ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιανουαρίου, 2012

ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ

ΣΤΟΝ ΤΕΟ ΡΟΜΒΟ

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ

Εδώ βρίσκεται θαμμένος ο αλητάμπουρας Διογένης.
Σκύβαλο ανδρός και ανθρώπου. Απέφυγε τη δουλεία
τη νοικοκυροσύνη και τα φαρμάκια του έρωτα. Με
τη χούφτα του έψελνε, μόνος, το γαμήλιο άσμα.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΠΑΡΘΕΝΑΣ

Νυφούλα με βάλαν εδώ. Από αξύπνητο ύπνο.
Τη ζώνη στον έρωτα μπρός δεν πρόλαβα να λύσω.
Μονάχη, άλαλη, σκόνη στα μάτια των εραστών.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ Κ.

Ήρθα σ’ αυτή τη γη, να ζήσω. Αφού
στη δική μου με σκότωσαν. Κορίνθιες
δέσποινες ξεσκάτισα και δεσποτάδες.
Βιτριόλι με κέρασαν στα σπίτια τους.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

Μια ζωή πάλεψα να δώσω
απάντηση στο ερώτημα. Και
μια αιωνιότητα, θαμμένος τώρα εδώ
θα παλεύω να βρω, ερώτημα
στην απάντηση.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ

Έζησα μόνος.
Και τώρα μόνος εδώ.
Πιο μόνος από ποτέ.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΣ

Από ηγερία του Παπαδίτσα
ξέπεσα σε μούσα του νεροχύτη.
Μέσω αποχετεύσεως
εδιάβηκα το Ρουβίκωνα νωρίς.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΟΠΙΟΜΑΝΟΥΣ

Κάποτε έρχονται ωραίοι καιροί
ακόμη και για μας τους απαισιόδοξους.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ

Κανένας παπάς δε θα βρεθεί
να ψάλει το κουφάρι μου.
Εμένα, που έκανα την πιο
ριζοσπαστική αυτοκριτική.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΤΗ

Όσο ζεις μαθαίνεις.
Κι όσο μαθαίνεις σκέφτεσαι.
Κι όσο σκέφτεσαι πεθαίνεις.
Κι όσο πεθαίνεις μαθαίνεις.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΟΥ

Πέθανα. Μα αν ζούσα
των ωραίων νυμφών
θα ’θελα να ’μουν
κύμβαλο αλαλάζον.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΜΑΡΙΑΣ Κ.

Ο αγέρας με γύρισε πίσω
στα πρόσωπα που με πενθούσαν.
Στάχτη στα μάτια πια.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΒΡΕΦΟΥΣ ΕΞ’ ΑΒΥΣΗΝΙΑΣ

Σας στέλνω τους εφιάλτες μου
για να ταράξουν τον ύπνο σας και
την πείνα μου, για να πανικοβάλει
τα γαστρικά σας υγρά.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΝΑΡΚΟΜΑΝΟΥΣ

Μια ζωή πάλευα να νικήσω τον εαυτό μου.
Και τα κατάφερα. Βοήθησαν πολλοί
σ’ αυτό. Η πατρίς, η θρησκεία, η οικογένεια.
Και τους χρωστώ μεταθανάτια χάρη αφού
με γιάτρεψαν σχεδόν ολοσχερώς
απ’ την αρρώστια της ζωής.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Σφαγμένο με φέρανε στη μάνα μου.
Λάφυρο από σκυλεμένο μέλλον.

