ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Δεκέμβριος, 2011

Aκριβό δηλητήριο

Αυτό το ακριβό δηλητήριο στο μεσοκαύκαλο του αστού. Το βιβλίο που θέλει να τον κοιμίσει, να τον ταξιδέψει, να τον κάνει να κουρνιάξει στις ατέλειωτες επαληθεύσεις της καλοζωίας του. Το βιβλίο ως συμπλήρωμα εφημερίδας. Ως μυθιστόρημα ράθυμου χαφιέ που βουτάει το μελάνι του σε καταστάσεις, γεγονότα, γρίνιες απαλής ανατομίας ίσα ίσα για να μη ξεσηκωθεί το φθαρτό συναίσθημα. Με το βιβλίο πρέπει να περνάμε καλά και να δείχνουμε στους άλλους πως είμαστε διαβασμένοι. Το βιβλίο πρέπει να’ ναι χοντρό παχύ χορταστικό. Το βιβλίο πρέπει να το’ χουν διαβάσει εκατομμύρια άλλοι μαλάκες για να το διαβάσω κι εγώ. Τι φοβερό επιχείρημα το μπέστ σέλερ! Τι τρομερή προτροπή η κορδέλα στο εξώφυλλο με τις ανατυπώσεις και τις χιλιάδες. Τα βραβεία των αναγνωστών που το φχαριστήθηκαν! Ένα εξαίσιο τέχνασμα του εκδότη να διώξει τη σαβούρα του. Τα μπέστ σέλερ είναι τα μπουζουξίδικα της λογοτεχνίας. Είναι συνέχεια αυτού του νεοελληνικού σπασμού, θα πάω το Σάββατο στα μπουζούκια να τα σπάσω. Όχι να τα σπάσω από ανάγκη αλλά από υπερφίαλο ψυχαναγκασμό, ενός βίου που σχεδιάζεται από μάνατζερ και μηχανικούς συνειδήσεων. Από κοπέλες εκδοτών που πήραν ιδέες στο Σικάγο ξεπατικώνοντας τις γκαστριές και τα παράδοξα ενός άλλου τόπου που φτιάχνεται μυρίζοντας φρεσκοτυπωμένα δολάρια. Οι Αμερικές και οι Αυστραλίες είναι ωραίες γιατί χτίστηκαν από τυχοδιώκτες. Κι ο τυχοδιωκτισμός έχει μια συναρπαστική χροιά, μιαν ένδοξη σεσημασμένη αλητεία. Αν ξύσεις όμως από κάτω θα βρεις τον πόνο του εργάτη που έχτισε το μεγάλο θαύμα αλλά πατικώθηκε στους υπονόμους της αμεριμνησίας ενός ληθαργικού κόσμου που αυνανίζεται με τον πλαστικό του πλούτο. Θα βρεις συντρίμμια και ιδρύματα και βασανιστές. Αιρέσεις και πριαπίζοντες ορθολογιστές. Τον πόλεμο των άστρων και το φάσμα της πείνας. Το Χάρλεμ και τις υδροκέφαλες μήτρες του καταναγκασμού να υπάρχεις έξω απ’ τη φύση. Να είσαι κάτοικος γραφείου ή φάντασμα αστέγου. Ένας λοξόφθαλμος εγγαστρίμυθος αστός ψηφοφόρος, ένας σβόλος ανθρώπινης ύπαρξης, μια μπίλια καταδικασμένη να χτυπιέται απ’ το μανιχαϊσμό της μοναδικότητάς της. Τα πρώην παιδιά θαύματα που βγαίνουν σε εκπομπές και στήνονται δίπλα σε γαλαντόμους πολιτικούς αστέρες έχοντας άποψη και χοντρά μπέστ σέλερ στο ενεργητικό τους πουλάνε όσο όσο το συγγραφικό τους κορμάκι παίζοντας πότε τον αντισυστημικό και πότε τον νερόβραστο δημοκράτη. Ανεμίζουν σαν πολύχρωμα κουρελάκια σε επιδείξεις μόδας δίπλα σε ξανθιές αχερούσιες βυζαρούδες και κλειστοφοβικούς διασκεδαστές. Αντιγράφουν μανιακά όλες τις αμερικανιές πασπαλίζοντας με ντόπιο σπέρμα και αίμα τα καθέκαστα. Παγιωμένοι ήρωες, εμετικές επιδιώξεις, προκατασκευασμένες κρίσεις, πλαστικοί ήρωες. Να, έτοιμο βιβλίο για τους τοξινομένους αναγνώστες που ζητούν όλο και μεγαλύτερες δόσεις παραφιλολογικών σκευασμάτων, βιβλία με υπόθεση και χαρακτήρες και άλλα περιστατικά ακατάσχετης λογοτεχνικής διάρροιας. Να, η επελαύνουσα ταξιαρχία των σοφών παιδιών που φλυαρεί σπαραχτικά πουλώντας μικρά και μεγάλα ξεθυμασμένα θαύματα μεταβάλλοντας τον κόσμο σ’ ένα απέραντο λεξιακό κοπρώνα.

