Ανάμνηση δοκιμής αιδοίου

Πέρασα τα γεράματα σε νεαρή ηλικία, ως παιδική αρρώστια κι οι ιδιοτροπίες μου άφησαν μεταθανάτια κουσούρια. Δεν είναι της παρούσης αλλά μια αξιοπρεπής εξομολόγηση περιέχει μπόλικα προσωπικά, μαγειρεμένα σε ιδανικές συνθήκες υγρασίας, όπου το νυχτέρι συνεπικουρούμενο απ’ την ασθενική βροχούλα φτιάχνει καρποφόρο έργο για φρικώδεις αναγνώσεις. Όταν πάρεις μαθήματα ιδιαίτερα απ’ το χάροντα γίνεσαι κακόφημο δαμάλι στην πολιτεία. Γίνεσαι το τέκνο που νιώθεται περισσότερο απ’ τις σιωπές του. Βουρκώνεις όταν βλέπεις οδόφραγμα και πυρωμένη κυρά με ακάλυπτο μηρό για να βοσκήσουν τα πετεινά του ουρανού ουσία συμπαντική κι εσοχές απόστακτες άπληστο βουβώνα. Γίνεσαι ο ψιθυριστής ωραίας κοιμωμένης που της έταξαν ανορθόδοξο έρωτα τα μανιφέστα κάποιου αυτόχειρα. Διηγήσε το δράμα της αγάπης, πληγές, χαρές, ερμηνείες. Στεγνώνεις τον εαυτό σου πάνω στο χαρτί με γλώσσα αρχέγονη παραδεισιακή. Ένα αδαμικό καθρεφτάκι για να συνομιλήσεις με το βυθό σου. Οι πράξεις σου δεν ανιχνεύονται κι είσαι εκ των προτέρων ένοχος κοινωφελούς συγκίνησης. Είσαι ο αρχιερέας πάθους κι ο αγιάτρευτα μπολσεβίκος που ’χει στη γλώσσα ανάμνηση δοκιμής αιδοίου.

Εγκώμιον καλλιτέχνη επαρχιακής πόλεως

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό όταν βλέπω ανθρώπους να ξαναγυρνούν μοναχικά στην εκμετάλλευση. Στον ασφαλή λιμένα που θα παινέψει την ηθική τους και το μυγιάγγιχτο πάθος τους να επιλέγουν δήμιο της αρεσκείας τους. Έχω φίλο αγρότη καλλιτέχνη που βράζει στο καζάνι του και στην ποιότητα των γύρων του. Θύμα του πλούτου των άλλων και του προτέρου έκλυτου βίου του. Επιβιώνει με κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό και συναπάντημα με τους εκμεταλλευτές του, που προσκομίζουν κροκέτες κι αποφάγια άλλων αντρών επιφανών για να διατηρήσουν την κατάθλιψή του. Η φτώχια του τον κάνει και φλερτάρει με τον ολοκληρωτισμό της υπεραξίας του εκμεταλλευτή του, αφού κάθε τόσο προσφέρει κόπο πνεύματος και εσωστρέφειας για να στολίσει τοίχους και σαλονάκια πετυχημένων που αγοράζουν την τέχνη του ως τρόπαιο. Είναι χτισμένος με ψυχολογία οργανοπαίχτη πανήγυρης που περιμένει μυστακοφόρο χλεχλέ να του κολλήσει με σάλιο πενηντάευρο στο μέτωπο διαβρώνοντας το ήθος που έχτισε ο αγροτισμός και το πατρώο χωματάκι. Έρμαιο λογικής που θέλει τον καλλιτέχνη να απηχεί απόψεις διαπλεκόμενου ιερολοχίτη της τοπικής ελίτ που στιχουργεί στην πόλη από καταβολής μεταπολίτευσης κάνοντας τον πολιτισμό έρμαιο της συζύγου κάποιου μεγαλοεργολάβου-κατασκευαστή που υγραίνεται απ’ τις έξεις του καλλιτέχνη που υπήρξε ξωμάχος και πειραματόζωο πόλεως. Μιας πόλεως που στήθηκε πάνω στο σαματά της κοινής ζωής που μεγέθυνε το χωριό με μια τελετουργική χειραγώγηση. Ο καλλιτέχνης στον τόπο μας έγινε ένα με τα ντουβάρια  της γκαλερί. Κλείστηκε σε κλουβί κελαηδώντας τη χαριτωμενιά του. Δέθηκε πισθάγκωνα με την ιδιοτέλεια του χρήστη εικαστικής ύλης, τουτέστιν του αγοραστή, που θέλει τον παραγωγό να δουλεύει για την μονοκύτταρη ματαιοδοξία του με τον ελιτίστικο παροξυσμό ενός μεγαλοφυούς κενού.

