ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Απρίλιος, 2012

Ο μέσος εκλογεύς

Όταν ο αρχηγός αποδεικνύεται φόλα
κι ο μέσος εκλογεύς με το χρυσό δόντι
-που τώρα χρηματίζει φτωχός-το ρίχνει
στην ηθογραφία και το τσίπουρο
αναπολώντας σήριαλ της μέσης ηλικίας
αφρόντιστος στην ανοιχτωσιά της επαρχίας
με τη συνήθεια να ζορίζει τις χαρές του
θρηνητικά, που όσο νάναι ξετυλίγονται
σε τραγωδίες και βουρκώματα και
σε σιγανή στενοχώρια, πατικωμένη
στης κυράς το σκληρό κέλυφος, που
βάρυνε απ’ τις τόσες βιοτικές ανάγκες
και την ανόρεχτη σπιτίσια συνουσία
στο βάραθρο του υπαρκτού νοικοκυριού.

Ένα μάθημα στην πολιτική οικονομία

Αγρύπνιες από σφαγμένα αηδόνια
μας ροκανίζουν τον ύπνο.
Συνεδριάσεις στα βάθη
κάθε παγωμένης καρδιάς.
Καρδιές ταραγμένες
και καρδιές πουλημένες
και μυαλά εμβρόντητα.
Και χείλη σφραγισμένα.
Σκεπάζω το κεφάλι με παλιές εφημερίδες.
Προφυλάσσω τα μάτια και τα μαλλιά
απ’ τους αεροψεκασμούς.
Απ’ την κόπωση και τις γρίπες.
Απ’ τις ιδέες του στομαχιού
κι απ’ τον ένδοξο κοινωνικό δαρβινισμό
των αγορών.
Τον ανθρώπινο πόνο
που ακούγεται σαν ηχώ σε πηγάδι.
Βλέπω τα χνάρια του ήλιου
και τον Μπεντελγκέζε κοιτώ.
Αφημένος στις ξεφτίλες του ρυθμού
της βιοπάλης που ντοπάρει το συναίσθημα.
Μια διαρκής διάσταση
ανάμεσα στη ζωή και τις ιδέες.
Και δεξιοτεχνία μπόλικη.
Ξεβρασμένη σε τσογλάνικα μυαλά
με γούστο και απόψεις.
Με οριοθέτηση της λαχτάρας και της ανάγκης.
Ξελαμπικάρουν λίγο
τις σκληρές συνθήκες της αγοράς
με το αυθόρμητο.
Το αυθόρμητο και το ανοργάνωτο
του κάθε συμπολίτη που θα υμνηθεί σωστά
και θα λιβανιστεί φιλότιμα.
Οι ιδέες πρέπει να παντρευτούν την πράξη.
Κι η πράξη τα ερωτύλα γραφτά.

Νεκρολογία Μήτσου Νταβά

[από την μονογραφία: ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑΙ]

