ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Φεβρουαρίου, 2012

Σατυρικόν

Ανακάλυψα σ’ ένα συρτάρι τις προτάσεις που είχα κάνει, παλαιόθεν, προς τον σύλλογο ευσπλαχνικών κυριών της πόλης μας. Μιαν άκρως δραστήρια οργάνωση πλουσίων κυριών, που, ενεργητικά και καθολικά ήσαν ταμένες στην ανακούφιση των αναξιοπαθούντων αυτού του κόσμου. Η πρόταση αφορούσε τα μπορντέλα. Ή καλλίτερα τα δύστυχα δίποδα αρσενικά που σπαταλούσαν το χαρτζιλίκι τους για να ξεκαυλώσουν, μιας και η τρέχουσα ηθική δεν επέτρεπε εργολαβίες μεταξύ χριστιανών εκτός γάμου. Τριχωτοί άντρες που ζούσαν για το γήπεδο, χήροι νεοπαγείς, δικαστές που έγραφαν ποιήματα, ανυπόμονοι αρραβωνιασμένοι, συμβολαιογράφοι αιχμάλωτοι της συμβατικότητας, παπάδες πυρωμένοι απ’ τις λάβρες του πόθου, άντρες που είχαν μιαν αρρωστημένη δειλία ή άντρες που τους χτύπησε μια δυσμένεια της φύσεως. Δυσμορφία, ατελής στύση, ιδιάζουσες διαστροφές. Το μπορντέλο ήταν γι’ αυτούς ένα ευαγές ίδρυμα, αναντικατάστατο και φιλανθρωπικό. Θα μπορούσαν λοιπόν οι ευσπλαχνικές πλούσιες κυρίες να παίξουν το ρόλο των δύστυχων κοριτσιών που αναγκαστήκαν να βγουν στο κουρμπέτι λόγω πενίας. Που έγιναν βορά του νταβατζή του μητροπολίτη και του χωροφύλακα. Ο σύλλογος κυριών θα μπορούσε να αναλάβει αποτελεσματικά τη σεξουαλική αποκατάσταση των αδικημένων αντρών. Θα μπορούσαν να συνεισφέρουν σφόδρα στην εκπαίδευση ιδρύοντας ερωτικά σχολεία, κάτι σαν λύκεια του οργασμού. Οι ευσπλαχνικές κυρίες θα μπορούσαν να καταργήσουν τους οίκους ανοχής φτιάχνοντας τους οίκους μη ανοχής. Αν οι ταλαιπωρημένες κοπέλες ανέχονταν, που σημαίνει πως υπόφεραν με συγκατάβαση, οι κυρίες θα πρόσφεραν αμισθί το σώμα τους και την ίδια τους την ύπαρξη για να ικανοποιήσουν τους δούλους του θεού που δεν είχαν πού την ψωλήν κλίναι. Η πρότασή μου αυτή όμως, εκλάπη και αντιγράφη σκαιώς από στελέχη οπαδούς και φίλους του πανελληνίου σοσιαλιστικού κινήματος το οποίο είδε την ουσία της οραματικά, βάζοντας στόχο να την υλοποιήσει καθ’ ολοκληρίαν. Κατάφερε να κάνει τις υπηρεσίες ζηλευτά μπουρδέλα, φυσικά με επιστημονικές ονομασίες, όπως πολεοδομία, κεπ, εφορία, ικα, τεβε και λοιπά ανοίγοντας νέους λαμπρούς δρόμους στην σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των ελλήνων. Φτιάχνοντας σχολές δημόσιας διοίκησης, δηλαδή σπουδαγμένες πουτάνες έτοιμες να ανασυγκροτήσουν τον ετοιμόρροπο δημόσιο τομέα. Η σημερινή όμως κρίσις ανάγκασε τους γερμανούς φιλέλληνες, παιδεραστές, κοπρολάγνους και ποδόφιλους χριστιανοσοσιαλδημοκράτες και οραματιστές του τρύπιου ράιχ και της ξανθιάς μπύρας να κλείσουν οριστικά τα μπορντέλα της χώρας, τις σχολές και τα μαυσωλεία της κομματικής ερωτικής σέχτας. Δυο μεταλλαγμένοι θαλάσσιοι ελέφαντες τέως αντιπρόεδροι που φημολογείται ότι έχουν εξαφανίσει το φυτοπλαγκτόν της μεσογείου, οπαδοί του φεντεραλισμού-δηλαδή της ΟΕΜ (ομοσπονδία ευρωπαϊκών μπουρδέλων)- μαζί με τη συνδρομή της τρόικα, ενός μυθικού ανδρογύναιου τέρατος έχουν βάλει σκοπό της ζωής τους την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την μύηση στο σοδομισμό των κατωτέρων τάξεων αλλά και μιας μεγάλης μερίδας των μεσαίων στρωμάτων. Οι εν λόγω αντιπρόεδροι βεβαίως έχουν χεσμένο το πολιτικό κόστος διότι ενυμφεύθησαν νωρίς πλούσια και καπάτσα κορίτσια. Ευυπόληπτες κυρίες, δραστήριες και ευσπλαχνικές, ιδρυτικά μέλη των συλλόγων ελεημοσύνης της χώρας. Ελέγετο μάλιστα πως όταν η ιέρεια της ελληνικής ολυμπιακής επιτροπής καλεί εις το σαλέ της στην Ελβετία τους σωτήρες του έθνους πέφτει πολύ καλαμπούρι. Γλεντζέδες άνθρωποι, ελεύθεροι, κυρίες που έχουν το μουνί τους ταμένο στη σωτηρίας της πατρίδας. Γυναίκες εφοπλιστών και βιομηχάνων, επιχειρηματίες και καναλάρχες που βγάζουν τις κυρίες τους στο κουρμπέτι των αγορών. Οι λεγόμενες γαμιόλες του πι-ες-άι. Ετελέσθη μάλιστα συμβολικά κι ένας γάμος. Ο γνωστός κύριος τραπεζίτης, ο σοφός αγκιτάτωρ ενυμφεύθη την διευθύντρια του διεθνούς νομισματικού ταμείου την επονομαζόμενη «γελαδομούνα» σε ένα ευρωπαϊκό πάρτι με τεχνογνωσία από μπούνγκα μπούνγκα. Ο θρύλος λέει πως μαζεύτηκαν στη μεγάλη αίθουσα όλες οι πουτάνες με τουαλέτες και οι κύριοι με σμόκιν. Η «γελαδομούνα» ντυμένη στ’ άσπρα μ’ ένα λεπτό τούλινο βέλο, ζήτησε απ’ την τραγουδίστρια της βραδιάς να ερμηνεύσει το Ave Maria του Schubert, κι ενώ εκείνη τραγουδούσε, όλος ο κόσμος έκλαψε.

