Κείμενα πορφυρά και στάχτες

Τα κείμενα πρέπει να οδηγούν σε σωματικές αντιδράσεις. Σπασμούς, εκσπερματώσεις, διαδηλώσεις, οδομαχίες και τα λοιπά. Ειδάλλως τα επιχειρήματα της έρευνας, η συνεισφορά στη λογική, το παιχνίδι με τις λέξεις, ο κόμπος στο λαιμό, οι ορίζοντες του κόσμου, η προβληματική ηθική ξεπέφτουν παραγεμίζοντας τη θηλυπρέπεια του παθητικού αναγνώστη. Ο μουρόχαυλος αστός που ατενίζει τον κόσμο και θεάται τα μελλούμενα απ’ την ακαδημαϊκή χέστρα, τα τρωκτικά των βιβλιοθηκών, οι ανάλγητοι απέναντι στα πάθη της μνήμης τους, οι χρεωμένοι ως το λαιμό με τα δάνεια ξένων σκέψεων, είναι ταμένοι να αναπαράγουν μια μεταφυσική παράδοση σκέψης.

Ότι έχει στον πάτο του βιβλιογραφία δεν έχει ποίηση μέσα του. Ίσως έχει ένα φιλόδοξο πλαστογράφο, θύμα του ύφους του που θα θαφτεί σε κάποια σκόνη ως μαθητευόμενος του κύκλου της μαθητείας κάποιου. Ο Ηράκλειτος απ’ την μυθική του εποχή έθεσε και έλυσε άπαξ δια παντός το ζήτημα της εκπαίδευσης. Η παιδεία δεν προσφέρει τίποτε. Τίποτε το ριζικά μεταμορφωτικό. Μονάχα βαρβάτο κοινωνικό έλεγχο. Χορηγεί το πνεύμα της παράδοσης, την ζωή που πέρασε σε καρέ, μουσεία, γνώσεις, τεχνικές, συνέδρια, σύνδρομα πολιτισμικά αλλά δε μεταμοσχεύει. Δεν πιάνει την εποχή γιατί δεν την έχει φιλτράρει ακόμα. Αυτή τη δουλειά την κάνει το πανεπιστημιακό κατεστημένο. Η φρέσκια παραγωγή δε διδάσκεται. Πρέπει να περάσει απ’ τα ακροδάχτυλα του μισθοφόρου και του πραιτοριανού της εξουσίας. Πρέπει να λειανθεί από δοκίμια και υψηλή ηθοποιία. Να μαθητεύσει στον κομφορμισμό. Να διπλαρώσει κοινωνικές ομάδες και ταξικά πτολίεθρα. Να σκάψει αρχαϊκούς τάφους με τη μπουλντόζα κι όχι με το φτυαράκι. Να κάνει την τέρψη απογοήτευση. Το πνεύμα φιλισταϊσμό, την περηφάνια μικρότητα. Να οδηγεί την ποίηση στις πανελλαδικές. Ανέραστη απονευρωμένη μπαμπόγρια ραχιτικών του γραφείου που δεν κατάφεραν να γίνουν το ποίημα που παπαγαλίζουν ακτινογραφούν και κανιβαλίζουν. Ζόμπι της καρέκλας που ξεχνούν επίτηδες πως η πιο γερή ρίζα της αλήθειας τρέφεται απ’ το λάθος όπως η ποίηση απ’ το πάθος.