O Μήτσος Νταβάς είχε σπουδάσει ηλεκτρολογικαί επιστήμαι στο Βερολίνο. Βέρυ τάμπλ τσόγλανος, από παιδίον εξέθρεπτε ιδίοις εξόδοις πνευματικά τέκνα με αποκορύφωμα το σύγγραμμα Ιδέες και τσόκαρα. Ο Μήτσος Νταβάς είχε ξεχαστεί στο φορμαλισμό μιας Αβησσυνίας. Μιας ερήμου πνευματικής όπου δεν υπήρχαν μπιτ θηλυκά παρά γερμαναράδες φιλόσοφοι και σπουδαία λουκάνικα. Αγαπούσε το Μπάχ και δεν έχανε την ευκαιρία να πιάνει φιλίες λέγοντας γνωμικά. Ρέκτης των ιδεών και χαοτικός αναλυτής του πολιτισμικού σοκ που υπέστη ο χωρικός που κατέβηκε για πρώτη φορά στα Κτελ Κηφισού περνώντας σε φάση εξάχνωσης της σεξουαλικής του υποτονίας. Αλλά και βαθύνους στις παλίμψηστες αυξομειώσεις συναισθήματος. Κλασικός διανοούμενος με πλούσιο μεταφραστικό έργο και δημόσιο λόγο. Αγιάτρευτα ελευθερομανής, ανατρεπτικός τόσο ώστε να παίρνει βραβεία από θειάδες ποιήτριες γκόμενες του Παλαμά και του Σικελιανού. Καθ’ όλην τη μεταπολιτευτική περίοδο, γνωστή και ως αρχή της χιλιετίας του ευνουχισμένου ακροατή, υπήρξε πνευματικός ταγός της ελληνομπαρόκ παροικίας της πλατείας Κολωνακίου, της Δεξαμενής αλλά και ακούραστος σύμβουλος του υπουργού πολιτισμικού οργασμού Νερουλάνου. Ο Μήτσος Νταβάς έλαβε μέρος στην εξέγερση του Μάη του 68 φτιάχνοντας φασουλάδα στα υπόγεια της Σορβόννης ταΐζοντας και καρδαμώνοντας τους εξεγερμένους φοιτητές. Λίγο πριν την επάρατο επταετία λειτούργησε αποστακτήρα σε στάνη κοντά στο Λιδορίκι. Τα τελευταία χρόνια έγραφε μυθιστορήματα και κριτικές στην εφημερίδα Τα Νέα. Χρημάτισε επίσης ισόβιος πρόεδρος του εκεβί. Πολυπράγμων και ακαταπόνητος, ο Μήτσος Νταβάς έχασε τη ζωή του από τροχαίο στο Καπανδρίτι όπου θα έδινε διάλεξη για τον ερωτισμό στα χρόνια της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Και το φιλί

Μπορούν πολλοί
να παρομοιώσουν
τα χάδια με ερπετά.
Και το φιλί
που βγάζει ζεστούλα απ’ τα έγκατα
με ρούφηγμα άγαρμπο
που δε συμβολίζει τίποτε
παρά υπονοεί διείσδυση
και χαρχάλισμα πάθους
και μιαν αξία χρήσης του κορμιού
πέρα από βιοτικές ανάγκες
πολιτικές αναταραχές
και φιλόπονες εκμυστηρεύσεις.

Ο σκοπός που δεν έχω

Επιδιώκω να φύγει από πάνω μου
κι αυτό το ποίημα.
Να βρεθώ ενώπιος με το κοινό.
Αυτό το χιλιοστό χάδι να δώσω.
Μετά από σβησίματα και προχειρότητες.
Να φύγει από πάνω μου το κακό.
Να κρυφτώ ξανά στην ασφάλεια
της ιδιωτικής μου αλήθειας.
Ζορίζοντας την κυριολεξία
να χωρέσει στα τέσσερα ντουβάρια.
Το σκοπό που δεν έχω
και τ’ αδιέξοδα που πάνε στράφι στην ποίηση.

Θεομηνίες

Όσες θεομηνίες μας βρήκαν
κι όσες φιληνάδες άξεστα μάς
χαράκωσαν τα χείλη και τις
παραφυάδες γλύκας και λυρισμού
έγιναν στατιστικές διαθέσιμες
στους κοπτήρες διαφημιστών
τάσεων στις μυθιστορίες
οργανωμένων οπαδών
της θεωρίας του χάους
που γράφουν σε μονοτονικό
ρίμες μονότονες με ηθικό
υπόβαθρο της ακεφιάς
τα υποκατάστατα και της
επινοημένης βροχούλας τον ήχο
στους πατρογονικούς τσίγκους.

