ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Μαΐου, 2011

Ανάμνηση δοκιμής αιδοίου

Πέρασα τα γεράματα σε νεαρή ηλικία, ως παιδική αρρώστια κι οι ιδιοτροπίες μου άφησαν μεταθανάτια κουσούρια. Δεν είναι της παρούσης αλλά μια αξιοπρεπής εξομολόγηση περιέχει μπόλικα προσωπικά, μαγειρεμένα σε ιδανικές συνθήκες υγρασίας, όπου το νυχτέρι συνεπικουρούμενο απ’ την ασθενική βροχούλα φτιάχνει καρποφόρο έργο για φρικώδεις αναγνώσεις. Όταν πάρεις μαθήματα ιδιαίτερα απ’ το χάροντα γίνεσαι κακόφημο δαμάλι στην πολιτεία. Γίνεσαι το τέκνο που νιώθεται περισσότερο απ’ τις σιωπές του. Βουρκώνεις όταν βλέπεις οδόφραγμα και πυρωμένη κυρά με ακάλυπτο μηρό για να βοσκήσουν τα πετεινά του ουρανού ουσία συμπαντική κι εσοχές απόστακτες άπληστο βουβώνα. Γίνεσαι ο ψιθυριστής ωραίας κοιμωμένης που της έταξαν ανορθόδοξο έρωτα τα μανιφέστα κάποιου αυτόχειρα. Διηγήσε το δράμα της αγάπης, πληγές, χαρές, ερμηνείες. Στεγνώνεις τον εαυτό σου πάνω στο χαρτί με γλώσσα αρχέγονη παραδεισιακή. Ένα αδαμικό καθρεφτάκι για να συνομιλήσεις με το βυθό σου. Οι πράξεις σου δεν ανιχνεύονται κι είσαι εκ των προτέρων ένοχος κοινωφελούς συγκίνησης. Είσαι ο αρχιερέας πάθους κι ο αγιάτρευτα μπολσεβίκος που ’χει στη γλώσσα ανάμνηση δοκιμής αιδοίου.

Εγκώμιον καλλιτέχνη επαρχιακής πόλεως

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό όταν βλέπω ανθρώπους να ξαναγυρνούν μοναχικά στην εκμετάλλευση. Στον ασφαλή λιμένα που θα παινέψει την ηθική τους και το μυγιάγγιχτο πάθος τους να επιλέγουν δήμιο της αρεσκείας τους. Έχω φίλο αγρότη καλλιτέχνη που βράζει στο καζάνι του και στην ποιότητα των γύρων του. Θύμα του πλούτου των άλλων και του προτέρου έκλυτου βίου του. Επιβιώνει με κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό και συναπάντημα με τους εκμεταλλευτές του, που προσκομίζουν κροκέτες κι αποφάγια άλλων αντρών επιφανών για να διατηρήσουν την κατάθλιψή του. Η φτώχια του τον κάνει και φλερτάρει με τον ολοκληρωτισμό της υπεραξίας του εκμεταλλευτή του, αφού κάθε τόσο προσφέρει κόπο πνεύματος και εσωστρέφειας για να στολίσει τοίχους και σαλονάκια πετυχημένων που αγοράζουν την τέχνη του ως τρόπαιο. Είναι χτισμένος με ψυχολογία οργανοπαίχτη πανήγυρης που περιμένει μυστακοφόρο χλεχλέ να του κολλήσει με σάλιο πενηντάευρο στο μέτωπο διαβρώνοντας το ήθος που έχτισε ο αγροτισμός και το πατρώο χωματάκι. Έρμαιο λογικής που θέλει τον καλλιτέχνη να απηχεί απόψεις διαπλεκόμενου ιερολοχίτη της τοπικής ελίτ που στιχουργεί στην πόλη από καταβολής μεταπολίτευσης κάνοντας τον πολιτισμό έρμαιο της συζύγου κάποιου μεγαλοεργολάβου-κατασκευαστή που υγραίνεται απ’ τις έξεις του καλλιτέχνη που υπήρξε ξωμάχος και πειραματόζωο πόλεως. Μιας πόλεως που στήθηκε πάνω στο σαματά της κοινής ζωής που μεγέθυνε το χωριό με μια τελετουργική χειραγώγηση. Ο καλλιτέχνης στον τόπο μας έγινε ένα με τα ντουβάρια  της γκαλερί. Κλείστηκε σε κλουβί κελαηδώντας τη χαριτωμενιά του. Δέθηκε πισθάγκωνα με την ιδιοτέλεια του χρήστη εικαστικής ύλης, τουτέστιν του αγοραστή, που θέλει τον παραγωγό να δουλεύει για την μονοκύτταρη ματαιοδοξία του με τον ελιτίστικο παροξυσμό ενός μεγαλοφυούς κενού.

