ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ

ΣΤΟΝ ΤΕΟ ΡΟΜΒΟ

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ

Εδώ βρίσκεται θαμμένος ο αλητάμπουρας Διογένης.
Σκύβαλο ανδρός και ανθρώπου. Απέφυγε τη δουλεία
τη νοικοκυροσύνη και τα φαρμάκια του έρωτα. Με
τη χούφτα του έψελνε, μόνος, το γαμήλιο άσμα.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΠΑΡΘΕΝΑΣ

Νυφούλα με βάλαν εδώ. Από αξύπνητο ύπνο.
Τη ζώνη στον έρωτα μπρός δεν πρόλαβα να λύσω.
Μονάχη, άλαλη, σκόνη στα μάτια των εραστών.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ Κ.

Ήρθα σ’ αυτή τη γη, να ζήσω. Αφού
στη δική μου με σκότωσαν. Κορίνθιες
δέσποινες ξεσκάτισα και δεσποτάδες.
Βιτριόλι με κέρασαν στα σπίτια τους.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

Μια ζωή πάλεψα να δώσω
απάντηση στο ερώτημα. Και
μια αιωνιότητα, θαμμένος τώρα εδώ
θα παλεύω να βρω, ερώτημα
στην απάντηση.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ

Έζησα μόνος.
Και τώρα μόνος εδώ.
Πιο μόνος από ποτέ.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΣ

Από ηγερία του Παπαδίτσα
ξέπεσα σε μούσα του νεροχύτη.
Μέσω αποχετεύσεως
εδιάβηκα το Ρουβίκωνα νωρίς.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΟΠΙΟΜΑΝΟΥΣ

Κάποτε έρχονται ωραίοι καιροί
ακόμη και για μας τους απαισιόδοξους.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ

Κανένας παπάς δε θα βρεθεί
να ψάλει το κουφάρι μου.
Εμένα, που έκανα την πιο
ριζοσπαστική αυτοκριτική.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΤΗ

Όσο ζεις μαθαίνεις.
Κι όσο μαθαίνεις σκέφτεσαι.
Κι όσο σκέφτεσαι πεθαίνεις.
Κι όσο πεθαίνεις μαθαίνεις.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΟΥ

Πέθανα. Μα αν ζούσα
των ωραίων νυμφών
θα ’θελα να ’μουν
κύμβαλο αλαλάζον.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΜΑΡΙΑΣ Κ.

Ο αγέρας με γύρισε πίσω
στα πρόσωπα που με πενθούσαν.
Στάχτη στα μάτια πια.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΒΡΕΦΟΥΣ ΕΞ’ ΑΒΥΣΗΝΙΑΣ

Σας στέλνω τους εφιάλτες μου
για να ταράξουν τον ύπνο σας και
την πείνα μου, για να πανικοβάλει
τα γαστρικά σας υγρά.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΝΑΡΚΟΜΑΝΟΥΣ

Μια ζωή πάλευα να νικήσω τον εαυτό μου.
Και τα κατάφερα. Βοήθησαν πολλοί
σ’ αυτό. Η πατρίς, η θρησκεία, η οικογένεια.
Και τους χρωστώ μεταθανάτια χάρη αφού
με γιάτρεψαν σχεδόν ολοσχερώς
απ’ την αρρώστια της ζωής.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Σφαγμένο με φέρανε στη μάνα μου.
Λάφυρο από σκυλεμένο μέλλον.

Γαμώ τα κοινωνικά σας παντοπωλεία

Γράφουν στο φακό, τα προγούλια
και οι κοιλιές των επισκόπων.
Τα χείλη που κατρακυλούν σε κοφτερές φράσεις.
Κάτι ξέσφιγγες αργοσάλευτες γλύκες
που επαληθεύουν τον Ηράκλειτο.
Όλο αποφθέγματα για την κρίση και τα ζώδια.
Εδώ το μουνί καίγεται κι ο κόσμος χτενίζεται.
Ρουφήχτρες του χάους με τις γενειάδες σας
ανάμεσα στα μπούτια κι εσύ αρχαίο παπαδαριό
ελεήστε τους μελλοθάνατους
που με τόση σοφία εποιήσατε
μ’ ένα πιάτο τραχανά λίγες φακές
μια φασουλάδα. Ω ιεροκήρυκες εσείς
με τη βροντερή σας φωνή, υπενθυμίστε
πως η σάρκα είναι πονηρή στα σκοτάδια.
Πως πρέπει να αποφεύγουνε οι άνθρωποι
σκαιώς την αμαρτία
και τ’ αγαθά να μην επιβουλεύονται των άλλων.
Ω άποροι άστεγοι νεκροζώντανοι ματωμένοι
με τις μύξες σας και τα συνάχια σας
να καλπάζουν. Παγωμένοι κάτω απ’ τις γέφυρες
πεταμένοι στα ποτάμια και τις θάλασσες
θαμμένοι σε ράχες λαγκαδιές και όρη
που ρουφήξατε δάκρυ, δώσατε όρκους
και φιλιά, που πιάσατε τελευταίο σφυγμό παιδιού
την ώρα που ’πεφτε το πρώτο χιόνι
σαν αλεύρι απ’ τον τρύπιο σάκο του ψωμά. Ως και
ο Ιησούς θα κατέβει απ’ το βάθρο του ουρλιάζοντας.
Γαμώ τα κοινωνικά σας παντοπωλεία
και τις ιερές σας μητροπόλεις.
Γαμώ τα συσσίτια και τις αγαθοεργίες σας.
Γαμώ το Χριστό σας.

