ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Σεπτεμβρίου, 2011

Φράουλες και αίμα

Για να καταλάβεις τι φασιστολόι κρύβει κάποιος πρέπει να τού αναστατώσεις λίγο τις ιδέες και τον τρόπο που βιοπορίζεται. Ο λεγόμενος ιδιώτης βγάζει αγκάθια. Κρατά εσόδων εξόδων κι έχει μίσος για το υπαλληλίκι. Η ύπαρξή του συνοψίζεται στα πλήκτρα της ταμειακής μηχανής. Θεωρεί πως είναι ο μαστός που δίνει γαλατάκι στην κοινωνία. Η κιτσαρία της σεμνότητάς του έχει υψηλό βαθμό πολλαπλότητας. Παραληρεί όταν η κουβέντα έρχεται στις νόρμες και τα κεκτημένα κατακτήσεων. Οι αγώνες, οι μάχες, οι εμφύλιοι πρέπει να μείνουν ως στάμπες σε μπλουζάκια ή ως στεγνωμένες ουτοπίες σε ντι βι ντι. Ο ιδιώτης έχει την ιδιωτία κορώνα στο κεφάλι του και την αγορά θυγατέρα, έτοιμος να την προστατέψει με τη ζωή του απ’ τους κακόβουλους δούλους εργάτες. Ψάχνει τον αντίπαλο αλλού. Όχι στον καθρέφτη του. Βγάζει σπυριά όταν ακούει για παροχές κοινοτισμό και μεθυσμένους κατωτέρων τάξεων. Αυτός διαχειρίζεται τον αλκοολισμό του στο ρετιρέ ή στη μεζονέτα κι όχι στα ουζερί και τις πάμπες. Έχει πάντα μαζί του ραβίνο συνεργάτη για να κρατιέται δημόσια και να δίνει εικόνα οργανωμένου βαθειά. Έχει έμβλημα το λογότυπο της επιχείρησης. Το πηγαίο τσιτάτο τού διαφημιστικού. Θέλει πελάτες για να χτίσει το σωβινισμό της μοναδικής του περίπτωσης. Το μέτρο της διαφορετικότητάς του είναι τα φράγκα. Περίτεχνο σπίτι, έργα τέχνης, υπονοούμενα, συμμαχίες για να ξεχωρίζει από πλέμπα, μαστόρια, μισθωτούς, χαμάληδες. Είναι ο στρατός του Λοβέρδου και του Βορίδη. Ο χαϊδεμένος των καθεστώτων. Ο πατριάρχης της συναλλαγής. Ο ακομμάτιστος αλλά βαθύτατα κομματικός που μπερδεύει δολίως την ελευθερία του ανθρώπου με την ελευθερία της αγοράς. Το σκέλεθρο που θέλει να ξεχαρβαλώσει την εργασία. Που δίνει εφτά ευρώ την ώρα στον υπάλληλο καθηγητή τού φροντιστηρίου του ή δεν επιτρέπει στην πωλήτρια τού μαγαζιού του να καθίσει σε καρέκλα. Ο ευυπόληπτος που μαντρώνει πακιστανούς στις φυτείες της φράουλας και στα κολαστήρια της οικοδομής. Όλα κρίνονται. Όλα αξιολογούνται. Αξία έχει ότι φέρνει κέρδος. Μαθαίνω με τα λεφτά μου. Γαμώ με τα λεφτά μου. Χύνω με τα λεφτά μου. Τα λεφτά μου για να αγοράσω λίγη άβυσσο βαρβαρότητας. Για να λαδώσω, να βάλω άλλους να μου ξεσκατίσουν το παιδί και το γέρο. Η δουλεία δεν είναι ντροπή αλλά εσύ κερατά γύφτε θα μου μαζεύεις τα σκουπίδια. Εσύ βουλγάρα σκύλα θα με ξεκαβλώνεις. Εσύ νέγρο χιμπατζή θα με διασκεδάζεις. Τώρα πια τέλειωσαν οι κομουνιστικές σας μαλακίες, τα εφάπαξ, οι αποζημιώσεις, τα θωρηκτά Ποτέμκιν, ο Σοστακόβιτς. Τώρα δουλεία και σκυλάδικο. Ζήτω το υγιές πασόκ, η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Καρατζαφέρης. Ζήτω η αμερικανική πρεσβεία. Οι γερμανοί που θα μας βάλουν σειρά. Ζήτω το Νάτο που θα φέρει δημοκρατία και φτηνό πετρέλαιο στα ρεζερβουάρ του πολιτισμού. Ο εβραίος νερουλάς που πάει να ξεδιψάσει τα ορφανά της Λιβύης. Ζήτω η Άννα, ο Αντρέας, οι στελεχάρες. Οι χαφιέδες με τα λεφτά του μπαμπά. Ζήτω οι γενίτσαροι, οι προϊστάμενοι, τα υποπόδια, οι διευθυντές, οι σύμβουλοι. Ζήτω οι μή κυβερνητικές της κυβέρνησης. Ζήτω ένδοξε ελληνικέ λαέ θυμωμένε αγανακτισμένε που αγανακτείς και θυμώνεις μετά τη δουλειά αφού υπηρετήσεις τη μισθωτή σου σκλαβιά.

