άλωση

Θα επαινέσω πάλι την άλωση
χαράματα και το δάχτυλο που
έσταζε σκέτη ποίηση προς χωρία
αιώνια. Τη θαμπάδα και τον
ύστατο σπασμό λίγο μετά που
χάραζε στους αυτοσχέδιους
βάτους των μηρών. Το λάλημα
βουβώνων, τις νυχιές που
άπλωναν στο δέρμα θρόισμα
χορευτικά μη φύγει ούτε ίχνος
καύλας στο διάστημα μη και κυλήσει
το λιθάρι στην αγέρωχη μπούκα
του κορμιού. Μονάχα ζεστούλα
απ’ τα έγκατα να βγάζει και γύρη
όταν γαρ οργασμός εις το
σώμα έλθη πολύς τελώντας της
σάρκας τα εισόδια στο ποίημα
και τους πρώτους χαιρετισμούς
των χειλιών της φέγγοντας ανοιχτή
το αθέατο και τους αιμόφυρτους
στίχους.

Εις ανάμνησιν

Είναι ευλογία να σεργιανάς, δεινός
τεχνίτης του τίποτε. Ιδίως ως λουλούδι
ετοιμόρροπο που θα κοπεί για να
στολίσει την ήβη κάποιας, εις ανάμνησιν
αιματοχυσίας πρώτου ραντεβού.
Είναι ευλογία επίσης το ξαλάφρωμα
σαν χάχανο του κορμιού που ξεχύθηκε
αχνίζοντας σε Βαλκανικό χαντάκι
στιγμούλες ύστατες βλέποντας τη
φύση αντίκρυ και το άστρο δίπλα
στο αχνό φεγγαράκι να διακόπτει το
χάος.