Το αιώνιο παρόν

Το να μιλάς για παρόν είναι ρεπορτάζ, γεγονός, σημείωμα σε χαρτοπετσέτα από σύζυγο ή μάνα, λίστα από ψώνια, αγορά βιδολόγου στα πράκτικερ ή ολίγη κβαντομηχανική από κυριακάτικη εφημερίδα. Το παρελθόν και το μέλλον όμως είναι ποίηση που στραγγίζει την ημερήσια κατάθλιψη μιας εργάσιμης γιατρεύοντας τη χημεία του κορμιού με καυλοπυρέσουσα οδύνη ονείρωξης φωτοτυπημένη σε σεντονάκι λευκό. Το μέλλον είναι ισοδύναμο φαντασίας και το παρελθόν ισοδύναμο μνήμης που βράζουν μέσα στη χύτρα του παρόντος. Το περιβάλλον είναι το πετρογκάζ που σε κάνει ή γομάρι ή περίεργο. Σε θυμώνει, σε γδέρνει, σε ρουφά σαν καταβόθρα. Μια μικροστιγμή ενός ασήμαντου όντος  μπορεί να είναι πιο πολύπλοκη από την πολυδαίδαλη εξέλιξη μιας σουπερνόβας. Κι οι πύρινοι ήλιοι της Ανδρομέδας αμυδρές πυγολαμπίδες μπροστά στο φλογερό καμίνι του αιδοίου που περιμένει το σιδηρουργό του. Κουβαλάμε στους ώμους το αιώνιο παρόν. Κάνουμε λογοτεχνία, επανάσταση, δίνουμε όρκους. Χτίζουμε θρησκείες που διαλαλούν την κρίση της συναισθηματικής μας μισαλλοδοξίας, αυτής που ντύνει με δόγματα ο ιερέας και εμποδίζει επί αιώνες την επαφή του πνεύματος με τον εξωτερικό κόσμο και που εναντίον τους η αναγέννηση, οι εγκυκλοπαιδιστές, η γαλλική και η οχτωβριανή επανάσταση ήταν ισάριθμες εξεγέρσεις που καταπνίγηκαν μεν στην επιφάνεια του ανθρώπου αλλά νίκησαν στο βάθος του. Κι αυτό το βάθος είναι οι εκρήξεις δισεκατομμυρίων φωτεινών ενεργειών σ’ ένα πλέγμα πολύπλοκης και λαμπρής λεπτότητας μέσα στο Αιώνιο Τώρα του υλικού χώρου.

Γεγονότα που ζήσαν άλλοι

Χώρεσε μπόλικο αυτισμό η ποίηση.
Νευρικές κρίσεις, φλυαρία. Γεγονότα
που ζήσαν άλλοι αλλιώς. Ύμνησε
αγριομηλιές σκουριές και βάτα. Τραγούδησε
τις ψείρες το μέλι το πρωκτικό σέξ.
Τα ούφο τα βατόμουρα το Μπάμπη
Κλάρα. Γράφτηκε παράνομα με φακό
κάτω από σκεπάσματα. Πρόχειρα στη
ζεστούλα κορμιού ζωηρεύοντας
αχαλίνωτη ηθογραφία και χρήση
λέξης από μητρικό κόρφο. Έβγαλε
στην επιφάνεια μιλιά χιονιού φρέσκου
κι απάτητου. Χάδι υπονοούμενο σε
φτεροκόπημα αναγνώστη
ανεπίδοτη αφήνοντας  χαρμολύπη σαν
προβιά στο φράχτη που στεγνώνει
απ’ τους χυμούς της ύπαρξης.

Ιδεών έκθεσις

Ονειρεύτηκα δασκάλα που μας έβαζε να φτιάχνουμε εκθεσούλες με φαντασία και όνειρα γλυκά. Κι όχι εκείνο το ξεπεσμένο, πώς τα πέρασα το Πάσχα, που ήταν σαν περιτύλιγμα πραγματικότητας με μπόλικα αποκυήματα και άλλα σπουδαία που διαβάζαμε ή ακούγαμε ή μας έρχονταν στην κούτρα από στιχομυθία βλέμματος με συμμαθήτρια. Τα ντουβάρια της τάξης κάνουνε καλή δουλειά στο μυαλουδάκι μωρού που θέλει να ασκηθεί σε διαγνώσεις ζωής και κουβέντες που πέρασαν ξώφαλτσα μιας και η κρατική εκπαίδευση επιδαψιλεύει στο κορμάκι καθήκοντα ποιητή ή γκριμάτσες για τη μετέπειτα αλάνα της αγοράς που θέλει αλφάδι τους συμπολίτες και τους συμπότες. Σε περνά από γερτούς καλαμιώνες και χαρακώματα με γιορτούλες πένθιμης χαράς και παπαγαλίες για τις πενταδάχτυλες αφές και νόμους του Νεύτωνα που χρειάζονται ίσα ίσα για να καμαρώνεις στα μπούτια κάποιας τη βαρύτητα και τα στηθάκια που επιτυχώς επιβεβαιώνουν τη θεωρία. Μόλις τα μαθητούδια γίνουν άντρες, γυναίκες, πολίτες χώρας τρέχουν να χωθούν πανικόβλητοι σε συμβιώσεις, οικογένειες, εκκλησίες της πεντηκοστής. Ψάχνουν λαγούμια, κουφάλες, αγκαλιά εραστή, χάπια, ψυχολόγο, δάνειο για αγορά πρώτης και τελευταίας κατοικίας. Αφήνουν απέξω κραυγές και κομματάκια του εαυτού όπως πάθη, κρυφούς οργασμούς, ομπρέλες καρφωμένες σε παραλίες και γκαζόζες σε τραπεζάκια σταθμών. Γίνονται αντρόγυνα και πρώτη ύλη διαφημιστή σε πολίχνες και προάστια στέργοντας γονιμότητα στις εκτομίες λεωφόρου και τα λιπώδη σύθαμπα ψησταριάς το Σάββατο επινοώντας παχυλή μακαριότητα στιγμής μεσ’ την αιώνια λοχεία τους.

