Σχέδια

Στάσου να σου διορθώσω λίγο την ύπαρξη να μην κλαίγεσαι, να σου βγει παρακμή στο γραπτό. Διότι οι παρακμές ζυμώνονται και το ένζυμο των παρακμών οικοδομεί μελλοντικό έργο για ακαδημίες.

σχέδια για λίγη τέχνη στο μειωμένο φως
ιδιοτροπίες βεβαιότητες ενώ της αρέσει
να κοιμάται γυμνή στα σκοτάδια

Ως και ο Διόνυσος αγρότης αξύριστος
από κάποια Λεχαινά Ηλείας.
Νυχτιάτικα με τις ορμές του
μαγειρεύει μανιτάρια με βούτυρο
στο τηγάνι. Όμορφη νυφούλα
τον κοιτά μέσα απ’ το νυφικό της
με το λειρί του κόκορα
να σπαρταρά
στα σκέλια ματωμένο.

γλυκέ μου έλληνα που άνθησες στη μακροπόδα αττική
με θάρρος βλέπεις βόρειες ζέστες. το ειδύλλιο όμορφης
νύφης παχουλής των Ουραλίων που κελαρύζει πάθος
ρέμπελης καρδιάς και βότκα απανωτή. όπως σφηνάκια
σε πενταήμερη σχήματα ρητορικά ωσάν τα σύκα
που χάσκουν σε κάποια εξοχή. δύσκολα χρόνια
έρχονται και θα σε πιάσουν στον ύπνο και το συνάχι

 

Τα σκοτεινά λουλούδια

Όλων των όντων η ζωή κι ο θάνατος είναι αλληλένδετα. Σκέφτομαι υπαλλήλους που δεν έχουν παιδιά και σύζυγο, στο οινομαγειρείο. Υπερβολικά πολύ μόνους. Κοιτάζουν τους νεκρούς στις ειδήσεις. Τη Σφαγή της Χίου. Τα χνώτα της πολεμικής κραυγής του ρομαντισμού. Ιδού η οργή και οι γυμνοί ώμοι, οι γυμνοί μαστοί της μάνας με το παιδί κρεμασμένο στην αγκαλιά. Ιδού ο πόλεμος, το κόκκινο αίμα η πυρκαγιά. Τα μάτια απ’ το κλάμα ξεζουμισμένα, τα μαύρα μαλλιά που συστρέφονται σαν έχιδνες. Ο έρωτας με το τραγικό του νόημα, τα σκοτεινά λουλούδια τα περιδέραια στην καυτή επιδερμίδα. Ιδού ο θάνατος πανταχού παρόν. Tων παιδιών τα χείλη που ψηλαφούν μαστούς που έχουν πετρώσει απ’ το κρύο. Η μορφή και η εικόνα είναι μια σκέψη εν δράσει. Αυτό το κόκκινο που σφηνώνεται και σκοτεινιάζει μέσ’ τη σφαγή βγάζει αποδοκιμασία. Ο Τολστόι για να ζήσει όπως ήθελε πέθανε απ’ το κρύο στο κατώφλι των φτωχών. Ο Μισέ σκοτώθηκε απ’ την αγάπη για το μεθύσι. Κι ο Ντοστογιέφσκι κουβαλήθηκε στο νεκροταφείο απ’ τους κατάδικους και τα κορίτσια που δε χάιδεψε.

Εύα

Η Εύα είναι η νικήτρια. Σέρνει πίσω της ένα κοπάδι αντρών που υπακούουν στη μυρουδιά της. Ως νικήτρια έχει τη θέση της στα θρησκευτικά της πλέμπας και στα μουσεία του αστού. Είναι η προστάτιδα αξιολύπητων ζευγαριών που τα σμίγει η βεντούζα του έρωτα. Είναι ιέρεια της κίνησης, γυρίζει κυκλικά ζωντανεύοντας τα πάντα αλλά χωρίς να καθηλώνεται κάπου. Η Εύα φωτογραφίζεται για το vogue, στήνει πολέμους. Λύνει και δένει. Ο άντρας θέλει να ξεφύγει απ’ τα χείλη της που χάσκουν. Ν’ αποσπάσει το πετσί του που κατασπαράσσεται. Να υψωθεί πάνω απ’ τα στήθη που κυματίζουν. Αυτή είναι η πάλη των κορμιών. Ο πόλεμος με άλλα μέσα. Ανίκανος όμως αφού τον κρατά εκεί η φύση του που έστησε ολόκληρη πλεκτάνη για να διαιωνίσει την ύπαρξη. Να κάνει εις το διηνεκές την τραγωδία του σαπουνόπερα και υψηλή ραπτική. Τον κρατά εκεί αυτό που λένε οι φλώροι ψυχούλα. Σαν την κατσαρόλα με τα κόλλυβα που παίρνει βράση. Όταν η περίπτυξη λύνεται αρχίζουν τα πάνελ κι οι συνεδρίες. Πηχτό αίμα στα στομαχάκια που ξεπέφτουν όπως οι βασανισμένοι του Πινοσέτ και του Σαλαζάρ. Το πνεύμα δεν αποσπάτε απ’ τη σάρκα και το χώμα επειδή στη σάρκα και το χώμα υπάρχει ολόκληρη η συμπαντική κάψα. Αδιαίρετο το πάν. Αθροίζεται στο μουνί της Εύας. Στον υπέρ πάντων αγώνα. Είτε ξεκινούν απ’ τις αισθήσεις είτε απ΄ το πνεύμα ο υλιστικός πεσιμισμός και ο χριστιανισμός συναντιούνται για να διδάξουν την απελπισία. Η Εύα είναι όμως πάντα εδώ με το απίστευτο πείσμα των πιο μεγαλειωδών φύσεων να μην αποδέχεται ούτε τις αισθήσεις ούτε την ψυχή της κατακτώντας μια ανώτερη ισορροπία ανάμεσα στις αισθήσεις και τις ψυχές. Μια παραίτηση στη μέθη του ζην.