Aγκαλιά

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Έπιασε μπόρα. Ο ψίθυρος της βροχής μας αποκοίμιζε λίγο λίγο. Ένοιωσα μιαν ελαφριά ενόχληση στα έντερα και γύρισα πλευρό. Την είδα τυλιγμένη στην κουβέρτα, σκεπασμένη σχεδόν μέχρι το κεφάλι, κι άκουσα την αναπνοή της καθώς θαλασσοπορούσε μέσ’ τον ύπνο. Για αρκετή ώρα άκουγα τη βροχή να δυναμώνει. Νόμιζες πως το σπίτι βυθιζόταν προοδευτικά στον κατακλυσμό. Κάπου άρχισε να στάζει. Άναψα τη λάμπα για να εντοπίσω το σημείο. Βρήκα έναν τενεκέ και τον τοποθέτησα από κάτω. Γύρισα στο κρεβάτι μου και σκεπάστηκα, ακούγοντας το μεταλλικό θόρυβο του νερού στον άδειο τενεκέ. Μέσα στον ύπνο της με μια μωρουδίστικη σχεδόν ανάσα, η γυναίκα μου, είπε, πως το καλοκαίρι πρέπει να πιάσουμε τα νερά. Ήταν μια δύσκολη βραδιά, μια δύσκολη βδομάδα, μια δύσκολη εποχή, κι εμείς ήμασταν σχεδόν έτοιμοι να επιζήσουμε άλλον έναν χειμώνα.