Φοβούνται τα βράχια γιατι αν γίνουν κύμα θα συντριβούν θα ματώσουν. Παρά τη φαινομενική πολλές φορές μεγαλαυχία τους ταμπουρώνονται στη βραχνάδα και τους κόμπους της δειλίας που τους μπόλιασε η προηγούμενη θεολογία της ενσωμάτωσης. Η φράση πως η ποίηση δεν ανατρέπει καθεστώτα είναι σφόδρα καθεστωτική. Είναι δημιούργημα μυστικών υπηρεσιών και μιας φυλής που ακολουθεί τη μεταφυσική της επίπεδης Γής και δεν διάβασε την ποίηση του Δημόκριτου που ανέτρεψε καθεστώτα μέσα και έξω. Που λάδωσε άντερα πεινασμένων κι έθαψε τις μετάνοιες για τις βροχούλες, τη νύχτα και τις άγραφες σελίδες. Η ποίηση ήταν το μέγα σκάνδαλο γιατί δεν είχε ποτέ κερδοσκοπία. Ακόμα και τα στιχάκια, πειστήρια της μιζέριας κάποιου, είχαν λίγο απ’ το μέλι της ακατάληπτης γλώσσας του σκοτεινού αύριο μιας και μωρουδίζουν με το θάνατο και τις μυλόπετρες του έρωτα. Είχαν ολίγη ουτοπία και παράστημα ξεσηκωμού έναντι του διορισμένου με τη μεταξωτή βράκα και την κόκκινη κορδέλα τοπογράφου της εξουσίας. Η μεγάλη ποίηση όμως χτυπούσε πάντα την ομερτά των κρατικών εγγράφων, των στεγνών από ιδέες και σπέρμα, την αρχαιολατρία των ακαδημαϊκών, αυτών που απομυζούν το λίγο διονυσιασμό απ’ τα πατητήρια για να τον περάσουν σε χαρτόδετους τόμους και σε διατριβές έμπλαστρα σε φοιτητικά κορμάκια που, θα πάρουν το νόημα για να κουνάν το δάχτυλο σε άλλους, διδάσκοντας τα μυστικά της απογοήτευσης και της κατεστημένης αρχής. Της φωτισμένης δεσποτείας που τρέφεται με βραβεία, κριτικές και ρητορικές καταγγελίες.

Η ποίηση ήταν πάντα η αγνή ασελγής ύπαιθρος με τις κτηνοβασίες και τις αιμομιξίες της ενίοτε. Αργότερα αυτοί που κατέβηκαν απ’ τα χωριά στην αντιπαροχή του ξεπεσμένου αστού έχτισαν κουλτούρα πολυκατοικίας και γοητεία βιοπαλαιστή που λαχανιασμένος χώθηκε στο πριονίδι της μαζικής κουλτούρας για να ζεσταθεί. Του δώσαν χάπια για τον πανικό και τους εφιάλτες, νεροχύτη για να ξερνά την αμάσητη τροφή και την όξινη κουλτούρα του χαβαλέ, λαμαρίνες για να ψαχουλεύει το μεδούλι του και τα αιμάτινα χνάρια στις θανατερές αποδράσεις τριημέρων εθνικού πένθους ή δυσοίωνης γιορτούλας. Η ποίηση άρχισε να γράφεται από μικροαστούς που θέλαν το ονοματάκι τους στη μαρκίζα , άρχισε να αναπαράγεται όπως το πλαγκτόν και να ονειρεύεται το χειροκρότημα που δεν ακούστηκε στο παρελθόν. Έτσι αλφάδιασε τη ζωτική της ορμή με το δίπολο σπέκουλας. Παροχή εργασίας ως αντίδωρο μιας ασφαλούς ζωής και έρωτας κάτω απ’ το κεραμίδι που έγινε πλάκα από μπετό και κλιμακοστάσιο οδηγώντας σε ονειροπολήσεις  και μπουγάδες. Απ’ την άλλη οι στρατηλάτες αστοί αν και πεθαμένοι ηγεμονεύουν αυτό που ονόμασαν κουλτούρα οι διαφωτιστές. Φτιάξαν θεατές που θαμπώνονται στον καθρέφτη του γκισέ. Ένα γιγάντιο ηθικό εργοστάσιο που συσκευάζει τις ανθρώπινες έξεις βγάζοντας συναίσθημα κονσέρβα καλιεργώντας πολιτιστικά στομάχια και ανθολογίες εκδικητικές χαριτωμένων σαραντάρηδων και απόμαχων συνταξιούχων.