Ή πάλι, ο φίλος μου γίνεται το αυτιστικό παιδί που παρατηρεί τα δάχτυλά του την ώρα που ανακατεύουν τα αντικείμενα χωρίς να παρατηρεί τα ίδια τα αντικείμενα. Σημαδεμένος από στερεότυπα και ψυχαναγκασμούς ανακατεύει την πληγή του. Ψάχνει χορηγίες για τις μπελαντόνες που καλλιεργεί και τα κομμάτια χαμένου παραδείσου που επινόησε η πλαστή ευμάρεια της μεσαίας τάξης. Ο καλλιτέχνης στον τόπο μας είναι για την εφορία αγρότης, σοφατζής, καθηγητής αγγλικών, φαρμακουπάλληλος αλλά όχι καλλιτέχνης. Πρέπει να υπάρχει ενδιάμεσος. Πρέπει να καρπώνεται κάποιος δια βίου ποσοστό ζωής και ταυτόχρονα να τροφοδοτεί ιδεολόγημα περί πλέμπας και ολιγαρχίας. Ο καλλιτέχνης στον τόπο μας λειτουργεί ως φενάκη του κοινωνικού χώρου και της τάξης που τον γέννησε. Στα υψηλά κλιμάκια το κατεστημένο τον αλείφει έρωτες και κριτικές στα ισόγεια όμως και στις πιλοτές λειτουργεί η μεγαλοπρέπεια της αμεριμνησίας σε κοινή θέα. Λειτουργεί ο μαρασμός και η κατρακύλα στις μικρότητες της γενικευμένης τοπικής υστερίας. Κι αυτός ο κόσμος ο μικρομέγαλος προσφέρεται ως μια βερνικωμένη μινιατούρα ως ξόμπλι της ιδιοτροπίας ενός νηπίου και των εκκρίσεών του.

Στο βρακί της

Μικρός, κάποτε, άκουγα την έκφραση τον έβαλε στο βρακί της και λυπόμουν που δεν ήμουν εγώ το θύμα. Το βρακί της γυναίκας είναι θηκάρι κυνισμού. Επωάζει στο υγρό σκοτάδι ταλέντο εκκαθαριστή υποθέσεων κι όποιος πιάσει το νόημα αφήνει ενέχυρο τη λαλιά του παίρνοντας μόσχευμα για εκκόλαψη γραπτής ποίησης δια βίου. Στο βρακί αν καταφέρεις να μπεις είσαι ο άγιος ισχυρός και δεν ξεκολλάς απ’ τα χάχανα και τις σπονδές του όταν έχει κέφια και ροδίζει σα φωλιά πετροχελίδονου το σούρουπο. Είσαι ο άγιος αθάνατος κι ο εκλεχτός που γλείφει το ζύθο του καθώς αναθρώσκει. Είσαι ο έκπτωτος που δε θέλει αξιώματα δόξα τιμές λεφτά παρά μονάχα την άψα που αφήνει ο βυρσοδέψης οργασμός. Είσαι ο ιχθύς που σπαρταρά πιασμένος στο δίχτυ της μήτρας που σε θέλει αιωνίως σακάτη να πουλάς λαμπάδες θύραθεν ναού. Είσαι ταμένος στα καρτέρια και τις οχτωβριανές που κάνουν τον κύκλο τους και σε ποδοπατούν τα αθώα αίματα κι οι ονειρώξεις μέδουσες στη βαθιά νύχτα. Όταν σε βάλει στο βρακί της η γυναίκα διαπρέπεις ως ξεφτίλας στα μάτια όσων δεν ένοιωσαν από τη μπούκα αιδοίου αεράκι χάους και πνοή ζωής. Όσων είναι στρατιώτες κάποιου Φράγκου αγοραστή κορμιών ή κάποιου παπά που επιδαψιλεύει ψυχούλες στους λάκκους.

Ο ναρκαλιευτής

Ο ναρκαλιευτής εξηγεί την ποίηση ως άγγιγμα θανάτου και τρίψιμο σε κορδόνια και μπότες και γλειψιές στη σόλα τεκνού που ψωνίζεται αβυσσαλέα σε κάποιο βαρδάρη για να προκαλέσει αίσθηση και σπιρτάδα ταλαντούχου. Για να γίνει ποιηματάκι αργότερα σε κεφαλόσκαλο εφημερίδας ή  σκαλωσιάς εκδότη, που ποιεί χειροποίητα με την υπεροψίαν και τη μέθη φρενοβλαβούς χύτη της ανάγνωσης χωνεύοντας άπειρο και πεπερασμένο στον εγκρεμνό της οδού Σκουφά ή στον υπόγειο τάφο λιθογράφου που ετοιμάζει με σπουδή εντομολόγου κοφτερά τσιγγάκια για την ψευδαίσθηση αθανασίας κάποιου πολλά υποσχόμενου. Ο ναρκαλιευτής χτίζει μέλλον αρτίστα ανένταχτου  για να τον κάνουν επίτιμο σε κάποιο στάβλο ακαδημίας κατάμεστο από δαπίτισες ερπυστριοφόρες που στο τέλος θα ξεμοναχιάσουν τον ποιητή χαϊδεύοντας την ποιητική του σπλήνα που ξέρασε πολλά ενάντια κάποτε και θα ζητήσουν αυτόγραφο ζεστό φρέσκιας μελάνης  εις ανάμνησιν νιότης που εκραύγαζεν πως θα γινόταν άλλος. Για να ζητήσουν λίγο ιδρώτα και ποιητικό χύσι για την εκπομπή τους στην κρατική μετακινώντας την υποδιαστολή της τηλεθέασης απ’ το μηδέν στο άπειρο, την ώρα που ο ποιητής-επίτιμος θα ομολογεί:  «Φανταστείτε πού έχει φτάσει ο τόπος, όταν θεωρούν μεγάλους ποιητές τη Δημουλά κι εμένα!». Κι όλα αυτά, την ώρα που θα μπαίνει εκείνο το παλιάλογο ο Δούρειος κι οι Τρώες θα βλέπουν μπάλα στην τιβί.