Σκάνδαλα και κυνήγια

Ο κοσμάκης, ο εθισμένος στο θέαμα ψοφάει για σκάνδαλα και κυνήγια. Μεθάει όταν του πετάξουν στη φοβική αρένα της οθόνης του τον κλέφτη, το κλεφτρόνι, τον κλεπτομανή. Τον κάθε έναν που μοιάζει ύποπτος να παραβιάσει χιλιοστό περιουσίας και μιζέριας. Το αστυνομικό ρεπορτάζ πασπαλισμένο με σκάνδαλο εκτίθεται για να γίνει άμεσα καταναλώσιμο από την απληστία των παμφάγων θεατών-αναγνωστών. Έρχεται να υπογραμμίσει μ’ ένα είδος φθονερού ψόγου τη συνειδητή επιλογή κάποιου να ζει απ’ την κλεψιά. Να αλλάζει την κατανομή πλούτου ολισθαίνοντας στο υπογάστριο μιας κοινωνίας εταίρων κι όχι εραστών. Ο κλέφτης έρχεται να διαπομπεύσει την υποκρισία. Ο κλέφτης είναι παράγωγο του συστήματος της κλεπταποδοχής και της υπεραξίας. Ο κλέφτης δε γράφει μανιφέστα αλλά πράττει. Πλάθεται μέσα σ’ ένα διαστελλόμενο σύμπαν απανθρωπιάς. Αρνείται την ελεημοσύνη και το κράτος πρόνοιας που εξευτελίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο κλέφτης δεν δέχεται να χαϊδευτεί απ’ τις κυρίες με τους αναδιπλωμένους βλεννογόνους που ταΐζουν τους απελπισμένους με ψίχουλα απ’ τον πακτωλό πλούτου των συζύγων. Ενός πλούτου που διαστρέφει τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Ο κλέφτης μεταμορφώνεται σε ύαινα που οσμίζεται την αποσύνθεση πριν το σκοτωμό, την πτωμαΐνη πριν απ’ το πτώμα και βιαστικά επιδίδεται στην εκκαθάριση της καταδικασμένης σάρκας ενός κόσμου ταπεινά προσκυνημένου στον αυταρχικό υπερφαλλό του αγίου τραπεζίτη.

Tο σωματίδιο του θεού

Τα κατάφερες φίνα, χάος δόλιο
κι ασχολούνται με σένα κάτι
όμορφες μεταπτυχιακές και αγίες
ταμένες στα τρανά σου κατορθώματα.
Κάνουν διάλειμμα
μόνο για ψωμάκι ζεστό
και πηχτή φασουλάδα
απ’ την πατρίδα. Πίνουν χυμούς
γράφουν ιστορία. Κυνηγούν με
την απόχη τους το σωματίδιο
του θεού, χωρίς να υποψιάζονται
οι άμοιρες, πως, ο μέγας επιταχυντής
είν’ το μουνάκι τους, όταν γλιστρά
ο εκατόνταρχος φαλλός
εις τα αλμυρά τενάγη τους
και μηχανεύονται ωθήσεις
δουλεύοντας στο φούλ
τα υγρά βυρσοδεψία των χειλιών
ίσα να μεταλάβουνε ελόγου τους
ολίγη αιωνιότητα, σπέρμα, αστρόσκονη
πνοή απ’ τ’ αχαμνά του χάους.

Ορμήνειες της γριάς υπεραξίας για το νέο έτος

 

 

 

 

 

 

Να τρως λίγο
να πίνεις ακόμα λιγότερο
να μη διαβάζεις
να μη χορεύεις
να μη σκέφτεσαι
να μην τραγουδάς
να μην αγαπάς
να μην εμβαθύνεις
να μη ζωγραφίζεις
να μη γράφεις
να μη σπαταλάς δυνάμεις
να κάνεις οικονομία, αποταμίευση
να μην πλένεσαι
να χέζεις στον κήπο
να μην τρως κρέας
να μην τρως ψάρια
να μην ανάβεις φως
να μην έχεις σόμπα
να μη διαβάζεις βιβλία
να μην αγοράζεις φάρμακα
να μην ανάβεις θερμοσίφωνα
να μην πηγαίνεις σινεμά
να μην κάνεις κουτσούβελα
να μη σκέφτεσαι με το στομάχι
να μη σκέφτεσαι με τ’αρχίδια
να συσσωρεύεις πολύ απ’ το τίποτε που σου περισσεύει
να είσαι φειδωλός, εγκρατής
να σιωπάς
να μη διαμαρτύρεσαι
να μην απεργείς
να μην αντιμιλάς
να στέκεσαι σε ουρές
να στριμώχνεσαι σε λεωφορεία
να κάθεσαι στο σκοτάδι χωρίς φως
να συνηθίσεις το κρύο την παγωνιά
να κάνεις δια βίου πρόβα θανάτου.
Η κρίση είναι ευκαιρία να συμφιλιωθείς με το θάνατο
την τσιγγουνιά
την εκκλησία
το χώμα.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ

Εκεί που το παιδί μαθαίνει φυσικούς νόμους θετικές επιστήμες ελληνική μυθολογία και ορθολογισμό έρχονται οι γιορτές και τρώει τη μεγάλη φάπα. Τα Χριστούγεννα που αστράφτουν εξαιρετικά σαν παραμυθάκι αλλά ξεστομίζουν ζούρλιες για την παρθένο και τη λαχτάρα της να σώσει το ανθρώπινο γένος απο τις κραιπάλες και τα όργια δείχνοντας πως ο μεγαλοδύναμος δε γεννήθηκε ως κοινός θνητός μέσα στα σκατά και τα αίματα. Υπογραμμίζοντας πως ο θεάνθρωπος ήρθε στον κόσμο χωρίς φυσικό τρόπο παρά με σύμβολα αθωότητας λουσμένος και ποιητικό λόγο ως ασυνήθιστο λογοτεχνικό έκθεμα της εποχής των τόκ σόου του δρόμου. Τότε που το κήρυγμα ξεκολλούσε σοβάδες κι οι προφήτες ήταν οι τεχνίτες της ατάκας ετοιμόλογοι κι ετοιμοπόλεμοι γιατί άρχιζε να παίρνει κεφάλι το πείραμα κι η απόδειξη κι η διαβολεμένη αμφισβήτηση. Ο μέγας γραφιάς και σκιάχτης Ιωάννης της αποκάλυψης υποχόνδριος σφόδρα και ικανός να χρησιμοποιεί τις λέξεις ως ζώντες οργανισμούς με ικανότητα λαγωνικού όσον αφορά τις οσμές και τις σάρκες νεκρών ζώων μαγάρισε τον αρχαίο παγανισμό φτιάχνοντας έναν εφιάλτη στέρεο και συμβατό με το χάος που κυοφορούσαν οι συγκρούσεις της εποχής. Τα Σατουρνάλια έπρεπε να θαφτούν κάτω απο την κοπριά της βηθλεέμ.

Οι φλεγματικοί ιστορικοί μπάλωσαν τα παράδοξα της εποχής με το ιδεολόγημα της δικής τους χτίζοντας τους μύθους της επόμενης. Οι θρησκείες ξεφύτρωναν πάντα σαν τα μανιτάρια στο υγρό χωματάκι του δάσους μιας απελπισμένης ανθρώπινης ψυχής φυλακισμένης σε ένα σώμα πονεμένο που δούλευε για να συντηρεί τις εξουσίες και τα πολεμικά έπη. Κορμάκια πεταμένα στον καιάδα της μεταφυσικής μαραμένα λουλούδια σκορπισμένες στάχτες στʼ αυλάκια της γης. Πληθυσμοί μονάχα και στατιστικές όχλος αναιμικός που είχε τις αρρώστιες για οργή θεού και τον καυτό ήλιο που μαλάκωνε το δερματάκι του και χαλάρωνε τις αρθρώσεις του ως θεϊκό χάδι. Όμως παρότι ο κόσμος βυθίστηκε στη σκουριά του μεσαίωνα και τα σκοτεινά χρόνια προετοίμασαν τις σύγχρονες χούντες η ανθρώπινη πράξη έλυσε τη δυσκολία πολύ πριν να την επινοήσει η ανθρώπινη ευφυΐα.

Η θρησκευτική μισαλλοδοξία της μεσαίας τάξης πέρασε μηχανικά στο εργατικό προλεταριάτο το οποίο όταν άρχισε να στριμώχνεται στις πόλεις βαφτίστηκε στην κολυμπήθρα του παντοδύναμου όντος. Και μαζί με τη διάδοση του λαδιού στη σαλάτα που ήταν μέχρι τότε προνόμιο της αριστοκρατίας συνοδεύτηκε από έναν εκσυγχρονισμένο πλέον χριστιανισμό κατασταλαγμένο ως εργαλείο καθημερινής χρήσης. Έναν χριστιανισμό που κατάφερε μέχρι σήμερα να κάνει τους λεγόμενους μορφωμένους ανθρώπους να πιστεύουν σε όλων των ειδών τα απίθανα θαύματα διαστρέφοντας τα δεδομένα της επιστήμης τους έτσι ώστε να μη συγκρούονται έντονα με τους μύθους της βιβλικής γένεσης. Αυτή η συνομωσία σιωπής που κάνει τη γνώση να προκαλεί συναισθήματα αγωνίας τόμου και δυσθυμίας. Αυτή η γνώση που μεταμορφώνει την τρυφερή σάρκα του παιδιού σε χοντρόπετσο ενήλικα. Αυτή η γνώση που χτίζει τα μικροαστικά οχυρά που αδυνατούν να διαμορφώσουν εν παραλλήλω μια κριτική αναστοχαστική εκτίμηση για τη φύση της γρανγκινιόλικης εξέλιξης των ανθρωπίνων θεμάτων. Αυτή η φαρσική δομή της εκπαίδευσης που τροφοδοτεί τα ιερά και τα όσια ενός πυρηνικού συστήματος εκμετάλλευσης με ιερατεία στρατούς κι ακαδημίες ισορροπώντας ένα πλήθος αντιφατικών στοιχείων απο τη φρίκη και την αγωνία ως τη χαρά και την ευχαρίστηση.