Ποίηση ή όχι;

Είναι χρήσιμη η ποίηση ή όχι; μπορεί να ζει κάποιος χωρίς αυτήν; σπουδαία ερωτήματα από εχέφρονες κλειστοφοβικούς που εκκολάπτουν όνειρα σε γραφεία. Σε σφαγεία. Σε χώρους αναψύξεως της απελπισίας, που άφησε πατημασιές στον ποιητάκο του μεσαίου χώρου. Μα διάβολε, στη Σομαλία χρειάζονται νερό και ψωμί και φάρμακα. Είναι φαρμακωμένοι. Για να γράφουμε ποίηση εμείς, οι εκατοντάδες σπόροι, οι σπρωγμένοι στα σπλάχνα της ευδαιμονίας. Οι πατικωμένοι στις γαστέρες του πλαστού ελεύθερου κόσμου. Ανθρωπιστές, ευαγγελικοί, μεταφυσικοί, για την αγάπη τον έρωτα την ελευθερία. Νομπελίστες που μαστουρώνουν με μέντα και λουΐζα, επιδεικνύοντας μια τραμπούκικη αυτάρκεια. Λόγια και λογάκια και ηλιοβασιλέματα και λατέρνες. Τι ακριβές ευλογίες! Και φανταράκια στους Βαρδάρηδες της δυστυχίας που ψάχνουν κώλους για να βγάλουν λεφτά. Στο βάθος είναι λύσσα και πράσινη πικρή χολή. Είναι μαγγανοπήγαδο που γέμισε αρμυρούς αφρούς. Ρε κερατά εσύ, που λες ψέματα και γλείφεις πληγές δήθεν, που όλο ευλογείς τα γένια σου κι αναρχίζεις και φυλλοροείς και τα γράφεις όλα βιωματικά, όλο ψιψίνες και επιφοίτηση, και γελάς σαν φαφούτης, αυθόρμητε, που κοπανιέσαι απαγγέλλοντας γαργαριστές μαλακίες, εσύ λαδώνεις τη μηχανή. Κάθε μικρό μαλακισμένο γρανάζι του κοινωνικού γίγνεσθαι. Εσύ γλείφεις κάθε τερατώδη αφήγηση του πλούτου. Κάθε κόκκαλο ματαιοδοξίας που σού πετά ο προαγωγός σου. Ο μαικήνας σου. Πότε ξόανο του φεντεραλιστή και πότε μασκαράς του φασίστα. Πλασάρεσαι ως ανεξάρτητος μα είσαι το κλαδευτήρι των οικονομολόγων. Σου λεν, εσύ μωρό μου την τέχνη σου, στ’ αρχίδια σου το γενικό συμφέρον, εσύ είσαι ιδιοφυία, γάμα την πλέμπα, ούτε έλεος, ούτε εμπιστοσύνη στα κουνάβια. Θα σου δώσουμε σύνταξη αναγνώριση βραβεία. Θα σου φορέσουμε τη βρακοζώνα της ακαδημίας δόξα με το τσουβάλι, χαμογελαστά πουτανάκια που θα σου παίρνουν συνέντευξη για το έργο σου, το πόσο πόνεσες, πόσα καλτσόν ξέσχισες στα βάτα, να σε καμαρώνει κι η μανούλα στον κάτω κόσμο που τελικά κατάφερες κι έγινες σπουδαίος πολύ, φωτογραφημένος, μακιγιαρισμένος σαν αποκριάτικη κολοκύθα.

Φόλα

Τι θα γίνει αν αύριο, ανακαλύψουν
πως ήμουν αδιόρθωτα καυλωμένος
κι αθώος. Χωμάτινος και υπεργήινος,
ύλη και πνεύμα, σκιά και φως. Σχεδόν
πρόστυχος. Τόσο λαμπρός σα νεαρός
γύφτος. Τι θα γίνει αν μου σηκωθεί
καθώς θα μου παίρνει συνέντευξη
η Βίκυ Φλέσσα του μέλλοντος!
Αν μου τρέξουν τα σάλια στο πρώτο
τυχαίο μουνί. Αν μου σκάψουν τα
ποιήματα, ρίχνοντας ολόγυρα
την κοπριά της ερμηνείας. Τι θα γίνει αν
νιώσουν, πόση γενναιότητα χρειάστηκε
για να το βάλω στα πόδια. Να κρυφτώ
στα πηγάδια αγκαλιά με σκοτωμένους.
Στα στήθια της μάνας μου να τρυπώσω
βρέφος, βυζαίνοντας μέλλον!
Τι θα γίνει αν καταλάβουν πως πίσω
από κάθε πετυχημένο μου ποίημα
βρίσκεται μια ξεσχισμένη καρδιά
ένα μελόδραμα κιτς, μια φόλα!
Ω αδελφοί εν δυστυχία
κοινωνοί της κοινής κακής μας τύχης
ποιήματα έγραψα πολλά
κι επικίνδυνες έκανα σκέψεις
κι έθαψα τις βαθιές μου επιθυμίες
όσο βαθύτερα γίνεται.
Αποταμιεύοντας αμαρτίες
για τα γεράματα
και τα δυσώδη γραπτά.

Oυρανού και γης

Σε πήρα παραμάζωμα, εγώ ο δογματικός.
Κι εσύ, τους οφθαλμούς μου εξόρυξες, τους
όρχεις μου. Ρουφήχτρα εσύ
που μου συστήθηκες
ποιήτρια ουρανού και γης
ξέρω το νύχι σου σε τι μελάνι το βουτάς
και γράφεις ποιήματα στη σάρκα μου.
Τι ένδοξα εκπορθείς κάθε φορά το σπέρμα μου
με κείνο το παιχνίδισμα της γλώσσας.
Τι μουσικούλες έκπτωτες αφήνεις στο στερέωμα γυμνές
απ’ τα πεντάγραμμά σου!

Μετά το κούρεμα έρχεται η φάπα

Μετά το κούρεμα έρχεται η φάπα.
Οι ομιλίες των σοφών στην άπλετη του
συντάγματος πλατεία. Δίπλα στο
δέντρο που κρεμούσαν τους εχέφρονες
καρπούς. Δίπλα σε λαμπάδες επιταφίους
εξισώσεις και παραβολές. Πολύτροπους
εφοπλιστές, συλλέκτες γύρης αιδοίων
και συλλέκτες πόνου όσων θάφτηκαν
στους Παρθενώνες. Όμως
οψόμεθα εμείς οι μητρομανείς. Οψόμεθα
με μύθους επιμύθια και ποιήματα.
Γεμάτα αμετανόητες γυμνές, γεμάτα
ομφαλοσκόπηση, ω ναι και στικτούς
αρχαγγέλους του Πακιστάν που
παραφυλάν στ’ αυλάκια το δουλέμπορα
μ’ ένα σάλτο να βρεθούν στην καρότσα
που θα τους πάει στον τρομερό λαβύρινθο.
Βορά στις μαγγανείες του Μίνωα.

Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται

Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.
Και συνήθως δεν φαίνονται όπως είναι.
Συναθροίζω την ιδέα του ταξιδιού στο
μέλλον με μηρούς ακάλυπτους. Πάσχω
απ’ την πλήξη τού διαρκώς καινούργιου.
Απ’ τις επαναλήψεις στα πλάνα, αφού
θα καταλήξω γέρος να μου γράφουν
φάρμακα κάποιες γδυτές από μέσα,
που ονειρεύονται ευτυχισμένα γεράματα
όπως έκανα κι εγώ στα νιάτα μου.
Που ονειρεύονται κουνιαμπέλα
ερωτευμένου ανδρός, γράφοντας
μακάριες ελεγείες για την καρδιά
τα νεφρά, το συκώτι, κάνοντας
λειτούργημα, ξεφτίζοντας τη δυνατότητα
του κόσμου ν’ αρνηθεί τα χάπια του.