Εν εξάψει

Είναι λέξεις που βγαίνουν αφρόντιστες
και διάθεση να βρούν ψαχνό ως τα κότσια
της τελευταίας συλλαβής, εκμαυλίζοντας
τον ποιητάκο που την ψώνισε ως λιπαντής
αναφανδόν, κάποιας αλανιάρας κόρης
που αλειμμένη επαρκώς επίθετα
αναδόχων στα αβαθή, λείχοντας
το δερματάκι της  που νόθεψε
από ανακοπές και τυμπανοκρουσίες
μαστό προσφέρει, δρολάπι
για να φιλέψει χείλη
λυσσασμένου σερνικού
ρόγα αγίνωτη
επιρρεπή στην παραχάραξη
από φαλτσέτα γλώσσα.

Πώς να κρυφτείς!

Πώς να κρυφτείς από μένα ’ν εαυτέ
τώρα, που σε συνεπαίρνουν
διευχώνες γλουτών
κι άλλα ψαλτήρια αδηφάγα!
Λογοτεχνίες που γράψαν κοριτσόπουλα
με τα βυζάκια τους
και καρτέρια από ξεκοιλιασμένους
που νυχτώθηκαν
χωμένοι σε βουβώνα εμφυλίου
ή σε ανάμνηση
σεσημασμένου αιδοίου
που πρήστηκε
να περιμένει να φανεί θυμός φαλλού!

Στο άψε σβήσε

Στο άψε σβήσε συμπορεύονται τόσοι πολλοί μαζί και παθαίνουν κάτι σαν ομοψυχία. Έχουν στάμπα πλήθους αγανακτισμένου όπως κατέβαινε το μεσαίωνα στις πεζούλες βουνού και ζητούσε κοχλάζοντας λιγότερους φόρους. Είναι όσοι τραβάνε ζόρια για να ξεπληρώσουν στεγαστικά και άλλα άτοκα για συσκευές καπουτσίνο και γαμοδάνεια. Δεν ανεμίζουν κομματικές σημαίες όμως αύριο θα ψηφίσουν τις ίδιες καλπάζουσες υπάρξεις που φτύνουν. Την ίδια γρίνια για τις σπουδές των παιδιών και το αβέβαιο μέλλον. Γήπεδο εκκλησία μέγκα. Στο στριμόκωλο βιοπορισμό που τους παροχέτευσαν οι περιστάσεις και η δόλια συνθήκη που θέλει το διαφημιστή να ταΐζει πλαγκτόν προόδου τέκνα που μόλις κύλησαν απ’ το μπουσούλημα στο χυλό της παιδείας κι έχουν άποψη κοφτή στην κουνιαμπέλα του face book. Με τα ψιχία γνώμης που έχουν απ’ τον τηλεοπτικό ταρσανά και τον οικογενειακό βίο που αναπαράγεται ειδολογικά απ’ τις πτολίεθρες μαζορέτες ενός δια βίου σήριαλ και μιας μαγγανείας υπεραπλούστευσης που οδηγεί στη μεταφυσική και τις απανωτές βεβαιότητες περί στασιμότητας. Όσοι δέχτηκαν να είναι αυτό που θέλουν οι άλλοι, τώρα υπερασπίζονται τη βρομερή συνθήκη που τους έκανε αυτό που δε θέλαν να γίνουν. Έφτασαν να δέχονται αξιωματικά τις χρυσές ρόλς ρόυς του εφοπλιστή αλλά θέλουν να δαγκώσουν το λαρύγγι του γείτονα που παίρνει τρακόσα ευρώ παραπάνω απ’ αυτούς. Έστελναν περήφανοι τα τέκνα τους στις εκστρατείες βιασμού και πόνου άλλων λαών και τώρα ζητάνε μέτρα και φράχτες για να προστατέψουν τη σκατούλα τους απ’ τους ταλιμπάν. Χτίσαν πολιτισμό πάνω στον κότσο και την αξυρισιά της στέρησης της μετάνοιας και της κρυφής μαλακίας αλλά δεν αντέχει η υποκρισία τους τη μπούργκα και τις μαύρες δυστυχισμένες πουτάνες της Μάρνης. Νόμισαν πως ο κόσμος είναι η γούρνα που σταβλίζονται ή δικτυώνονται για να υπογραμμίζουν στους άλλους πως υπάρχουν, όμορφοι δυνατοί, φωτογενής με τη χαζοχαρούμενη αμετροέπεια και την τσαχπινιά του μεσαίου που ο κόσμος όλος είναι οι εκκρίσεις του. Οι αγανακτισμένοι είναι η βαλβίδα ασφαλείας του συστήματος. Είναι προϊόν εργαστηρίου. Πειραματόζωα που άγονται και φέρονται αγελαία αφού αυτό που τους ενώνει είναι η σφυρίχτρα του μηνύματος και ο φετιχισμός του μέσου.

