ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Νοέμβριος, 2011

Το χωράφι

Στον Κώστα Σ.

Πριν μάθω να καλλιεργώ το χωράφι πρέπει να μάθω να κατοικώ στο χωράφι. Το χωράφι είναι ο απόλυτος ορίζοντας ελευθερίας. Η άρνηση των τεσσάρων τοίχων που οριοθετούν το βίο. Το χωράφι δεν έχει συσκευές πόρτες παράθυρα. Δεν χρειάζεται ούτε να προφυλάξει ούτε να κρύψει. Είναι το πεδίο δράσης των φυσικών φαινομένων. Στο χωράφι δεν είσαι κάτοικος αλλά ποιητής. Ένα αγγείο των μυστηρίων του σύμπαντος που πλάθεται απ’ τον ήλιο και τη βροχή. Είναι την ίδια στιγμή το σαλόνι κι ο απόπατος. Η κουζίνα και το υπνοδωμάτιο. Το χωράφι δεν είναι ίδιο ποτέ. Αλλάζει μέρα με τη μέρα. Δε χρειάζεται ασπριτζήδες και διακοσμητές. Περνούν επάνω του οι εποχές τη στόφα τους και οι άγρυπνες νύχτες με τ’ αστέρια τους και τους μακρινούς φωσφορίζοντες ήλιους. Στο χωράφι τα κορμιά δυναμώνουν. Οι πατούσες χαρακώνονται απ’ τις σκλήθρες και τα νύχια μπουκώνουν απ’ το χώμα και τους βρεγμένους σπόρους. Το χωράφι έχει μυρουδιές. Σκιρτάει σα ζωντανό πλάσμα. Δεν έχει κυβερνήσεις, νόμους, κώδικες, αρχές, ιδανικά. Το χωράφι είναι η σχισμή, η τρύπα, ο λάκκος που θα με σκεπάσει στην αιωνιότητα με τα βατράχια και τις νυχτερίδες του. Στο χωράφι μπορώ να καθίσω σταυροπόδι, να χαρακώσω ντομάτα, ν’ αγκαλιάσω κορμούς. Γενναιόδωρο αφού, μου δίνει τροφή κι αναδίδει άγρια φιλήδονη υγρασία απ’ τα σωθικά του. Γύναιο ξαπλωμένο βελούδινο που πρήζεται και πάλλεται και συστρέφεται κάτω απ’ το υνί του ιδρώτα και της αγωνίας της ύπαρξής μου.

Το θαύμα της αναπνοής

Αναστέναξαν οι πιάτσες και τα κέρινα ομοιώματα.
Στις χλωμές φλέβες ακούγεται μελωδικό μουρμουρητό.
Το θαύμα της αναπνοής ως την κορφή ως τα νύχια.
Ξανά και ξανά μέσ’ απ’ τις χαραμάδες και τις σχισμές της
τα μπλεγμένα της κλωνάρια τα σφριγηλά της κωλομέρια
τα ρεπορτάζ μόδας τα δημητριακά για το εντεράκι της
μεσ’ την αχνορόδινη κοιλιά κι ο τσιγκούνης εγώ που
την περιγράφω.

Στα μέρη μας

 

 

 

 

 

Εδώ κάτω σ’ αυτόν τον πλανήτη καταναλώνουμε
βίδες συρματοπλέγματα σκυλοτροφές
ρουλεμάν εκρηχτικά άρματα μάχης
σαπούνια οδοντόπαστες εκπαίδευση
μαυσωλεία όμορφες ψεύτικες γυμνές
με ξυρισμένα τα ημισφαίρια της ζωής και του θανάτου.

Εδώ στα μέρη μας
που σαν δύει ο ήλιος μυρίζει
γουρουνόπουλο ψητό
και κουβέντες εθνοσυνέλευσης
παρατηρήσεις για το φιλί και αναλύσεις
για τα μπράτσα της, τη νύχτα, τη ζεστή σκοτεινιά
τον έρωτα που ρέει σα μυστικό ποτάμι
το ζευγάρωμα που μέσα του κατρακυλούν
τα ένδοξα κορμάκια σα λιθάρια.