Για τους κρατούντες ο καυλωμένος είναι επικίνδυνος. Οι Εβραίοι κάνανε παρέμβαση στην ανθρώπινη φύση με ξυράφι. Η περιτομή απέβη ένα ασύλληπτο όπλο εναντίον της εξεγερμένης πλέμπας. Αυτής που απειλούσε το ιερατείο. Στην πολιτισμένη δύση βεβαίως η περιτομή γίνεται με το γάντι μέσω απαγορεύσεων. Οι δυτικοί δεν ψαλίδισαν κλειτορίδες έκαψαν όμως στην πυρά τις γυναίκες που αντιστάθηκαν. Σακάτεψαν και σακατεύουν με βιτριόλια όσους δε γουστάρουν. Οι αγάμητοι μητροπολίτες έχουν άποψη για το πώς θα γαμεί ο λαουτζίκος. Ο στρατός των καθολικών ιερέων είναι γεμάτος παιδεραστές. Στην αγία Αμερική οι προτεστάντες έριξαν το Δαρβίνο στον καιάδα.
Οι μπουρζουάδες κατάλαβαν πως χρειάζονται το χριστό περισσότερο απο το χωροφύλακα. Οι μπουρζουάδες που είδαν το λαό να σηκώνει κεφάλι πήραν μεγάλη τρομάρα και έριξαν στην αγορά την νέο-ορθόδοξη κουράδα πασπαλισμένη με ολίγη νεοτερικότητα. Κρύψανε πίσω απο τη δήθεν θεολογική επιστήμη τη λύσσα τους για τους επαναστάτες, τους αληθινούς ποιητές και τις οργανωμένες εξεγέρσεις. Στην πραγματικότητα αυτές παλεύουν καθημερινά. Η θατσερική ατάκα πως δεν υπάρχουν κοινωνίες παρά οικογένειες και επιχειρήσεις δεν είναι απλώς το νέο-φιλελεύθερο δόγμα αλλά η θεολογία του νέου καπιταλισμού το βιβλικό απόφθεγμα του νέου εργασιακού μεσαίωνα.

Οι θρησκείες πρόσφεραν πάντα απλόχερα χείρα βοηθείας στους νικητές. Όντας στην πρώτη γραμμή των υποκατάστατων θείων προϊόντων οι χριστιανικές εκκλησίες υιοθέτησαν κάτω απο την πίεση του εμπορεύματος μια διεστραμμένη επίδειξη του χαμαιλέοντα χριστού. Γιός θεού, γιός παρθένας, δημιουργός άρτων και θαυμάτων ομοφυλόφιλος και πουριτανός πολιτικός ακτιβιστής κατήγορος και κατηγορούμενος δουλευτής κι αστροναύτης. Τον είδαμε έμπορο της στέρησης διανομέα χαρίτων αβράκωτο σοσιαλιστή φασίστα αντιφασίστα. Υπήρξε σε όλα τα εμβλήματα σε όλες τις σημαίες σε κάθε αυτοπεριφρόνηση στις δυο μεριές του ροπάλου στις περισσότερες θανατικές καταδίκες όπου στέκει εξίσου καλά στο χέρι του δήμιου όσο και στου καταδικασμένου. Έχει τη θέση του στα αστυνομικά τμήματα, τις φυλακές, τα σχολεία, τα μπουρδέλα, τους στρατώνες, τα πολυκαταστήματα. Χρησίμεψε σαν υποστήριγμα, σα δείκτης πορείας, σα σκιάχτρο για να εξακολουθήσουν να αναπαύονται οι νεκροί εν ειρήνη κι οι ζωντανοί γονατιστοί, σα βασανιστήριο και σα δίαιτα αδυνατίσματος. Θα χρησιμέψει ως πλαστικός φαλλός όταν οι έμποροι αγίων θα αποκαταστήσουν εμπορικά το αμάρτημα.

Ω ταλαίπωροι μωάμεθ βούδες κομφούκιοι θλιβεροί αντιπρόσωποι ανταγωνιστικών φιρμών χωρίς φαντασία και δυναμισμό ο χριστός κερδίζει σε όλα τα μέτωπα. Ω ανθρωπότητα! Καλά Χριστούγεννα και καλή τύχη!

Του ήλιου

Ψυχοπονιάρη ήλιε, αχνιστέ
που όλο φουντώνεις τα μηλίγγια μου
γονυπετής φαλλός νυχτόβιος
θα ξεχυθώ τινάζοντας τη σκόνη
απ’ το κορμάκι της εισβάλοντας
εις τις αυτάδελφες τρυπούλες.

Aναλογίες σφαχτού

Έχεις αναλογίες σφαχτού κι όμορφα μάτια
αλλόκοτης ομορφιάς, για να χορτάσεις την
πείνα κάποιων, δούλη του θεού, που θα
παντρευτείς ιατρικό επισκέπτη, ζαρκάδι
Λοκρό απ’ την πιλάλα και τ’ αγκομαχητά
σε σκοτεινά σαλονάκια ιατρείων, που
θα’ χεις την ανία σου έτοιμη να τη φυσήξει
άνεμος δυνατός με θρήνους και κοπετούς
ν’ ανοίξει στον κάτω κόσμο του κορμιού σου
μια βασιλική οδό για τα στίφη όλων των
κάτωθι υπογεγραμμένων εραστών.

Όλο χυμούς

Πόντιοι Πιλάτοι ωραιότατοι που
πιλατεύετε κάτι σεσημασμένες
τρυγόνες, φλύαρες και
καλοδιάθετες, όλο κλαδιά και
χαλασμό Κυρίου. Όλο χυμούς
και κάτουρο ζεματιστό και υστερία
όλο μέλι απ’ τη μήτρα και υγρά
έκλυτα στριγκλιές ανυπακοής
απ’ τα υπερπέραντα σερνικά
δρολάπια, που ξεψυχούν
πάνω απ’ το χείλος της Αρκτικής.