Σπουδές του κώλου

Τα παλαιά χρόνια που η γη ήτο ακόμη επίπεδη κι η Μούσα άγγιζε την κόμη των θνητών σαν δροσερό αεράκι και δεν υπήρχαν λογοτέχναι και φιλολογικά χασίσια παρά ολίγη πρωτογενής προθυμία για ίλιγγο από μύθους, κρασί και ελεύθερο έρωτα, ο διάβολος αποφάσισε να σπουδάσει τη γύμνια της γυναίκας. Ήτο λιγδιάρης και ξεπεσμένος από κάποια ελληνική αρχαιότητα. Ομηρικός και μονίμως καυλιάρης αφιονισμένος. Ζούσε κάθε στιγμή την ποίηση της αντίφασης. Εσθίων και πίνων φέρεται να τριγυρνά συχνάκις εις τοποθεσίαν Χαμογαμήσι όπου εβρίσκετο συστάδα συκιών τις οποίες είχεν καταραστεί ο αντίπαλος ονόματι μεγαλοδύναμος διότι γούσταρε σύκα εκτός εποχής. Ο διάβολος λοιπόν που έπιανε την προφορική παράδοση στις αγορές και τα μπουντουάρ παραβάλλοντας και την βυζαντινή παροιμία <<πτωχός ή πλούσιος, αν δεν την βάλη, ουδέν και κοιμάται>> με την περιέργειαν την διαβολική που τον χαρακτήριζε έτρεξε σε όχθη ποταμού όπου ελούζετο κόρη άνθος, παρθενίας εργόχειρο, για να διαπιστώσει ιδίοις σώμασι τες φήμες. Αφού του θεού του σεμνότυφου του ξέφυγαν στην κατασκευή κάτι βυζιά και κάτι αιδοία και κάτι ερέβη της αβύσσου άλλο πράμα ο διάβολος έπρεπε να βάλει το χεράκι του. Μόλις όμως η κόρη τον είδε μπάστακα να την παίρνει μάτι ξερογλείφοντας χείλη και δάχτυλα σαν από κοψίδια, έριξε τα μαλλιά στο πρόσωπο κι ετούρλωσε τον κώλο της ολόγυμνη. Ο διάβολος έτσι που την είδε φοβήθηκε μη του κάνει κουτσουκέλα λέγοντάς της <<την κατάρα μου να ’χεις και ποτέ να μη ζεσταθεί ο κώλος σου>>. Και της έδωσε εις τα οπίσθια μπάτσες ξεγυρισμένες. Από τότε λοιπόν, ο κώλος της γυναίκας χειμώνα καλοκαίρι ούτε ζεσταίνεται, ούτε τρίχα βγάζει. Ευτυχώς! Άλλωστε η ξούρα του αιδοίου είναι συνέχεια του έργου του διαβόλου με άλλα μέσα. Κι όταν λένε οι ενάρετοι πως η γυναίκα φέρει τον διάβολο μέσα της , τα λεγόμενά τους έχουν σπέρματα αληθείας. Αλώστε δεν χρησιμοποιούν ποτέ τη χυδαία λέξη γαμήσι παρά ομιλούν με γρίφους όπως, συνευρίσκεσθαι μετά της δείνα, συγκαθεύδειν μετά της δείνα κι άλλα αρχαιότατα γλυκάδια που τα λέγαν στις ακαδημίες για να σπάνε πλάκα.

Ίχνος ζωής

Ίχνος ζωής που έγινε παρανάλωμα και
τραγουδήθηκε από τσίφτη παραμυθά
που μέσα του εκμαύλιζε νίκες και άλλα
μεταπτυχιακά δόλια. Αφού οι αγορές
τα κούφια λόγια έδιναν κι έπαιρναν
σοροπιαστά πιάνοντας τόπο οι Χάρυβδες
και οι Σκύλες των Βρυξελών και τα
υπερώα Πολυτεχνεία με τη σπιρτάδα της
συγκινήσεως. Αφού άλλους τους
μπούκωσε γραμματείς σε οργανισμό
άλλους εκφωνητές ήρωες μπάσους
να ιδρώνουν αυτάκι νεολαίου στην επέτειο
κι άλλους πρίαπους τεχνών και γραμμάτων
λίπασμα συγκροτημάτων που
επωάζουν μελλοντικές αναγούλες και
το αιδοίον της Μαρίας όπου εντοίχισε
σουσάμια από φοιτητικούς αγώνες
του καλού παλιού καιρού που δεν
είχε ρύπανση συναίνεση κι ευρώ.