Ή πάλι, ο φίλος μου γίνεται το αυτιστικό παιδί που παρατηρεί τα δάχτυλά του την ώρα που ανακατεύουν τα αντικείμενα χωρίς να παρατηρεί τα ίδια τα αντικείμενα. Σημαδεμένος από στερεότυπα και ψυχαναγκασμούς ανακατεύει την πληγή του. Ψάχνει χορηγίες για τις μπελαντόνες που καλλιεργεί και τα κομμάτια χαμένου παραδείσου που επινόησε η πλαστή ευμάρεια της μεσαίας τάξης. Ο καλλιτέχνης στον τόπο μας είναι για την εφορία αγρότης, σοφατζής, καθηγητής αγγλικών, φαρμακουπάλληλος αλλά όχι καλλιτέχνης. Πρέπει να υπάρχει ενδιάμεσος. Πρέπει να καρπώνεται κάποιος δια βίου ποσοστό ζωής και ταυτόχρονα να τροφοδοτεί ιδεολόγημα περί πλέμπας και ολιγαρχίας. Ο καλλιτέχνης στον τόπο μας λειτουργεί ως φενάκη του κοινωνικού χώρου και της τάξης που τον γέννησε. Στα υψηλά κλιμάκια το κατεστημένο τον αλείφει έρωτες και κριτικές στα ισόγεια όμως και στις πιλοτές λειτουργεί η μεγαλοπρέπεια της αμεριμνησίας σε κοινή θέα. Λειτουργεί ο μαρασμός και η κατρακύλα στις μικρότητες της γενικευμένης τοπικής υστερίας. Κι αυτός ο κόσμος ο μικρομέγαλος προσφέρεται ως μια βερνικωμένη μινιατούρα ως ξόμπλι της ιδιοτροπίας ενός νηπίου και των εκκρίσεών του.

Στο βρακί της

Μικρός, κάποτε, άκουγα την έκφραση τον έβαλε στο βρακί της και λυπόμουν που δεν ήμουν εγώ το θύμα. Το βρακί της γυναίκας είναι θηκάρι κυνισμού. Επωάζει στο υγρό σκοτάδι ταλέντο εκκαθαριστή υποθέσεων κι όποιος πιάσει το νόημα αφήνει ενέχυρο τη λαλιά του παίρνοντας μόσχευμα για εκκόλαψη γραπτής ποίησης δια βίου. Στο βρακί αν καταφέρεις να μπεις είσαι ο άγιος ισχυρός και δεν ξεκολλάς απ’ τα χάχανα και τις σπονδές του όταν έχει κέφια και ροδίζει σα φωλιά πετροχελίδονου το σούρουπο. Είσαι ο άγιος αθάνατος κι ο εκλεχτός που γλείφει το ζύθο του καθώς αναθρώσκει. Είσαι ο έκπτωτος που δε θέλει αξιώματα δόξα τιμές λεφτά παρά μονάχα την άψα που αφήνει ο βυρσοδέψης οργασμός. Είσαι ο ιχθύς που σπαρταρά πιασμένος στο δίχτυ της μήτρας που σε θέλει αιωνίως σακάτη να πουλάς λαμπάδες θύραθεν ναού. Είσαι ταμένος στα καρτέρια και τις οχτωβριανές που κάνουν τον κύκλο τους και σε ποδοπατούν τα αθώα αίματα κι οι ονειρώξεις μέδουσες στη βαθιά νύχτα. Όταν σε βάλει στο βρακί της η γυναίκα διαπρέπεις ως ξεφτίλας στα μάτια όσων δεν ένοιωσαν από τη μπούκα αιδοίου αεράκι χάους και πνοή ζωής. Όσων είναι στρατιώτες κάποιου Φράγκου αγοραστή κορμιών ή κάποιου παπά που επιδαψιλεύει ψυχούλες στους λάκκους.