Aναμμένο κάρβουνο

Κάποιοι είναι νωθροί. Έχουν μονίμως μια ψυχρή όψη. Κάποιοι άλλοι φαίνονται παράφοροι και προικισμένοι απ’ τη φύση. Ερωτικοί σφόδρα, έτοιμοι να παρασυρθούν απ’ το συναίσθημα και την επιθυμία. Αρκετοί παραφρονούν και κυριεύονται από ιερή μανία. Ξεπετάγονται οι Σίβυλλες και οι Βάκιδες, οι ένθεοι και τα φυσικά νοσήματα. Γνωρίζω έναν ζωγράφο που μεγαλουργεί πάνω στην κρίση της τρέλας του. Γνωρίζω πρόσωπα δύσθυμα, γεμάτα φοβίες κι άλλα με υπέρμετρη τόλμη. Γνωρίζω κάποιους έτοιμους ν’ αυτοκτονήσουν μετά το μεθύσι. Μελαγχολικούς, που το ποτό τους φέρνει αθυμία. Άλλους που επιθυμούν να πίνουν μέχρι να μεθύσουν επειδή το πολύ πιοτό θα τους δώσει ελπίδα. Ένας γνωστός ποιητής στον περίγυρο της επαρχιακής μας πόλης κάποιο βράδυ είχε μιαν υποτροπή. Προχώρησε το καθημερινό του μεθύσι ένα βήμα παραπέρα. Έπινε κατευθείαν απ’ το μπουκάλι, λουσμένος στον κρύο ιδρώτα, νιώθοντας τη χλωρίδα των εντέρων του να σαπίζει και το συκώτι του να γίνεται κομμάτια. Κατέβαζε το κρασί επαναλαμβάνοντας πως φταίει η υγρασία για τη μελαγχολία του και πως όλα θ’ αλλάξουν όταν σταματήσει η βροχή. Και το πίστευε πραγματικά, βέβαιος πως θα ξυπνούσε ζωντανός την επόμενη μέρα το πρωί. Απήγγειλε μάλιστα τα πεισιθάνατα ποιήματά του δίπλα σ’ ένα θεόρατο κλουβί που βρισκόταν πάνω στη μπάρα. Έχοντας για κοινό τους αξιοσέβαστους αλκοολικούς της πόλης κι έναν λευκό παπαγάλο που ακόνιζε το ράμφος του πάνω στο πλαστικό κλαδί. Όταν επέστρεψε σχεδόν μπουσουλώντας τα ξημερώματα στο σπίτι του, έπεσε στο πάτωμα του μπάνιου την ώρα που προσπαθούσε να κατουρήσει. Το κεφάλι του πρήστηκε κι έμοιαζε σαν μια κατακόκκινη μπάλα. Τον βρήκε η μάνα του μισοπεθαμένο και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Λίγες μέρες αργότερα ξεψύχησε. Οι γιατροί είπαν πως η περίπτωση έμοιαζε με αυτοκτονία και πως μερικοί αυτοκτονούν μετά το μεθύσι, διότι η θερμότητα που δημιουργεί το κρασί είναι επείσακτη και, μόλις σβήσει, επέρχεται το κακό. Όπως σβήνουν κάποια ψυχρά υλικά που έχουν θερμανθεί τεχνητά, παράδειγμα το αναμμένο κάρβουνο όταν του ρίξεις νερό.

Μελλοθάνατος

Μια κότα με μεγάλα κίτρινα πόδια διέσχισε το κελί του. Ο παπάς εξακολουθούσε να μιλάει για το θάνατο ώσπου πρόσεξε την αφηρημένη έκφραση του μελλοθάνατου. Τα δόντια του ήταν βρώμικα και η ανάσα του ακουγόταν σαν φυσερό. Ο παπάς ίσιωσε το κορμί του και ψέλλισε κάτι σαν προσευχή. Έτριψε στα χέρια του ένα κλωναράκι βασιλικό που είχε πανιάσει. Ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία; τον ρώτησε. Ο μελλοθάνατος ακούμπησε τους αγκώνες του πάνω στα γόνατα και σφήνωσε το πρόσωπο ανάμεσα στα δύο του χέρια. Την κότα, του είπε, να μου φροντίσεις την κότα.

 

ΜΙΚΡΑ ΠΕΖA: http://adespotoskylos.wordpress.com

Περιβάλλον

Όταν ο άνθρωπος έκανε τη φύση περιβάλλον, για να τη διδάξει στα τέκνα του, και την έκλεισε σε κουτάκια, βιβλία και περγαμηνές, τη μαγάρισε για δεύτερη φορά. Η λέξη περιβάλλον είναι απολειφάδι του ανθρώπινου εγωισμού, που θεωρεί τη φύση σαν κάτι που τον περιβάλει, αφήνοντας περιθώρια για ανθρωπικές αρχές και χρυσαυγίτικες θεωρίες περί καθαρότητας και αύρας, από πομπές αρχαίων που γέννησαν το κλέος και δίδαξαν πολιτισμό στους κάθε λογής ιθαγενείς των κτίσεων. Η λέξη περιβάλλον είναι η αγαπημένη λέξη νομάρχη, υπουργού ή λυκειάρχη. Ο χωρικός δεν την ξέρει. Δεν την προφέρει. Ο χωρικός δε γαμεί με καπότα. Δεν ζει στο περιβάλλον αλλά στη φύση. Δεν καταβροχθίζει έγγραφα, δεν κουνά το δάχτυλο, δεν γλείφει κατουρημένες ποδιές για να αποκτήσει μεζονέτα και ασιάτη δούλο. Δεν ρητορεύει καλούς τρόπους και σάχλες πολυτελείας. Είναι αφημένος στη βροχούλα και στις σπονδές που στάζει το ρύγχος του καζανιού με τα θαύματα που ’βγαλε το βρασμένο σταφύλι πλουμισμένο αρώματα από φυτά, δέντρα και προϊστορικά θαλασσινά. Ο χωρικός φρεσκάρει τις αναμνήσεις με παραμύθια και δεν το παίζει εξερευνητής μιας φύσης που μοιάζει με παιδότοπο μαρκαλεμένων αστών που χαρχαλίζουν τα νεύρα τους μεσ’ τον πενθήμερο σαματά του σχιζοειδούς άστεως. Ο χωρικός φυλλοροεί όπως τα πλατάνια, κραυγές και δάκρυα. Η ψυχολογία του είναι τα φυσικά φαινόμενα κι αν καυλώσει θα μαλακιστεί και θα σκουπιστεί απ’ τις φτέρες. Θα θαυμάσει τ’ αποτύπωμα απ’ το πέλμα του στο χιόνι. Ο πολιτισμός και η ποίησή του είναι η αξιοπρεπής περασιά από τούτο τον κόσμο. Ο χωρικός θα μολύνει τη φύση όσο του χρειάζεται για να ζήσει σωστά. Θα καλλιεργήσει και θα κυνηγήσει όσο του χρειάζεται για να κερδίσει τη μάχη. Θα ζεσταθεί γύρω απ’ τη φωτιά φιλοτεχνώντας θρύλους και σκώμματα, απαγγέλλοντας δαιμονισμένα ελληνικά στον κόρφο της κυράς του. Ο άνθρωπος της φύσης δεν είναι ο νενέκος που ασβεστώνει το τσαρδί του για να φωτογραφηθεί απ’ τους κατάδικους του οργανωμένου τουρισμού, για να πιάσει φράγκα, να γλείψει ξερατά γερμανού ή να μαζέψει τις καπότες του ευρωπαίου γαμιά. Ο άνθρωπος της φύσης δε χρειάζεται νόμισμα, σουπερ μάρκετ και τα λοιπά, παρά ήλιο χώμα και βροχή. Κι όταν χρεοκοπούν οι πόλεις και οι χώρες αυτός ακούει αηδόνια στις χαράδρες, πίνει κατσικίσιο γάλα, τρώει αυγά και ρουφά νεράκι απ’ τους πέτρινους καταψύκτες της φύσης, τέκνο των σατύρων και των νυμφών δια παντός με το φρόνημα του εραστή και τη λαχτάρα του πρωινού ήλιου.