Μούργα

Αν δεις το λαδάκι στο λιοτρίβι το φθινόπωρο να χύνεται απ’ το λούκι στο ντενεκέ με τη φοβερή λαμπράδα του θα ξεχωρίσεις κάτι σαν σπόρια ή χωματάκια από αρχαίους δρόμους ή φρυγμένους ποταμούς ή αγρούς με αγριολούλουδα. Μπορεί να σου έρθει στο μυαλό ποδιά κόρης γεμάτη νυφιάτικα γαρούφαλλα, πρωινή πάχνη ή φεγγαρόφωτο που δεν έχει δει ακόμα στο σινεμά ρουφηχτά φιλιά και ξεχειλίσματα βλέμματος από το βάθος Επιδαύρειου πλίνθου. Με τον καιρό κάθεται στον πάτο δοχείου υλικό παχύ από ζάχαρα και πρωτεΐνες που δένει τον καρπό της ελιάς και κρατά ανάμεσα στο κουκούτσι και τη φλούδα το λαδάκι. Μούργα, ίζημα, λάσπη, ποκαθούλιασμα μαζεύονται στον πάτο και το λάδι θέλει γύρισμα αφού η μούργα έχει στραγγίσει κι αρχίζει να ξανθαίνει. Η μούργα είναι πικρή κι αν σου ξεφύγει αφήνει στη γλώσσα αψάδα και χαλάει τη γεύση ντομάτας ή τυριού. Η μούργα εγκαταλείπεται σε ρέματα χωράφια βαλτοτόπια. Φτάνει σε ακτές, φωτογραφίζεται από τουρίστες ως αξιοθέατο παρακμής, στουμπώνει σχισμές κι αφήνει μυρουδιά σαπισμένης φλούδας και συναίσθημα υγρασίας. Η εγκατάλειψη της μούργας απηχεί ένα βλαμμένο πολιτισμό. Ζουλάπια που σχεδιάζουν μέλλον για τα φράγκα και τις χορηγίες κάποιου αστού που καβάλησε καλάμι κι ακούει φωνές. Πιοτήδες στα ουζερί που παθαίνουν ένα βούλιαγμα μνήμης καθώς καταπίνουν μπανιαρισμένο μεζέ σε βαλβολίνη γερμανίας. Ο λαός που είχε για λίπασμα την κοπριά κι έφτιαχνε στα ξεροτόπια τσιμπέλι αφαρμάκωτο έγινε υποχείριο χημικής βιομηχανίας και χάνει το μέτρημα απ’ τις σφαλιάρες που πέφτουνε ειρηνικά. Στην παραλία του Αι Γιώργη των πάγων στην Κέρκυρα φτάνει ακατέργαστη μούργα χρυσάφι που αν γίνει βιοαέριο με αναερόβια ζύμωση ηλεκτροδοτεί το μισό νησί. Στην πραγματικότητα όμως γίνεται τοξική βόμβα. Στη Στερεά στο Μοριά στη Μεσσηνία το ίδιο απόβλητο χρυσάφι είναι διαθέσιμο αλλά οι γενναίοι Βίκινγκ βλαχοδήμαρχοι ανταλλάσουν συζύγους αναφιλητά και γλωσσόφιλα με εργολάβους που τους εξέθρεψαν με σπουδή χρόνων και τους απίθωσαν σε ερείπια ελληνισμού και στο σβέρκο λαού που με το χάδι ηγέτη υγραίνεται και φαντασιώνεται στον υπνάκο μεγαλεία. Το σύνθημα της πλατείας  Del Sol είναι ξεκάθαρο: «ΜΗ ΦΩΝΑΖΕΤΕ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ».

Βροχούλες

Λιτανείες πολλές σας μαγάρισαν
κοριτσόπουλα έρμαια βροχούλας
που σας ξέχωσε αρμαθιά βλεμμάτων
σερνικών. Όσοι φτουράν ως ανιόντα
του πυρήνα σας κατά κεί που οδόφραγμα εσείς
του Άδη, που ’πιασε χνουδάκι εις τους
αρμούς χειλιών βαμμένα κατακόκκινα γεώδη
από κραγιόν κάποιου αιρετικού της ομορφιάς
ρίγος σαρωτικό σταλάζοντας στα σπάργανα καβάλου
ως να ξεσπάσει κουρνιαχτός να βγει ο λοποδύτης
απ’ την τρύπα του ξεσπώντας
σκύλος ξοπίσω σας
με σάλια, λύσσα κι αυτοσχέδιες γλειψιές
για τις σχισμές σας.

Λειτουργία

Μεγαλούργησε σε κάποιο φιλί. Έλυσε
ζώνη τρέμοντας σε αγρό ή προάστιο με
τη νύχτα να φυλάει καρτέρι, την τέχνη
μαθαίνοντας πατημασιάς σε κορμάκι άλλου.
Το γλίστρημα του δερβίση φαλλού
στη σκοτεινιά μήτρας τεθλασμένης
που η λυγεράδα της ασύστολα καυχιέται
ανακοπές αρσενικών, σφαγές, επιταφίους
οργασμών στα εσώρουχά της. Τη γοερή
επωάζοντας διάνοια, εμού του νεωκόρου
καθώς γλιστρώ τα δάχτυλα στις ορειχάλκινες
οπές τοιμάζοντας το υγρό της μανουάλι
να δεχτεί προσκυνητές ολοκαυτώματα
σπιρτάδα από φυσίγγι οργασμού.

Χάσματα

Σαν κάποια που με τραντάζει μέσ’ στον ύπνο
με το πανάρχαιο καθρεφτάκι της. Ή, σε μπαλκόνι
οικίας ξεπεσμένου ελληνισμού τινάζει
τις φλοκάτες κι αυτοσαρκάζεται βουβά.
Γεμάτη χάσματα και θείες ευχαριστίες.
Κοψίδια λύσσας σείοντας βραχιόλια
στους καρπούς. Λυγίζοντας σαν ελαφίνα
που συνέρχεται αργά απ’ το ζευγάρωμα
με το όσιο χτυποκάρδι εκεί στα βάτα της
να αχνίζει στο λιοπύρι τσιριξιές και
καρποφόρο σπέρμα, που υμνώ οξύνοντας
ορθοδοξίες που ελίχνισαν κορμάκια
σε κατηχητικά με τις γαβάθες τίγκα στην
παραβολή και τα κορμάκια τσιτωμένα
απ’ την καύλα χύνοντας δάκρυ τρυφερής
καρδιάς εις την λευκή κιλότα κόρης.
Εις τα έγκατα μιανής που ελόγου της
ταρίχευσε τη ρητορεία της μήτρας μή
και ξεσπάσει στο κορμάκι ολοαίματη
βακχεία, μη και καταπωθεί από κοινό
θνητό η μαύρη τρύπα της, μη και
τρυπώσει ο διάβολος στ’ αργιλικά
καλούπια της. Και χάσει δια παντός
τη βασιλεία των ουρανών και τον
αιώνιο οργασμό της ψευδοπατρικίας.