Ωδή στη νεότητα

Υπάρχουν νέοι που δεν ασχολούνται με ταραχές.
Εργάζονται σε εκλεπτυσμένα κάτεργα.
Βάζουν πλυντήρια, κάνουν λάντζα.
Στήνουν φυτώρια ή περιποιούνται ηλικιωμένους
που τους έφτυσαν τα παιδιά τους.
Υπάρχουν νέοι που λειτουργούν
ως μηχανές ξεσκατίσματος. Νέες
που φυλάνε ορφανά μωρά
γωνιών
που αποδεκάτισε η καριέρα.
Υπάρχουν νέοι που σκοτώνονται με μηχανάκια
πηγαίνοντας πίτσα στον εωσφόρο
ή σε ανάπηρους πολίτες από καθιστική ζωή.
Νέοι που δεν ασχολούνται με την επανάσταση.
Αλλάζουν σεντόνια σε λουτροπόλεις.
Παθαίνουν εγκαύματα από ζεστό νερό
πλένοντας πιάτα σε εστιατόρια.
Νέοι νηφάλιοι και σοβαροί που επιστρέφουν στην εργασία τους
μετά το ρεπό.
Νέοι που θέλουν
μια τηλεόραση
ένα κινητό
ένα στρώμα να ξεραθούν.
Νέοι που έχουν κακοποιηθεί ως παιδιά
από σχολικές παρελάσεις, προσευχές, εκπαίδευση.
Νέοι που τους πηγαίνει αβασάνιστα το σύμπαν σε τεκνοποίηση.
Σε νέα αντίγραφα που δε θα μπορούν να αμυνθούν
στον κατασκευαστή τους.
Νέοι που θα εισβάλουν στα πιο εκλεπτυσμένα κάτεργα
και θα έχουν την ίδια ραγισμένη καρδιά
με τους πρώην νέους γονείς που ξεσκάτιζαν γέρους
έχασαν τα μάτια τους από φυτοφάρμακα
έπεσαν στο βόθρο ή στα καμίνια της Χαλυβουργικής.
Νέοι που θα νοιώθουν την ίδια εγκατάλειψη
σιχτιρίζοντας τους γέρους γονείς
που κάποτε υπήρξαν νέοι και σιχτίριζαν τους δικούς τους
γέρους γονείς που κάποτε υπήρξαν νέοι κι αυτοί.
Το Έτσι τα βρήκαμε διδάσκεται.
Είναι η παράδοση από γενιά σε γενιά.
Ήσυχα καθένας φορτώνεται το αδίκημα της αδιαφορίας.
Στη Μαλαισία στο Μεξικό στην Καλαμάτα στο Κονγκό οι νέοι
δεν ουρλιάζουν παρά δουλεύουν και
ζουν με γραφειοκρατική προσήλωση.
Ω ναι κάποιος πρέπει να κάνει τις σκατοδουλειές
αυτού του κόσμου. Όσο υπάρχουν λεφτά.
Με τα λεφτά μπορείς να βάλεις κάποιον να σου σκουπίζει τον κώλο.
Με τα λεφτά μπορείς να βρεις πολλούς νέους για τον πόλεμο
και το ντελίβερι.
Με τα λεφτά μπορείς να αγοράσεις λίγη ελευθερία.
Υπάρχουν νέοι που αγοράζουν λίγη ελευθερία με τα λεφτά.
Με το χαρτζιλίκι τους.
Υπάρχουν νέοι που δεν ασχολούνται με την εξέγερση.
Κάνουν μεροκάματα. Βάζουν σε τάξη τα βαζάκια με τα νεκρά έμβρυα.
Υπάρχουν νέοι που τους μακελεύει το πεπρωμένο.
Μα το πεπρωμένο φυγήν αδύνατο.
Την ώρα που ακουμπούν το μάγουλο στην κρύα εικόνα
δίνοντας φιλί σπαραχτικό
στη Δέσποινα του ελέους.

Μουσείο πολέμου

Κάπου διάβασα πως
θα πρέπει να τραγουδούν απ’ τα έντερά τους οι ποιητές.
Ή μάλλον μου ήρθε κάτι σαν ιδέα.
Μιαν ενθουσιώδη ακρότητα.
Άλλωστε περνώντας κάποιο βράδυ απ’ το Καλπάκι
ορμώμενος από λογοτεχνικό οίστρο
έχεσα στο χωράφι πίσω απ’ το μουσείο πολέμου.
Θα προτιμούσα βεβαίως να χέσω μέσα στο μουσείο πολέμου.
Αλλά κι αυτό είναι ήδη αρκετό για την αναρχική μου συνείδηση
και την ειρηνόφιλη αδιαφορία μου.
Το τραγούδι των εντέρων καραδοκεί.

