Σατυρικόν

Ανακάλυψα σ’ ένα συρτάρι τις προτάσεις που είχα κάνει, παλαιόθεν, προς τον σύλλογο ευσπλαχνικών κυριών της πόλης μας. Μιαν άκρως δραστήρια οργάνωση πλουσίων κυριών, που, ενεργητικά και καθολικά ήσαν ταμένες στην ανακούφιση των αναξιοπαθούντων αυτού του κόσμου. Η πρόταση αφορούσε τα μπορντέλα. Ή καλλίτερα τα δύστυχα δίποδα αρσενικά που σπαταλούσαν το χαρτζιλίκι τους για να ξεκαυλώσουν, μιας και η τρέχουσα ηθική δεν επέτρεπε εργολαβίες μεταξύ χριστιανών εκτός γάμου. Τριχωτοί άντρες που ζούσαν για το γήπεδο, χήροι νεοπαγείς, δικαστές που έγραφαν ποιήματα, ανυπόμονοι αρραβωνιασμένοι, συμβολαιογράφοι αιχμάλωτοι της συμβατικότητας, παπάδες πυρωμένοι απ’ τις λάβρες του πόθου, άντρες που είχαν μιαν αρρωστημένη δειλία ή άντρες που τους χτύπησε μια δυσμένεια της φύσεως. Δυσμορφία, ατελής στύση, ιδιάζουσες διαστροφές. Το μπορντέλο ήταν γι’ αυτούς ένα ευαγές ίδρυμα, αναντικατάστατο και φιλανθρωπικό. Θα μπορούσαν λοιπόν οι ευσπλαχνικές πλούσιες κυρίες να παίξουν το ρόλο των δύστυχων κοριτσιών που αναγκαστήκαν να βγουν στο κουρμπέτι λόγω πενίας. Που έγιναν βορά του νταβατζή του μητροπολίτη και του χωροφύλακα. Ο σύλλογος κυριών θα μπορούσε να αναλάβει αποτελεσματικά τη σεξουαλική αποκατάσταση των αδικημένων αντρών. Θα μπορούσαν να συνεισφέρουν σφόδρα στην εκπαίδευση ιδρύοντας ερωτικά σχολεία, κάτι σαν λύκεια του οργασμού. Οι ευσπλαχνικές κυρίες θα μπορούσαν να καταργήσουν τους οίκους ανοχής φτιάχνοντας τους οίκους μη ανοχής. Αν οι ταλαιπωρημένες κοπέλες ανέχονταν, που σημαίνει πως υπόφεραν με συγκατάβαση, οι κυρίες θα πρόσφεραν αμισθί το σώμα τους και την ίδια τους την ύπαρξη για να ικανοποιήσουν τους δούλους του θεού που δεν είχαν πού την ψωλήν κλίναι. Η πρότασή μου αυτή όμως, εκλάπη και αντιγράφη σκαιώς από στελέχη οπαδούς και φίλους του πανελληνίου σοσιαλιστικού κινήματος το οποίο είδε την ουσία της οραματικά, βάζοντας στόχο να την υλοποιήσει καθ’ ολοκληρίαν. Κατάφερε να κάνει τις υπηρεσίες ζηλευτά μπουρδέλα, φυσικά με επιστημονικές ονομασίες, όπως πολεοδομία, κεπ, εφορία, ικα, τεβε και λοιπά ανοίγοντας νέους λαμπρούς δρόμους στην σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των ελλήνων. Φτιάχνοντας σχολές δημόσιας διοίκησης, δηλαδή σπουδαγμένες πουτάνες έτοιμες να ανασυγκροτήσουν τον ετοιμόρροπο δημόσιο τομέα. Η σημερινή όμως κρίσις ανάγκασε τους γερμανούς φιλέλληνες, παιδεραστές, κοπρολάγνους και ποδόφιλους χριστιανοσοσιαλδημοκράτες και οραματιστές του τρύπιου ράιχ και της ξανθιάς μπύρας να κλείσουν οριστικά τα μπορντέλα της χώρας, τις σχολές και τα μαυσωλεία της κομματικής ερωτικής σέχτας. Δυο μεταλλαγμένοι θαλάσσιοι ελέφαντες τέως αντιπρόεδροι που φημολογείται ότι έχουν εξαφανίσει το φυτοπλαγκτόν της μεσογείου, οπαδοί του φεντεραλισμού-δηλαδή της ΟΕΜ (ομοσπονδία ευρωπαϊκών μπουρδέλων)- μαζί με τη συνδρομή της τρόικα, ενός μυθικού ανδρογύναιου τέρατος έχουν βάλει σκοπό της ζωής τους την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την μύηση στο σοδομισμό των κατωτέρων τάξεων αλλά και μιας μεγάλης μερίδας των μεσαίων στρωμάτων. Οι εν λόγω αντιπρόεδροι βεβαίως έχουν χεσμένο το πολιτικό κόστος διότι ενυμφεύθησαν νωρίς πλούσια και καπάτσα κορίτσια. Ευυπόληπτες κυρίες, δραστήριες και ευσπλαχνικές, ιδρυτικά μέλη των συλλόγων ελεημοσύνης της χώρας. Ελέγετο μάλιστα πως όταν η ιέρεια της ελληνικής ολυμπιακής επιτροπής καλεί εις το σαλέ της στην Ελβετία τους σωτήρες του έθνους πέφτει πολύ καλαμπούρι. Γλεντζέδες άνθρωποι, ελεύθεροι, κυρίες που έχουν το μουνί τους ταμένο στη σωτηρίας της πατρίδας. Γυναίκες εφοπλιστών και βιομηχάνων, επιχειρηματίες και καναλάρχες που βγάζουν τις κυρίες τους στο κουρμπέτι των αγορών. Οι λεγόμενες γαμιόλες του πι-ες-άι. Ετελέσθη μάλιστα συμβολικά κι ένας γάμος. Ο γνωστός κύριος τραπεζίτης, ο σοφός αγκιτάτωρ ενυμφεύθη την διευθύντρια του διεθνούς νομισματικού ταμείου την επονομαζόμενη «γελαδομούνα» σε ένα ευρωπαϊκό πάρτι με τεχνογνωσία από μπούνγκα μπούνγκα. Ο θρύλος λέει πως μαζεύτηκαν στη μεγάλη αίθουσα όλες οι πουτάνες με τουαλέτες και οι κύριοι με σμόκιν. Η «γελαδομούνα» ντυμένη στ’ άσπρα μ’ ένα λεπτό τούλινο βέλο, ζήτησε απ’ την τραγουδίστρια της βραδιάς να ερμηνεύσει το Ave Maria του Schubert, κι ενώ εκείνη τραγουδούσε, όλος ο κόσμος έκλαψε.