Αναμνήσεις ορέων

Λυπήσου μας χρόνε με τις τόσες βιοτικές μας ανάγκες
και το μέλλον μας, που το διαβάζουμε στα ζώδια και τα
στεγνά χειλάκια του κορμιού κάποιας, που μεταδίδει
απ’ τη γούρνα της κρατικής ορεινούς οργανοπαίχτες
και πείνες παιδιών που πέρασαν. Έθιμα, ήθη και
πλεκτάνες. Φορμαλισμό προγενέστερων χαριτωμένων
σε πλατείες χωριών με ομήγυρη να πάλλεται στην
ορθή στιχοριξιά αφήνοντας ήλιο να χυθεί απ’ τις
μασχάλες στα πεδινά. Κάνοντας του διαμερίσματος
τον πονεμένο να λιβανίσει λίγο χωριό. Να λιχνίσει
ρόγες αιχμηρές σε στολές νοικιασμένες.

Χίλιες λεξούλες

Περιμένεις με χίλιες λεξούλες να πυρακτώσεις
το δημόσιο αίσθημα. Να κάνεις εντριβή στο
μισθωτό που χρημάτισε λαός κυρίαρχος με
άλλους φύλαρχους αφού ξεπάστρεψε στάνες
και πατρικά φορώντας πολυσήμαντα εσώρουχα.
Αφού κυλίστηκε σε παιδότοπο, απόγευμα Κυριακής
με τη συμβία απασχολήσιμη κι αδιάθετη στα
νταμάρια γενεθλίων. Με κοπελίτσες γλυκές
της παράταξης που αναθάρρησαν ακούγοντας
Ρέμο για να’ χει η σάρκα τους λόγο ύπαρξης
φυραίνοντας το μυαλουδάκι με συρράξεις
χαρμολύπης, αντιγραφές τοπίων σε αρχαίες
καφετέριες όπου έφηβοι επέδωσαν το πρώτο
τους φιλί. Με τη γλώσσα να τρυπώνει στα χάσματα
και τον πούτσο να σκιρτά μπροστά στο
κάστρο της ανάσας κάποιας.

Πένθος λευκό

Σκέφτομαι πως μπορεί κάποιος να στήσει περιβάλλον πένθους. Να βρει πράγματα ανάμεσά μας που θα μπορεί να τα πνίξει αφού δεν θα μπορεί να τα κατανοήσει. Διότι κατανοώντας γνωρίζω τον εαυτό μου κι οχι τις μινιατούρες ύπαρξης. Ο αξιοθαύμαστα αξιολύπητος στήνει εικαστικές επινοήσεις. Παρωδεί την παρωδία. Μαϊμουδίζει προσευχούλες, άρτους και θεάματα. Γραβάτες σακάκια τρίχες κομπολόγια. Ξεγελά την αγαπημένη του αυταπάτη για το μη αναπαραστατικό και γίνεται ένας εμπνευσμένος μεσάζων ανάμεσα στην απομίμηση και την αναδημιουργία. Βασανισμένος απ’ το ναυάγιο τού να είναι μοναδικός επιλέγει το να είναι πολυάριθμος μέσα στο βιβλικό σκατολογικό όραμα. Φοβάται την φύση που τον οδηγεί στις διαστροφές και μεθοδεύει εγκράτειες. Κάνει κοινοβούλια δημοκρατίες μπουρδέλα εκκλησίες τζαμιά για να ελέγχει ορμές σεξουαλικότητα ένστικτα. Κεντά με σπουδή τον ταξικό ιστό. Χτίζει τύψεις αντί για οργή. Κλώθει τις σαδιστικές παρορμήσεις των θρησκειών. Η αφροδίσια ορμή είναι νόσημα. Η επανάσταση ανοησία. Η δικαιοσύνη μεταφυσική. Ο θρησκόληπτος αλλάζει τον νόημα των λέξεων. Καταργεί την ουσία του λόγου. Ακυρώνει το χώμα τη θάλασσα τα βουνά και τα δέντρα. Πετσοκόβει πούτσους και κλειτορίδες ως απολήξεις μιας διαβολικής εκτροπής του ανθρώπινου γένους. Μια ανθρωπότητα που έγινε υστερική σκύλα κατά το Μεσαίωνα γιατί απώθησε ανεπαρκώς τις σεξουαλικές εμπειρίες της ελληνικής παιδικής της ηλικίας.

Τα δέοντα

Υποφέρουν πολλά οι φτωχοί συν τη
στείρωση και τις ξευτίλες απ’ τα γεγονότα
που δεν ορίζουν. Τις χαμένες μέρες
πίσω από επιταφίους και κάσες με
συγγενείς, γνωστούς, νεκρούς από
άλλη εκλογική περιφέρεια και μπούτια
που ξεζούμισαν κάποιον φουκαρά
με τους καλούς τρόπους κυβερνώντας
ψωλές δια βίου κτίσεις της επαρχίας
που δεν θα γνωρίσουν μνημόνιο και
βίζιτες χορηγού κρεοπώλη παρά
μονάχα φρόνημα σαρακοστής και
οβελία από χορταράκι ντόπιο. Άλλων
λαών ασώματες κεφαλές έθιμα
από Φιλιππίνες και Κόσσοβο με
χαραγμένα πετσιά αιμομιξίες της
γιούνισεφ διαφημίσεις με κορμάκια
που πράττουν τα δέοντα για τη σωτηρία
της ψυχής.