Εδώ στα μέρη μας γέροι
που υπήρξαν δολοφόνοι στα νιάτα τους
λιάζονται στο χείλος του εγκρεμνού.
Αγρότες με υπέροχα κόκκινα τρακτέρ
ωραίοι κεφάτοι λασπωμένοι.
Απτόητοι όλοι εδώ στα μέρη μας
με τα στεφάνια φρέσκα στα μνημεία
και τη δάφνη στις φακές.

Από τι πάσχουμε;

 

 

 

 

 

 

 

Από σοφούς.
Από σπουδαίους που μας μαγαρίζουν με τη γνώμη τους.
Από όσους αναπάντεχα μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια.
Απ’ την κατάθλιψη του διάσημου.
Απ’ την αγαμησιά του δημοσιογράφου.
Από τόσους χιλιάδες μαλάκες που φωτογραφίζουν προέδρους.
Από βιομηχανίες όπλων.
Από παπάδες.
Από ρούχα που μας κρύβουν.
Από βιοπάλη.
Από σκυλάδικα σε λεωφορεία σε γιωταχή σε κομμωτήρια.
Από χριστιανές πουτάνες με ψηφιακό μουνί.
Από αγανάκτηση που αν της βγάλεις την πρίζα γίνεται γελάδι του καναπέ.
Από σκουπίδια.
Από μανία για δουλεία.
Από χλιδή άλλων.
Από τράπεζες σπέρματος.
Από τεχνητά δόντια βραχιόλια και βέρες.
Από κίβδηλη αλεξανδρινή σοφία.
Από ορυχεία χρυσού.
Απ’ τον εθελοντισμό των ηλιθίων.
Απ’ τα θαύματα και τα νύχια των αγίων.
Από αναλύσεις και αναλυτές που γουργουρίζουν σαν οχετοί.
Από αντισυστημικούς σπιούνους.
Από αντιεξουσιαστές με σχιζοφρενική ορμή και κοντίσιονερ.
Από τρυφερότητα σ’ έναν πολεμοχαρή κόσμο.
Από πράκτορες τραπεζίτες πιστωτές.
Από τρίτο δρόμο.
Από ψηφοφόρους.
Από ευρωκομουνισμό.
Από ανταγωνισμό.
Από δημοκρατία.
Από τσούλες όλο γλύκα και βασανιάρικες χίμαιρες.
Από τροχαία και πηχτό αίμα.
Από βιντεάκια με τον πόνο των άλλων.
Από μουσεία πολέμου.
Από οστεοφυλάκια.
Από γυμνές χωρίς γύμνια.
Από σκάνδαλα χωρίς σκανδάλη.
Από σκούξιμο χωρίς ηδονή.
Από ανταλλάξιμους οργασμούς.
Από ορολογίες και ηθική.
Από κέρδος αποταμίευση εγκράτεια πλούτο φτώχια στέρηση πολυτέλεια σπατάλη.
Από χείλη δαγκωμένα για την απόλαυση των άλλων.
Από ντροπή.
Από τύψεις.
Από γαστρική παλινδρόμηση.
Απ’ το φερμουάρ των ονείρων μας που’ χει σκαλώσει στα κέρδη των άλλων.