Γαμώ τα κοινωνικά σας παντοπωλεία

Γράφουν στο φακό, τα προγούλια
και οι κοιλιές των επισκόπων.
Τα χείλη που κατρακυλούν σε κοφτερές φράσεις.
Κάτι ξέσφιγγες αργοσάλευτες γλύκες
που επαληθεύουν τον Ηράκλειτο.
Όλο αποφθέγματα για την κρίση και τα ζώδια.
Εδώ το μουνί καίγεται κι ο κόσμος χτενίζεται.
Ρουφήχτρες του χάους με τις γενειάδες σας
ανάμεσα στα μπούτια κι εσύ αρχαίο παπαδαριό
ελεήστε τους μελλοθάνατους
που με τόση σοφία εποιήσατε
μ’ ένα πιάτο τραχανά λίγες φακές
μια φασουλάδα. Ω ιεροκήρυκες εσείς
με τη βροντερή σας φωνή, υπενθυμίστε
πως η σάρκα είναι πονηρή στα σκοτάδια.
Πως πρέπει να αποφεύγουνε οι άνθρωποι
σκαιώς την αμαρτία
και τ’ αγαθά να μην επιβουλεύονται των άλλων.
Ω άποροι άστεγοι νεκροζώντανοι ματωμένοι
με τις μύξες σας και τα συνάχια σας
να καλπάζουν. Παγωμένοι κάτω απ’ τις γέφυρες
πεταμένοι στα ποτάμια και τις θάλασσες
θαμμένοι σε ράχες λαγκαδιές και όρη
που ρουφήξατε δάκρυ, δώσατε όρκους
και φιλιά, που πιάσατε τελευταίο σφυγμό παιδιού
την ώρα που ’πεφτε το πρώτο χιόνι
σαν αλεύρι απ’ τον τρύπιο σάκο του ψωμά. Ως και
ο Ιησούς θα κατέβει απ’ το βάθρο του ουρλιάζοντας.
Γαμώ τα κοινωνικά σας παντοπωλεία
και τις ιερές σας μητροπόλεις.
Γαμώ τα συσσίτια και τις αγαθοεργίες σας.
Γαμώ το Χριστό σας.

Η ΓΚΑΛΕΡΙ

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Όταν ο τραπεζίτης δεν θα μπορεί να αγοράζει
τη συνείδηση του λαού
τότε θα φορέσει τις στρατιωτικές του μπότες.

Η Πατρίς

Αχ! αυτή η πατρίδα
σαν ένα πιατάκι κόλλυβα που λάσπωσαν.
Και μια κάμαρα πτωχική και πρόστυχη
που λέει ο Καβάφης.
Όλο σοφία και φτώχεια
απ’ τις παλαιές τις ξεγυρισμένες
που υμνήθηκαν θρηνητικά το μεσοπόλεμο
από φθισικούς. Ταλέντα που δεν πρόλαβαν
εγγόνια τηλεοράσεις αστροναύτες
μόνο κάτι γλοιώδεις και γλίσχρες κριτικές
από κοριτσόπουλα
σε λουτροπόλεις του νότου
που εβγάλαν βρύα και λειχήνες
κάτω απ’ τα βυζιάν τους
περήφανες και διηνεκώς ανοργασμικές.

Νυχτέρι

Όταν ήμασταν φοιτητές, συχνά, επιστρέφοντας αργά το βράδυ στο σπίτι, συνήθως ξεθεωμένοι απ’ τον ποδαρόδρομο, πιάναμε συζήτηση που κρατούσε ως το πρωί για την κατάσταση των πραγμάτων. Μάλλον με κακής ποιότητας αλκοόλ που προκαλούσε πονοκέφαλο και σκοτεινές εκλάμψεις. Εφευρίσκοντας φλογερές λέξεις και ιδέες κρεμασμένες σαν ώριμους καρπούς στο δέντρο της καυλωμένης μας νεότητας. Μιας νεότητας που η θύελλα του ξενυχτιού ερχόταν να τινάξει δια παντός και αμετάκλητα. Συζητούσαμε, έχοντας κατά νου, τον ασφαλή λιμένα του κρεβατιού κι ένα ζεστό γάλα με το πρώτο φως της αυγής. Με κείνον τον ενθουσιασμό, που μονάχα όσοι δεν κουβαλάνε κανένα εν δράσει παρελθόν στη ζωή, μπορούν να εκδηλώσουν. Έναν ενθουσιασμό ίσα-ίσα για να εκμηδενίσει το ζοφερό νυχτέρι.

H νέα αυγή

Κυρίως η τσακισμένη φωνή. Μια γριούλα
που στα δύσκολα σπαρά και τα χαδάκια της
τα παλαιά αναπολεί ως μπέμπα μελλοθάνατη.
Μια ύπαρξη που ζύμωσε ψωμιά κι απίθωσε
μεταλαβιές σε ματωμένο πεζούλι. Στα σκιώδη
μαντήλια εκεί που ’κρυψε τούφα πεθαμένου
για να μπει σε τροχία η νέα αυγή.