Θα σε φάω

Θα σε φάω, θα σε καταβροχθίσω, που λένε ποιητικά.
Εγώ, ο ρογών Ιωσήφ, ο γλείφτης της αλισάχνης των ντελβέδων σου
Εγώ, ο που θα μπω ως στρόφαλος στη μήτρα σου
Κι από παλίνδρομος θα γίνω κυκλικός ως να ιδροκοπήσω
Ως την ακροτελεύτια λέξη σου να πάρω παραμάζωμα
Καθώς θα πέφτουνε βροχή τα σκάγια μου
Στους τσίγκους των μηρών σου
Καθώς θα εκσφενδονίζεται, άρτι αφιχθείσα απ’ τα έγκατα
Ως τελευταία ρανίς η λέξη χύνω!

Ο εφτάψυχος τροχός

Έχει κι ο ναός το θερμοσίφωνά του
και τις ηλεκτρικές του συσκευές, αφού
οι φάτνες είναι ντεμοντέ και μινιατούρες.
Κι οι ποταμοί εγίναν κολυμπήθρες
πάτερ, κολίγε εσύ, της θείας μεταλαβιάς
όλο φθορά είμαι κι αν τρυπηθώ θα ματώσω
μα εσύ, όλο ιδεαλισμό και φίμωτρα και
ελεήστε τους φτωχούς
ώσπου να πέσει το κέρμα στη σχισμή
ν’ ακουστεί το ρουφηχτό γκλάν-γκλάν
να ξεχυθεί ο εν τοις ουρανοίς
ο εφτάψυχος τροχός
στα ιερά παγκάρια.

Ως το τέλος του κόσμου

Τις ποιητικές μου αρλούμπες θα πρέπει
ν’ αρχίσω για να τα περάσω καλά να τα
βγάλω πέρα ως το τέλος του κόσμου να
ομολογήσω πως μ’ αρέσουν οι άσχετες
μυρουδιές. Πατάτες τηγανιτές βραδινή
ομίχλη σκέλια υγρά στα περίχωρα κρεβατιού.
Να τα λέω χύμα σαν κάτι ψωμωμένους
ορθολογιστές. Ν’ ανοίγω πόρτες να κλείνω
παράθυρα να ξέρω γεωγραφίες φαρσί. Που
χτυπάει τώρα η βία; ποιο κέρδος με φως
και με θάνατον ακαταπαύστως εισπράττουν
οι πρακτικιστές; οι τροτσκιστές οι φίλοι
που σαπίσαν στο κέντρο. Στο απαρτχάιντ
ποιου νοικοκυριού να τα περνάς καλά
με βιασμό και φαγάκι και αντριλίκι ενδόμυχο
κυρά μου εσύ, σε ποια σπάργανα κωμοπόλεως
την έμμηνη ρύση σου σπαταλάς!

Μια στρατιά που θα κοχλάζει στον πρωινό ήλιο

Εμείς, οι παρατηρητές αυτής της φύσης που είναι γεμάτη θαύματα, ένα δέντρο, ένα κορμί, ένα γουδοχέρι, αγκομαχάμε και βουίζουμε σα μελισσάκια, έχοντας ολωσδιόλου την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, που σημαίνει, το ξεδίπλωμα του δράματος των πλασμάτων που νιώθουν απροστάτευτα κατά μήκος ενός μεσημβρινού δίχως άξονα. Βαδίζοντας στο μονοπάτι μιας εύθραυστης αιωνιότητας πάνω σε πολτό ερειπίων, νυφούλες και δολοφόνοι, στρατευμένα όντα σ’ ένα ζευγάρωμα δίχως τέλος. Παρατημένα, πεινασμένα, γκρίζα. Φωνούλες που στήνουν ποίηση και φτιάχνουν δεσμούς. Μέσα στην ονειροπόληση και τη χαύνωση. Την ατίμωση, τον εξευτελισμό, την ένδεια, το έγκλημα, την πλήξη. Παίρνοντας την ελπίδα ως αντίδωρο υποταγής απ’ τα χοντρά δάχτυλα του ιερέα. Καχεκτικοί, παράφρονες, σακατεμένοι, περιμένοντας τον κανίβαλο να τους καταβροχθίσει. Τίποτε δεν τους καταστρέφει περισσότερο απ’ τις αυταπάτες τους. Χώματα ποτισμένα από συμφορές. Τοπία δαιμονικά, πεδία μάχης. Ο άνθρωπος έβγαλε τη σάρκα του και την κρέμασε στο τσιγκέλι της ηθικής. Το πνεύμα του ξεπετάχτηκε σαν ποίον στη γαλήνια αυγή που του δόθηκε. Αντέγραψε σαν αρπαχτικό τα ακονισμένα νύχια της ύαινας και βύθισε μέσα στον πλούτο το τομάρι του. Πλούτο φτιαγμένο από εχθρούς και δούλους. Εργάτες θαμμένοι κάτω απ’ τους Παρθενώνες. Ένδοξα δεκάδες μουνιά καταγαμημένα σε συμπόσια βιομηχάνων. Μαγειρεμένα, αχνιστά, από καλοζωιστές που τα αγόρασαν κοψοχρονιά σε κάποιο παζάρι. Φυλακές και κατσαρίδες και κοριοί και εκπαίδευση για να βλάψουν τα κορμάκια που θέλουν ξανά την κλεμμένη τους σάρκα. Να διεκδικήσουν τη συνουσία που δεν αφήνει κέρδος στον έμπορα. Που οδηγεί στην πράξη. Που κάνει όλες τις μάχες κίβδηλες. Παρωδίες. Ένα σωρό καυλωμένα φανταράκια που δε θα έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον να μακελεύουν, να γυαλίζουν μπότες ή να ξυστρίζουν τις λασπωμένες ερπύστριες. Μια στρατιά που θα κοχλάζει στον πρωινό ήλιο.

