Σίβυλλα τι θέλεις;

Τι να γράψω τώρα μαγκωμένος στις αχτίδες
ήλιου πρωινού που σκορπά τα βιτριόλια του!
Συχνά πονώ ανυπολόγιστα σα να ζω
σε πολυκατοικία. Σα να’ μαι ορφανό
του Καντάφι. Μετρώ τα ποσοστά τού
μακελειού τις ταξιθέτριες στα μουσεία
πολέμου. Στήνω αυτί. Σίβυλλα τι θέλεις;
αποθανείν θέλω. Καθώς πληρώνω τέλη
αναμονής θανάτου στον αρμόδιο οργασμό.

Της επετείου

Σκοτάδι που καταβρόχθισες στο σεντονάκι σου
και σ’ όλα τα νυμφαία κάστρα που απλώθηκες
για να συνδράμεις Βυζαντινούς και Μακεδόνες
αυτόχθονες της Στερεάς κι άλλους ένδοξους
γνώστες των επιδράσεων που αφήσαν στο
κορμάκι σου βαρβαρικές μαγειρικές υποσχέσεις
για πάθη παντοτινά την ώρα που καλούσαν
οι καμπάνες το λαό σε μιαν επέτειο σφαγής.