Λεξούλες

Τόσο πάθος αδημοσίευτο με πλακώνει
που βγάζω βάθος πηγαδιού στη φράση.
Λεξούλες, φρικαλέα ελληνικά, που
ακούγονται σε μεταμεσονύχτια κλίνη.
Εντός της οδαλίσκης μέδουσας που
σκιάζεται εξαίσια η γύμνια της από
αγκομαχητά, θεομηνίες κι από φαλλό
ασύχαστο.

Πρόστυχο πένθος

Θυμάμαι κάποτε, πέρασα μια περίοδο μετρώντας παλαιούς έρωτες, που με στοίχειωσαν. Πάντα στο ενδιάμεσο δυο ερωτικών σχέσεων αναπολείς. Δεν είχα ιδέα τί επρόκειτο να συμβεί με την καρδιά μου ή αν επρόκειτο να συμβεί κάτι ξανά. Εργαζόμουν με μανία, σκυφτός στη λάμπα, σκαλίζοντας στάχτες για να μου φύγει το άχτι. Έτσι μετρούσα στοιχειωμένους έρωτες. Ένοιωθα σχεδόν χωμένος στο χώμα για αιώνες. Περιμένοντας κάποιον αρχαιοκάπηλο έρωτα να με ξεθάψει. Σκεπτόμενος βυζιά να πάλλονται σαν χορδές μεσ’ απ’ τα δάχτυλα εμού, του οργανοπαίχτη. Μετρούσα τους άπειρους ασύλληπτους έρωτές μου και σκεφτόμουν πώς ανέβαινα τις σκάλες κάθε κορμιού και, πώς άνοιγα σιγά-σιγά την εξώπορτα και ξεπόρτιζα.

Χαντάκια

[απόσπασμα]

Φαίνονται αποφασισμένοι να περάσουν όλη τους τη ζωή στο κρύο, στο κενό, στη μουντάδα. Τηλεφωνούν, γράφουν, αυνανίζονται. Θυμούνται, ξεχνούν. Πηγαίνουν στη δουλειά. Επιστρέφουν. Περνούν ώρες ολόκληρες μόνοι σε γραφεία, αυτοκίνητα, καύκαλα από μπετόν. Καμιά ακρίδα δεν τους θυμίζει το καλοκαίρι. Παρατημένοι, φευγάτοι, διωγμένοι από χωριά, βουνά και λαγκάδια. Γαμημένοι απ’ τη μοναξιά, το κέρδος, το βιοπορισμό, την υπεραξία. Τρώγοντας ο ένας τον άλλο, γκρινιάζοντας όλη την ώρα, πλακωμένοι στο γρήγορο φαγητό και το γρήγορο γαμήσι. Για να επιστρέψουν γρήγορα να ταΐσουν το τέρας, να κάνουν το χρέος τους, να ξεμάθουν την καύλα, την τεμπελιά, την αλαφράδα. Να παράγουν ξανά και ξανά. Να καβαλικέψουν ένα ψόφιο άλογο, να φιληθούν δίπλα στις καυτές στάχτες, κλεισμένοι μεσ’ το άδειο άπειρο τίποτε. Παραφουσκωμένοι, πιθηκοειδείς, κούφιες αποτυχίες της δημιουργίας. Μισούν το σώμα τους, τους ιστούς, τους μυς, τους χόνδρους, τις αρθρώσεις. Μισούν τη σάρκα τους σα να ’ναι χαλασμένο κρέας. Την κρύβουν την πληγώνουν, την τρυπούν. Φυλακίζουν τ’ αρχίδια τους, ψαλιδίζουν το μουνί τους. Υπνοβατούν πάνω στα παλούκια και τα συρματοπλέγματα. Τυλίγονται με καλώδια προσεύχονται. Χτίζουν τείχη. Σκοτώνονται, πέφτουν, κατρακυλούν, υποθέτουν. Τα σπλάχνα τους αιμορραγούν, τα συκώτια τους σκάνε. Τα λόγια τους ηχηρά κατεβατά. Εκθέσεις, ερμηνείες, χωροφύλακες. Ώρες ατέλειωτες ξοδεμένες για ένα χιλιοστό ευτυχίας. Ώρες ατέλειωτες ξοδεμένες να καθρεφτίσουν τη μορφή που δεν καθρεφτίζεται διασπώντας τον πυρήνα των πραγμάτων. Ψάχνοντας σωματίδια του θεού στις κωλοτρυπίδες των αρουραίων. Λέξεις και στατιστικές και καθηλώσεις και παζάρια. Μια κούφια πολλαπλότητα ακραίων φαινομένων. Το βόλεμα στη δυστυχία των άλλων. Ο φόβος, τα συνέδρια και πάλι ο φόβος. Ο μέγας αντιπρόσωπος μέσα σε τόσες κεφαλές, σε τόσες μήτρες. Φόβος αγεωγράφητος, απέραντος. Και φόβος ανελέητος μασώντας πάντοτε τη λέξη που αναιρεί όλες τις άλλες. Φόβος που μαγαρίζει τα χλοερά νυμφίδια. Που στήνει τους τρωικούς πολέμους του μέλλοντος. Φόβος εξαίσιος επικουρικός θεός. Σημαίες, πλήθη, κλειτορίδες στις επάλξεις. Ελευθερία ή θάνατος. Συνθήματα. Βαλσαμωμένα αιδοία σκευωρίες. Άρχουσα τάξη, άρχουσα όλων των ίσκιων των πουλιών και των εντόμων. Άρχουσα τάξη αραχνοΰφαντη, έρχονται μόνα τους κοπαδιαστά σφαχτά στο μυστικό σου δείπνο. Οι ρήτορες που τους έκοψες τη γλώσσα και μιλούν με την κοιλιά, οι πρησμένοι απ’ την πείνα, ο ανθρώπινος πολτός, οι πτωχοί τω πνεύματι, οι Παρθενώνες και τα γιοφύρια της Άρτας.