Όσο έιναι καιρός

Ο κόσμος εκφωνεί το φόβο του. Οι ατομικές λύσεις είναι η ροπή αδρανείας του φόβου. Έχουν γραφτεί πολλά για τις κολεκτίβες φόβου, τα κανάλια, τις ηθοποιίες που εκφράζουν σωματικά την εξουσία. Τους τσάρους της οικονομίας και τις φατρίες που στήνουν τις κληρώσεις ευημερίας των λαών. Οι αλέγροι συγγραφείς του άστεως, οι κάπου κοντά στα πενήντα που ξεχάστηκαν εις την αγκάλη του Steffen King και του κλιματιζόμενου εφιάλτη κάνουν επέλαση. Η φούσκα, οι νεόπλουτοι, ο Ρουβάς και οι άνωθεν καρντάσηδες είναι οι κακοί. Για τα σκουπίδια που εκδίδουν δε μιλάνε. Για το συστηματάκι που του σαπουνίζουν τ’ αρχίδια, τσιμουδιά. Μαϊντανοί που για να πουλήσουν τη σκατούλα τους γίνονται ζιγκολό των Μουσών και του Μαικήνα που θέλει φρέσκα σάρκα να του δίνει καρπό. Λέξεις όπως εκμετάλλευση, ανασφάλιστη εργασία, απόλυση, ανεργία, μαρασμός, κατάθλιψη, αποφεύγονται. Επιτρέπονται γκρίνιες, θολούρες και ασφαλείς προγνώσεις. Επιτρέπεται η εκσπερμάτωση όταν ακούγεται η λέξη ανάπτυξη, η λέξη κάθαρση και η λέξη Εταιρία. Μεσήλικες τώρα που δε χώνεψαν το ποσοστό δημοσιότητας που τους χάρισε ο χορηγός μεζονέτας και εξοχικού διδάσκουν δημιουργική γραφή υποτέλειας. Διδάσκουν το θεατή να ζει λιτά αφού το έργο του θεού έχουν αναλάβει οι μη κυβερνητικές. Η εταιρική ευθύνη της κινητής τηλεφωνίας. Οι σπόνσορες οραμάτων μέλλοντος που ρίχνουν κορμάκια στο καμίνι της υπεραξίας. Χαρείτε την καταχνιά της εποχής και το καλλιτεχνικό ισοζύγιο μιας θλιβερής ανθρώπινης νύχτας αστέγων έξω απ’ το μέγαρο μουσικής, τη μητρόπολη και την τράπεζα συναλλαγών. Χαρείτε όσο είναι καιρός.