Το σκατό του καλλιτέχνη

Το καλλιτεχνικό όραμα μερικών είναι οι φράχτες και τα ξερονήσια. Να περπατάν στην Αθήνα τους κι οι μόνοι αλλόγλωσσοι να είναι αγγλοσάξονες κέλτες και σκανδιναβοί με σορτσάκια κι αχνιστό ευρουδάκι. Απατεώνες που γέμισαν στάδια σινεμά σελίδες βιβλίου. Μάγκες που ξέρουν να βγάζουν φράγκα στην κρίση. Τα μακρόσυρτα πλάνα του τεό και τα στιχάκια του νιόνιου δεν γουστάρουν τη βρώμα του τρίτου κόσμου. Αυτοί συντρώγουν με Βαρδινογιάννη Λάτση Αγγελόπουλο. Είναι βεντέτες. Είναι αριστεροί μιας αριστεράς που έδωσε περισσότερο κώλο απ’ όσο χρειαζόταν. Σκύβαλα ματαιοδοξίας που ο κόσμος τους είναι η Αθήνα τους. Ένα ξέπλυμα χωρίς ορίζοντα. Με μόνιμους κατοίκους ποντίκια που ξεμπούκαραν από κάποια στάνη του Μοριά ή της Στερεάς για να φτιάξουν όνομα κι ακριβά βίτσια. Για να γίνουν συμπλήρωμα κάποιου ντεκολτέ της νετ. Για να φωτογραφηθούν με θαυμαστές και να συγκινήσουν αστραγάλους συλφίδας που ψωνίστηκε σε καταγώγιο δημιουργικής γραφής ή σε υπερώο εντύπου. Από δω και στο εξής οι προτάσεις θα πέφτουν βροχή. Ευαίσθητοι ποιητές και άλλα πλάσματα μαλακού υπογαστρίου θα προτείνουν στρατόπεδα συγκέντρωσης πυρά φάλαγγα εκτελέσεις. Η Αθήνα είναι το μεταμοντέρνο άσυλο δυστυχίας μιας Ευρώπης που θεσμοθέτησε τη βαρβαρότητα. Η Αθήνα είναι το πεδίο μάχης όπου φυλές του κόσμου τούτου θα δώσουν το κορμάκι τους σε κάποια τάφρο. Σε κάποια ένδοξη οδό ή κατώφλι θα μαχαιρωθούν από πατριώτες που δυο γενιές πίσω ήταν αλβανοί τούρκοι ή Σουμέριοι. Η Αθήνα είναι καταδικασμένη απ’ τους κατοίκους της. Απ’ το κατρουλιό της μεσαίας τάξης. Η Αθήνα περιέχει έναν προβληματικό τύπο ανθρώπου αφού είναι προϊόν εσωτερικής μετανάστευσης. Αυτόν που συσσωρεύεται στη μπούκα της κακιάς σκάλας και στο πέταλο του Μαλιακού για να μπορέσει στην κλεψύδρα τριημέρου να χαϊδέψει μάνα, να δείξει στα τέκνα του κοτούλες και στη σύζυγο πλεόνασμα ευημερίας.

Μέρα Μαγιού

Βρωμοκόπησε το ποίημα μυθοπλασία.
Τόσο που, άρχισε να σπέρνει εικασίες
για τσιριξιές πολιτών, φαντασίες, κούφια
λόγια, λάντζα από ζυγωματικά ξανθιάς
που εθεάθη έξωθεν κοινωνικού παντο-
πωλείου να διεγείρει ανομήματα
σοδομισμούς και λοιπά άλλα βιβλικής
πορνογραφίας εις πτωχούς αρσενικούς
που η φύσις εμετάλαξε σε πασόκους
και υπανθρώπους της δεξιάς που
ψάχνουν βυζίον να πιπιλίσουν και
ιδρώ σε κάποια διχάλα σε κάποιον
εγκρεμνό ή ξέρα. Που ψάχνουν
ασβεστόλιθο αιδοίου να γλείψουν
μέρα Μαγιού λίγο πριν μπουν
στο καταφύγιο του ύπνου.

Έρως ιατροδικαστής

Έρως ιατροδικαστής απεφάνθη:
θα τα δείξει όλα η νεκροψία των υγρών
στο νεροχύτη που, έμπιστος της λιτάνευσης
σπέρματος οδύνης και λοιπής αλαναρίας οργασμών
θα ξεχειλίζει ασυνεχώς ρουφώντας μνήμη πνεύμα φώς.
Ύλη που δεν αξιώθηκε βάθη αιδοίου και ερεβώδη κενά μήτρας
παρά λαβύρινθο πόλεως και νεράκι καποιανού θεού.
Πρόσφορο κάποιου Άδη ουράνιου που τόλμησε γιουρούσι
σε μιανής της ωοθήκες. Νίβοντας με τα χεράκια της αυτή
σεπτό κορμί θρεφτάρι φυσητήρα.