Γεωμετρία του ερωτύλου

Εσύ που μου ’στειλες
τ’ αλευρωμένα σου διαβόλια
για αγγελούδια, γεωμετρία μου εσύ
γεω-μαιτρέσσα μου
ολάκερη από κερί της μεγαλοβδομάδος
σπάργανο μιας αγίας Σελεστίνας
εικόνισμα πριαπικό
κάποιας στροφής του Μπράλου
που όλο την ανεπίδοτή σου λυγεράδα
ανεμίζεις
κι από στόμα σε στόμα μοιχεύεσαι
πότε ανακαθιστή και πότε ανάσκελα
και πότε, προσκυνημένη ταπεινά
στον υπερφίαλο φαλλό
με όλα τα δάχτυλα στους άνεργους αδένες
ξεσπλαχνισμένη, ξέχειλη στο έρεβος
στο ευκλείδειο το βάραθρο μιας κλίνης.

Εσείς, πλανόδιοι μουσικοί

Στείλτε τους εφιάλτες σας
να ταράξουνε τον ύπνο τους
και τη φτώχια σας να πανικοβάλει
τα νοικοκυριά τους. Τους
μετρημένους που εξόκειλαν
σε ναυάγια, σε εργαλεία
διαχείρισης, για να στεριώσει
ο Στέλιος Ράμφος με το βιδολόγο του
κατεστημένα και θολούρες
αναλύσεις δανεικές θατσερικά τσιτάτα
καλαπόδια για τα κουρασμένα έθνη
και τη σινεμασκόπ φανατίλα των μεσαίων
που όλο παθαίνουν εμπλοκή, μπρός
στον άμετρο πλούτο, θρεμμένοι
σαν δαπίτες λιανοπωλητές
κράχτες παρασυρμένοι από ρομάντζα
με χρεωμένη μεζονέτα και γούρι
απ’ τα κάτεργα του Γουλανδρή, που
κάποτε έγραψαν ποίηση έμμετρη
στα νιάτα τους, για να δοξάσουνε
τον αρχηγό με στίχους και συνθήματα
τα έρμα φιλελεύθερα σφαχτά.

Σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας

Το πρωί που ξυπνήσαμε ο τραπεζίτης είχε γίνει πρωθυπουργός. Είχαμε δει ένα φριχτό όνειρο το προηγούμενο βράδυ. Ο τραπεζίτης έσπρωχνε ένα χειραμάξι γεμάτο γεννητικά όργανα, μπροστά στο κοινοβούλιο. Ο τραπεζίτης καταγόταν από διεφθαρμένη οικογένεια. Από πατέρα ευρωπαίο τυχοδιώκτη, από μάνα καταγαμημένη από βαυαρούς και από νονό Οθωμανό. Είχε ένα γυναικείο εσώρουχο πρόχειρο στην κωλότσεπη για να αυνανίζεται με τους φίλους του. Ο διευθυντής των εφημερίδων υποστήριζε πως ο τραπεζίτης είναι πορφυρογέννητος. Θα σταματήσει την αναπαραγωγή των κατωτέρων στρωμάτων. Τόσα πλάσματα που μολύνουν με την ύπαρξή τους τη γη.

Κάποιοι ουρλιάζουν. Μέσ’ το πηγάδι είν’ το κρυφό ψοφίμι και βγαίνει μαγαρισμένο νερό. Πέτρες σπασμένες και πέτρες κακορίζικες ο δρόμος. Μήτρες πουλημένες στον έμπορα. Τρόφιμες ψυχές που εκτίουν την ποινή τους στην εργασία. Βωμός στημένος απ’ τα καθεστώτα. Ιερωμένοι, υπουργοί, ξόανα με τήβεννο, συγκλητικοί εν απαρτία που διώχνουν τα πουλιά. Παλουκωμένοι σοφοί, βαλσαμωμένοι τηρητές των αποφάσεων. Λίγδα και πρησμένα στόματα και γλώσσες στρατηγών. Μουνιά πετσοκομμένα και πλανώμενα, συνέδρια, υγρές εικόνες, φλύκταινες και χέρια τριχωτά βιομηχάνων. Φήμες κι αποφθέγματα και πομπές αξιωματούχων. Επιτροπές, ο μέγας αντιπρόσωπος, τα λεξικά, οι γλώσσες και οι κώδικες. Παίγνια μέσα στα μυαλά, εκατόμβες, μαύρα σύννεφα, σκορπιοί κι ο σφραγισμένος τόπος η σπηλιά. Του κύκλωπα το αμπρί.

Η μάνα μου εργάζεται σε μια βιοτεχνία. Υπόγειο. Μαγειρεύει και κοιμάται στο πάτωμα της κουζίνας. Δεν έχει χαρτιά. Κάνει κρύο κι έχει χιόνι πάνω στη γη. Το πάτωμα είναι σκληρό. Η μάνα μου ξυπνά απ’ τους πόνους. Φεύγει νύχτα για τη δουλειά, γυρνά νύχτα. Εγώ κάθομαι σαν φρύνος πάνω σ’ ένα κούτσουρο δέντρου κι ελπίζω.

Ακρωτηριάζω τα μέλη μου. Βγάζω τα μάτια μου. Αφήνω τους όρχεις μου βορρά των όρνεων, των αγορών και θρέφω τις πληγές μου με σκατά. Θα σταυρωθώ, θα λάμψει μέσα μου η αγάπη. Τον πίθηκό μου και τον πίθηκό σας κι όλους τους θλιβερούς προγόνους μας έως την εποχή των δεινοσαύρων συγχωρώ.

