Ιδεών έκθεσις

Ονειρεύτηκα δασκάλα που μας έβαζε να φτιάχνουμε εκθεσούλες με φαντασία και όνειρα γλυκά. Κι όχι εκείνο το ξεπεσμένο, πώς τα πέρασα το Πάσχα, που ήταν σαν περιτύλιγμα πραγματικότητας με μπόλικα αποκυήματα και άλλα σπουδαία που διαβάζαμε ή ακούγαμε ή μας έρχονταν στην κούτρα από στιχομυθία βλέμματος με συμμαθήτρια. Τα ντουβάρια της τάξης κάνουνε καλή δουλειά στο μυαλουδάκι μωρού που θέλει να ασκηθεί σε διαγνώσεις ζωής και κουβέντες που πέρασαν ξώφαλτσα μιας και η κρατική εκπαίδευση επιδαψιλεύει στο κορμάκι καθήκοντα ποιητή ή γκριμάτσες για τη μετέπειτα αλάνα της αγοράς που θέλει αλφάδι τους συμπολίτες και τους συμπότες. Σε περνά από γερτούς καλαμιώνες και χαρακώματα με γιορτούλες πένθιμης χαράς και παπαγαλίες για τις πενταδάχτυλες αφές και νόμους του Νεύτωνα που χρειάζονται ίσα ίσα για να καμαρώνεις στα μπούτια κάποιας τη βαρύτητα και τα στηθάκια που επιτυχώς επιβεβαιώνουν τη θεωρία. Μόλις τα μαθητούδια γίνουν άντρες, γυναίκες, πολίτες χώρας τρέχουν να χωθούν πανικόβλητοι σε συμβιώσεις, οικογένειες, εκκλησίες της πεντηκοστής. Ψάχνουν λαγούμια, κουφάλες, αγκαλιά εραστή, χάπια, ψυχολόγο, δάνειο για αγορά πρώτης και τελευταίας κατοικίας. Αφήνουν απέξω κραυγές και κομματάκια του εαυτού όπως πάθη, κρυφούς οργασμούς, ομπρέλες καρφωμένες σε παραλίες και γκαζόζες σε τραπεζάκια σταθμών. Γίνονται αντρόγυνα και πρώτη ύλη διαφημιστή σε πολίχνες και προάστια στέργοντας γονιμότητα στις εκτομίες λεωφόρου και τα λιπώδη σύθαμπα ψησταριάς το Σάββατο επινοώντας παχυλή μακαριότητα στιγμής μεσ’ την αιώνια λοχεία τους.

Αναμνήσεις ορέων

Λυπήσου μας χρόνε με τις τόσες βιοτικές μας ανάγκες
και το μέλλον μας, που το διαβάζουμε στα ζώδια και τα
στεγνά χειλάκια του κορμιού κάποιας, που μεταδίδει
απ’ τη γούρνα της κρατικής ορεινούς οργανοπαίχτες
και πείνες παιδιών που πέρασαν. Έθιμα, ήθη και
πλεκτάνες. Φορμαλισμό προγενέστερων χαριτωμένων
σε πλατείες χωριών με ομήγυρη να πάλλεται στην
ορθή στιχοριξιά αφήνοντας ήλιο να χυθεί απ’ τις
μασχάλες στα πεδινά. Κάνοντας του διαμερίσματος
τον πονεμένο να λιβανίσει λίγο χωριό. Να λιχνίσει
ρόγες αιχμηρές σε στολές νοικιασμένες.

Χίλιες λεξούλες

Περιμένεις με χίλιες λεξούλες να πυρακτώσεις
το δημόσιο αίσθημα. Να κάνεις εντριβή στο
μισθωτό που χρημάτισε λαός κυρίαρχος με
άλλους φύλαρχους αφού ξεπάστρεψε στάνες
και πατρικά φορώντας πολυσήμαντα εσώρουχα.
Αφού κυλίστηκε σε παιδότοπο, απόγευμα Κυριακής
με τη συμβία απασχολήσιμη κι αδιάθετη στα
νταμάρια γενεθλίων. Με κοπελίτσες γλυκές
της παράταξης που αναθάρρησαν ακούγοντας
Ρέμο για να’ χει η σάρκα τους λόγο ύπαρξης
φυραίνοντας το μυαλουδάκι με συρράξεις
χαρμολύπης, αντιγραφές τοπίων σε αρχαίες
καφετέριες όπου έφηβοι επέδωσαν το πρώτο
τους φιλί. Με τη γλώσσα να τρυπώνει στα χάσματα
και τον πούτσο να σκιρτά μπροστά στο
κάστρο της ανάσας κάποιας.