Επιτύμβιο

Την πείνα την έμαθα από χορτάτους.
Τον έρωτα από ραχιτικούς. Και
την ποίηση στα δημόσια ουρητήρια.
Εκεί, που δημηγορούν ξεχειλίζοντας
φευγάτοι περαστικοί.
Κάτι φιγούρες που ήρθαν προς νερού τους
με την λιγνή καμπύλη γραμμή
που πάει να εκλείψει
ανακουφίζοντας για λίγο την
αλετροπόδα κύστη.
Διαβάζοντας στα υγρά πλακάκια
υποσχέσεις για έκτροπα και ουρανομήκεις οργασμούς.
Κινητά δόλια, πρόσφορα
για τσιμπούκια και πισωκολλητά.
Κι εκείνο το γλίσχρο στιχάκι ως επιτύμβιο
κάποιου Καζαντζάκη της συντριβής:
Όταν πεθάνω θα πάω στον παράδεισο.
Την κόλαση την έζησα εδώ.

Μαδώντας μαργαρίτες

Τα πλήθη του λαού ξαναμμένα απ’ την αναμέτρηση των μονομάχων. Και τη διάφανη φλούδα της ρόγας μιας Ελένης. Μιας Ελένης που σαπίζει, που σωριάζεται καταγής σαν ένα πελώριο ποδοπατημένο κορμί κι ωστόσο, διατηρεί ως την ύστατη στιγμή τη μεγαλοπρέπεια και την αίγλη της, τη μαγεία, το μυστήριο και τη βαναυσότητα των αξιοσέβαστων θρύλων της. Θυμίζοντας έτσι το νευρικό τρεμούλιασμα του θηλυκού που σκορπίζεται στους ανέμους της μάχης και τους πιο βαθιούς αναστεναγμούς. Με τις φλογερές γάμπες και τις ψευδολόγες καλτσοδέτες μιλημένες ν’ αλλάζουν με μιας δέρμα στο τσακάλι. Ειδοποιητήρια πυρκαγιών κι άλλες φρικαλέες πράξεις, προγραμματισμένες από μια φύση όλο μελαγχολίες και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα. Μεγαλειώδη πορνοσινεμά των δέντρων. Κούρνιες πλασμάτων ελευθέρας βοσκής όπου ασέμνως διακονούν συζυγικά καθήκοντα, μεγαλώνουν βρέφη κι ανταλλάσουν σπόρους και κοφτές φράσεις. Χωρίς λαιμαργίες και υποχθόνιους συνειρμούς υπερουράνιων κόσμων. Δεν έχουν βασιλιά οι τσαλαπετεινοί. Κι οι πέρδικες δεν έχουν πατρίδα. Κι οι κουκουβάγιες παπά να τις διαβάσει. Δεν έχουν προσλήψεις, ποσοστά ανεργίας και κρυφό σχολειό. Και νομίζω πως, και η αυτοκτονία είναι μια δυσκολοπρόφερτη λέξη για τα ζώα και τα πετεινά τ’ ουρανού. Ο θάνατος έρχεται στο τέλος και νιώθεται με κούφιο ήχο και ρυθμό λίγο πριν τη συντέλεια. Όταν αρχίζουν οι φτερούγες να μαλακώνουν και τα πλοκάμια να σέρνονται. Τα ζώα δεν έχουν τεφτέρια να γράφουν μύθους και ν’ αγριεύουν τις επόμενες γενιές και να κάνουν τους μύθους κατεστημένο και φονικά καμπαναριά. Αυτό το σμπαράλιασμα της ύπαρξης με τους χυμούς τού έρωτα στο ντενεκέ του μπουρδέλου. Θα το πληρώνεις το γαμήσι τσίτσιδε χαμηλοβλεπούσε αφού δε μπορείς να πιάσεις ντουφέκι και φαλτσέτα, να σφαγιάσεις το μαστροπό που σού πουλά τη χούφτα το νερό σε πλαστικό μπουκάλι κι αξιοποιεί την πηγή ο αρχίδης για να κάνουν μπιντέ οι τουρίστες με τα φράγκα. Τα μεταναστευτικά πουλιά που βγήκαν στη σύνταξη για να απολαύσουν αυτό που δεν απολαμβάνεται με λεφτά. Κανένα άλλο ζώο έξω απ’ τον άνθρωπο δε φτάνει στην τρέλα, με τα ωραία του χαρτονομίσματα κουρνιασμένα ανάμεσα στα μεταξωτά του βρακιά και τις αναμνήσεις. Ω Ελένη, των Τρωικών πολέμων και της αϋπνίας. Πλημμυρίδα και όργιο και ναρκωμένη οχιά. Που δε θ’ αξιωθείς ποτέ γερατειά και προσφορές στα φτηνά σούπερ μάρκετ. Ω Ελένη, των μύθων και των παραμυθιών που κάνεις τους λαούς να ερωτοτροπούν στα πεδία των μαχών. Να γεμίζουν καύσιμο σάρκας τα κρεματόρια και τα δάση ν’ αλλάζουν χρώμα απ’ την τέφρα των εκλεκτών του θεού. Ω Ελένη, μέδουσα οργασμών και φαντασιώσεων όλο πλεκτάνες και φορμαλισμό δίνοντας προοπτικές στην αδολεσχία του πλούτου. Ξαμολημένη απ’ τα σώψυχα κάποιας μάνας παραβατικής με το νέκταρ της βιτριόλι στα μάτια των λαών. Ω Ελένη, ατέλειωτη υγιεινή του κόσμου. Ελένη εσύ, αρχαίο μαδημένο μουνί. Μαργαρίτα που σε μάδησε έως θανάτου ο τυφλός ποιητής.