Μουτζούρα

Η πιο ειλικρινής έκφραση του ανθρώπου είναι η μουτζούρα. Λειτουργεί ως παλμογράφος της αθώας συνείδησης. Ως πανθεϊστική διάθεση του ανθρώπου απέναντι στα αντικείμενα που τον περιβάλουν. Η μουτζούρα είναι ο άλλος λόγος που δεν περιέχει αναγκαιότητα, ξεγυμνωμένη από επιδράσεις και μυστικά. Η μουτζούρα δεν διδάσκεται. Δεν χρειάζεται δάσκαλο να ξετυλίξει τα μυστήρια και τις δυσκολίες. Η μουτζούρα όμως κάποια στιγμή χάνει την αθωότητά της και τείνει να εκφράσει μορφές. Να φτάσει στην κατανόηση και την κατανάλωση. Να ξεφύγει απ’ την ασυναρτησία της παιδικότητας άρα κι απ’ το παιχνίδι. Κι όταν χάνεται το παιχνίδι κάνεις ένα μεγάλο βήμα προς την αγκαλιά του ληξίαρχου. Φεύγεις απ’ τις άπειρες πτυχές του μύθου για να σπείρεις το χωράφι της συλλογικής πλάνης. Να γίνεις κάποιος. Να αποκτήσεις ταυτότητα. Να βρεις την ουσία της ύπαρξης μέσα στις φωνές τις μηχανές και τα ραγίσματα. Να ακολουθείς συντακτικό και γραμματική. Να χτίσεις ηθικούς κανόνες για να αποφύγεις τις μεγάλες τραγωδίες. Η μουτζούρα είναι η ασέβεια στις κοινωνικές νόρμες. Λειτουργεί ως έσχατη εκδίκηση απέναντι στην θεολογική πρωτοκαθεδρία του εικαστικού λόγου. Απέναντι στον καλλιτέχνη που φτάνει στον απόλυτο συμβιβασμό κοπιάροντας τον κόσμο με τον προτζέκτορά του καθηλώνοντας φωτοαντιγραφικά τα αντικείμενα. Λειτουργιές, κεράκια, κεραμίδια, τσουτσούνες μηδαμινές και ακίνδυνες, διακηρύσσοντας σ’ όλους τους τόνους την πρόθεση μιας υπαινικτικής κρυψίνοιας. Την επαιτεία της αναγνώρισης αφού ο τελικός προορισμός είναι η διακόσμηση. Η μουτζούρα έχει μέσα της το σπόρο της ασέλγειας. Είναι μια ανώτερη φόρμα που μας κάνει να παιδιαρίζουμε. Αρχίζουμε απ’ αυτή και καταλήγουμε πάλι σ’ αυτή. Η μουτζούρα περιγράφει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Είναι ο πρώτος και ο έσχατος ελιγμός. Μιαν ακατάστατη δύνη που περιγράφει τη δραματική κίνηση του κορμιού. Μια καρικατούρα απόλαυσης που η τροχιά του χεριού την απογειώνει τόσο που δεν μπορεί να αντιγραφεί. Η μουτζούρα είναι πάντα πρωτότυπη εκτεθειμένη ανηλεώς στην παγκόσμια όραση ως η αναρχία του θεάματος που ξεφεύγει απ’ την αιχμαλωσία και τον μοιραίο λόγο των εξουσιών.

Υποσημείωση στις Τελετές τυπογραφίας

Παρείσακτοι που δημιουργούμε θέσεις εργασίας. Διορθωτές, τυπογράφους, βιβλιοδέτες, ταξινομητές, βιβλιοθηκάριους, γραμματείς. Ζουν τόσες οικογένειες απ’ τον πόνο μας. Φοβερές μηχανές της αρχαιότητας και της προόδου από σίδερο και χάλυβα αποθέτουν ψηφία σε περγαμηνές και λευκά χαρτιά. Μηχανές φτιαγμένες για εφήμερα έντυπα. Φορολογικές δηλώσεις, βιβλιάρια ασθενείας, αιτήσεις, λογαριασμούς, συμβόλαια, αποδείξεις, προικοσύμφωνα, καζαμίες, δελτία συνδρομής, συμφωνητικά, εξώδικα, απουσιολόγια, ευχετήριες κάρτες, φάκελα, κατάστιχα, λογιστικές φυλλάδες. Μηχανές φονικά όπλα. Οδοντωτά πτολίεθρα που γεμίζουν το μέλλον με την κλεμμένη βραδυφλεγή αμαρτία της ανθρώπινης λαλιάς. Μηχανές έτοιμες να διαδώσουν την επανάσταση και τον ερωτισμό. Να οπλίσουν τον επόμενο αιώνα. Να μοντάρουν βιβλία που κυοφορούν ανάρμοστες πράξεις. Να κάνουν το λάλημα του πετεινού και τις αναρχικές του εκβλαστήσεις να θεριέψουν.