Μερικές ευλογίες

Τα πράγματα που είναι ωραία και νόστιμα είναι τα χείλη το στήθος οι γλουτοί το αρσενικό και το θηλυκό φύλο.

Γράψτε με φυσικό τρόπο και χωρίς δισταγμό. Μην αφήσετε τίποτε πίσω σας ούτε πέντε στίχους ούτε μια αράδα.

Η σεξουαλική επιθυμία είναι απεριόριστη: θέλει όλα τα θηλυκά.

Προέλευση του Κόσμου, πάλι το θηλυκό!

Ο άνθρωπος αφήνει το θηλυκό και επιστρέφει στο θηλυκό.

Το μεγαλύτερο προνόμιο του ανθρώπου δεν είναι η σκέψη, αλλά η επιθυμία της ακατέργαστης σκέψης που δημιουργήθηκε από το όραμα του γυναικείου φύλου.

Αγάπησε με φυσικό τρόπο και χωρίς δισταγμό. Κράτησε απ’ το ζώο το ένστιχτο που δεν έχει φόνο κι απ’ τον άνθρωπο το ένστιχτο που δεν έχει υποταγή.

Η μόνη εξωτική χώρα είναι το θηλυκό. Μόνο και μόνο γι’ αυτό αξίζει να ταξιδέψεις.

Αυτό το, θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους είναι η πιο ακαταμάχητη ποιητική προστυχιά.

Η μεγάλη απόσταση από τη φύση είναι η αιτία όλων των δεινών: τη θρησκεία, την ιδιωτική περιουσία, το γάμο και το βιασμό.

Ευτυχία σημαίνει πως υποστηρίζω χωρίς κανένα περιορισμό την τελική νίκη κατά των απαγορεύσεων και των προκαταλήψεων.

Το σώμα το εκλογικό

Είναι βλαμμένο είναι θολό
το σώμα το εκλογικό.
Σου λέω αγαπημένη μου
θα κάνω εμετό.
Σαούρα κάθεται.
Αυτός
ανύπαντρος είναι εντελώς
στον κυρίαρχο μπρός
κομάντο
ψώνιο
υπάλληλος
ναυαγός σε κάποιας το δοχείο νυκτός.
Και πάλι ρακοσυλλέκτης ή στα κτελ
οδηγός. Γιατρίνα ή μάλλον γιατρός
που’ χει ο σάτυρος στον τοίχο
εικονίτσα με φως
παναγίτσες αγίους
φράκταλ με ουρήθρες και πεπτικά.
Στο σαλονάκι Βαν Γκογκ.
Είναι λούμπεν αναπολεί
χούντα στιφάδο αχνιστό
μιας μαμάς. Θύμα
λέει έχει πέσει των αγορών.
Των δασών δεν εδιάβασε τα πριόνια.
Φτιάχνει νες πίνει μπύρες.
Κοτζάμ έθνος κουβαλά και μαρσάρει.
Φαν της σημαίας υγρός
στον καβάλο ριγεί
ξεθαρρεύει εξοδούχος στο sex.
Βουρκώνει ως παππούς που αγαπά το εγγόνι
σε σέ προστρέχει τέχνη της ποιήσεως
γράφει ομοιοκατάληκτα σκληρά
αλίμονο
η σάρκα
το σαρκίο
ζωή ζωούλα σπίτι αυτοκίνητο μαμά και μπαμπάς
λούσιμο χέσιμο και τα λοιπά.
Μπόσικος είναι εκθεσάς με μούσι
διδακτικός φιλελεύθερος μπαρόκ
απόψεις έχει για ξανθιές
συμβολιστής γυαλιστερός
τρανός αστός
όπλο του η Σία Κοσιώνη κι ο οργασμός.
Γυαλάκιας ανώνυμος
βιοδιασπόμενος
σφίγγει στο στήθος του να κοιμηθεί την εταιρία
την ιδιωτική του πρωτοβουλία
ταξικά βλοσυρός αφενός
οφθαλμολάγνος παρά θιν’ αλός.
Ω ναι!
Είναι βλαμμένο είναι θολό
το σώμα το εκλογικό.
Σου λέω αγαπημένη μου
θα κάνω εμετό.

