Ωδή στις γυναίκες του άστεως

Τόσες και τόσες χαμένες στο μπετό οικογένειας.
Σε κουζινάκια με φωταγωγό και λαχτάρα για τα
βλέμματα που περνούν ξυστά κάνοντας τα στηθάκια
τους ευάλωτα στις επιδημίες γλώσσας. Με σάλια και
φιλιά και κάποια γλυκόλογα καύλας που ειπώθηκαν
στη νεότητα και κρατιούνται σα φαρμακάκι
για τα αξέσπαστα βουρκώματα. Τόσες και
τόσες που ράψαν κουμπιά και μπαλώματα σε
τριμμένους αγκώνες σιδέρωσαν έπλυναν
κράτησαν ρέστα απ’ τα ψώνια άλειψαν φρυγανιές.
Τόσες και τόσες που ετοίμασαν γενέθλια
λειτουργιές κόλλυβα κι εναπόθεσαν γύρη
στο ανοιχτό τους φύλο στιχάκια σε χαρτοπετσέτες
που χαϊδεύτηκαν μπρός σε καθρέφτη
γυμνές θωπεύοντας το ασκεπές χνουδάκι
του οικόσιτου αιδοίου και το αμήχανον
κάλλος της σάρκας που βγάζει μυρουδιές
κι υγρασίες απ’ τις ανάβρες.