Η λέξη

 

 

 

 

 

 

Να ευλογήσεις νυχτιάτικα τα τσαούλια κάποιου
σκανδιναβού. Ούρνων βοσκών περατάρηδων.
Σαμάνων με σπαθιά και χάμουρα που δεν
πρόλαβαν να φυτέψουν τριφύλλι και να
κάνουν θερμοκήπια παρά λάξευαν τα
ρουνικά τους σε βράχους ξύλα και
κομπινεζόν της εποχής αφού δεν είχαν
μελανοδοχεία πένες περγαμηνές μονάχα αιχμηρά
αντικείμενα πολέμου, αντίκες που
αστράφτει το μαυρισμένο ασήμι τους
στην πλατεία Αβησσυνίας ή σε γιουσουρούμ
του Αμστελόδαμου. Σε οικείες με κορμούς
δέντρων και χαραμάδες όπου τρύπωνε
η αυγή και το βαρύ ψύχος. Εκεί που,
μετά τα λατινικά και τις προσευχές γλιστρούσαν
οι κουβέντες στη γλώσσα του βορρά
κι οι γκριζωποί λύκοι καταβρόχθιζαν τα
τρομαγμένα ζώα που προδόθηκαν
απ’ τις ζεστές πατημασιές πάνω στο χιόνι.
Περιγραφές από ταξίδια στην άκρη της μαύρης θάλασσας
και τις ακτές της Αζοφικής. Αιχμαλωσίες
λοιμοί πεδία μάχης σαν σκακιέρες με
μια ντουζίνα σκόρπια πεθαμένα πιόνια.
Όλη μας η ποίηση μία και μοναδική λέξη.
Κανείς δε μπορεί να την προφέρει. Μόνος
πρέπει να την ανακαλύψεις. Στην καρδιά
της ατέλειωτης απόκοσμης πεδιάδας κοντά
στου Αχέροντα τη μεθόριο μαζί με την σκλάβα
που σου χάρισε τον πρώτο έρωτα τους σκοτωμένους
στις μάχες που έδωσες και την ψύχρα της αυγής
που δε θα νιώθεις πια.

Κορμάκι

 

 

 

 

 

 

 

 

Κορμάκι σαν κορμός δέντρου.
Σιωπηλός αγριότοπος.
Φλούδα από μπλουτζίν, ασφυχτική.
Σιμά στον ανοιχτό της τύμβο.
Βγάζει μυρουδιά το αχανές χάσμα.
Η μαύρη άβυσσος.
Ο αφαλός. Βλοσυρός. Άπατρις.
Μεταμορφώσεις άπειρες του κόσμου.
Κατορθώματα σπουδαία
που θα χάσετε τη λάμψη σας
αν δεν τρυπώσετε σε βιβλία και λέξεις.
Τώρα απλόχερα ψέλνω
εγκώμια, περίπλοκες μεταφορές.
Σ’ αυτό τον κόσμο που’ χει χάσει το κέντρο του
σα σπασμένος τροχός και διαλύεται
μονάχα εσύ περιστρέφεσαι άθικτο
εις τους αιώνες των αιώνων
χωρίς να προσδοκάς παραδείσους και τέτοια
μονάχα σκαρφίζεσαι φαλούς
υγρό μουνί, εσύ
αρχή και τέλος του κόσμου.

Ένα σπίρτο μέσα στη νύχτα

Μια φορά έπεσα πάνω της στην οδό Σταδίου και κάναμε πως δεν ειδωθήκαμε. Οι ρομαντικοί επικαλούνται ένα ρόδο, ένα φιλί, ένα πουλί που είναι όλα τα πουλιά μαζί κι έναν ήλιο που είναι όλα τα άστρα κι οι ήλιοι μαζί. Ένα σπίρτο μέσα στη νύχτα, ένα ποτήρι κρασί, έναν κήπο ή τη σεξουαλική πράξη. Απ’ όλες αυτές τις μεταφορές καμιά δεν μ’ εξυπηρετεί να αποδώσω εκείνη τη μακριά εύθυμη νύχτα, που μας άφησε ξέπνοους κι ευτυχισμένους στα σύνορα της αυγής. Όλ’ αυτά τα χρόνια, χωρίς πολλές ελπίδες αναζητώ τη γεύση εκείνης της νύχτας. Μερικές φορές νομίζω πως τη βρίσκω στη μουσική, στον έρωτα και στις αναξιόπιστες αναμνήσεις.

