Σε βαβυλώνιο ρήγμα τρυπώνω.
Στον κόρφο σου χασμώμενος. Στην
τρυφερή θέα μαστών που μαλάχτηκαν
από πρώην και νυν. Χνώτο αφήνοντας
και βογκητό στο λαιμό σου. Δίνοντας
λύση στο πλεόνασμα που εκκρεμούσε.
Ανεβάζοντας ηθικά την ιδεοληψία
αρσενικού που γυρίζει πλευρό
μουσκεμένος αφήνοντας πίσω του
σάρκες αξέσχιστες.

Ποίημα της Λίτσας

Ποια ξακουστή να τραγουδήσω τώρα κομμώτρια
Λίτσα που λύγισε κρατώντας πιστολάκι ντούρο
ψαλιδιές ξεσπαθώνοντας στην κλιμάκωση πάνω
ξεχώνοντας στοργικά σκυλάδικα με τα χειλάκια
που στέγνωσαν από φράσεις πελάτισσας κοιτώντας
απ’ τον καθρέφτη μέσα το σκοτεινό βλέμμα
διάλεξη δίνοντας για χτενίσματα και γεγονότα
τα παιδιά το σύζυγο τους πεθαμένους
τους εραστές που σπανίζουν.

Τα χούγια εκάστου

Γράφω ακόμα και για
τα χούγια εκάστου που διαβαίνει λεωφόρο
τραγουδισμένη τρώγοντας γιορταστικό
πεινιρλί απ’ αυτά που βλέπει πεινασμένος
στον ύπνο του και σε βιτρίνες με λάμπες
που κρατάνε ζεστούλα τη γέμιση μόνος
από κούνια στους αγίους κάθε τόσο
ζητώντας χάρες και σε συμβούλους που
εψήφισε για να διορθώσουν φρεάτια
να καθαρίσουν αλάνες στελέχη της
παράταξης που θα τα χώσουν στην
ηγεσία και θα βγάλουν επικήδειο κάποτε
για συγγενή που παραπάτησε σε γκρεμό
λέγοντας φράση πετυχημένη για το
νεκρό γλυκαίνοντας βουρκώματα και
το θρήνο κάνοντας δημόσιο αγαθό.

Αθέατες γεωμετρίες

Αθέατες γεωμετρίες θα σου μάθω
εγώ που ψάχνω αντίπαλο στο σκάκι
εκ γενετής στύβοντας το νόημα
ξεκοκαλίζοντας το Κεφάλαιο του
Μάρξ και το Κοράκι του Πόου.
Τις κουνουπιέρες λατρεύοντας
που εφέρναν βοριαδάκι καθαρό στο
προσκέφαλο λίγο πριν ξεσπάσουν
οι ειδήσεις του σκάι κι οι γυμνές
στα τελεσίδικα πίξελ χαϊδεύοντας
την Πίνδο όταν λένε τον καιρό
και το μουνάκι τους ιεροκρυφίως
τα μεσάνυχτα σε τοπικά κανάλια
της ενδοχώρας με το δάχτυλο
σαλιωμένο να αμύνεται στα
θανατικά και τους θεσμούς
τρύπες διευρύνοντας πόθους
αέρηδες. Το σκουπιδάκι
της πίκρας φυσώντας απ’ το
ματάκι του θεατή. Την κόρη
ανάβοντας σαν θράκα που
ενεδρεύει στις στάχτες.

Λίγο πριν

Έλεος πατριώτες με τους σπασμένους
καθρέφτες και τις μοναξιές στη ζέστα
τη σπιτίσια και το φαγάκι της κυράς
που συμπάσχει ατέλειωτα μεγαλεία
πατικωμένα σε σαμουά ιταλίας με το
υποκίτρινο χρωματάκι αμύριστο με
τις δαχτυλιές τυπογράφου που γέρασε
ειρηνικά ανάμεσα σε ατμομηχανές
που διεκδικούν εξουσία με το μελάνι
να στάζει πολύτροπον το λαδάκι
στη μηχανή να τσεκάρει πνιχτές
ανασούλες που βγάζουν στην αγορά
έπος σιαγμένο με λογάκια που θα
πάνε στράφι στο γριβάδι του Πατάκη
στις ένδοξες βιτρίνες με τις φίρμες
που κάναν τέχνη τον πόνο των άλλων
συγκινώντας αστούς λίγο πριν βάλουν
κωλοδάχτυλο στη σύζυγο.

αχ! θέ μου οι ανάφτρες

Αν δεν ήμουν άθεος
θα εκφωνούσα εκείνο
το βαρύγδουπο
αχ! θέ μου οι ανάφτρες
και το χορταράκι
που κατουράνε
είν’ αγίασμα.
Και το αεράκι τους
που περνάει απ’ τις
μπουγάδες μέσα
με κατεβάζει στον Άδη!

Χώρες και τσούπες

Αυτές οι χώρες που δεν περπάτησα
κι οι τσούπες που με προσπέρασαν
αχάιδευτες αλλά καυτές ρέοντας
σποραδικά κι αφηρημένα σε άλλους
άφησαν χώρο για λίγη ποίηση.  Για
χούγια ζηλευτά. Συλλογισμούς
ξελιγωμένους και φευγάτους. Εμένα
του φανατικού με τις εποποιίες
οργασμών όπου και να με βρίσκει
το κακό αδερφοί τα ιερά γαμήσια
μνημονεύω.

Ιερά και όσια

Είναι πηγαίο το κομφούζιο που μου συμβαίνει
κι οι ευχές δε με πληγώνουν πια. Γράφω
ελεύθερα συνειρμικά ξαναϊδωμένα.  Σωριάζω
στις κρυφές γωνιές γεγονότα σαν ξελιγωμένος
το μεδούλι ρουφώ πατριώτες. Στα δημόσια
προσηλωμένος. Προπάντων αξιοπρεπώς
ξευτιλίζω τα ιερά και τα όσια που μου δόθηκαν
κάνω προτάσεις εμψυχώνω βυζιά. Μισή
ντροπή δική μου κι η άλλη του πεθαμένου
που θα γίνω κάποτε στον κυκλοδίωκτο ντουνιά.