Οι μέλλουσες

Δεν θα μπορούν να χωνέψουν τόσο λυρισμό
οι γενιές που έρχονται. Οι μέλλουσες. Αυτές που
έχουν ομόλογα απλήρωτα και ζάχαρη σβολιασμένη
Αιγύπτου να καταναλώσουν. Οι γενιές που
Θα κάνουν αυτοδιαχείριση, θ’ αφήσουν γενειάδες
και θα αποδιώχνουν ζωύφια απ’ τα ρουθούνια
της καλοζωίας τους, με μιαν χειρονομία
αυτοκρατορική, διασκορπώντας τα σαν
πρόσφυγες στα πέρατα της γης. Οι γενιές
που θ’ αβγατίσουν τους χαφιέδες και θα
κάνουν τη λαιμητόμο βωμό της αρετής. Οι
γενιές, που όταν ο λαός θα ζητά ψωμί, θα του
δίνουν πτώματα. Οι γενιές που σήμερα
κάνουν σπουδές, πολιτική φιλοσοφία,
κοινοτισμό των αγορών, για να εκπληρώσουν
την προφητεία, να αδερφώσουν τον
Κικέρωνα με τον Ρουσώ. Να τους βγει
ο κατακλυσμός, η δευτέρα παρουσία,
το Ισραήλ, οι κτίσεις, οι γραφές
το κέρδος το βαβελικό στα ραβδογράμματα
η βασιλεία των ουρανών, η επιστροφή
μέσ’ το μουνί της μάνας τους.

Aγκαλιά

Έπιασε μπόρα. Ο ψίθυρος της βροχής μας αποκοίμιζε λίγο λίγο. Ένοιωσα μιαν ελαφριά ενόχληση στα έντερα και γύρισα πλευρό. Την είδα τυλιγμένη στην κουβέρτα, σκεπασμένη σχεδόν μέχρι το κεφάλι, κι άκουσα την αναπνοή της καθώς θαλασσοπορούσε μέσ’ τον ύπνο. Για αρκετή ώρα άκουγα τη βροχή να δυναμώνει. Νόμιζες πως το σπίτι βυθιζόταν προοδευτικά στον κατακλυσμό. Κάπου άρχισε να στάζει. Άναψα τη λάμπα για να εντοπίσω το σημείο. Βρήκα έναν τενεκέ και τον τοποθέτησα από κάτω. Γύρισα στο κρεβάτι μου και σκεπάστηκα, ακούγοντας το μεταλλικό θόρυβο του νερού στον άδειο τενεκέ. Μέσα στον ύπνο της με μια μωρουδίστικη σχεδόν ανάσα, η γυναίκα μου, είπε, πως το καλοκαίρι πρέπει να πιάσουμε τα νερά. Ήταν μια δύσκολη βραδιά, μια δύσκολη βδομάδα, μια δύσκολη εποχή, κι εμείς ήμασταν σχεδόν έτοιμοι να επιζήσουμε άλλον έναν χειμώνα.

Oι δίκροκες αναμνήσεις

Σε βλέπω να πεθαίνεις πρόωρα
καλοφαγά δεξιέ, σε κάποια στάνη,
με τους σπόρους που έσπειρες
γύρω σου, να ομιλούν στο κινητό
και να σε βρίζουν, την ώρα που
θα ρουφάς κοκκινέλι και θα αναλύεις
τα σάψαλα γεγονότα, τις πομπές
που πήρες μέρος με την ψωλή σου.
Άσωτε υποκινητή συγκινήσεως στον
αδρό νεροχύτη, την ώρα που σκάει
μύτη το δακρυάκι της κυράς και
οι δίκροκες αναμνήσεις που δεν
έζησε.

Οι παλιοί

Οι παλιοί ήτο δουλευταράδες, αλλά και αγιάτρευτοι μαχμουρλήδες, γνωστοί εις τα πέρατα της οικουμένης. Μάλιστα έφτιαξαν τόσα πολλά, ώστε οι νέοι σήμερα να μην έχουν δουλειά. Οι παλιοί κάναν αυτοκριτική, είχαν θάρρος, κουράγιο. Έγιναν εικαστικοί κριτικοί της πραγματικότητας. Οι παλιοί ήταν αρχαίοι άνθρωποι, ξεχρέωτοι. Τραγούδησαν τη μούσα τους και μετά την άφησαν αποσβολωμένη, όταν της ζήτησαν να τους πλύνει τις κάλτσες και να φτιάξει κάνα παστίτσιο. Οι παλιοί είχαν πιάσει το νόημα και κορόιδευαν όσους πάθαιναν εγκεφαλικά και μελαγχολίες. Έκαναν παύσεις, σιωπούσαν. Έγραφαν σενάρια για μιούζικαλ της υπαίθρου, κρύβοντας τις διαστροφές κάτω απ’ τις θηλές και τον αφαλό της τραγωδίας. Οι παλιοί συμφώνησαν, πως μεταξύ των νικητών δεν υπάρχουν εγκληματίες πολέμου. Η επιτυχία τους, ήταν ότι πέθαναν σωστά, μέχρι και το τελευταίο βαθύ φιλί. Ότι υπήρξαν νέοι ως τα βαθιά γεράματα. Ότι η απανθρωπιά τους ήταν η μαμή της ιστορίας και η περιέργειά τους το γράσο αυτής της ξεχαρβαλωμένης μηχανής της ανθρωπότητας. Οι παλιοί άφησαν πίσω τους τεχνολογία, επιστήμη, μίση και αναβρασμούς. Άφησαν τη λασπώδη ζύμη της θρησκείας και το νεκρό κοπρόχωμα της μεταφυσικής, ζυμωμένα με την αδρανή σκωρία της πατρίδας. Άφησαν έγκλημα, λαγνεία, αγιότητα, μεγενθυμένα μέσα στη μήτρα της ματαιοδοξίας. Οι παλιοί έφτιαξαν έναν κόσμο που όταν θέλει να κρυφτεί κρύβεται στα πληκτρολόγια και τις οθόνες κι όχι στις λαγκαδιές και τα σπηλαιώδη μετερίζια. Η σημερινή ανθρωπότης ζει τα γηρατειά της. Γύρω από ένα καλοστρωμένο τραπέζι με φασιανούς, πλούσια φαγιά και μεμψιμοιρίες. Διαβάζει τούς παλιούς, τούς κλασικούς, αντιγράφει τη δουλεία της παλιάς εποχής. Γελά με ηλεκτρόδια, δεν έχει φωνή μάτια σώμα. Έχει συσκευές που μαντεύουν τον κυκλώνα, τη βροχή και την υγράδα στα τρομώδη χείλη του αιδοίου. Έχει τράπεζες σπέρματος και χώρες ολόκληρες με τις κόρες των ματιών της διεσταλμένες απ’ την ασιτία. Οι σημερινοί άνθρωποι γεννιούνται γέροι. Σοφοί απ’ τα γεννοφάσκια τους. Πάντα τρώγοντας γερό πρωινό. Γάλα, αυγά, φρυγανιές, μαρμελάδα βερίκοκο, ζαμπόν, καφέ, ψωμί και βούτυρο και τηγανίτες με σταφίδες ξανθιές.

Τα όμορφα κτήρια όμορφα καίγονται.

