Χαντάκια

[απόσπασμα]

Φαίνονται αποφασισμένοι να περάσουν όλη τους τη ζωή στο κρύο, στο κενό, στη μουντάδα. Τηλεφωνούν, γράφουν, αυνανίζονται. Θυμούνται, ξεχνούν. Πηγαίνουν στη δουλειά. Επιστρέφουν. Περνούν ώρες ολόκληρες μόνοι σε γραφεία, αυτοκίνητα, καύκαλα από μπετόν. Καμιά ακρίδα δεν τους θυμίζει το καλοκαίρι. Παρατημένοι, φευγάτοι, διωγμένοι από χωριά, βουνά και λαγκάδια. Γαμημένοι απ’ τη μοναξιά, το κέρδος, το βιοπορισμό, την υπεραξία. Τρώγοντας ο ένας τον άλλο, γκρινιάζοντας όλη την ώρα, πλακωμένοι στο γρήγορο φαγητό και το γρήγορο γαμήσι. Για να επιστρέψουν γρήγορα να ταΐσουν το τέρας, να κάνουν το χρέος τους, να ξεμάθουν την καύλα, την τεμπελιά, την αλαφράδα. Να παράγουν ξανά και ξανά. Να καβαλικέψουν ένα ψόφιο άλογο, να φιληθούν δίπλα στις καυτές στάχτες, κλεισμένοι μεσ’ το άδειο άπειρο τίποτε. Παραφουσκωμένοι, πιθηκοειδείς, κούφιες αποτυχίες της δημιουργίας. Μισούν το σώμα τους, τους ιστούς, τους μυς, τους χόνδρους, τις αρθρώσεις. Μισούν τη σάρκα τους σα να ’ναι χαλασμένο κρέας. Την κρύβουν την πληγώνουν, την τρυπούν. Φυλακίζουν τ’ αρχίδια τους, ψαλιδίζουν το μουνί τους. Υπνοβατούν πάνω στα παλούκια και τα συρματοπλέγματα. Τυλίγονται με καλώδια προσεύχονται. Χτίζουν τείχη. Σκοτώνονται, πέφτουν, κατρακυλούν, υποθέτουν. Τα σπλάχνα τους αιμορραγούν, τα συκώτια τους σκάνε. Τα λόγια τους ηχηρά κατεβατά. Εκθέσεις, ερμηνείες, χωροφύλακες. Ώρες ατέλειωτες ξοδεμένες για ένα χιλιοστό ευτυχίας. Ώρες ατέλειωτες ξοδεμένες να καθρεφτίσουν τη μορφή που δεν καθρεφτίζεται διασπώντας τον πυρήνα των πραγμάτων. Ψάχνοντας σωματίδια του θεού στις κωλοτρυπίδες των αρουραίων. Λέξεις και στατιστικές και καθηλώσεις και παζάρια. Μια κούφια πολλαπλότητα ακραίων φαινομένων. Το βόλεμα στη δυστυχία των άλλων. Ο φόβος, τα συνέδρια και πάλι ο φόβος. Ο μέγας αντιπρόσωπος μέσα σε τόσες κεφαλές, σε τόσες μήτρες. Φόβος αγεωγράφητος, απέραντος. Και φόβος ανελέητος μασώντας πάντοτε τη λέξη που αναιρεί όλες τις άλλες. Φόβος που μαγαρίζει τα χλοερά νυμφίδια. Που στήνει τους τρωικούς πολέμους του μέλλοντος. Φόβος εξαίσιος επικουρικός θεός. Σημαίες, πλήθη, κλειτορίδες στις επάλξεις. Ελευθερία ή θάνατος. Συνθήματα. Βαλσαμωμένα αιδοία σκευωρίες. Άρχουσα τάξη, άρχουσα όλων των ίσκιων των πουλιών και των εντόμων. Άρχουσα τάξη αραχνοΰφαντη, έρχονται μόνα τους κοπαδιαστά σφαχτά στο μυστικό σου δείπνο. Οι ρήτορες που τους έκοψες τη γλώσσα και μιλούν με την κοιλιά, οι πρησμένοι απ’ την πείνα, ο ανθρώπινος πολτός, οι πτωχοί τω πνεύματι, οι Παρθενώνες και τα γιοφύρια της Άρτας.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Χαντάκια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s