Η ΓΚΑΛΕΡΙ

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Όταν ο τραπεζίτης δεν θα μπορεί να αγοράζει
τη συνείδηση του λαού
τότε θα φορέσει τις στρατιωτικές του μπότες.

Η Πατρίς

Αχ! αυτή η πατρίδα
σαν ένα πιατάκι κόλλυβα που λάσπωσαν.
Και μια κάμαρα πτωχική και πρόστυχη
που λέει ο Καβάφης.
Όλο σοφία και φτώχεια
απ’ τις παλαιές τις ξεγυρισμένες
που υμνήθηκαν θρηνητικά το μεσοπόλεμο
από φθισικούς. Ταλέντα που δεν πρόλαβαν
εγγόνια τηλεοράσεις αστροναύτες
μόνο κάτι γλοιώδεις και γλίσχρες κριτικές
από κοριτσόπουλα
σε λουτροπόλεις του νότου
που εβγάλαν βρύα και λειχήνες
κάτω απ’ τα βυζιάν τους
περήφανες και διηνεκώς ανοργασμικές.

Νυχτέρι

Όταν ήμασταν φοιτητές, συχνά, επιστρέφοντας αργά το βράδυ στο σπίτι, συνήθως ξεθεωμένοι απ’ τον ποδαρόδρομο, πιάναμε συζήτηση που κρατούσε ως το πρωί για την κατάσταση των πραγμάτων. Μάλλον με κακής ποιότητας αλκοόλ που προκαλούσε πονοκέφαλο και σκοτεινές εκλάμψεις. Εφευρίσκοντας φλογερές λέξεις και ιδέες κρεμασμένες σαν ώριμους καρπούς στο δέντρο της καυλωμένης μας νεότητας. Μιας νεότητας που η θύελλα του ξενυχτιού ερχόταν να τινάξει δια παντός και αμετάκλητα. Συζητούσαμε, έχοντας κατά νου, τον ασφαλή λιμένα του κρεβατιού κι ένα ζεστό γάλα με το πρώτο φως της αυγής. Με κείνον τον ενθουσιασμό, που μονάχα όσοι δεν κουβαλάνε κανένα εν δράσει παρελθόν στη ζωή, μπορούν να εκδηλώσουν. Έναν ενθουσιασμό ίσα-ίσα για να εκμηδενίσει το ζοφερό νυχτέρι.

H νέα αυγή

Κυρίως η τσακισμένη φωνή. Μια γριούλα
που στα δύσκολα σπαρά και τα χαδάκια της
τα παλαιά αναπολεί ως μπέμπα μελλοθάνατη.
Μια ύπαρξη που ζύμωσε ψωμιά κι απίθωσε
μεταλαβιές σε ματωμένο πεζούλι. Στα σκιώδη
μαντήλια εκεί που ’κρυψε τούφα πεθαμένου
για να μπει σε τροχία η νέα αυγή.

Λεξούλες

Τόσο πάθος αδημοσίευτο με πλακώνει
που βγάζω βάθος πηγαδιού στη φράση.
Λεξούλες, φρικαλέα ελληνικά, που
ακούγονται σε μεταμεσονύχτια κλίνη.
Εντός της οδαλίσκης μέδουσας που
σκιάζεται εξαίσια η γύμνια της από
αγκομαχητά, θεομηνίες κι από φαλλό
ασύχαστο.

Πρόστυχο πένθος

Θυμάμαι κάποτε, πέρασα μια περίοδο μετρώντας παλαιούς έρωτες, που με στοίχειωσαν. Πάντα στο ενδιάμεσο δυο ερωτικών σχέσεων αναπολείς. Δεν είχα ιδέα τί επρόκειτο να συμβεί με την καρδιά μου ή αν επρόκειτο να συμβεί κάτι ξανά. Εργαζόμουν με μανία, σκυφτός στη λάμπα, σκαλίζοντας στάχτες για να μου φύγει το άχτι. Έτσι μετρούσα στοιχειωμένους έρωτες. Ένοιωθα σχεδόν χωμένος στο χώμα για αιώνες. Περιμένοντας κάποιον αρχαιοκάπηλο έρωτα να με ξεθάψει. Σκεπτόμενος βυζιά να πάλλονται σαν χορδές μεσ’ απ’ τα δάχτυλα εμού, του οργανοπαίχτη. Μετρούσα τους άπειρους ασύλληπτους έρωτές μου και σκεφτόμουν πώς ανέβαινα τις σκάλες κάθε κορμιού και, πώς άνοιγα σιγά-σιγά την εξώπορτα και ξεπόρτιζα.