Ο ναρκαλιευτής

Ο ναρκαλιευτής εξηγεί την ποίηση ως άγγιγμα θανάτου και τρίψιμο σε κορδόνια και μπότες και γλειψιές στη σόλα τεκνού που ψωνίζεται αβυσσαλέα σε κάποιο βαρδάρη για να προκαλέσει αίσθηση και σπιρτάδα ταλαντούχου. Για να γίνει ποιηματάκι αργότερα σε κεφαλόσκαλο εφημερίδας ή  σκαλωσιάς εκδότη, που ποιεί χειροποίητα με την υπεροψίαν και τη μέθη φρενοβλαβούς χύτη της ανάγνωσης χωνεύοντας άπειρο και πεπερασμένο στον εγκρεμνό της οδού Σκουφά ή στον υπόγειο τάφο λιθογράφου που ετοιμάζει με σπουδή εντομολόγου κοφτερά τσιγγάκια για την ψευδαίσθηση αθανασίας κάποιου πολλά υποσχόμενου. Ο ναρκαλιευτής χτίζει μέλλον αρτίστα ανένταχτου  για να τον κάνουν επίτιμο σε κάποιο στάβλο ακαδημίας κατάμεστο από δαπίτισες ερπυστριοφόρες που στο τέλος θα ξεμοναχιάσουν τον ποιητή χαϊδεύοντας την ποιητική του σπλήνα που ξέρασε πολλά ενάντια κάποτε και θα ζητήσουν αυτόγραφο ζεστό φρέσκιας μελάνης  εις ανάμνησιν νιότης που εκραύγαζεν πως θα γινόταν άλλος. Για να ζητήσουν λίγο ιδρώτα και ποιητικό χύσι για την εκπομπή τους στην κρατική μετακινώντας την υποδιαστολή της τηλεθέασης απ’ το μηδέν στο άπειρο, την ώρα που ο ποιητής-επίτιμος θα ομολογεί:  «Φανταστείτε πού έχει φτάσει ο τόπος, όταν θεωρούν μεγάλους ποιητές τη Δημουλά κι εμένα!». Κι όλα αυτά, την ώρα που θα μπαίνει εκείνο το παλιάλογο ο Δούρειος κι οι Τρώες θα βλέπουν μπάλα στην τιβί.

Εν εξάψει

Είναι λέξεις που βγαίνουν αφρόντιστες
και διάθεση να βρούν ψαχνό ως τα κότσια
της τελευταίας συλλαβής, εκμαυλίζοντας
τον ποιητάκο που την ψώνισε ως λιπαντής
αναφανδόν, κάποιας αλανιάρας κόρης
που αλειμμένη επαρκώς επίθετα
αναδόχων στα αβαθή, λείχοντας
το δερματάκι της  που νόθεψε
από ανακοπές και τυμπανοκρουσίες
μαστό προσφέρει, δρολάπι
για να φιλέψει χείλη
λυσσασμένου σερνικού
ρόγα αγίνωτη
επιρρεπή στην παραχάραξη
από φαλτσέτα γλώσσα.

Πώς να κρυφτείς!