Όπως κάθε πρωί

 

 

 

 

 

 

 

Ανάμεσα σε όλα τα νεκρά σκουπίδια
Όπως κάθε πρωί
Γράφοντας και ξεγράφοντας
Με πονεμένη πλάτη και στεγνό στόμα
Θ’ αφουγκραστώ τον ύπνο της
Για λίγο, στο κρεβάτι
Κι όπως πάντα, θ’ απωθήσω
Το νυχτέρι που δεν καρποφόρησε

Ειδύλλια

[απόσπασμα]

Έχω γυρίσει ανάποδα τον κόσμο και τον κοιτώ. Κοιτώ αυτή τη βαθιά σχισμή που οι ρίζες της βρίσκονται στο μακελειό. Αυτή τη σπορά από φόβους αιδοία και ιερή βλέννα. Κοιτώ αυτή την εξοργισμένη σχισμή, το πεινασμένο βλέμμα της ψυχής που θα φαγωθεί απ’ το σκόρο των αναμνήσεων. Κοιτώ τα σκέλια της που αλυχτούν. Την άβυσσο που κατάγομαι. Κύτταρα που ξεμυτίζουν απ’ τα χώματά τους και καρδούλες που σφαδάζουν. Κοιτώ στον καθρέφτη τον πυρήνα μου, τη γύμνια μου που σαν αστραπή φωτίζει τις αντιφάσεις. Γιατί η λύση όλων των αινιγμάτων είναι η σάρκα. Αυτή η ζύμη κάθε σκευωρίας που την πλάθει ο όλεθρος των παρορμήσεων. Όπως θρέφει το νταούλι την αγχόνη του γύφτου. Κοιτώ τις πείνες και τις κοπριές. Μυρίζω το βαθύ ύπνο που βλασταίνει στις κόγχες του θηλυκού, όλο στριγκλιές ανυπακοής και Μήδειες φαρμακωμένες απ’ τη μητρότητα. Όλο βυζιά ολοκαυτώματα αιμομιξίες. Ένα κάρο με κόκκαλα για το χαντάκι. Τραγωδία διακονιά και κραιπάλες. Κοιτώ αυτό το ποίμνιο που το περιμένουν τα όρνια. Τις γυναίκες που κρύβουν έναν καθεδρικό ναό πρόστυχο και ζοφερό μια θάλασσα ολόκληρη των Σαργασών. Ένα σπουδαίο μουνί. Μια ληθαργική αποχαυνωμένη θεότητα. Χέλια λιώμα στο ζευγάρωμα. Κουλούρες αλγοριθμικές την αυγή στους βάλτους του Άδη. Στόματα κακόφημα γυρολόγοι που φουσκώνουν το κρεμασμένο πρόβατο για να του πάρουν την προβιά. Κοιτώ τους Δελφούς βάζω το δάχτυλο στην πληγή. Τους ύπουλους χρησμούς. Τα γρασωμένα μου άρβυλα φορώ για έναν αιματηρό περίπατο στο Γράμμο του κορμιού σου. Κανένας ήλιος. Κανένας βρυχηθμός. Στη γούβα ανάμεσα στους χιονόλευκους λόφους η μακάβρια κι ασπόνδυλη πατρίδα μου κοιμάται.

Τα χείλη της

Τα χείλη της θα περιγράψω μεγαλειωδώς.
Ως μικροαστός ευαίσθητος πρακτικός.
Πρίαπος στα γρανάζια της. Να βγάλω
τη σερνική μου σπιρτάδα.
Να συγκινήσω όσες ριχτήκαν στη μάχη.
Επίθετα πολλά θα μπουκώσω το ποίημα.
Θα λογαριάσω γλώσσες υγρά καθώς
νύχτα τώρα θυμάμαι την Άμφισσα.
Φωτισμένη καντίνα δίπλα στο γκρεμό
και τη λαίλαπα τάχα του φιλιού, πάνω
σε στροφή με εικονίσματα, παραδομένα
στη σκουριά και το σύμπαν.

