Τα σκοτεινά λουλούδια

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Όλων των όντων η ζωή κι ο θάνατος είναι αλληλένδετα. Σκέφτομαι υπαλλήλους που δεν έχουν παιδιά και σύζυγο, στο οινομαγειρείο. Υπερβολικά πολύ μόνους. Κοιτάζουν τους νεκρούς στις ειδήσεις. Τη Σφαγή της Χίου. Τα χνώτα της πολεμικής κραυγής του ρομαντισμού. Ιδού η οργή και οι γυμνοί ώμοι, οι γυμνοί μαστοί της μάνας με το παιδί κρεμασμένο στην αγκαλιά. Ιδού ο πόλεμος, το κόκκινο αίμα η πυρκαγιά. Τα μάτια απ’ το κλάμα ξεζουμισμένα, τα μαύρα μαλλιά που συστρέφονται σαν έχιδνες. Ο έρωτας με το τραγικό του νόημα, τα σκοτεινά λουλούδια τα περιδέραια στην καυτή επιδερμίδα. Ιδού ο θάνατος πανταχού παρόν. Tων παιδιών τα χείλη που ψηλαφούν μαστούς που έχουν πετρώσει απ’ το κρύο. Η μορφή και η εικόνα είναι μια σκέψη εν δράσει. Αυτό το κόκκινο που σφηνώνεται και σκοτεινιάζει μέσ’ τη σφαγή βγάζει αποδοκιμασία. Ο Τολστόι για να ζήσει όπως ήθελε πέθανε απ’ το κρύο στο κατώφλι των φτωχών. Ο Μισέ σκοτώθηκε απ’ την αγάπη για το μεθύσι. Κι ο Ντοστογιέφσκι κουβαλήθηκε στο νεκροταφείο απ’ τους κατάδικους και τα κορίτσια που δε χάιδεψε.