Μεσιτείες

Αντανακλούν οι καιροί αρωματικό πριονίδι σφαγής και πλήθος έτοιμο για όλα. Ένας μηχανισμός αντιφάσεων ξεσπά και κοχλάζει για να μοιάζουν όλα θεόσταλτες συμφορές ή φυσικά φαινόμενα. Στα θερμά λουτρά του πλούτου κάνουν το οργιάκι τους σήμερα οι πεντηκοστιανοί που αγαπούν την πατρίδα και το δείχνουν εμπράκτως. Οι αυτοκράτορες που μαγείρεψαν ψήφους και κοχλάζουν τώρα δουλεία. Ανακτώντας παλαιές αυταπάτες στα μάτια του αγορασμένου λαού που τον ερέθισαν κάποτε οι ζεϊμπέκιες του πουστόμαγκα αυλικού της πόλης κράτους ενός ηγέτη με ακραία λίμπιντο και όνομα βαρύ και θεόσταλτο. Νέοι που γαμούσαν κάποτε στο Μπέρκλεϋ με σπουδές πάνω στην ανθρώπινη δυστυχία είναι στις λίστες υποψήφιων ηγεμόνων. Κι εδώ αρχίζει ο ίλιγγος. Η αβάσταχτη μαλακία για τους κατά φαντασίαν ζωντανούς που ελπίζουν πάντα να τη σκαπουλάρουν. Όσοι είναι περικυκλωμένοι από ζώδια, γραφεία, καριέρες, κυράδες αποτριχωμένες φούλ στ’ απόκρυφα. Λογοπαίγνια και στοργή για το εμπόρευμα. Έρωτας για τη λαμαρίνα και το νίκελ. Η ζωή είναι πλαστική σάρκα ή δερμάτινο κάθισμα και αχλή κάλπικης ευημερίας. Οι καύλες εξόριστες στην ταλαιπωρία και τον ψυχαναγκασμό. Η κάθε αυγή έχει την έκπληξη μιας νέας τραγωδίας. Χνώτο του αυτόχειρα στην οθόνη και δίχως πάθος γύμνια σε τηλεπαιχνίδια και βαλανεία του τζόγου. Φίλαθλοι που στοιβάζονται ως κατασκευαστικά λάθη στην αρένα του εργοδότη που βρήκε χρυσές αλυσίδες. Νέοι γεμάτοι γερατειά και σφρίγος τραμπούκου που ξαφρίζει κονσέρβες γνώσης για το μέλλον, για το δικό του μέλλον και τη δική του αιώνια καλοζωία. Ένας ύμνος στη νεότητα απ’ τον κερδώο Ερμή. Κολακεία εξαγορά, καριέρα. Κέρδος και αίμα. Ουρλιαχτά πλήθους στις κερκίδες, κράχτες που αλέθουν την ψευδή συνείδηση με το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Στήνουν δημόσιους διαλόγους, εικονικούς, πάνελ αμοραλισμού και λαγνείας του ηγεμονικού εγώ. Ο νέος ηγέτης οργανώνει την καταστολή και τη μεταμοντέρνα δυστυχία. Λογαριάζει προθεσμίες και πειραγμένους θεσμούς. Όσο οι μάζες πλησιάζουν τον πλούτο, ο πλούτος χτίζει τείχη. Ο πλούτος φτιάχνει στρατούς από αρθράκια και μονογραφίες. Έχει στρατιώτες έτοιμους να κατέβουνε στον Άδη και τα σύθαμπα. Έχει εφεδρείες κι εγγόνια στα μετόπισθεν με κοφτές μετρημένες απόψεις. Ο πλούτος φοβάται. Είναι χεσμένος. Ο πλούτος τρέφεται απ’ την εξαθλίωση των μαζών. Οι μάζες κρατούν στα χέρια τους την κόσα που θα θερίσει τ’ αρχίδια του εκμεταλλευτή για να τα βρει μιαν αυγούλα η ανασκαφική σκαπάνη του μέλλοντος. Κτερίσματα της πτώσης ενός μακρινού παρελθόντος που είχε στρατηγούς μεσιτείες και στείρο σκοτάδι.

Ημερολόγιο ενός ηδονιστή της υπαίθρου

Ο αγρός είχε αυτό το υπέροχο πράσινο χρώμα της άνοιξης. Ο παπάς καθόταν απέναντί μου σταυροπόδι στα χορτάρια. Ξέρετε πάτερ, του είπα, σκέφτομαι να δημοσιεύσω το πρώτο κεφάλαιο απ’ το Ημερολόγιο ενός ηδονιστή της υπαίθρου. Ω ναι, μου είπε, είναι μια έξοχη ιδέα αλλά δεν ξέρω αν θα σ’ αφήσουν να το δημοσιεύσεις. Δεν είσαι και πολύ αγαπητός σ’ αυτή τη χώρα. Δεν έγραψες τίποτε για τους στρατιώτες που πολεμούν στο μέτωπο, ούτε καν μια τρυφερή κουβέντα για τον αρχηγό του κράτους. Ο πάτερ αργά και τελετουργικά σηκώθηκε από χάμου σκουπίζοντας τα οπίσθιά του απ’ τη γύρη και τα λευκά ανθάκια. Και τώρα θα με συγχωρέσεις, μου είπε, αλλά πρέπει να φύγω, με περιμένει το ποίμνιο. Σηκώθηκα και τον χαιρέτησα εγκάρδια. Εις το επανιδείν του είπα και συγνώμη αν σας έκανα να χάσετε το χρόνο σας, την επόμενη φορά θα έρθω για να εξομολογηθώ. Δεν χρειάζεται, μου απάντησε ο πάτερ, φρόντισε πρώτα να κάνεις κάποια αμαρτία κι ύστερα έλα, μη με κάνεις να χάνω χρόνο δίχως λόγο.