Μεταπολίτευση

Είναι που μυρίζει ο αέρας μεταπολίτευση.
Σωματίδια από λαχανιασμένους οργασμούς.
Γαλλικά και πιάνο. Καλαμιές που καίνε οι
αγρότες στον κάμπο πηγαίνοντας για το
Φράξο. Βελανιδόδασος υγρό σαν την κόψη
ξυραφιού στ’ ακροδάχτυλα του γεωγράφου.
Ελάτε τώρα, να δείτε το δάκρυ μου γουρούνια
της Κίρκης που ξεπέσατε στα φιλελεύθερα
βοσκοτόπια της Αιτωλίας. Κομματάρχες εσείς
που σάς μέθυσαν μυριόστομες Τσέχες και
πάθατε στύσεις ανίατες στη μέση του χορού
από υγρά ανελέητα Σλάβας που δεν επρόλαβε
πρωινό ήλιο κουφέτα παρά μονάχα εθελοντές
στο λάμδα της ετούτο που το λύγισε η τρυφεράδα
και η φαιά μοιχεία των αντρών.

Oι ένδοξες γεωμετρίες

Δεν έφτασαν οι ένδοξες γεωμετρίες
στα χωριά μας. Λιώμα στο μεθύσι
κάτι χήρες άπληστες με την υγράδα
της παλαιάς ομορφιάς και τα
σεσημασμένα στήθη. Για να προφτάσουν
στη Λακωνία κάποιον αρχαιοκάπηλο
που τους έταξε γάμο. Για να φτιάξουν
λουκουμάδες στον εραστή που ξεχάστηκε
στα καλούπια των μηρών, μονάχος
πάντα, ρουφηγμένος απ’ την εχέμυθη
πλεκτάνη της μήτρας.

Σεζόν

Η σεζόν θα βγει με νταούλια ζουρνάδες και Παπαδήμο. Καλπάκι, Βίνιανι, Ελλάς γεμάτη τόπους που φθίνουν. Που στεγνώνουν από τέχνη, σκέψη, πράξη, απεγνωσμένους έρωτες και πεινασμένο βλέμμα. Δεν μπορώ ν’ ακούω τα δεκαδικά στις ειδήσεις πλέον. Τη μεγάλη χαίνουσα άβυσσο της κρατικής. Ήρθε ο καιρός παιδιά να κολατσίσει ο μισθωτός σπλήνα από μάστορα και το κανάλι της Βουλής να μασήσει μηχανικά ευγενικές υπάρξεις με μαντιλάκι κάτω απ’ το πέτο. Κάτι πρέσβεις χαροκαμένους που δειπνήσαν με Καντάφι Μουμπάρακ και Άσαντ. Με τα ψιμύθια κατεστημένης κυράς που’ γινε εικόνισμα στο λοβό του μπακάλη της γειτονιάς που ξεφτίζει και χάνεται και σβήνει σε λογαριασμούς. Με κάτι κούφιες ρητορείες του στυλ μπορείς να παγιδέψεις το αόρατο; που εξαπολύουν ώριμες Κασσάνδρες σε εργολάβους κηδειών που’ χουν το μαγαζί στο Πάντειο σα μελισσάκια απ’ την κερήθρα του πασόκ απομυζώντας τώρα γύρη πεθαμένων της σχολής του Σικάγου. Περιμένοντας καρέκλα και παραθαλάσσιο στις Κυκλάδες, κόρες φορτισμένες με θνησιμαίους οργασμούς. Η σεζόν θα κλείσει με εκλογές και μπόλικη αδρεναλίνη σε αλοιφή. Κάποιους νεκρούς, μερικά ερείπια, κέρματα στο δίσκο του σερβιτόρου, φασματικές οδαλίσκες του αντένα με τα λαγόνια τους λεκιασμένα και τις μπεμπέκες του μεσαίου χώρου ν’ ακροβατούν λαχανιασμένες σαθρές σε κινητό τελευταίας γενιάς προετοιμασμένης για τα χειρότερα.