Όταν σβήσει κι η τελευταία φωτιά, θα πάρουν θέση ξανά οι πουτάνες στα ρείθρα της Κοτζιά. Όχι οι εξωτικές κι οι καλοθρεμμένες, που θροΐζουν σα φυλλαράκια στα κρεβάτια βιομηχάνων, αλλά οι μαδημένες, αυτές που μιαν ολόκληρη στρατιά τις έχει διαγουμίσει στα σκοτεινά σοκάκια, στις στοές, απ’ όλες τις χαραμάδες και τις σχισμές, δίνοντας άγριες μάχες στο σκοτάδι, παίζοντας τα φτερά τους, γέρνοντας κάθε τόσο να τούς χουφτώσουν το βυζί, να τούς φτυαρίσουν τον καβάλο, στερημένα αρσενικά σαν παραφουσκωμένα σακιά με πριονίδι. Μα τώρα είναι νύχτα, θεοσκότεινα. Η πολιτεία μισοκοιμάται. Χάθηκε η μαύρη κυλιόμενη γη. Ο λόγος, η δύναμη, οι κυκλικοί τάφοι, το φεγγάρι που δεν έρχεται. Ένα μαύρο αειφλεγές μέλλον. Το φυτίλι κάτω απ’ τον ορίζοντα. Μιαν άγρια γενιά που ξαμολήθηκε σαν πεινασμένος λύκος στους δρόμους, άγρια αγκαλιάζοντας και λαίμαργα φιλώντας, τα μάτια, τη μύτη, τα μάγουλα, τον αυχένα, το κορμάκι αυτής της πόλης, της παραδομένης στη σαπίλα του μεγαλείου που πέρασε, με τους ταμίες της κουρνιασμένους σαν όρνια στα ψηλά σκαμπό τους, παραφυλώντας απ’ τα πορτάκια, χέρια ν’ αλλάζουν χρήμα γυαλισμένο απ’ τον ιδρώτα, κι ο άνεμος της ανάγκης να το παρασύρει σαν πυρκαγιά στο ανθρώπινο δάσος, αφήνοντας πίσω του καπνό και μπόχα και δυσωδία. Και πλιάτσικο. Γέρους ανάπηρους, ήρωες πολέμου που παρελαύνουν με τις αναπηρικές τους πολυθρόνες, με τα μετάλλια τα παράσημα και τη χολέρα στα μάτια. Ρεπόρτερ των πεντακοσίων ευρώ που θρηνούν για τα λαμπρά ιστορικά μας κτήρια. Τι Τσίλερ και τι βλεννόρροιες και τι λαγνεία παπαδίστικη! Κρυολογημένες μωρούδες, ξερές και σπογγώδεις, όλο κοπετούς και δακρυάκι φαρμακωμένο. Εσκεμμένα υπερήφανες και φλύαρες, οδηγώντας μας τόσο εξαίσια, να θαυμάσουμε ανεμπόδιστα τη Νερώνεια ομορφιά.

Λαχτάρες και τοπογραφικά

Όλο λαχτάρες και τοπογραφικά.
Μουτζούρες και προσχέδια.
Ούριος άνεμος στα μπούτια
στεγνωμένης θνητής. Κάποιας
ανιστόρητης θηλυκιάς, απτόητης
στις μελό καταστάσεις. Εύγλωττης
και φιλότιμης που στέλνει χαϊκού
σε διαγωνισμούς. Ίσα για να
καυλώνει γέρους στα τηλέφωνα.
Να βγάζει άχτι με κοφτό τρόπο.
Σύμμετρη. Απ’ τα ρουμάνια της
Στερεάς στα βάθρα του Παρνασσού.
Στην άνυδρη κοίτη περιμένοντας
γυμνούλα κάποιον επίτιμο. Κι εγώ
όχι αυτοεξόριστος στο Παρίσι
αλλά παρίας της επαρχίας. Δοτός
του υπαρκτού ανθρωπισμού. Τα
λιοστάσια να κοιτώ κι αυτή που
αγαπώ. Ανάσκελα να εμμένω.
Λήγοντας στο μανουάλι της.
Έσχατος εραστής στα οδοφράγματα
της κυράς μου. Στήνοντας αυτί
σ’ αυτό το apricot jam που τόσο εξαίσια
προφέρουν χειλάκια που δε θα
φιλήσω ποτέ, στον αιώνα τον άπαντα
στην κρύα αιωνιότητα με τις
βρομόστομες απεριποίητες
τραχιές θυρωρούς της.

ΑΔΟΞΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΥΛΗΜΕΝΟ ΔΙΑΝΟΗΤΗ

Έβαλα τ’ αφεντικά μου να παίξουν για μένα.
Μα τ’ αφεντικά μου έπαιξαν εμένα. Εγώ
άνοιγα την πόρτα στους ξένους τις ηλιόλουστες
μέρες. Εκατό φορές έβαλα το παιδί μου
να χοροπηδά σα μαϊμού. Να λέει αστεία, διασκεδάζοντας
φιλόδοξους πράκτορες. Να κοιμάται σε
παραλίες με πίσσα. Να ψέλνει τις λαθροχειρίες
του νικητή. Για το γάλα του, έγινα συνέταιρος
σε επιχειρήσεις, έγινα στέλεχος σε πολυεθνικές.
Σχεδίασα εμπάργκο βομβαρδισμούς ανοικοδόμηση.
Έγραψα θεσπέσια ποιήματα για τη δυστυχία
των άλλων. Έκανα ελεύθερο έρωτα. Συνειρμούς.
Έλεγα ότι μου ερχόταν στο κεφάλι.
Έκανα ταξίδια βαθειά ασυνείδητα. Άφησα τη γνώση
του παλιού καιρού να λιώσει σαν οδοντόπαστα
στο στόμα μου. Έγινα κωμωδία και τραγωδία μαζί,
χαρά και λύπη, νικητής και νικημένος. Μαζοχιστής
που λάτρεψε μηχανές για παγάκια. Μέσος όρος
στη μηχανική των μεγάλων αριθμών. Θύμα της
στατιστικής. Ορεσίβιος στον κάμπο και καμπίσιος
στα βουνά. Όλο χαρτιά και λέξεις για να ξεμοναχιάσω
λίγο την αθανασία. Να γίνω πρώτο όνομα.
Να τεκνοποιήσω, να πλανέψω, να φιλολογήσω
τα σπαραγμένα μελλούμενα. Να τραγουδήσω
αυτούς που ποδοπάτησαν τις σοδειές, που
λεηλάτησαν τους μύλους
που έκοψαν τη γλώσσα μου
και την πετάξαν στα σκυλιά.

Παλέψτε, αντισταθείτε, μη γκρινιάζετε

Μίλια ολόκληρα με τσιμέντο και πίσσα. Σιδεριές και παραπετάσματα δίχως έστω μιαν αμυδρή λάμψη.

Γατιά σκυλιά και καναρίνια, κοριοί και κατσαρίδες.

Άντρες, γυναίκες και ψείρες, αγκαλιασμένοι, τυλιγμένοι σαν μασούρια μέσα σε εφημερίδες, κάτω από γέφυρες, κατουρημένοι, άκαμπτοι, παγωμένοι.

Στριμωγμένοι εκεί που υπάρχουν …λίγα φώτα και λίγη ζεστασιά. Με τα χνώτα να σχηματίζουν πρόσκαιρα ένα ομοίωμα ευτυχίας και μετά όλα να γίνονται πάλι νύχτα ζοφερή και πρόστυχη, μαύρη βαθιά κι αφιλόξενη σαν παγωμένο λίπος στη γαβάθα της διακονιάς.

Υπάρξεις που τρυπώνουν σε καφενεία κι εμπορικά, ζητιανεύοντας κι απολαμβάνοντας για λίγο την κρύα ηλεκτρική απομίμηση ζέστης του κλιματισμού.

Τυλιγμένοι σε κουβέρτες, διαβαίνοντας όλη νύχτα πάνω κάτω την ψιχαλισμένη Σκουφά, αγκιστρώνοντας κάθε τόσο με το βλέμμα τους χοντρούς ασφαλείς κουλτουριάρηδες, κανάγιες που ρουφάν αχνιστούς δυνατούς καφέδες στο Φίλιον και κατεβάζουν ιδέες απʼ το συκώτι, τα νεφρά και την ουρήθρα.

