Το χωράφι

Στον Κώστα Σ.

Πριν μάθω να καλλιεργώ το χωράφι πρέπει να μάθω να κατοικώ στο χωράφι. Το χωράφι είναι ο απόλυτος ορίζοντας ελευθερίας. Η άρνηση των τεσσάρων τοίχων που οριοθετούν το βίο. Το χωράφι δεν έχει συσκευές πόρτες παράθυρα. Δεν χρειάζεται ούτε να προφυλάξει ούτε να κρύψει. Είναι το πεδίο δράσης των φυσικών φαινομένων. Στο χωράφι δεν είσαι κάτοικος αλλά ποιητής. Ένα αγγείο των μυστηρίων του σύμπαντος που πλάθεται απ’ τον ήλιο και τη βροχή. Είναι την ίδια στιγμή το σαλόνι κι ο απόπατος. Η κουζίνα και το υπνοδωμάτιο. Το χωράφι δεν είναι ίδιο ποτέ. Αλλάζει μέρα με τη μέρα. Δε χρειάζεται ασπριτζήδες και διακοσμητές. Περνούν επάνω του οι εποχές τη στόφα τους και οι άγρυπνες νύχτες με τ’ αστέρια τους και τους μακρινούς φωσφορίζοντες ήλιους. Στο χωράφι τα κορμιά δυναμώνουν. Οι πατούσες χαρακώνονται απ’ τις σκλήθρες και τα νύχια μπουκώνουν απ’ το χώμα και τους βρεγμένους σπόρους. Το χωράφι έχει μυρουδιές. Σκιρτάει σα ζωντανό πλάσμα. Δεν έχει κυβερνήσεις, νόμους, κώδικες, αρχές, ιδανικά. Το χωράφι είναι η σχισμή, η τρύπα, ο λάκκος που θα με σκεπάσει στην αιωνιότητα με τα βατράχια και τις νυχτερίδες του. Στο χωράφι μπορώ να καθίσω σταυροπόδι, να χαρακώσω ντομάτα, ν’ αγκαλιάσω κορμούς. Γενναιόδωρο αφού, μου δίνει τροφή κι αναδίδει άγρια φιλήδονη υγρασία απ’ τα σωθικά του. Γύναιο ξαπλωμένο βελούδινο που πρήζεται και πάλλεται και συστρέφεται κάτω απ’ το υνί του ιδρώτα και της αγωνίας της ύπαρξής μου.

Το θαύμα της αναπνοής

Αναστέναξαν οι πιάτσες και τα κέρινα ομοιώματα.
Στις χλωμές φλέβες ακούγεται μελωδικό μουρμουρητό.
Το θαύμα της αναπνοής ως την κορφή ως τα νύχια.
Ξανά και ξανά μέσ’ απ’ τις χαραμάδες και τις σχισμές της
τα μπλεγμένα της κλωνάρια τα σφριγηλά της κωλομέρια
τα ρεπορτάζ μόδας τα δημητριακά για το εντεράκι της
μεσ’ την αχνορόδινη κοιλιά κι ο τσιγκούνης εγώ που
την περιγράφω.

Στα μέρη μας

 

 

 

 

 

Εδώ κάτω σ’ αυτόν τον πλανήτη καταναλώνουμε
βίδες συρματοπλέγματα σκυλοτροφές
ρουλεμάν εκρηχτικά άρματα μάχης
σαπούνια οδοντόπαστες εκπαίδευση
μαυσωλεία όμορφες ψεύτικες γυμνές
με ξυρισμένα τα ημισφαίρια της ζωής και του θανάτου.

Εδώ στα μέρη μας
που σαν δύει ο ήλιος μυρίζει
γουρουνόπουλο ψητό
και κουβέντες εθνοσυνέλευσης
παρατηρήσεις για το φιλί και αναλύσεις
για τα μπράτσα της, τη νύχτα, τη ζεστή σκοτεινιά
τον έρωτα που ρέει σα μυστικό ποτάμι
το ζευγάρωμα που μέσα του κατρακυλούν
τα ένδοξα κορμάκια σα λιθάρια.