Χάδια

Είναι η ακολασία της επιθυμίας, να βιώσουμε το ουτοπικό πλήρες μέσω της γραφής, στον ακατέργαστο καμβά μιας αρχικής ιδέας, υπονομεύοντας δραματικά τη σολωμική προτροπή (πρώτα να συλλάβει ο νους κτλ) που όζει κατηχητικό κι ακαδημία. Κι αυτό το εν αρχή ην, είναι που καταργεί η ποίηση. Αυτό το θαμπό επινόημα που προϋποθέτει βιαστή και κοσμοκράτορα των όντων.

Αυτό το αλαζονικό λειρί της εξουσίας έρχεται να πετσοκόψει το αρματολίκι της ποίησης με την ευσπλαχνική σάλπιγγα του πυροτεχνουργού κάποιας θηλυκιάς ύπαρξης ή κάποιας πονεμένης πλαγγόνας.

Σπουδαία τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής για να μεταστοιχειώσουν το δέος σε παροξυσμό και να εφεύρουν κάψα και λαγνεία ενεργοποιώντας το εκφραστικό ένστικτο ώστε να επιλέξει τον ποιητικό λόγο για να περιγράψει ευκρινέστατα τη διαφορά μεταξύ των υγρών του αιδοίου και του ιδρώτα του σβέρκου ενός εύζωνα.

Για να παρηγορήσεις την ύπαρξη πρέπει να δυναμιτίσεις τις βεβαιότητές της. Να παραπλεύσεις κοντά στις ξέστηθες μαγγανείες.

Αυτά τα γλυκάδια που ηγούνται λάθρα, στα ματάκια κάποιας που παράγει νόημα μιας αναφανδόν ποιητικής, είναι που απομυζούμε εμείς οι κρυπτολάγνοι για να παράγουμε Ανάσταση από οξειδωμένη λογική.

Το να σκαρώνεις αντιφάσεις για να φανερώσεις αυτό που υπάρχει πέρα απ’ το ποίημα θέλει δοκιμές αφ’ όρου ζωής στην έρημο της μοναξιάς. Θέλει να σ’ έχει χτυπήσει ρεύμα υψηλής τάσεως.

Αν επενδύουμε αενάως στο χάος με ποίηση κάνουμε αναγωγή της ύπαρξης στην αρχέτυπη γλώσσα της φύσης. Επιστρέφουμε εκεί όπου η πράξη ακυρώνει τη φιλοσοφία. Τη φιλοσοφία που δε ρισκάρει τίποτε. Που είναι σκέτη πλήξη   θανατολάγνων σκακιστών που ορέγονται Ταΰγετο για να βλαστήσουν τα κοκκαλάκια τους ολίγο διδακτισμό για τις μέλλουσες αυτοχειρίες.

Ισορροπία ίσον ακινησία ίσον κλωτσιά στ’ αχαμνά της διαλεκτικής. Κάθε εξουσία επινοεί αγκυλώσεις κυρίως λογισμικές για να καθηλώσει τις δυο ζωογόνες εκφράσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Την ανυπακοή απέναντι στην Αρχή και τη σεξουαλικότητα που συγκλίνει στη δημιουργία μιας νέας Αρχής. Αυτή είναι και η φύτρα της επανάστασης που καταγωγικά έλκεται απ’ την αντίφαση ενός δυναμικού συστήματος εξέλιξης.

Η εργασία λειτουργεί ως ζουρλομανδίας των αναγκών μας αφού στην προσπάθειά της να τις πραγματοποιήσει τις ευνουχίζει ή τις μεταποιεί.