Κάτω απʼ τη βαθιά κι αδιάσπαστη σιωπή πουʼ ναι τρυπωμένη πίσω απʼ τα καψαλισμένα τους χείλη, υποχθόνιοι θόλοι και δαιδαλώδεις διάδρομοι.

Θησαυροφυλάκια, θυρίδες, δόντια τεχνητά από χρυσό, βραχιόλια και βέρες. Μια πολιτεία μπαταρισμένη απʼ το χρυσό.

Απʼ το παραλήρημα της παραγωγής κι απʼ την αφηρημένη στρατόσφαιρα των ιδεών μιας νεκρόφιλης ακαδημίας.

Ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού έξω απʼ τις σφραγισμένες μπουκαπόρτες των ναών στάζει το βασανιστικό δηλητήριο της ελεημοσύνης.

Ιερές μητροπόλεις και πλούσιες κυρίες πετούν ψίχουλα στα λευκά εξαθλιωμένα περιστέρια. Ανθρώπινες υπάρξεις τραυματισμένες θανάσιμα από κίβδηλη αλεξανδρινή σοφία και πομπώδη παραφουσκωμένα σύμβολα.

Άνθρωποι νούμερα στις δραματικές ακρώρειες της κατανομής. Άστεγοι πονεμένοι του δυτικού πολιτισμού, που σαπίζει σαν τα νύχια στα δάχτυλα των αγίων.

Μορφές αντρών και γυναικών που κινούνται πίσω από τοίχους, εγκλωβισμένοι και σαστισμένοι απʼ τα δράματα που σκιρτούν μεσʼ τα αδύναμα κορμιά τους.

Περιμένοντας να ξεσπάσει η ολέθρια πυρκαγιά αφού, η πίστη πλέον σʼ έναν καλλίτερο κόσμο θεωρείται ιδεοληψία και αναχρονισμός.

Να όμως που ο καλλίτερος κόσμος είναι εδώ κι είναι αυτός που παλεύει.

Είναι ο άστεγος που βρέθηκε πεθαμένος αγκαλιά με το σκύλο του έξω απʼ το μετρό, γιατί δεν δέχτηκε την ελεημοσύνη.
Είναι οι εργάτες της Χαλυβουργικής που ξενυχτούν στο κρύο ακονίζοντας το αμόνι του μέλλοντος.

Είναι οι ιδέες που πρέπει να παντρευτούν την πράξη για να αντιμετωπίσουν τον υγρό μοχθηρό και κρύο κόσμο που σκοτώνει τους ανθρώπους.

Είναι, που πρέπει να αναμετρηθούμε με το αχόρταγο μάτι του πλούτου, αφήνοντας κατά μέρος τις ελπίδες και τις ευχές, γιατί, το να ελπίζεις πως κάποιοι άλλοι θα σου καλυτερέψουν τη ζωή είναι σα να ταΐζεις ένα άδειο κλουβί περιμένοντας να κελαηδήσει.

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του βιασμού

Στη Ρωσία του δέκατου πέμπτου αιώνα, η οποία ήτο κατεχόμενη απ’ τους μογγόλους, ένας χωρικός και η γυναίκα του περπατούν σ’ ένα βρώμικο χωματόδρομο, γεμάτο σκόνη. Σταματάει τότε δίπλα τους ένα έφιππος μογγόλος πολεμιστής και λέει στο χωρικό πως θέλει να βιάσει τη γυναίκα του, προσθέτοντας ότι: επειδή ο δρόμος έχει πολλή σκόνη, θέλω εσύ να μου κρατάς τ’ αρχίδια την ώρα που το κάνω, για να μη σκονίζονται. Λίγο αργότερα τελειώνει ο βιασμός κι ο Μογγόλος φεύγει με το άλογό του. Όμως ο χωρικός αρχίζει να γελάει και να πανηγυρίζει. Τη στιγμή εκείνη τον ρωτάει έκπληκτη η γυναίκα του: πως μπορείς να πανηγυρίζεις που με βίασαν, με τόσο κτηνώδη τρόπο! Κι ο χωρικός της λέει: αφού είχα τα δάχτυλά μου ανοιχτά και την παλάμη μου σχεδόν στον αέρα, τα… αρχίδια του γεμίσανε σκόνη!

Τα τρία συνεργαζόμενα κόμματα ενσαρκώνουν επιτυχώς το ρόλο του χωρικού στη σημερινή πολιτική σκηνή. Όταν ο μογγόλος κατακτητής, τουτέστιν οι δανειστές μας, σύμφωνα με την επίσημη προσφιλή ορολογία του πατριώτη Γεωργίου Π. βάζει την κυβέρνηση να προστατεύει τ’αρχίδια τους από τη σκόνη, αυτή, ύστερα από κάθε βιασμό της χωρικής (εργατικής τάξης) πανηγυρίζει γιατί τους κατατρόπωσε αφήνοντας λίγη σκόνη να περάσει μέσα απ’ τα δάχτυλα. Με την αγαστή συνεργασία μιας αριστεράς που πέταξε την πάλη των τάξεων στα σκουπίδια και βαυκαλίζεται με οικολογίες και πέτρες στα καζανάκια, κάνοντας όλες τις πράσινες μούφες ελκυστικές και απαστράπτουσες. Με τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων που δημιουργούν έναν ανύπαρκτο κόσμο καταστρέφοντας τον πραγματικό. Με τους κυβερνητικούς συνδικαλιστές που λειαίνουν τα κωλομέρια τους για τις δερμάτινες καρέκλες του μέλλοντος.

Το παραπάνω πολιτικό ανέκδοτο αποκαλύπτει τις μεγαλειώδεις ανθρώπινες συμπεριφορές. Την εξουσία και τον πλούτο που δεν έχουν ηθικές αναστολές, αλλά δίψα για να ικανοποιήσουν κάθε διαστροφή τους. Τους υπαλλήλους τους -παιδιά του λαού-που με σπουδή την προστατεύουν, αφήνοντας επιμελώς κάθε τόσο την εντύπωση ότι την υποσκάπτουν. Το λαό που αφήνεται στα χέρια του βιαστή του περιμένοντας τον προστάτη να δράσει και να βγάλει τον φίδι απ’ την τρύπα εμποδίζοντας το βιασμό.

Η σημερινή αδίστακτη επιβολή της ακραιφνούς οικονομίας της αγοράς διανοίγεται μέσα από κάποιο τραύμα, φυσικό, πολεμικό, οικονομικό. Είναι η μέθοδος του σοκ. Του βιασμού που αναγκάζει τους ανθρώπους να αποτινάξουν τις παλιές συνήθειές τους ματατρέποντάς τους σε μια ιδεολογική tabula rasa. Σε επιζώντες του ίδιου τού συμβολικού τους θανάτου. Έτοιμους να αποδεχτούν τη νέα τάξη πραγμάτων. Αφημένοι σε κάθε ιδεολογική χημειοθεραπεία με τη συνδρομή μητροπολιτών και νταβατζήδων της ψυχοφελούς και κούφιας ρητορείας περί σωτηρίας της πατρίδας.