Εδώ στα μέρη μας γέροι
που υπήρξαν δολοφόνοι στα νιάτα τους
λιάζονται στο χείλος του εγκρεμνού.
Αγρότες με υπέροχα κόκκινα τρακτέρ
ωραίοι κεφάτοι λασπωμένοι.
Απτόητοι όλοι εδώ στα μέρη μας
με τα στεφάνια φρέσκα στα μνημεία
και τη δάφνη στις φακές.

Από τι πάσχουμε;

 

 

 

 

 

 

 

Από σοφούς.
Από σπουδαίους που μας μαγαρίζουν με τη γνώμη τους.
Από όσους αναπάντεχα μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια.
Απ’ την κατάθλιψη του διάσημου.
Απ’ την αγαμησιά του δημοσιογράφου.
Από τόσους χιλιάδες μαλάκες που φωτογραφίζουν προέδρους.
Από βιομηχανίες όπλων.
Από παπάδες.
Από ρούχα που μας κρύβουν.
Από βιοπάλη.
Από σκυλάδικα σε λεωφορεία σε γιωταχή σε κομμωτήρια.
Από χριστιανές πουτάνες με ψηφιακό μουνί.
Από αγανάκτηση που αν της βγάλεις την πρίζα γίνεται γελάδι του καναπέ.
Από σκουπίδια.
Από μανία για δουλεία.
Από χλιδή άλλων.
Από τράπεζες σπέρματος.
Από τεχνητά δόντια βραχιόλια και βέρες.
Από κίβδηλη αλεξανδρινή σοφία.
Από ορυχεία χρυσού.
Απ’ τον εθελοντισμό των ηλιθίων.
Απ’ τα θαύματα και τα νύχια των αγίων.
Από αναλύσεις και αναλυτές που γουργουρίζουν σαν οχετοί.
Από αντισυστημικούς σπιούνους.
Από αντιεξουσιαστές με σχιζοφρενική ορμή και κοντίσιονερ.
Από τρυφερότητα σ’ έναν πολεμοχαρή κόσμο.
Από πράκτορες τραπεζίτες πιστωτές.
Από τρίτο δρόμο.
Από ψηφοφόρους.
Από ευρωκομουνισμό.
Από ανταγωνισμό.
Από δημοκρατία.
Από τσούλες όλο γλύκα και βασανιάρικες χίμαιρες.
Από τροχαία και πηχτό αίμα.
Από βιντεάκια με τον πόνο των άλλων.
Από μουσεία πολέμου.
Από οστεοφυλάκια.
Από γυμνές χωρίς γύμνια.
Από σκάνδαλα χωρίς σκανδάλη.
Από σκούξιμο χωρίς ηδονή.
Από ανταλλάξιμους οργασμούς.
Από ορολογίες και ηθική.
Από κέρδος αποταμίευση εγκράτεια πλούτο φτώχια στέρηση πολυτέλεια σπατάλη.
Από χείλη δαγκωμένα για την απόλαυση των άλλων.
Από ντροπή.
Από τύψεις.
Από γαστρική παλινδρόμηση.
Απ’ το φερμουάρ των ονείρων μας που’ χει σκαλώσει στα κέρδη των άλλων.