Ποίηση ή όχι;

Είναι χρήσιμη η ποίηση ή όχι; μπορεί να ζει κάποιος χωρίς αυτήν; σπουδαία ερωτήματα από εχέφρονες κλειστοφοβικούς που εκκολάπτουν όνειρα σε γραφεία. Σε σφαγεία. Σε χώρους αναψύξεως της απελπισίας, που άφησε πατημασιές στον ποιητάκο του μεσαίου χώρου. Μα διάβολε, στη Σομαλία χρειάζονται νερό και ψωμί και φάρμακα. Είναι φαρμακωμένοι. Για να γράφουμε ποίηση εμείς, οι εκατοντάδες σπόροι, οι σπρωγμένοι στα σπλάχνα της ευδαιμονίας. Οι πατικωμένοι στις γαστέρες του πλαστού ελεύθερου κόσμου. Ανθρωπιστές, ευαγγελικοί, μεταφυσικοί, για την αγάπη τον έρωτα την ελευθερία. Νομπελίστες που μαστουρώνουν με μέντα και λουΐζα, επιδεικνύοντας μια τραμπούκικη αυτάρκεια. Λόγια και λογάκια και ηλιοβασιλέματα και λατέρνες. Τι ακριβές ευλογίες! Και φανταράκια στους Βαρδάρηδες της δυστυχίας που ψάχνουν κώλους για να βγάλουν λεφτά. Στο βάθος είναι λύσσα και πράσινη πικρή χολή. Είναι μαγγανοπήγαδο που γέμισε αρμυρούς αφρούς. Ρε κερατά εσύ, που λες ψέματα και γλείφεις πληγές δήθεν, που όλο ευλογείς τα γένια σου κι αναρχίζεις και φυλλοροείς και τα γράφεις όλα βιωματικά, όλο ψιψίνες και επιφοίτηση, και γελάς σαν φαφούτης, αυθόρμητε, που κοπανιέσαι απαγγέλλοντας γαργαριστές μαλακίες, εσύ λαδώνεις τη μηχανή. Κάθε μικρό μαλακισμένο γρανάζι του κοινωνικού γίγνεσθαι. Εσύ γλείφεις κάθε τερατώδη αφήγηση του πλούτου. Κάθε κόκκαλο ματαιοδοξίας που σού πετά ο προαγωγός σου. Ο μαικήνας σου. Πότε ξόανο του φεντεραλιστή και πότε μασκαράς του φασίστα. Πλασάρεσαι ως ανεξάρτητος μα είσαι το κλαδευτήρι των οικονομολόγων. Σου λεν, εσύ μωρό μου την τέχνη σου, στ’ αρχίδια σου το γενικό συμφέρον, εσύ είσαι ιδιοφυία, γάμα την πλέμπα, ούτε έλεος, ούτε εμπιστοσύνη στα κουνάβια. Θα σου δώσουμε σύνταξη αναγνώριση βραβεία. Θα σου φορέσουμε τη βρακοζώνα της ακαδημίας δόξα με το τσουβάλι, χαμογελαστά πουτανάκια που θα σου παίρνουν συνέντευξη για το έργο σου, το πόσο πόνεσες, πόσα καλτσόν ξέσχισες στα βάτα, να σε καμαρώνει κι η μανούλα στον κάτω κόσμο που τελικά κατάφερες κι έγινες σπουδαίος πολύ, φωτογραφημένος, μακιγιαρισμένος σαν αποκριάτικη κολοκύθα.