Με τους περιφεριακούς του ιδεολογικούς μηχανισμούς το κατεστημένο ποντάρει στο παθολογικό μίσος του μικροαστού για τον κομμουνισμό. Από την πιο ξεφτισμένη περσόνα του δημόσιου βίου μέχρι τις πουτάνες πολυτελείας της σοβαρής δημοσιογραφίας ακούγονται κραυγούλες και ουρλιαχτά, πως οι επαναστάσεις είναι ντεμοντέ κι ο κόσμος δε γυρνά πίσω, την ίδια ώρα που υπερασπίζονται ένα πυρηνικό σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Την ίδια ώρα που αντιμετωπίζουν με τον πιο κτηνώδη τρόπο την εργατική τάξη. Αφήνοντας το μεγάλο πρόβλημα τού νοήματος στη θρησκεία, η οποία επανεφευρίσκει σήμερα το ρόλο της, ανακαλύπτοντας εκ νέου την αποστολή της, ως ο παράγοντας ο οποίος εγγυάται μια ζωή με νόημα σε όσους μετέχουν στην άνευ νοήματος λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής. Την ώρα που οι πολιτικές κουβέντες εξατμίζονται σε καφενόβιες γκρίνιες ανάμεσα στην ποδοσφαιρική πλέμπα και το εμετικό λάιφ στάιλ που λειτουργούν ως παραβάν της εξαθλίωσης ενός κόσμου αφημένου στις καλές προθέσεις του εκάστοτε βιαστή.

Όμως, το μεγάλο αγκάθι που τριβελίζει ντόπιους και ξένους εκμεταλλευτές, το μεγάλο αγκάθι στη σέλα του μογγόλου κατακτητή, θα είναι πάντα ο φόβος μιας νέας εποποιίας αντίστασης, ενός αμιγώς λαϊκού άθλου που συμβαίνει πάντα ερήμην θεσμών και άνωθεν εντολών. Αλώστε οι καπιταλιστές δεν ξεπέρασαν ποτέ την τρομάρα που πήραν όταν είδαν τον κόκκινο στρατό στην καρδιά της Ευρώπης.

Θυσίες και κόλλυβα

Από αρχαιοτάτων χρόνων η Ελλάς έτρεφε ρήτορες και δημαγωγούς. Ξόμπλια του μπαλκονιού και της καφενόβιας κουβέντας. Ο δημαγωγός παρουσιάζει τον εαυτό του τόσο ανόητο όσο είναι οι ακροατές του, ώστε να πιστέψουν ότι είναι τόσο έξυπνοι όσο κι αυτός. Αυτή τη στιγμή η χώρα είναι στραβή κουφή και άλαλη. Απ’ το εικοσιένα και μετά πλειοψηφούν στην κεντρική πολιτική σκηνή κλέφτες ανεπάγγελτοι και παπατζήδες. Από τη μία ο μεσαίος χώρος που χτίστηκε με την κοπριά της αριστεράς στο θερμοκήπιο του συντηρητισμού και της φασιστικής δεξιάς αγκαζέ με τον κούφιο μεγαλοϊδεατισμό, την σάπια ελληνικότητα και την ανέραστη ορθοδοξία κι απ’ την άλλη ο ξένος παράγων που εποπτεύει με τις ντόπιες εφεδρείες του, τους βαπτισθέντες στην κολυμπήθρα της αγοράς.

   Στη θέση της μνήμης το μνημόνιο και ο αντιπρόεδρος που πασαλείβει σβουνιές τον ένδοξο ελληνικό λαό που ξέπεσε στο <<όσα πάνε κι όσα έρθουν>>, κακομοίρης , μαζοχιστής και βολεψίας. Λέξεις, νοήματα, έννοιες έχουν ρευστοποιηθεί βάζοντας στον ντορβά της ενημέρωσης μια κυνική καταστροφολογία που διαχέει την άποψη πως, εάν δεν υπακούσουμε στο ευαγγέλιο της αγοράς και τις κάψες του κεφαλαίου που χρειάζεται εργασιακά ανασφαλή υποκείμενα για να διατηρήσει την κυριαρχία του, θα μας φάει η μαρμάγκα και το μαύρο σκοτάδι.

   Η αποστολή που έχει το σημερινό σκυλολόι είναι η λοβοτομή της μνήμης, η επιβολή της συλλογικής αμνησίας. Παλιάτσοι και σκέλεθρα του κομματικού σωλήνα  μας προτρέπουν να εργαστούμε περισσότερο για την πατρίδα γιατί <<όλοι μαζί προσπαθώντας μπορούμε>>. Όπως τα φάγαμε, αλώστε, όλοι μαζί και τώρα πρέπει να τα γυρίσουμε πίσω. Με ανοησίες του τύπου: ο κλητήρας στην τάδε ΔΟΥ ή η καθαρίστρια στον δείνα οργανισμό   παίρνει διακόσιες χιλιάδες ευρώ το χρόνο, που μόνο ένας ηλίθιος μπορεί να εκστομίσει κι ακόμα ένας πιο ηλίθιος να πιστέψει, προσπαθούν να ξεχαρβαλώσουν την έννοια του δημόσιου αγαθού αλλά και του δημόσιου συλήβδην φτιάχνοντας υβρίδια δημόσιου και ιδιωτικού, όπως επιτάσσουν οι συνθήκες που υπέγραφαν χειροπόδαρα τα μειράκια του λούμπεν αστισμού με τους ευρωπαϊστές του συνασπισμού.

   Από την γραφειοκρατική πατρωνία του παπαντρεϊσμού που συστηματοποίησε οργανωμένα και μαζικά το εξατομικευμένο ρουσφέτι της παρακμασμένης νοικοκυραίικης δεξιάς περάσαμε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών. Φτάσαμε στον μετα-νεωτερικό ηγέτη, μισθοφόρο των αγορών, που καταργεί τη μνήμη και κατά συνέπεια την πολιτική, αφού αυτή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μνήμη.

   Οι σημερινοί τσολιάδες της ανάπτυξης έχουν καρτελάκι στο πέτο που γράφει << έγκυρος συνομιλητής των αγορών>>. Άξια παιδιά, που έπιασαν τόπο τα λεφτά των μπαμπάδων τους και τα ξενύχτια στις κλαδικές και τα σκυλάδικα. Άξια παιδιά διότι από πρασινοφρουροί και κομματόσκυλα μεταμορφωθήκαν εν μια νυκτί σε υπαλλήλους που πειθαρχούν χωρίς δισταγμό γιατί δίνουν εξετάσεις στους αρχιερείς των αγορών που δεν δέχονται δισταγμούς και δεύτερες σκέψεις.

    Άραγε γιατί το τσακάλι της παγκόσμιας τοκογλυφίας διατυμπανίζει πως οι έλληνες κολυμπούν στα σκατά; Μα γιατί η ανάπτυξη που έρχεται είναι τα λύματα της Ευρωπαϊκής χωματερής, τα ραδιενεργά κατάλοιπα της ευρωπαϊκής ανάπτυξης, τα τοξικά απ’ τα γερμανικά σιφώνια, το υγροποιημένο αέριο στον Αστακό, οι πετρέλαιο- εξέδρες στο Ιόνιο, η υπεροπλία των βάσεων. Η Ελλάδα προορίζεται να γίνει ο σκατώνας της Ευρώπης. Κανείς δεν παίρνει χαμπάρι την επερχόμενη καταστροφή που θα είναι η συνέπεια της εθελοδουλίας. Υπουργοί και παρα-υπουργοί, διοικητές, νομάρχες, δεσποτάδες, στρατηγοί, δήμαρχοι και τσόλια του δημόσιου βίου είναι οι δήμιοι των όποιων κατακτήσεων.