Ζωύφια

Όπως καταλαβαίνει ένα ζωύφιο
το θάνατο. Το συντρίβω με τα
δάχτυλα και νιώθω ότι νιώθει
τη ζέστα. Νιώθω τα εντόσθιά του
να γεμίζουν του δέρματος τις
άπειρες αυλακιές. Λίγο στενάχωρα
νιώθω αλλά πάλι μετά ξεχνώ το
έγκλημα κι ανησυχώ για θέματα
πιο σοβαρά. Τη συντριβή μου
σκέφτομαι πια από κάποιον που
ενοχλώ ως ζωύφιο πλέον εγώ.

Sub specie aeternitatis

Σε ορεινό χωριό μάτι παίρνω κάτι καυσόξυλα στεγνά
κι αλβανίδα μαμά που σερβίρει καφέδες μετά απ’ το sex.
Μετά απ’ το sex με το χοντρό του χωριού και τα δέοντα
ωραία αλβανικά της βγαίνουν σαν καρφίτσες που
βαστούν μοδιστρούλες στα χείλη σφιχτά. Κάτι ομήρους
του άστεως σερβίρει συνοδεία παξιμαδιού και κάποιου
fm την ελαφράδα με μουσική χωνευτική. Με πλησιάζει
αυτή. Μπαγάσα μου λέει εσύ που γράφεις τρελά για
τα εγκόσμια και τα συζυγικά προς κατανάλωση άμεση
του άπληστου κοινού πάρε μου τις λεξούλες απ’ το
βαθύ μου λαρύγγι απ’ τις ρόγες μου απ’ του μουνιού μου
τα χείλη. Τα υγρά μου όλα λεξούλες διαλεκτικός υλισμός
παρακμή μόνο εγώ κι εσύ στο άπειρο σύμπαν
sub specie aeternitatis μου είπε
και μου’ δωσε ένα φιλί.

Το νόημα

Ξεχαστήκαμε και λαμπαδιάσαμε στην αγκαλιά της νύχτας.
Λόγου χάριν είμαστε κόπιες από γεγονότα που τα μάσησε
η μηχανή. Ξεχασμένοι στο πηγάδι της πλάνης. Ιδού ο ρυθμός
όπως τον θέλει ο Δημηρούλης κι ο χι ψι ασπριτζής της αυγούλας
απ’ τα έδρανα σχολής που βγάζει ανοιχτομάτες με βυζάκια
αχνιστά πάνω στης ποίησης τα γανωμένα ταψιά με γραμματάκια
πακτωμένα σε κορμιά όσων πήραν τρομάρα μεγάλη απ’ τη ζωή
μαγειρεύοντας λέξεις συνταγές να λαδώσει τ’ αντεράκι του
ο σκιαγμένος του μέλλοντος αναγνώστης που όλο ψάχνει
να βρει νόημα χαμένη ομορφιά στο θαμπό καθρέφτη
που τον λίχνισε και τα σκέλια που του πρόσφεραν για
λίγο τη θεϊκή απάτη δόλιων οργασμών.

Λύσεις υπάρχουν!

Λύσεις υπάρχουν για τους άστεγους
και τους μετανάστες που δεν έχουν κρεβατάκι
και προοπτική. Φολίδες ερπετού σα να οργιάζει
η καρδούλα συναίσθημα. Αυτόχειρ ιδανικός που
εντριφεί σε κουπόνια και προσφορές. Ο γλίτσας
που δακρύζει όταν ακούει απ’ το τρίτο τον
εθνικό ύμνο. Φασολάκια χλωρά καθώς εξαγγέλλει
η ερεβώδης σύζυγος και θανάτους η πρωινή ζώνη.
Αγάπη μου, θα πει, καθώς μεθυσμένος τη νύχτα
στροβιλίζεται σε ζεστό κρεβατάκι. Μετέωρος
ανάμεσα στο σκληρό πορνό της κυράς και τις
επιφυλλίδες του θανάτου.