Τουρίστες

Βλέπεις τουρίστες στην τραχιά παραμεθόριο κάποιου κράτους να φωτογραφίζονται με κρανία και ερείπια. Φωτογραφίες πονεμένων, πνιγμένων, σκοτωμένων απ’ το Βιετνάμ, το Λάος, την Καμπότζη, το Ζαΐρ, τα κρεματόρια της Ευρώπης. Εορτασμοί δυστυχίας. Σιρίτια και παράσημα, ξιφολόγχες και κανόνια, αξεσουάρ ενός κόσμου που επινοήθηκε από θεωρίες και βαθυστόχαστους συνωμότες. Που’ χει χαρτονένια κροκοδείλια μάτια και γελά και κακοφορμίζει σαν πληγή που τη γλείφουν οι μύγες. Ενός ανάπηρου κόσμου που πιστεύει πως θα τη σκαπουλάρει την τελευταία στιγμή, πως η χολέρα, η σύφιλη, ο κίτρινος πυρετός δε θα πέσουν τελικά πάνω του. Πως θα τη βγάλει φίνα σε κάποιο νοσοκομείο χουφτώνοντας νοσοκόμες και διαβάζοντας τηλεγραφήματα. Με αγαθά, πολλά αγαθά, σκατά κι απόσκατα, κάρτες της γιούνισεφ και πανικόβλητη χαρά από κλειτορίδες υγρές κατακόκκινες ακρώρειες των Άνδεων ενός κορμιού όλο σχισμές και χαράδρες και γογγυσμούς και σφριγηλά κωλομέρια. Αυτός ο κόσμος του μαύρου αστεϊσμού και του βίαιου χλευασμού σαν πρακτικός γέρος καταπίνει τα χάπια του. Αυνανίζεται βγάζοντας φοβερές κραυγές κι απροσδόκητα ξεμασκαρεύεται το γλυκερό του χαμόγελο χύνοντας σαν όρνιο πάνω στα κουφάρια και το πλαστικό σεληνόφως του διαφημιστή που θα τον πάει άβρεχτο στον Κάτω κόσμο.

Kλάψες και παράπονα

Τόσες κλάψες και παράπονα
και αδικίες και χαδάκια που καταστρώσανε
τέκνα σπουδαγμένα με μυαλό κομπιούτερ
κι έκθεση αλφάδι με το μέσο όρο.
Αδερφοσύνες και δόξες και μύθοι
με τη σέσουλα. Αλλοδαπές φιξαρισμένες
αγάπες. Αγία ιδιωτική πρωτοβουλία
στην επιδερμίδα της. Όλο κραιπάλες
και κρεμούλες στο δέρμα για ν’ απογειώσουν
τη ζούρλια του σερνικού που ευλογάει
τα γένια του. Για να δαιμονίσουν την ποίηση
που παίρνει ανάποδες κάθε φορά
που τριχωτά τσογλάνια με το χρυσό
μπρασελέ της ακαδημίας της χαϊδεύουν τα μπούτια.
Τη δεξιοτεχνία της εκθειάζοντας στην υποταγή.
Το γλείψιμο στις ξεπλυμένες μωρούδες
του ιδρύματος Λαμπράκη και τα λοιπά μουσεία
της Συγγρού που μπαλσαμώσανε τις καύλες
για να’ χουν οι αστοί αποκυήματα πολιτισμού
τρελούς αυτόχειρες σκοτωμένους
που γράψαν κάποτε γιατί
δε μπορούσαν να κάνουν αλλιώς.

Eπιθυμίες

Έχει πλάκα ν’ αλλάζω συνήθειες.
Να μπερδεύω τους καλοθελητές.
Να γεύομαι τα μελανιασμένα της χείλη
μετά το κατούρημα.
Τις οδυνηρές δαιδαλώδης αφηγήσεις της
όταν τηγανίζει πατάτες.
Πεισμωμένη πάντα, στο ζόφο της κουζίνας
η κυρά μου, λιγδιάρα πρόστυχη μαία
τις επιθυμίες μου ξεγεννά
για να με χορτάσει.