Φόλα

Τι θα γίνει αν αύριο, ανακαλύψουν
πως ήμουν αδιόρθωτα καυλωμένος
κι αθώος. Χωμάτινος και υπεργήινος,
ύλη και πνεύμα, σκιά και φως. Σχεδόν
πρόστυχος. Τόσο λαμπρός σα νεαρός
γύφτος. Τι θα γίνει αν μου σηκωθεί
καθώς θα μου παίρνει συνέντευξη
η Βίκυ Φλέσσα του μέλλοντος!
Αν μου τρέξουν τα σάλια στο πρώτο
τυχαίο μουνί. Αν μου σκάψουν τα
ποιήματα, ρίχνοντας ολόγυρα
την κοπριά της ερμηνείας. Τι θα γίνει αν
νιώσουν, πόση γενναιότητα χρειάστηκε
για να το βάλω στα πόδια. Να κρυφτώ
στα πηγάδια αγκαλιά με σκοτωμένους.
Στα στήθια της μάνας μου να τρυπώσω
βρέφος, βυζαίνοντας μέλλον!
Τι θα γίνει αν καταλάβουν πως πίσω
από κάθε πετυχημένο μου ποίημα
βρίσκεται μια ξεσχισμένη καρδιά
ένα μελόδραμα κιτς, μια φόλα!
Ω αδελφοί εν δυστυχία
κοινωνοί της κοινής κακής μας τύχης
ποιήματα έγραψα πολλά
κι επικίνδυνες έκανα σκέψεις
κι έθαψα τις βαθιές μου επιθυμίες
όσο βαθύτερα γίνεται.
Αποταμιεύοντας αμαρτίες
για τα γεράματα
και τα δυσώδη γραπτά.

Oυρανού και γης

Σε πήρα παραμάζωμα, εγώ ο δογματικός.
Κι εσύ, τους οφθαλμούς μου εξόρυξες, τους
όρχεις μου. Ρουφήχτρα εσύ
που μου συστήθηκες
ποιήτρια ουρανού και γης
ξέρω το νύχι σου σε τι μελάνι το βουτάς
και γράφεις ποιήματα στη σάρκα μου.
Τι ένδοξα εκπορθείς κάθε φορά το σπέρμα μου
με κείνο το παιχνίδισμα της γλώσσας.
Τι μουσικούλες έκπτωτες αφήνεις στο στερέωμα γυμνές
απ’ τα πεντάγραμμά σου!

Μετά το κούρεμα έρχεται η φάπα

Μετά το κούρεμα έρχεται η φάπα.
Οι ομιλίες των σοφών στην άπλετη του
συντάγματος πλατεία. Δίπλα στο
δέντρο που κρεμούσαν τους εχέφρονες
καρπούς. Δίπλα σε λαμπάδες επιταφίους
εξισώσεις και παραβολές. Πολύτροπους
εφοπλιστές, συλλέκτες γύρης αιδοίων
και συλλέκτες πόνου όσων θάφτηκαν
στους Παρθενώνες. Όμως
οψόμεθα εμείς οι μητρομανείς. Οψόμεθα
με μύθους επιμύθια και ποιήματα.
Γεμάτα αμετανόητες γυμνές, γεμάτα
ομφαλοσκόπηση, ω ναι και στικτούς
αρχαγγέλους του Πακιστάν που
παραφυλάν στ’ αυλάκια το δουλέμπορα
μ’ ένα σάλτο να βρεθούν στην καρότσα
που θα τους πάει στον τρομερό λαβύρινθο.
Βορά στις μαγγανείες του Μίνωα.

Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται

Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.
Και συνήθως δεν φαίνονται όπως είναι.
Συναθροίζω την ιδέα του ταξιδιού στο
μέλλον με μηρούς ακάλυπτους. Πάσχω
απ’ την πλήξη τού διαρκώς καινούργιου.
Απ’ τις επαναλήψεις στα πλάνα, αφού
θα καταλήξω γέρος να μου γράφουν
φάρμακα κάποιες γδυτές από μέσα,
που ονειρεύονται ευτυχισμένα γεράματα
όπως έκανα κι εγώ στα νιάτα μου.
Που ονειρεύονται κουνιαμπέλα
ερωτευμένου ανδρός, γράφοντας
μακάριες ελεγείες για την καρδιά
τα νεφρά, το συκώτι, κάνοντας
λειτούργημα, ξεφτίζοντας τη δυνατότητα
του κόσμου ν’ αρνηθεί τα χάπια του.

Aναμμένο κάρβουνο

Κάποιοι είναι νωθροί. Έχουν μονίμως μια ψυχρή όψη. Κάποιοι άλλοι φαίνονται παράφοροι και προικισμένοι απ’ τη φύση. Ερωτικοί σφόδρα, έτοιμοι να παρασυρθούν απ’ το συναίσθημα και την επιθυμία. Αρκετοί παραφρονούν και κυριεύονται από ιερή μανία. Ξεπετάγονται οι Σίβυλλες και οι Βάκιδες, οι ένθεοι και τα φυσικά νοσήματα. Γνωρίζω έναν ζωγράφο που μεγαλουργεί πάνω στην κρίση της τρέλας του. Γνωρίζω πρόσωπα δύσθυμα, γεμάτα φοβίες κι άλλα με υπέρμετρη τόλμη. Γνωρίζω κάποιους έτοιμους ν’ αυτοκτονήσουν μετά το μεθύσι. Μελαγχολικούς, που το ποτό τους φέρνει αθυμία. Άλλους που επιθυμούν να πίνουν μέχρι να μεθύσουν επειδή το πολύ πιοτό θα τους δώσει ελπίδα. Ένας γνωστός ποιητής στον περίγυρο της επαρχιακής μας πόλης κάποιο βράδυ είχε μιαν υποτροπή. Προχώρησε το καθημερινό του μεθύσι ένα βήμα παραπέρα. Έπινε κατευθείαν απ’ το μπουκάλι, λουσμένος στον κρύο ιδρώτα, νιώθοντας τη χλωρίδα των εντέρων του να σαπίζει και το συκώτι του να γίνεται κομμάτια. Κατέβαζε το κρασί επαναλαμβάνοντας πως φταίει η υγρασία για τη μελαγχολία του και πως όλα θ’ αλλάξουν όταν σταματήσει η βροχή. Και το πίστευε πραγματικά, βέβαιος πως θα ξυπνούσε ζωντανός την επόμενη μέρα το πρωί. Απήγγειλε μάλιστα τα πεισιθάνατα ποιήματά του δίπλα σ’ ένα θεόρατο κλουβί που βρισκόταν πάνω στη μπάρα. Έχοντας για κοινό τους αξιοσέβαστους αλκοολικούς της πόλης κι έναν λευκό παπαγάλο που ακόνιζε το ράμφος του πάνω στο πλαστικό κλαδί. Όταν επέστρεψε σχεδόν μπουσουλώντας τα ξημερώματα στο σπίτι του, έπεσε στο πάτωμα του μπάνιου την ώρα που προσπαθούσε να κατουρήσει. Το κεφάλι του πρήστηκε κι έμοιαζε σαν μια κατακόκκινη μπάλα. Τον βρήκε η μάνα του μισοπεθαμένο και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Λίγες μέρες αργότερα ξεψύχησε. Οι γιατροί είπαν πως η περίπτωση έμοιαζε με αυτοκτονία και πως μερικοί αυτοκτονούν μετά το μεθύσι, διότι η θερμότητα που δημιουργεί το κρασί είναι επείσακτη και, μόλις σβήσει, επέρχεται το κακό. Όπως σβήνουν κάποια ψυχρά υλικά που έχουν θερμανθεί τεχνητά, παράδειγμα το αναμμένο κάρβουνο όταν του ρίξεις νερό.