Πραγματεία περί της τέχνης του κυνηγιού με τη βοήθεια των γερακιών

Γκαρσόνα μου, θεά, η πατρίδα μου έχει πολλούς χάρους
πάσχει από διπολισμό κάνει χαρούλες στα βιτριόλια
και τις Θερμοπύλες των ξένων. Κι εκείνος ο πούστης
ο Φρειδερίκος Β΄ άφησε πίσω του πραγματεία περί της
τέχνης του κυνηγιού με τη βοήθεια των γερακιών. Για να
έχουν οι γεωμέτρες της Ευρώπης υγρή την άμμο στην
κλεψύδρα και τα χείλη τους βεντούζα στα σκοτάδια
της Τροίας. Ρυθμικό μανταμάδο εργατικό δίκαιο
αγκομαχητά. Καμένες κόπιες από λιπόσαρκο
Βασιλάκη Καΐλα, τη λαϊκή δεξιά να κάνει πλιάτσικο
αγροτισμό, δομές να στήνει, κράτος δραματικό.
Να στρώνει τα χαλιά στους ξενοπάροικους πασόκους
λίγα αγγλικά ψιθυρίζοντας στο στείρο σκοτάδι στα σκέλια
μνιανής κόρης που κατέβηκε απ’ το χωριό στην πόλη
κι είναι όλο υγρά και κάψες.

Έρημη χώρα

Με πήρε και με ντάντεψε έρημη χώρα πιο
έρημη από μένα τώρα κι από σένα εκεί
στα στηθάκια της νήσου. Χαρά μου που βγάζεις
μεροκάματο και λουμίνια για καντήλια
θέσεις εργασίας τοκετούς φασκιές
κοκαλάκια σκοτωμένων κατοχής ποίημα
με ρυθμό συλλαβές σοβαρές κι όχι χαβαλέ
πικρόχολο σε φεγγαρόφωτο με λύσεις
σκηνοθετικές πως δεν είναι αθώα τόσα
κλάματα που αφθονούν απ’ τους κατά
φαντασίαν ρουφιάνους που προωθούν
εκδοτικά όσες επουλώνουν με εσώρουχα
τη θυμωμένη γύμνια τους
μηρούς μοιραίους
στο σκότος.

Όσο γράφω το ποίημα

Όσο γράφω το ποίημα καυλώνω κι όσο καυλώνω
δίνω τροφή σε σένα λεξούλα καπαρωμένη μούσκεμα
ρωμαλέα ρόγα που σε γλώτισε σάρκα και κουλτούρα
πίστας. Φαρμάκι βαθύ γερατιό αφού θα πάω σα σκυλί
στ’ αμπέλι τρώγοντας χέλι ρακί πίνοντας με  κρόκο Κοζάνης
τις σημασίες να χωνέψω όσων έγραψα και δεν έπιασαν
τόπο όσων δεν πέρασαν στο κοινό στους συμπολίτες
που με χνωτίζουν ώρες ώρες στην αληθινή ζωή χωρίς
να ξέρουν πως όλα γίνονται ποίηση πριν μπούνε
στους λάκκους στο χώμα.

Η μεγάλη πορεία

Η μισή μου καρδιά εδώ βρίσκεται
κι η άλλη μισή επίσης αφού τέλειωσαν
τα ψέματα κι οι Κινέζοι γερά σκαριά
ποτίζουν ορυζώνες και σταυρόλεξα
σουντούκου σφυροδρέπανα μωρά
γερτά ιδεογράμματα φευγάτη ποίηση
που όλα τα λέει απλά τη σκάφη σύκα
και τα σύκα σκάφη.

