Ποίημα της Λίτσας

Ποια ξακουστή να τραγουδήσω τώρα κομμώτρια
Λίτσα που λύγισε κρατώντας πιστολάκι ντούρο
ψαλιδιές ξεσπαθώνοντας στην κλιμάκωση πάνω
ξεχώνοντας στοργικά σκυλάδικα με τα χειλάκια
που στέγνωσαν από φράσεις πελάτισσας κοιτώντας
απ’ τον καθρέφτη μέσα το σκοτεινό βλέμμα
διάλεξη δίνοντας για χτενίσματα και γεγονότα
τα παιδιά το σύζυγο τους πεθαμένους
τους εραστές που σπανίζουν.

Τα χούγια εκάστου

Γράφω ακόμα και για
τα χούγια εκάστου που διαβαίνει λεωφόρο
τραγουδισμένη τρώγοντας γιορταστικό
πεινιρλί απ’ αυτά που βλέπει πεινασμένος
στον ύπνο του και σε βιτρίνες με λάμπες
που κρατάνε ζεστούλα τη γέμιση μόνος
από κούνια στους αγίους κάθε τόσο
ζητώντας χάρες και σε συμβούλους που
εψήφισε για να διορθώσουν φρεάτια
να καθαρίσουν αλάνες στελέχη της
παράταξης που θα τα χώσουν στην
ηγεσία και θα βγάλουν επικήδειο κάποτε
για συγγενή που παραπάτησε σε γκρεμό
λέγοντας φράση πετυχημένη για το
νεκρό γλυκαίνοντας βουρκώματα και
το θρήνο κάνοντας δημόσιο αγαθό.