Η γενιά μου

Η γενιά μου άντεξε ψευδαισθήσεις ιδιωτικά οράματα και διαλογισμούς. Καρτερικά υπομένοντας ανανεωτές καιροσκόπους. Τιμητές σκληρούς που ξεκίνησαν τον τρίτο δρόμο. Αυτούς  που πήγαν τη βενζίνη ένα εβδομήντα και το χωνάκι δυο ευρώ. Σαστίζοντας βιοπαλαιστές και μέθυσους. Υπάρξεις υγρές  με μποτάκια ριγωτά που δεν αξιωθήκαν Ιλιάδα απ’ το πρωτότυπο και παντοτινές δαγκωματιές στα κωλομάγουλα που εψαλίδισαν τα ελληνικά στα sms προσεχτικά ορίζοντας τη ζέστη που έβγαλε το κορμάκι τους στην αγκαλιά κάποιου. Η γενιά μου ξεκοκάλισε τον ιδεαλισμό της κατανάλωσης αγαθών και σάρκας. Κι όπως συμβαίνει σε καιρούς τραγικούς θ’ αφήσει πίσω της πολύ διδακτισμό και λίγη τέχνη. θα πανηγυρίζει την αιμομιξία της με άλλους αθάνατους πίνοντας σαμπάνια απ’ το γοβάκι κρατικού οργανισμού που έστερξε να χορηγήσει υποτροφία στο ταλέντο που βγάζει ραγισματιές αφού μπούκωσε ποίηση μπόλικη και φεγγαράδες. Η γενιά μου ξοδεύτηκε σε εφεδρείες παίζοντας pacman ή περιγράφοντας πληθωρικές νεκρές φύσεις και φλεγόμενες απεραντοσύνες. Η επανάστασή της ήταν ο γυμνισμός σε μια φύση μουσείο που την ποδοπάτησαν τέχνες γράμματα και δραστήριοι ασφαλιστές. Όσους έβγαλε εκπροσώπους κορτάκηδες σε αναδασώσεις και οικολόγους με χλαμύδα σε υπουργείο τους έκανε να παρηγορούν τη μεσαία τάξη με άξιο μισθό στα ικρία της δημοσιότητας. Η γενιά μου οτι μύθους έστησε με τα οικόσιτα γραπτά θα τους αποσαρκώσει με το χασαπομάχαιρο του ακαδημαϊσμού γλιστρώντας μέσα στη χαίνουσα ρεματιά του παγκόσμιου σφαγείου.

Όρθρος

Επένδυσα στην έκλυτη γύρη της
με δάχτυλο ευανάγνωστο. Οσμές
κρυμμένες στο αίμα του κορμιού
για κάποια μέλλουσα σφαγή προορισμένες.
Το χορτάρι πρόφτασα τ’ ανθάκια
που τινάχτηκαν ενώ ο όρθρος
ξέσπαγε στα σπλάχνα της
με τις αισθήσεις όλες
σώες και πιστές.

Αθόρυβα και σεμνά

 

 

 

 

 

 

Αθόρυβα και σεμνά θα φύγεις
για τον άλλο κόσμο αφήνοντας
πίσω κουρτίνες αμπαζούρ καθρέφτες
ανθοδοχεία εταζέρες και τέτοια.
Δάνεια που φόρεσες κατάσαρκα
και σε πήγαν μέχρι τέλους
τηλεκάρτες συλλεκτικές με τα
ερείπια της Ακροπόλεως και
τα μπάζα του ιερού βράχου
ράτσες διάφορες που λιώσαν
σα σβήστρες σε πρώην ασβεστωμένα
καφενεία που αναπολούν οι αστοί.
Εσύ που είχες ψυχή τζογαδόρου
και θαύμασες τσούπα που σάλιωνε
έγγραφα στο πρωτόκολλο με το δάχτυλο
αφήνοντας βλεμματάκι σαθρό
να γλιστρήσει ανάμεσα απ’ τα
χρυσά μποτιτσέλια με στρατηγικές
ταχτικές και σχέδια μάχης. Εσύ
που είχες κάρτα απεριορίστων διαδρομών
για έναν και μοναδικό προορισμό.
Εσύ που υπήρξες απεργοσπάστης
και γλείφτης πιστός παλαίμαχος
όπου να’ ναι θα σου κλείσουν τα μάτια
θα σε πλύνουν θα σε θάψουν
θα σε νεκροφιλήσουν μαλάκα μου.

Στο παράθυρο

Το τραπέζι μου είναι δίπλα στο παράθυρο.
Της φαρμακολύτριας έμπνευσης νεκροτομείο
που θα’ λεγε και κάποιος απ’ τους παλιούς
αχτιδοβόλος και μέθυσος που μύρισε
την ξινίλα του Μπαϊρακτάρη και τα σκέλια
κυράς που του δόθηκε εξόριστη από κρεβάτι
ανάστατο. Δοκιμάζοντας με τη γλώσσα
τα όσα συνέβησαν σε ποιήματα μέσα.
Εργόχειρα που έλαμψαν κάποτε σε βιτρίνες
και βάραθρα ηδονές εκθειάζοντας
φριχτά μωλωπισμένης νιότης. Χειλάκια
που τα καψάλισε η φωτοβολίδα του φιλιού.

Σχέδια

Στάσου να σου διορθώσω λίγο την ύπαρξη να μην κλαίγεσαι, να σου βγει παρακμή στο γραπτό. Διότι οι παρακμές ζυμώνονται και το ένζυμο των παρακμών οικοδομεί μελλοντικό έργο για ακαδημίες.

σχέδια για λίγη τέχνη στο μειωμένο φως
ιδιοτροπίες βεβαιότητες ενώ της αρέσει
να κοιμάται γυμνή στα σκοτάδια

Ως και ο Διόνυσος αγρότης αξύριστος
από κάποια Λεχαινά Ηλείας.
Νυχτιάτικα με τις ορμές του
μαγειρεύει μανιτάρια με βούτυρο
στο τηγάνι. Όμορφη νυφούλα
τον κοιτά μέσα απ’ το νυφικό της
με το λειρί του κόκορα
να σπαρταρά
στα σκέλια ματωμένο.

γλυκέ μου έλληνα που άνθησες στη μακροπόδα αττική
με θάρρος βλέπεις βόρειες ζέστες. το ειδύλλιο όμορφης
νύφης παχουλής των Ουραλίων που κελαρύζει πάθος
ρέμπελης καρδιάς και βότκα απανωτή. όπως σφηνάκια
σε πενταήμερη σχήματα ρητορικά ωσάν τα σύκα
που χάσκουν σε κάποια εξοχή. δύσκολα χρόνια
έρχονται και θα σε πιάσουν στον ύπνο και το συνάχι