Βιτάμ

Βλέπεις από γενιά σε γενιά να υμνούνται φιλολογικά μαυσωλεία και να χτίζονται μύθοι που γίνονται βαρετοί αφού ξεπέφτουν σε αέναη επανάληψη. Η λογοτεχνία μεταποιήθηκε από ραφτάδες της μεγαλομανίας που βάφτισαν το Μήτσο Τζάκ και την Πόπη Καρλότα. Όπως στα χωριά όταν άρχιζαν να πλησιάζουν ξενοπάροικοι ο γκέκας μετονομάσθει σε Φλόξ, Αζόρ και άλλα αλλοδαπά που δεν πρόσβαλαν το γλωσσικό ένστικτο του στρατού κατοχής. Έτσι και το βιβλίο για να έχει κύρος έγινε εξάρτημα της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας. Άρχισε να μοιάζει σε υλικά οικοδομής. Τούβλο ή τσιμεντόλιθο. Αυτά που έχτισαν τον σημερινό πολιτιστικό πολτό. Αυτά που ήρθαν να σβήσουν τη μνήμη και να μαϊμουδίσουν το μητροπολιτικό τρόπο ζωής σε μια χώρα που την κολάκευε το κωλοδάχτυλο του ευρωπαϊσμού. Ο κάθε πικραμένος που έκανε αντίσταση και σπουδές στο Παρίσι έφερε τις παπαγαλίες του για να κάνει το σπουδαίο στους χωριάτες του χωριού του. Πήρε θέση για τα κοινά όταν ο βιομήχανος του έχωσε λεφτά για να κάνει ταινίες βιβλία σεξ. Μαγάρισε το νερό της στέρνας κι έγινε ανάδοχος μιας μεταφυσικής θολούρας που κουβαλά την τέφρα ενός ουμανισμού των Βορείων προαστίων. Υμνεί σήμερα τους ζηλωτές της ελεύθερης αγοράς και της αγαθοεργίας. Είναι στρατευμένο ξόμπλι του βραδινού δελτίου της ΝΕΤ. Φιλελεύθερος αστός στο μπιντέ του χορηγού και του μαικήνα. Είναι ο σκοτεινός συνωμότης που διδάσκει προσευχή νηστεία άσκηση ιδιωτική πρωτοβουλία. Ο αγέρωχος μεσίτης των τάξεων που μπολιάζει το δάκρυ του φτωχού με το σπέρμα του πλουσίου σ’ ένα μακρόσυρτο πλάνο εικαστικού αυνανισμού. Σε μια κιτς φαντασμαγορία όπου αδερφές του ελέους υπερίπτανται με κατσίκια καραβάκια και καρυάτιδες. Αφήνοντας τους διαφημιστές να γίνουν οι τροβαδούροι των μαζών του πολιτισμένου κόσμου με φόντο ένα όργιο κατανάλωσης μονάδων για κινητό ή της ομαδικής παράκρουσης για ένα ψηφιακό μαλακιστήρι τελευταίας γενιάς.