Κολατσιό

Αλλάξαμε κουβέντες και αναμνήσεις. Eίπαμε
πολλά για μνημόσυνα που πέρασαν. Για
χείλη που μας κάλυψαν ποιητικά και
πετρωμένα φιλιά που μας ξελίγωσαν.
Φοβερίσαμε κόρφους και σπλάχνα και
βυθούς. Έρωτες τρυφερούς και ρυτίδες
ψωμοτύρι καρπούζι και νυμφαία
κορμάκια που τα κάναμε ναούς στη
βροχούλα. Λύση δίνοντας στη ζωντανή
μας φύση. Σκορπώντας απλόχερα αλάτι
χοντρό στις πληγές και τις λύπες και
το βραστό αυγό που ξεφλουδίζει
για κολατσιό η γυμνούλα μας ύπαρξη.

Παιδιά

Παιδιά που βρήκαν την πόρτα ανοιχτή και
ξεπόρτισαν. Ψάρεψαν, πήραν μπόνους
διάβασαν Σικελιανό  και χάιδεψαν
σκιαγμένα τρυγόνια. Με το μαγιό τους
λιάστηκαν και ψηλάφησαν την
κυρά τους στα σκοτεινά με το δικράνι.
Με τον ήλιο νόμισμα πλαστό στα δόντια
του εκατόνταρχου επαίτη που η πίκρα του
φτερούγισε σα μαύρο κοτσύφι στον άνεμο.