Αλυκές

Λιοπύρι άγριο. Πηχτό σμήνος κουνούπια
θολώνει τον ορίζοντα στις αλυκές.
Γιατί ο πόνος και γιατί ο θάνατος και τα λοιπά, γιατί;
Βρυχήθηκε γριούλα πασαλειμμένη λάσπη
μούτελη κατάσαρκα στην κάποτε παιδούλα που υπήρξε
αυτή που κράτησε στα χέρια σκοτωμένο του παλιού καιρού
τελευταίο χνώτο γονιού κι ανάμνηση νυφοπάζαρου
πρωινά που πέρασαν ξεδιαλέγοντας πετραδάκια απ’ τις φακές
λογαριασμούς νοικοκυριό τον ιερέα πάνω απ’ τους λάκκους
και το, όπως έστρωσες θα κοιμηθείς, με τα νταούλια
ακόμα στ’ αυτιά λίγο πριν βγει νυφούλα στο δροσερό αεράκι.

Ψυχή βαθειά

Όποιος ορίσει τι εστί ψυχή κερδίζει ξενύχτι μεταφυσικό στα χαλάσματα ποιήματος ή στο γκρεμό θηλυκού που κομποθιάζει τούλι με κουφέτα κι ονειρεύεται μωρουδάκι σε ενδιαίτημα  συζυγικό. Οι ορισμοί έχουν νόημα τελεσίδικο. Δεν αρμέγονται σαν αγελάδες κάποιας Μονής και δεν ξεχειλώνουν καταπώς θέλει δροσερός καλόγερος αυτοκράτωρ βραχοφωλιάς που περιδρομιάζει βολβούς κι αποβάλει χρόνο. Όσοι επιμένουν να ορίσουν ότι δεν ορίζεται και να περιγράφουν το απερίγραπτο με όρους βίου και βιοπάλης κι όχι με παραμυθία, χιούμορ, ειρωνεία, σουρεαλισμό και λοιπά ξεπέφτουν πάντα σε θεό βασιλιά σοφό ή άλλο κνούτο που ερεθίζει μοιχείες λέξεων ιδεών και νοημάτων. Ζαβλακώνοντας το μυελό των οστών και το σωματάκι που φωταγωγείται πλημμελώς από οπές φαντασίας κατατρεγμένο σε κάποιο γραφείο πολυεθνικής ή σε ναό με ζωγραφιστό θόλο περιθάλποντας την καθημερινή στύση θνητών στη νομή των κοινοβίων που χτίσαν οι γραφές και τα οικόσιτα γραπτά ακαδημαϊκών. Όταν βγεις απ’ τη φύση αρχίζεις να φιλοσοφείς και να στήνεις φαρμάκια. Νομοθετείς εμφύλιους φτιάχνεις φράχτες γιατί τα συννεφάκια άλλου τόπου κι οι πέτρες και τα χιόνια έφτιαξαν στον έτερο μύτη ένα χιλιοστό πάνω απ΄ το στόμα και μάτια πιο θολά ή μαλλιά μαύρα και δε μπορείς να τον δεις στον καθρέφτη μετά το ζευγάρωμα. Κι αρχίζεις να γδέρνεις το πετσί για να φύγει από πάνω σου ο έρως που προηγήθηκε και σε κάνει αιώνιο, ανθεκτικό ποιητή που γράφει  τραγωδίες στην ομίχλη για τραγανά χειλάκια έφηβης που έγινε μανούλα, γριά, λίπασμα, ανάμνηση κάποιων. Αν δε νοιώθεις την ύλη ως ύλη και τη βαφτίζεις σε κολυμβήθρες μυστήρια όρθρους χρησμούς πνεύματα έχεις χάσει αυτό που σου δόθηκε και ξεπέφτεις σε νεροποντή παπά ή ψυχολόγου αφού πρέπει να ξεράσεις όσα αμάσητα σε μπούκωσαν. Ότι σε μετάλαβαν από σώμα και αίμα Κυρίου μέχρι το έχω μια αδερφούλα τη λένε Βόρειο Ήπειρο και το έτσι γαμεί η Λεωφόρος ο Πειραιάς, τα Πετράλωνα, η Εγνατία και πάει λέγοντας.

Πλοκή

Πειράζοντας λίγο την πλοκή του δράματος
κάνεις λογοτεχνία. Κι αρχίζει να φτουράει
εμπνευσμένη μελαγχολία απ’ τα έγκατα.
Αυθόρμητη και παθιασμένη έτοιμη για
το γιαταγάνι διορθώτριας σε έντυπο
ιδρύματος που ξεδιαλέγει φιντανάκια
για τις χωσιές. Δίνοντας λύσεις, ιδέες
λαμπρές, οίστρο ακολασίας στις τραγάνες
αστού που ξερογλείφεται για εξουσία.
Πειράζοντας λίγο την πλοκή της ζωής
στομώνεις λυκόφωτα και λυρισμούς
που σάλεψαν κάποτε με το ζόρι στα
χείλη. Ρηχά και ανόρεχτα σαν ατσούμπαλη
βραδιά ποιητική ή σαν κολίτις σπαστική
αναίτιου ποιητή που το παίζει επικός
στις αράδες του βλεφαρίζοντας
ακροδεξιά κορμάκια για το ντιβάνι του
στομώνοντας τις φαλτσέτες της κριτικής
εκφράζοντας άποψη αντιπασόκ για
τα κοινά και τη βιοπάλη.