Πώς να κρυφτείς από μένα ’ν εαυτέ
τώρα, που σε συνεπαίρνουν
διευχώνες γλουτών
κι άλλα ψαλτήρια αδηφάγα!
Λογοτεχνίες που γράψαν κοριτσόπουλα
με τα βυζάκια τους
και καρτέρια από ξεκοιλιασμένους
που νυχτώθηκαν
χωμένοι σε βουβώνα εμφυλίου
ή σε ανάμνηση
σεσημασμένου αιδοίου
που πρήστηκε
να περιμένει να φανεί θυμός φαλλού!

Στο άψε σβήσε

Στο άψε σβήσε συμπορεύονται τόσοι πολλοί μαζί και παθαίνουν κάτι σαν ομοψυχία. Έχουν στάμπα πλήθους αγανακτισμένου όπως κατέβαινε το μεσαίωνα στις πεζούλες βουνού και ζητούσε κοχλάζοντας λιγότερους φόρους. Είναι όσοι τραβάνε ζόρια για να ξεπληρώσουν στεγαστικά και άλλα άτοκα για συσκευές καπουτσίνο και γαμοδάνεια. Δεν ανεμίζουν κομματικές σημαίες όμως αύριο θα ψηφίσουν τις ίδιες καλπάζουσες υπάρξεις που φτύνουν. Την ίδια γρίνια για τις σπουδές των παιδιών και το αβέβαιο μέλλον. Γήπεδο εκκλησία μέγκα. Στο στριμόκωλο βιοπορισμό που τους παροχέτευσαν οι περιστάσεις και η δόλια συνθήκη που θέλει το διαφημιστή να ταΐζει πλαγκτόν προόδου τέκνα που μόλις κύλησαν απ’ το μπουσούλημα στο χυλό της παιδείας κι έχουν άποψη κοφτή στην κουνιαμπέλα του face book. Με τα ψιχία γνώμης που έχουν απ’ τον τηλεοπτικό ταρσανά και τον οικογενειακό βίο που αναπαράγεται ειδολογικά απ’ τις πτολίεθρες μαζορέτες ενός δια βίου σήριαλ και μιας μαγγανείας υπεραπλούστευσης που οδηγεί στη μεταφυσική και τις απανωτές βεβαιότητες περί στασιμότητας. Όσοι δέχτηκαν να είναι αυτό που θέλουν οι άλλοι, τώρα υπερασπίζονται τη βρομερή συνθήκη που τους έκανε αυτό που δε θέλαν να γίνουν. Έφτασαν να δέχονται αξιωματικά τις χρυσές ρόλς ρόυς του εφοπλιστή αλλά θέλουν να δαγκώσουν το λαρύγγι του γείτονα που παίρνει τρακόσα ευρώ παραπάνω απ’ αυτούς. Έστελναν περήφανοι τα τέκνα τους στις εκστρατείες βιασμού και πόνου άλλων λαών και τώρα ζητάνε μέτρα και φράχτες για να προστατέψουν τη σκατούλα τους απ’ τους ταλιμπάν. Χτίσαν πολιτισμό πάνω στον κότσο και την αξυρισιά της στέρησης της μετάνοιας και της κρυφής μαλακίας αλλά δεν αντέχει η υποκρισία τους τη μπούργκα και τις μαύρες δυστυχισμένες πουτάνες της Μάρνης. Νόμισαν πως ο κόσμος είναι η γούρνα που σταβλίζονται ή δικτυώνονται για να υπογραμμίζουν στους άλλους πως υπάρχουν, όμορφοι δυνατοί, φωτογενής με τη χαζοχαρούμενη αμετροέπεια και την τσαχπινιά του μεσαίου που ο κόσμος όλος είναι οι εκκρίσεις του. Οι αγανακτισμένοι είναι η βαλβίδα ασφαλείας του συστήματος. Είναι προϊόν εργαστηρίου. Πειραματόζωα που άγονται και φέρονται αγελαία αφού αυτό που τους ενώνει είναι η σφυρίχτρα του μηνύματος και ο φετιχισμός του μέσου.