Λόγος περί λαγνείας

Η λαγνεία είναι μια αιματηρή εμμονή. Είναι η κατάψυξη εν μέσω καλοκαιριού. Η λαγνεία είναι σαν κάτι συγγραφείς πού πεθαίνοντας δίνουν εντολή στη σύζυγο ή στους επιστήθιους φίλους να κάψουν όλα τα χειρόγραφα για να εκδικηθούν την ανθρωπότητα. Η λαγνεία είναι ένα δύσβατο θέμα όταν βέβαια δεν εκπορνεύεται πολυτελώς στα σαλόνια εμπόρων. Είναι κάτι σαν μαγνήτης που τραβά πάνω του μικροσκοπικά σωματίδια απ’ το Περού, τη Σιέρα Λεόνε, το Τομπουκτού, τη Γη του Πυρός. Είναι το κόσμημα που βρίσκεις στις οδαλίσκες που τους αρέσει ο διάλογος και η τριχοφυΐα στα πιο παράξενα μέρη. Ο καθένας την επινοεί αργά ή γρήγορα κι αρχίζει να ζει μέσα της. Η λαγνεία είναι το αεράκι μιας ηλιόλουστης μέρας δίπλα στη θάλασσα, που έχει την έντονη αλατισμένη δριμύτητα, που σε κάνει να νοσταλγείς το γυναικείο φύλλο. Το σώμα μας της ανήκει κατά την έννοια που της ανήκει και το πτώμα μας. Το επίμοχθο πλαίσιο το διαγράφει η λαγνεία. Όσοι δε γεύονται τη δόξα και την καταισχύνη της προικίζονται με μια εμβόλιμη μισαλλοδοξία. Στο σιωπηρό βάθρο της ο χρόνος εναποθέτει την καταβαραθρωμένη μας ύπαρξη. Οι γέροι συχνά μας μιλούν για ένα πνιγμένο ρεφραίν που εξακολουθεί ν’ ακούγεται απ’ τα χαμένα έργα της λαγνείας. Για την ύπαρξη μιας αόρατης παρτιτούρας που στοιχειώνει κάθε αποχορδισμένο όν. Πλάθοντας εκείνο το μακρινό ρετσιτατίβο της στύσης. Την υγράδα που συνοδεύει την υπόκρουση ενός μπάσου κοντίνουο. Το ανελέητο ρυθμικό σφυροκόπημα της καρδιάς. Και πώς να περιγράψεις τη λαγνεία δίχως κανιβαλισμό! Χωρίς να διαγραφεί η οδοντοστοιχία της πάνω στο σχήμα ενός αφάγωτου λωτού!

Θεοφανείων και μη

 

 

 

 

 

 

Να σκυλευτεί θέλω
ο μέσα χώρος μου. Να
ασκηθώ στην άκρα διαπόμπευση.
Θέλω χέρια σταυρωτά
πίσω απ’ το σβέρκο. Να
παίρνουν μάτι οι κύκλωπες.
Να βγάζουν το μονόφθαλμο
θυμό. Ο αφαλός να σπαρταρά.
Θύμα τροχαίου οργασμού.
Να ’ρθούν να καταγράψουν το συμβάν
οι χωροφύλακες.
Τον ουρανίσκο να παρερμηνεύσουν.
Το δέρμα μου τα χείλη τους γλουτούς. Αυτά
τα ιδιότροπα σφυρά παραδομένα
από καταβολής στην ανταρσία.
Πάτερ και πάρεδρε του εφετείου των υγρών
δονούμε απ’ το κρυφό κυμάτισμα της φράσης.
Ω! χαίρομαι την αιτιατική
το εν τούτω νίκα
τη δοτική με τους λερναίους της φαλλούς.
Πάρτε με μαγειρέψτε με
τοποθετήστε το κορμάκι μου σε τάπερ.
Βάλτε με ασυνόδευτη στα κτελ του Κάτω κόσμου.
Να παραλάβουν το φαγάκι τους ζεστό
εκεί κάτω στον Άδη.