Υστεροφημία

Υστεροφημία ασάλιωτη που σου χρειάζεται
γητευτή της βιβλιόφιλης πλέμπας, που
αποκοίμισες γόησσες στο μέγκαρον πλάς
και ξεπρόβαλες ανδρόγυνος στις φασκιές
ιδρύματος που θεσμικά υπερασπίζεται
την ποίηση και τα γλωσσόφιλα σε σονέτα
στοργικά για δεκαεξάχρονες που ρολάρουν σε
προαύλιο θλίψης με βλεμματάκι πηχτό
και φωνούλα ακονισμένη σε παπαγαλίες
απαγγελίες προσευχούλας και ξεφόρτωμα
βουρκώματος σε θρηνητικές γιορτούλες.
Διεκδικώντας οι ρόγες τους εξουσία σε
κάποιο ντορβά και μιαν ανάμνηση στο
στοργικό καβάλο αρσενικού.

Τροπάριο για χείλη υγρά

Πολλά μας βγαίνουν κούφια αλλά
έχουμε το χούι εμείς να λοξοκοιτάμε
σκύλες και Χάρυβδες του βίου.
Εραστές που κρεμάστηκαν απ’ τα
κορδόνια τους μνήμες μπανάλ
κάποιων που προβλέπουν αποβραδίς
την επόμενη και στρώνονται στον
υπνάκο ήσυχοι. Κατεβάζοντας
όνειρα παλαιάς κοπής μπάζοντας
χειλάκια που δεν τους δόθηκαν
στον ξύπνο και χάδια που δε θα
πάρουν ποτέ στο δερματάκι τους
καθώς αυτό μοιχεύεται με ρίγος
θυμάται και ξεσπάει κάθε τόσο
εμπλέκοντας κομμώτριες και άλλες
περαστικές. Όσες ξεκοίλιασαν με
το χνώτο και το σεσημασμένο
βογγητό αγίους χωμένους σε
βουβώνα αχόρταγο αλφαδιά
με τον ήλιο του απογεύματος
και την αυτόνομη υγρασία κυράς
που νείρεται νυφικό και τούλια
για να στραγγίξει τ’ αχαμνά
κάποιου που εσάστισε στην εσχατιά
μπροστά των συμπληγάδων της μηρών
αιμόφυρτος σκιαγμένος
άνδρας μοι έννεπεν  μισθοφόρος
οργασμούμενος ευθυτενής
με τον πριαπισμό του κυλιόμενο
επωάζοντας λαίλαπα οργασμού
και σπιρτάδα για τις εφέστιες
ωοθήκες.

Οι όμορφες

Φράκαραν οι όμορφες σε λόγια
ποιητικά. Πυκνόμαλλους λοφίσκους
που περιγράφουν αιδοία και
τοπία έκλυτα στην αφαίρεση
του κάθε γραφομανή. Βγάζοντας
την άχνα του στο χαρτί με το
σπαρματσέτο θλίψης να φωτίζει
λίμπιντο ακατέργαστη στον
περίβολο τσούπας που εθεάθη
με λαμπάδα και λάμψη στα
μάτια περνώντας στο κινητό
τα μή ελληνικά της. Χύνοντας
χάχανο στο μήνυμα μιμητικό
στη φούρια μέσα να ρουφηχτεί
ολόκληρη από κάποιον εντάξιμο
γόη υπερήφανο. Βάκχο ρημαγμένο
σε κάποιο κατηχητικό του σκάι.
Τέκνο της δια βίου μάθησης
σφίχτη κατά το πρότυπο του
πατρός που εκούρδισε τσέχες
εκθαμβωτικές και εδίδαξε
σούβλισμα αρνιού σε συγγενείς
και φίλους ανήμερα κρίσης.

Της διανοήσεως

Της διανοήσεως η γκλάβα και τα
ματάκια της όμορφης. Νύχτα πηχτή
που φορά ρουχαλάκι θλίψης και
παθαίνει σύγχυση μύθων όπως
να μην διακρίνει δεκαετίες και
γενιές. Γεύση από βρεγμένο χώμα
εξασκημένης ζωής. Ανέκαθεν
βαδίζοντας στο όρος της ομιλίας
στέλνοντας αβύσσους με
γραμματόσημο στο μέλλον.
Δοξάζοντας χέρι τυράννου για
σύνταξη τιμητική να κρατηθεί
ζεστή έως λάκκου να μη τη βρουν
στα γηρατειά απάνθρωπες αυγές
και ψιχάλες.

Διάβολε

Διάβολε, κάνε να διατηρήσω τα δυο μου
αρχίδια στη θέση τους. Αντρειωμένα
ελεύθερα στις κουτοπόνηρες αυξομειώσεις
καύλας και τα διλλήματα που χαραμίζουν
το ευ ζην. Ανεβάζοντας ηθικά  τη μαϊμού
που κρύβω μέσα μου. Τα τεχνάσματα
και τους βραδύγλωσσους σπασμούς του
βιοπορισμού. Διάβολε, πασπαλισμένη
με αλεύρι, τηγανισμένη στο βούτυρο
η ποίηση που γράφω έχει μια γεύση
γλυκιά όπως και τα φιλιά της. Σαν για
να γλείψει τη ζωή που περνά και χάνεται.

Χωρίς εικόνα και ήχο

Ζήσε χωρίς αναμνήσεις κορίτσι
που φοράς ακουστικά και διαβάζεις
έντυπο φεουδαλικό στο μετρό
καταψύχοντας βλέμματα και
σάλια που δε θα φλομώσουν φιλί
γοφό ή σβέρκο αφήνοντας θαμπάδα
υγρασία κι επίμονη στύση.
Χωρίς εικόνα και ήχο δημόσιας
ζωής μια χώρα με άνθη δίχως
άρωμα είσαι.