Σπουδή σε μια φωτογραφία του Masao Yamamoto

Έκανε ένα βήμα προς το γκρεμό. Στον ώμο του είχε ένα περήφανο μαύρο κοράκι. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος σε μια συνηθισμένη φωτογραφία. Με ένα περήφανο μαύρο κοράκι στον ώμο. Έκανε ένα βήμα προς το γκρεμό. Λοιπόν, όπως πάντα ένα κοράκι βρίσκεται στον ώμο ενός ανθρώπου που κάνει ένα βήμα προς το γκρεμό. Το κοράκι στέκεται περήφανο στον ώμο. Ακίνητο. Ο άνθρωπος παίρνει την απόφαση και μόλις κάνει το τελευταίο του βήμα πέφτει στο γκρεμό και το περήφανο κοράκι πετά στον ουρανό. Η φωτογραφία όμως, για πάντα, θα δείχνει έναν άνθρωπο μ’ ένα μαύρο κοράκι στον ώμο. Ποτέ, ένα περήφανο μαύρο κοράκι που πρόκειται να πετάξει στον ουρανό κι έναν άνθρωπο που έκανε ένα βήμα προς το γκρεμό, μιά για παντα.

Μεξικό

Με τόσους εθνικούς και ψυχούλες γύρω
και γαλανομάτες στο τιμόνι του κράτους
υποπτεύεσαι πως άλλοι δίνουν νόημα
στην ύπαρξη. Σου θέτω υπ’ όψιν στοχασμούς
ρίμες σαν χιόνι απαλό. Κουβερτούλα
που σε σκεπάζει φαντάρε για να κρυφτείς
απ’ τα κακά μαντάτα. Τη μανούλα που
σε ξέχασε σε κάποιον ποταμό φυσικό
σύνορο επικράτειας. Χωρίς πάουερ μπούκ
κι αλβανούς μονάχα μιαν ανάμνηση οδύνης
σαν κεράκια γενεθλίων μετά το μεθύσι.
Και σκέψου πριν κλείσεις τα μάτια πως
ο Τσαρλς Μίνγκους στ’ ακουστικά σου
πέθανε στο Μεξικό και σκορπίστηκε στο Γάγγη.
Αλλού ο θάνατος κι αλλού οι στάχτες.

Θα’ ρθει καιρός που θα…..

Όταν αρχίζεις το ποίημα μ’ εκείνο το θα’ ρθει καιρός…..
και τα λοιπά μελλοντικά άχαρα για να κάνεις
πάσα στα αναγνωστικά και τις μαραμένες στα
δημόσια λύκεια, τις όσες αφημένες να αναλύουν ορφάνιες
και δυστυχίες μπανάλ σε αργοσάλευτους γόνους
που στέλνουν μηνύματα φορτίζουν κινητό ξύνουν
τα νυμφαία τους, κρατώντας άμυνες στην αρχαία
σκουριά τα γένια και τα χτένια του παπούκα που
έχτισε γενιά γκρίνιες περήφανες ιδέες απαγγελίες
σε αυλές με τσιμέντο νομάρχες κι ευσυγκίνητους λοκρούς
που δακρύζουν στη θέα βυζιού ή σημαίας.
Όταν αρχίζεις το ποίημα με το θα’ ρθει καιρός που θα…..
ξεβγάζεις από πάνω σου ευθύνες αλήθειες οργάνωση
διαλεκτική πληγές. Φινίρεις με ποιητική αδεία
τις αντιφάσεις σα να στοκάρεις τις ρωγμές σπιτιού
ετοιμόρροπου.

Θα σας δώσω μέθοδο

Παιδάκια του αγροτικού μας νομού
που ο δόλος συλφίδας ματιασμένης
από κράτος μαμάδες και υγρά
σας τυραννά, θα σας δώσω μέθοδο.
Να βγείτε απ’ το φαιότατο έρεβος.
Τα ξέφτια της παλλάδας ερωμένης.
Που ομολογεί, όλο σχισμές, καθώς
αποσαρκώνεται σκυφτή το φίμωτρο
της γύμνιας. Σπαραχτική χαμηλοκάβαλη
βαθυχαιτείεσα. θα σας δώσω μέθοδο
καθώς απ’ το γλίσχρο της πέρασμα
έμαθα πολλά.

Αθήνα

 

 

 

 

 

Κάθε φορά που σκέφτομαι την Αθήνα μελαγχολώ
και τη λιμπίζομαι. Πάντα έγραφα αγρίως λυρικά
βολβούς είχα στα χέρια.