Η λυρική εκδοχή ενός κατακερματισμένου όλου αποτελεί μιαν ανίατη ανθρώπινη εκδοχή που προϋποθέτει γεμάτα στομάχια.

Ο αγεωγράφητος χώρος που ονομάζουμε Χάος είναι η τοπολογία κάθε μυθολογίας. Η μυθολογία τοποθετεί τα όντα σ’ έναν αδιάστατο χώρο ώστε ν’ αρχίζουν αυτά να εξουσιάζουν το γίγνεσθαι. Οι μυθολογίες και οι θρησκείες παρακάμπτουν τον ιστορικό χρόνο που μέσα απ’ τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις δημιουργεί επιστήμη, αφού η επιστήμη δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να τακτοποιεί το χάος μέσα στο χωροχρονικό συνεχές με όρους νομοτέλειας και δράσης. Η μεταφυσική των μύθων και των θρησκειών είναι η ποίηση των μαζών, οι αρχέτυπες εκφράσεις του καρποφόρου έρωτα και του ανερμήνευτου θανάτου.

Αστραπές, σα να μετακινεί έπιπλα ο θεός στον πάνω όροφο της δημιουργίας.

Αφού, η λεπτότατη ειρωνεία δημιουργεί σπινθήρα για ποιητικό αποτέλεσμα, όπως εκείνο το αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις που άκουσα πάνω απ’ τον πεθαμένο μου πατέρα και με βούρκωσε αιωνίως.

Πνευμονία

Τώρα που σχόλασαν το λαό, τσολιάδες
ερμαφρόδιτοι, ανταποκριτές που τούς
πλάκωσε το κενό κι η βαριά λιακάδα
της Ηρώδου Αττικού, γόησσες με συναίσθημα
μοιραίες στην ψύχρα τού απ’ ευθείας
οργασμού, την  τόση εποποιία που ανατέλλει
ίδια κι απαράλλακτη ρουφώντας
σα μυξούλα απ’ το βαρύ συνάχι του συστήματος
που οσονούπω θα το γυρίσει σε πνευμονία.

Xίλιες φορές

Αφού έχει ειπωθεί χίλιες φορές, πως όλα έχουν ειπωθεί χίλιες φορές και τα λόγια μας συμπίπτουν και οι καρδούλες μας γουργουρίζουν σαν οχετοί και τα ξένα τραγούδια μάς φαρμακώνουν μεθοδικά αρχίστε τις πλεκτάνες, τα σενάρια, το γυμνισμό. Αγριάδες εσείς που τρυπάτε την άσφαλτο και ρόγες βυζιού που ξεφτιλίζεται μπλουζάκια με τον τρόπο της λεηλασίας όπως και ’γω που δεν έχω θεό, προσευχή ν’ απευθύνω, όσια κι ιερά να κουρνιάξω την τρυφεράδα μου που όταν βρει τρύπα λυσσάει.

Απόψεις για τη νέα χιλιετία

Χειλάκια
που θ’ αλωνίσουνε το γήπεδο
του εχθρού. Μονεταριστές αμνοί
μετρώντας υπομονετικά άλλους
αμνούς. Σύννοες νοικοκυραίους
με το στόμα στεγνό στα βαθιά
χαρακώματα. Νέοι φερέλπιδες
κι ωραίοι έτοιμοι σαν αρουραίοι
για να κάνουν γιουρούσι στις
Αυστραλίες αφού καμιάν απολύτως
δεν έχουν φιλοδοξία παρά ένα
γαμήσι να ρίχνουν τη μέρα και
να τρων το τυράκι της φάκας. Να
στέλνουν πίσω λεφτά σε όσα ο ήλιος
χτυπάει λοξά. Σαν μνημείο στο
Γράμμο πάνω σε στροφή! Βέβαιες υπάρξεις
λιπόσαρκα πνεύματα αντβεντιστές
της έβδομης μέρα της δημιουργίας
και τα ρέστα.