Σπονδή για τις αξέσπαστες οδύνες

Πετάξτε τα μητρικά σας φίλτρα. Εσείς, άξιοι
εκλεγμένοι, που βρήκατε θέση στο Κρεμλίνο
της χώρας, που είναι χίλια κομμάτια και
στα λεξικά την βρίσκεις μόνο στη λέξη
εμφύλιος. Γεμάτη υβριστικές χειρονομίες ζηλωτών
που ζωγραφίζουν μουστάκια στα τοπία
και στις ακρογιαλιές δίπλα στα πεύκα
τσιμέντο πετρέλαιο και μεταφυσική. Εδώ
που λαλεί ο κοκκινολαίμης και ζευγαρώνουν
αλεπούδες, λίγο πριν κατέβουνε για
πλιάτσικο στα κοτέτσια του κάτω κόσμου.
Εδώ, που οι αστραπές ξεμανταλώνουνε
ξωκλήσια για να χωθούν στο ιερό
οι ξαναμμένοι εραστές, να γαμηθούν
πάνω στην άγια τράπεζα, με το κεράκι
να παλεύει την υγρασία και τον αέρα που
τρυπώνει στις χαραμάδες. Με όλα τα άμφια
και τις μεταλαβιές. Σπονδή για τις αξέσπαστες
οδύνες. Τους μεγαλομάρτυρες που ξεσφραγίζουν
κάθε τόσο τον πίθο των Δαναΐδων
και τα μισάνοιχτα μπούτια.

Μέσ’ το χρυσό κλουβί

Σαν στηθάκια που εξαπατούν τη βαρύτητα
και τα μνημονεύουν κάτι γέροι στις λογοτεχνίες τους.
Υπάρξεις χαμένες στο σπάνιο ωραίο φεγγαράκι
που ξεμυτίζει ασέμνως σε κάτι βάτα ανάμεσα.
Ιλαρό, εκεί που ρουφιούνται δυο κορμιά
κι ο κωπηλάτης εραστής σηκώνει κύματα εξαίσια.
Όλο γδούπους και ανακοπές, βέβηλος κι αμείλιχτος
προφέροντας τις αιώνιες λέξεις, για να σμιλεύσει
το ακατέργαστο ποίημα. Να διαφθείρει με το σπέρμα του
τη ροκάνα της μήτρας, τους πρωτόπλαστους
διαιωνίζοντας σπασμούς, πάντα πιστός στο άπειρο
και την πληθώρα των άστρων. Γονατιστός
στου σύμπαντος αιδοίου τη βία. Κατατρεγμένος
σε σκοτεινές αποθήκες και πλοιάρια. Σε προσευχές
και νηστείες. Σε ωράρια και θυσίες. Σε ομίχλες.
Στα σπλάχνα κάποιας ερημιάς. Μέσ’ το χρυσό κλουβί
στο γιωταχή, στο ορυχείο. Μάρτυρας εσταυρωμένος
αβρός, με το ένστιχτο πάντα στο χαώδες λυκόφως
της ηδονής και τα χείλη ζαρωμένα απ’ τις πληγές
που άφησε ο χιονιάς κι οι γυμνές νυφούλες.

Κλειδαρότρυπα

Έχω την αίσθηση ότι κατασκοπεύω τούτο τον κόσμο απ’ την κλειδαρότρυπα. Ότι τον συλλαμβάνω σε στιγμές απόλυτης αμεριμνησίας. Όταν σκαλίζει αφηρημένα τη μύτη του ή ξύνει με μανία τον κώλο του. Σε αντίθεση με συναδέρφους που τον εξιδανικεύουν και τον κάνουν να μοιάζει ηδύς και παρθενικός και αγνός σαν παστίλια για το βήχα. Δικαίως η κριτική με χαρακτηρίζει παράφρονα, μοχθηρό, βίαιο, κακόβουλο, μικρόψυχο, λαμπρό και πολλά υποσχόμενο.

Κόρφος

Κόρφος ανθεκτικός στα τόσα βλέμματα.
Μονοκοντυλιά προς τις κάτω χώρες.
Καταπιόνας που σκέβρωσε κορμάκια
πάνω από γραφομηχανές.
Σβησίματα και προχειροδουλειές. Πυρά
με μπόλικη θανατίλα για τα ωραία
βυζάκια που κάμνουν τη δουλειά τους
καλά κι είναι κρυμμένα θυμωμένα
απ’ τα ζεστά αρσενικά που δεν αναγνωρίζουν
εργάσιμες, αργίες παρά δολοπλοκούν
καθώς τις ρόγες παίρνουν μάτι, σαν
σουβάδες που κούφωσαν από υγρασίες
σαν ποσοστώσεις καύλας κορμιού όλο
κυρτά και κοίλα όλο σημεία καμπής
σάρκες εκθετικές κι αξέσχιστες που αφρίζουν
ζήθο απ’ τα έγκατα.

Χορός

Σαδομαζόχησέ μας όπως ξέρεις εσύ
χρόνε διανοητή, αιδοίο της μοναξιάς.
Ο τροχός διαλύεται αλλά η περιστροφή
παραμένει άθικτη. Οι πείνες, οι ηδονές
θροΐζουν σε ντοκιμαντέρ. Και συναντώ
φασματικές οδαλίσκες του Ματίς.
Κορμάρες που τις παίρνουν κάτι ξευτίλες
με λαμπερή λίμπιντο και τα δέλτα τους
ξεραίνονται. Και οι κοίτες τους απομένουν
λείες σα το γυαλί. Φουλ στην αποτρίχωση
κάθε που φυσάει το αεράκι της καύλας.
Γίνονται ολόδροσες λευκές περιστέρες.
Πεταρίζουν και ραμφίζουν τις παγερές
αχνογάλαζες φλέβες των φαλλών.