   Αν δεχτούμε πως ο περήφανος ελληνικός λαός υπέστη κλύσμα η νεολαία του βρίσκεται σε χειρότερο χαντάκι. Η βλαχιά και η μαλακία των πατεράδων έχει περάσει δραματικά στα τέκνα εγκαθιδρύοντας σε αυτονόητα έλλογο άρα και απαραβίαστο κανόνα της κοινωνικής συμβίωσης το << πόλεμος όλων εναντίον όλων>>. Κυριαρχεί η κλάψα, η ανέξοδη καταγγελία προσώπων και όχι πολιτικών που διαχέονται απ’ τα πρόσωπα στο κοινωνικό σώμα.

   Οι νέες τεχνολογίες και η πράσινη ανάπτυξη είναι το νερό του καματερού για τους φοβισμένους πολίτες που όταν αντιδρούν το κάνουν σπασμωδικά με δήθεν κινήματα των οποίων η απολίτικη ρητορεία του <<δεν πληρώνω>> παίρνει μια χαβαλέδικη και κωμικοτραγική πόζα σε επετειακές εκδηλώσεις χαρίζοντας στην εξουσία επιχειρήματα περί τζαμπατζήδων.

   Το μνημόνιο ήρθε να υπογραμμίσει δραματικά το πλαδάρεμα των νεοελλήνων που απεμπόλησαν το δικαίωμα σε έναν δικαιότερο κόσμο αλλά και την υποχρέωση να παλαίουν γι’ αυτόν συλλογικά. Κανείς δε μιλάει για το δικαίωμα στην εργασία αλλά και την υποχρέωση της πολιτείας να την εξασφαλίσει στα μέλη της. Ο στόχος είναι η μείωση των εξόδων. Δηλαδή νοσοκομεία χωρίς γιατρούς, σχολεία χωρίς δασκάλους, εργαζόμενοι χωρίς ασφάλιση, απόμαχοι χωρίς σύνταξη, νέοι χωρίς δουλειά.

   Η κρίση είναι ευκαιρία μόνο για αυτούς που τη δημιούργησαν και τη διαχειρίζονται. Η δια βίου εξάντληση του ατόμου, το ένστικτο της επιβίωσης που ταυτίζεται πλέον με την αέναη ψυχαναγκαστική συμμετοχή στο ελεύθερο παιγνίο μιας ριζικά ανταγωνιστικής ζωής, αφήνοντας κοινώς τον εργαζόμενο έρμαιο της παντοδυναμίας του εργοδότη.

    Δημιουργώντας μια νέα βιοπολιτική πειθαρχία στην οποία ο μη απασχολήσιμος δεν θα στιγματίζεται μόνο ως άχρηστος αλλά θα αυτοστιγματίζεται, ως ανάξιος να τύχει οποιασδήποτε θεσμικής κατοχύρωσης εκτός ίσως απ΄ την προσωρινή αναβολή του θανάτου του από ασιτία. Όσοι διεκδικούσαν μέχρι πρόσφατα ψιχία αλληλεγγύης δίχως να χάνουν της αξιοπρέπειά τους μετατρέπονται πλέον σε επαίσχυντους επαίτες. Η αποτυχία και η φτώχεια ενεργοποιούν αισθήματα τόσο αιδούς όσο και ενοχής. Το μνημόνιο λοιπόν ήρθε να πετύχει μιαν αποτελεσματική σύνθεση ανάμεσα στις δυο αυτές μορφές κοινωνικού έλεγχου. Ήρθε ως ταφόπλακα στην όποια συλλογικότητα. Το μνημόνιο είναι η θεσμική κατοχύρωση της τοκογλυφίας, η αποδοχή της από τις μάζες και η πολιτική πράξη που σηματοδοτεί την κυριαρχίας της. Ο Ezra Pound  έγραψε:

Κάντο XLV – Με την Τοκοφλυφία (μτφρ: Γιώργος Μπλάνας)

Με την τοκογλυφία,
δεν φτιάχνουν σπίτια οι άνθρωποι γερά:
η κάθε πέτρα λαξεμένη και βαλμένη στη θέση της σωστά
να στρώσει απάνω ο σοβάς, να δέσει
ο σκελετός, να κάτσουν τα στολίδια.

Με την τοκογλυφία
δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι
παράδεισους στις εκκλησίες
μετά βαΐων και κλάδων,
την παναγιά να δέχεται τον άγγελο εξ ουρανών
κι απάνω εκεί στο πρόχειρο μολύβωμα να λάμπει
το φωτοστέφανό της.

Με την τοκογλυφία
δεν αξιώνονται οι άνθρωποι Γκονζάγα,
κληρονόμους, παλλακίδες,
δεν φτιάχνονται οι εικόνες για νʼ αντέξουν
στον χρόνο και να μας αντέξουν
φτιάχνονται για να πουληθούν αμέσως
και πουλιούνται

Με την τοκογλυφία,
κρίμα μεγάλο κι άδικο ενάντια την φύση,
κάτι μπαγιάτικα αποφάγια το ψωμί σου
χάρτινο το ψωμί σου,
χωρίς το στάρι των βουνών και το σκληρό αλεύρι.

Με την τοκογλυφία χοντραίνει η μολυβιά.

Με την τοκογλυφία ξεχαλινώνονται οι γραμμές
κι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τόπο να φωλιάσουν.
Η πέτρα τρώει το λιθοξόο
κι ο αργαλειός τον υφαντή.

Με την τοκογλυφία

δεν φτάνει το μαλλί στην αγορά
και δεν αφήνει κέρδος το κοπάδι με την τοκογλυφία.
Μάστιγα, μάστιγα μεγάλη αυτή η τοκογλυφία
στομώνει τη βελόνα στο χέρι της κυράς
και σταματά το ακούραστο αδράχτι.
Δεν γίνεται Πιέδρο Λομπάρδο
ούτε κρασί με την τοκογλυφία.
Ντούτσιο δεν γίνεται ούτε Πιερ ντελά Φρανσέσκα
και Χουάν Μπελίν και Λα Καλούνια
ζωγραφιστή με την τοκογλυφία.
Αντζέλικο δεν γίνεται, δεν γίνεται Αμπρότζιο Πρέντις,
ούτε εκκλησία πέτρινη,
κι απάνω από την πύλη σμιλεμένο: Αγαπάτε Αλλήλους.

Άγιο Τρόφιμο… όχι, ασφαλώς, με την τοκογλυφία.

Και Άγιο Ιλαρίωνα… όχι, βεβαίως, με την τοκογλυφία.

Σκουριάζει η σμίλη με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η τέχνη κι ο τεχνίτης,
τρώει το νήμα ο αργαλειός,
κανείς δεν ξέρει πια να κάνει τα χρυσοκεντητά ,
έχει λεκέδες το γαλάζιο, σκορπίζεται το κρεμεζί,
Μέμλινκ δεν βρίσκει πια το σμαραγδί.

Έσφαξε η τοκογλυφία μες τη μήτρα το παιδί,
στόμωσε του νέου την ορμή,
την άνοια, την παράλυση έφερε στο κρεβάτι,
πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στη νύφη
και τον γαμπρό της

ΠΑΡΑΦΥΣΗ

Έφεραν πόρνες στην Ελευσίνα,
σερβίρουν πτώματα…
έτσι προστάζει η τοκογλυφία.

Οφθαλμό αντί οφθαλμού

Οφθαλμό αντί οφθαλμού και
μέλι απ’ την κερήθρα του κορμιού.
Όσα μου δίδαξες τα πήρες πίσω
γυναίκα όμορφη που στάθηκες
μια νύχτα γδυτή ανάμεσα σε μένα
και στο τίποτε. Ακλόνητη υπόθεση
μέσ’ το αχανές χαρτοφυλάκιο του
χρόνου. Κι είπες μονάχα, ας ενωθούν
τα στήθη και τα χείλη μας και τ’ άλλα
ας τα καλύψει η σιωπή.