Διότι πως αλλιώς θε να’ χε κλέος η Αχαρνών κι
οι άλλες οι βαβελικές νιφάδες! Σερβίροντας
πατσά εδώ στα επίγεια. Για να καταλαγιάσει
την ηχώ της αλκοόλης και τον ακάλυπτο μηρό
μιανής κόρης Δηιάνειρας αστραφτερής και
φρέσκιας απ’ το χώμα. Το ανοιχτό μπλουζάκι της.
Ο ισθμός. Μπουρκίνα Φάσο. Εξωτισμός. Κι ο
ήλιος προς τη λήγουσα της επαρχίας.

Φιλιά πολλά

Τόσος έμμετρος κόπος για να πω
κάτι αθώο κι άσχετο. Να σβήσω
τη σάλτσα με κρασί στην πάμφωτη
κουζίνα. Τα λίγα προσωπικά να
δαμάσω με το ραβδάκι του μεσόκοπου
που ρίχνει  λέξεις κέρματα στο
Τζουκ μποξ του ποιήματος. Να
καλοπιάσω λίγο τις ασύμβατες
πεποιθήσεις όσων ψάχνουν
άλλοθι συγκινήσεις θυμό ακρότητες
που καταγίνονται με φιλιά πολλά
και πλιάτσικο αυτοπρόσωπος
των μουσών και του βουβού Άδη.

Χάρυβδες

Τι μελιστάλαχτες οι αθρόες εκδοχές σου!
Κι εγώ θαυμαστικά σε επωάζω. Τώρα που
βάλθηκες εσύ, πατημασιά στο συρματόσκοινο
κορμί μου. Όλο διάνοια υγρών. Λαμπάδα.
Κάπνα. Ουρλιαχτό. Για να χιμήξω εγώ ο μπολσεβίκος
με σφυροδρέπανο φαλό, κακόφημο
ροδίζοντας το αρχοντολόι των μηρών
να ξεμπουκάρουν πόθοι νυχτερίδες
σκιαγμένες Χάρυβδες απ’ τον εμφύλιο
οργασμό.

Η αγάπη άσεμνη είναι

Μην αφήνεις ατάιστη την αγάπη. Μην.
Η αγάπη θηρίο είναι. Ξεβράζει κάποτε
τη δεξιοτεχνία του φιλιού. Φίδι κολοβό.
Η αγάπη είναι για να τραγουδιέται. Να
συνεφέρει τσογλάνια απ’ τις κραιπάλες.
Σε ξεβράζει στο μηδέν. Στα τόσα προσφιλή
λογάκια. Σε μαθαίνει λίγο να ξεχειλίζεις.
Η αγάπη σού ψευτίζει τις αλήθειες.
Φτωχαίνει τη μοναξιά που μας αναλογεί
εκ γενετής. Παραμορφώνει λέξεις και
νοήματα. Η αγάπη είναι η εφεδρεία των
πληθυσμών. Προπάντων σε ξεφτιλίζει
αύτανδρο στην αντίπερα όχθη κάποιου
κορμιού. Η αγάπη άσεμνη είναι. Άφεγγη.
Έρμαιη ρουφήχτρα.

Tο έργο

Είναι το έργο μεταδοτικό σαν νόσημα
κι ας το λεν πόνημα, κάποιοι που δεν
αξιώθηκαν λιακάδες φευγάτες στο
μεδούλι τους και βροχούλες κάτω
από λιάστρες με καπνό. Αχνό που
ζαβλακώνει σε ουζερί, κάργα στην
αντίστιξη ζωούλας που ανεβαίνει
σκάλα στριφτή, παραπατώντας,
τρίζοντας, για να ξεράσει δόλιους
στοχασμούς και νικητήρια χάχανα
στον υπερώο της μνήμης καμπινέ.

Ωδή στο νεροχύτη

Σπέρμα μου, που κολυμπάς στο
γαλανό πετσί του νεροχύτη
λευκότατο επιστρέφεις, χέρσο
και αζήτητο ως τον πλατύστερνο
ουρανό της αποχέτευσης. Σπέρμα
μου, που έσβησες με σιωπηλή
συναίνεση σε αφαλούς και χείλη
στεγανά μπρος στη συντέλεια
γυμνούλας ύπαρξης και ξεχαρβαλωμένης
απλοποιώντας λαίμαργα
τη ναρκωμένη οχιά των οργασμών.