Η λέξη

 

 

 

 

 

 

Να ευλογήσεις νυχτιάτικα τα τσαούλια κάποιου
σκανδιναβού. Ούρνων βοσκών περατάρηδων.
Σαμάνων με σπαθιά και χάμουρα που δεν
πρόλαβαν να φυτέψουν τριφύλλι και να
κάνουν θερμοκήπια παρά λάξευαν τα
ρουνικά τους σε βράχους ξύλα και
κομπινεζόν της εποχής αφού δεν είχαν
μελανοδοχεία πένες περγαμηνές μονάχα αιχμηρά
αντικείμενα πολέμου, αντίκες που
αστράφτει το μαυρισμένο ασήμι τους
στην πλατεία Αβησσυνίας ή σε γιουσουρούμ
του Αμστελόδαμου. Σε οικείες με κορμούς
δέντρων και χαραμάδες όπου τρύπωνε
η αυγή και το βαρύ ψύχος. Εκεί που,
μετά τα λατινικά και τις προσευχές γλιστρούσαν
οι κουβέντες στη γλώσσα του βορρά
κι οι γκριζωποί λύκοι καταβρόχθιζαν τα
τρομαγμένα ζώα που προδόθηκαν
απ’ τις ζεστές πατημασιές πάνω στο χιόνι.
Περιγραφές από ταξίδια στην άκρη της μαύρης θάλασσας
και τις ακτές της Αζοφικής. Αιχμαλωσίες
λοιμοί πεδία μάχης σαν σκακιέρες με
μια ντουζίνα σκόρπια πεθαμένα πιόνια.
Όλη μας η ποίηση μία και μοναδική λέξη.
Κανείς δε μπορεί να την προφέρει. Μόνος
πρέπει να την ανακαλύψεις. Στην καρδιά
της ατέλειωτης απόκοσμης πεδιάδας κοντά
στου Αχέροντα τη μεθόριο μαζί με την σκλάβα
που σου χάρισε τον πρώτο έρωτα τους σκοτωμένους
στις μάχες που έδωσες και την ψύχρα της αυγής
που δε θα νιώθεις πια.

Κορμάκι

 

 

 

 

 

 

 

 

Κορμάκι σαν κορμός δέντρου.
Σιωπηλός αγριότοπος.
Φλούδα από μπλουτζίν, ασφυχτική.
Σιμά στον ανοιχτό της τύμβο.
Βγάζει μυρουδιά το αχανές χάσμα.
Η μαύρη άβυσσος.
Ο αφαλός. Βλοσυρός. Άπατρις.
Μεταμορφώσεις άπειρες του κόσμου.
Κατορθώματα σπουδαία
που θα χάσετε τη λάμψη σας
αν δεν τρυπώσετε σε βιβλία και λέξεις.
Τώρα απλόχερα ψέλνω
εγκώμια, περίπλοκες μεταφορές.
Σ’ αυτό τον κόσμο που’ χει χάσει το κέντρο του
σα σπασμένος τροχός και διαλύεται
μονάχα εσύ περιστρέφεσαι άθικτο
εις τους αιώνες των αιώνων
χωρίς να προσδοκάς παραδείσους και τέτοια
μονάχα σκαρφίζεσαι φαλούς
υγρό μουνί, εσύ
αρχή και τέλος του κόσμου.

Ένα σπίρτο μέσα στη νύχτα

Μια φορά έπεσα πάνω της στην οδό Σταδίου και κάναμε πως δεν ειδωθήκαμε. Οι ρομαντικοί επικαλούνται ένα ρόδο, ένα φιλί, ένα πουλί που είναι όλα τα πουλιά μαζί κι έναν ήλιο που είναι όλα τα άστρα κι οι ήλιοι μαζί. Ένα σπίρτο μέσα στη νύχτα, ένα ποτήρι κρασί, έναν κήπο ή τη σεξουαλική πράξη. Απ’ όλες αυτές τις μεταφορές καμιά δεν μ’ εξυπηρετεί να αποδώσω εκείνη τη μακριά εύθυμη νύχτα, που μας άφησε ξέπνοους κι ευτυχισμένους στα σύνορα της αυγής. Όλ’ αυτά τα χρόνια, χωρίς πολλές ελπίδες αναζητώ τη γεύση εκείνης της νύχτας. Μερικές φορές νομίζω πως τη βρίσκω στη μουσική, στον έρωτα και στις αναξιόπιστες αναμνήσεις.