Πώς να οδηγηθείτε στην πραγματικότητα

Ο άνθρωπος που δεν κάνει σκέψεις είναι ήδη στην πραγματικότητα. Μπορεί να κάνει τις φανταστικές καλοκαιρινές του διακοπές ή να γονιμοποιήσει ένα φρέσκο ωάριο. Για να οδηγηθείς εύκολα στην πραγματικότητα πρέπει να περιεργάζεσαι συνεχώς το σώμα σου. Το κορμί σου είναι η γέφυρα που οδηγεί στην πραγματικότητα. Όταν ερωτεύεσαι ρίχνεις γέφυρες κι αρχίζεις να ζωγραφίζεις στα μωσαϊκά του μπάνιου στον ατμό καρδούλες και τριαντάφυλλα και λοιπές μπακαλικές της αβύσσου. Στην πραγματικότητα, μπορείς να μπεις να ψωνίσεις στο σούπερ μάρκετ καβάλα σ’ ένα άλογο. Μπορείς να φας του σκασμού και να ψοφήσεις απ’ τα γέλια. Να μην ασχολείσαι με τα γεγονότα της γέννησης και του θανάτου. Ο φυσικός τρόπος είναι η άγνοια. Να παρατηρείς τη νύχτα και τα σύννεφα. Τα ούρα σου που αχνίζουν και σχηματίζουν ένα μικρό βάλτο στην εξοχή. Μην ασχολείσαι με τις εκδοχές της κόλασης και τα παραδείσια τρυπάκια του παπά. Αφού έτσι κι αλλιώς θα σβήσεις και θα γίνεις ένα με την πραγματικότητα. Να αποδέχεσαι τη λογική των πραγμάτων και όχι την πίστη σ’ αυτά. Η υπεροψία και η ανωριμότητα είναι αποτέλεσμα λατρείας της μινιατούρας. Μολυβένιοι στρατιώτες και ψεύτικα περίστροφα. Πλαστικός κόσμος φτηνός για κατανάλωση. Για να μπεις στην πραγματικότητα πρέπει να ξεστρατίσεις απ’ το αγελαίο. Να χωθείς σε μια στέρνα δοκιμάζοντας την ηχώ και την δύναμη που βγάζουν τα σπλάχνα σου. Ν’ ανοίξεις τόσο το στόμα σου που το φως να φτάσει στο στομάχι σου. Να κυλιέσαι αδιάκοπα στα χαντάκια πάντα αγκαλιά με τη γύμνια ενός άλλου και ν’ ακούς στις χλωμές φλέβες το μελωδικό μουρμουρητό ενός ασπόνδυλου οργανισμού που επαναλαμβάνει το θρύλο της γέννησής σου. Αφού για να οδηγηθείς στην πραγματικότητα πρέπει να διψάς για πραγματικότητα. Να μεταπλάθεις τους πόρους της σάρκας σου κάθε στιγμή σε πεινασμένα στόματα οράσεως.

Κιλιμάντζαρο

Ω ναι θα κρυφτώ στο Κιλιμάντζαρο
θα νίψω το πρόσωπο με χιόνι. Θα
κερδίσω μάχες που δε θα δώσω.
Στην απλωσιά των βουνών θα
ατενίσω τις κορφές και τις αρκούδες.
Κάθε που θα θυμάμαι αυτή και
τα εσώρουχά της. Κάθε που οι
ομιχλώδης εσοχές της θα ξεσπούν.
Εξάλλου στα ταξίδια ασκηθήκαμε
νωρίς, στις κακουχίες
σε κάτι ονειρώξεις σπέσιαλ
εν κρυπτώ και νύκτωρ. Εμείς οι
αδιόρθωτοι, οι απόστακτοι
απ’ τις μαμίσιες μας κερήθρες.
Που όλο κεκραγάρια, που όλο
Χερουβικά, όλο ψαλμούς
και ουρλιαχτά και χάχανα.
Διαβάζοντας συλλαβιστά το ονοματάκι μας
στη σκοτεινή ατζέντα του θανάτου.

Δεν ξέρω να δένω τον πόνο

Δεν ξέρω να δένω τον πόνο, να σφίγγω
την ύπαρξη τέρμα. Να παίρνω αποφάσεις
για άλλους. Να ψελλίζω λιοπύρι στα
σκυλόψαρα. Και να, που με περπάτησαν
κυράδες μ’ ανασηκωμένες φούστες
κι ανάψαν θερμοσίφωνα μετά για να
ξεβγάλουνε τις γλύκες. Υπηκοότητα
καμιά, ευθύνη, μίση, μέριμνες διόλου.
Δεν είμαι υπέρ δεν είμαι και κατά.
Λαδώνω τα γρανάζια συγκινήσεως.
Την αναρρίχηση ασκώ σε στήθη,
που ευθυτενώς με πριαπίζουν.