Της υπεραξίας φρουροί

Ωραία, χλωμά παιδάκια, με τη χλομάδα
της ωραιότητας, που θα σας βρει η αυγή
σε κάποιο ψηφοδέλτιο να εκφωνείτε
έμμετρα ένδοξες στύσεις ηρώων, επίμονοι
στα πάνελ, εικονικοί και ορθόδοξοι,
επιλογή των Βένετων που ξάφρισαν
απ’ όλα τα μαντριά κι όλες τις τάξεις
δήμιους αισιόδοξους με γούστο
κράχτες μέλλοντος με λέξεις όλο γδούπο.
Εταιρική ευθύνη κάθαρση συσσίτια αγορές.
Ωραία, χλωμά παιδάκια
που μαθητεύσατε σε φροντιστές ατσίδες
κόλπα μαθαίνοντας, τεχνικές αντιγράφοντας
την αδικία αναπαράγοντας σαν το πλαγκτόν
στου πεινασμένου μπρός τα θολά χνώτα
σκορπήστε της ανάπτυξης τα κομφετί
και την αγνή ματιά του καταδότη.

Τα μάγια

Δεν θα δεχτούμε κάτι λιγότερο
όσοι το παίζουμε ασκητές, αλλά
κατά βάθος μυρίζουμε μασχάλες
εν τω κρημνώδει σπηλαίω του
στοχασμού, αφού μόνο το ποίημα
μπορεί να λύσει τα μάγια, αφού
μόνον αυτό μπορεί να μας σώσει
απ’ τις ευφυΐες και τ’ άλλα
βαρετά πράγματα. Την εκπαίδευση
το μεταξύ σοβαρού και αστείου
σεξ, τις ηλεκτρονικές αρχές, τα
ανθρώπινα δικαιώματα, την
οργανική χημεία του άνθρακα
και το κώνειο που σερβίρουν
κάτι μουνάκια προγραμματισμένα
ντουγρού γι’ αναπαραγωγή
και βίον ανθόσπαρτον.

Του ιδιωτικού οράματος

Παίρνουν συχνά, αυτό
το μεσαιωνικό υφάκι
που αρέσει στις ακαδημίες.
Παροιμιώδης
η σεμνότις στα γραφτά
μα η βωμολόχα έξη
στες συναναστροφές
και στα κουσκούσια
αδυσώπητος.
Λουόμενοι και των τεσσάρων
εποχών, όλο πιπιλίζουν
τη λέξη κοπιράιτ. Τέρπουν
με θυμωμένα βιογραφικά
θηλυκά της φιλολογίας και
γονείς που επένδυσαν σε μάστερ
αντί για πανωσήκωμα κι
αγροτεμάχιο σε πλαγιά.
Γράφουν αγγλοσαξονικά
και στρωτά για να
καυλώσουν όσους ασκούν
κριτική εφημερίδας και
χύνουν με τη λέξη εκμάγευση
πίνοντας βότκα στον Ιανό.
Λυμαίνονται μωρούδες
που ψάχνουν ολίγον οργασμό
από κάποιον που αναγόρευσαν
ποιητή οι κραιπάλες κι
αβγάτισε το μανιερισμό
καταλήγοντας επίτιμος
στην αυλή τόσων και τόσων
που μπήκαν ως λήμματα
στα λεξικά και τις γλάστρες.

«Στις νάρκες του Έβρου, στον πάτο του Αιγαίου χτίζεται η ασφάλεια του κάθε Ευρωπαίου»

Πτώματα τουμπανισμένα στα νερά του Έβρου. Μάνες με ετοιμοθάνατα βρέφη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Νεανικά κορμιά που έχουν εξοριστεί απ’ τους έρωτές τους. Πόνος βουβός. Ένα σκηνικό πένθους περασμένο απ’ το χριστιανικό και φεουδαλικό κόσκινο. Άνθρωποι καταδικασμένοι ερήμην σε μαρασμό.

Άνθρωποι, τους οποίους ο πίθηκος υπουργός και αυλικός των ευρωπαίων ναζί ονομάζει λαθραίους. Κορμιά που η μπουλντόζα της ανάπτυξης τα πέταξε στη γειτονιά μας, αφού δούλεψε η ακαταπόνητη πολεμική μηχανή της Δύσης για να τα οδηγήσει δήθεν στη ελευθερία.

Βεβαίως οι φονιάδες δεν είμαστε εμείς. Είναι πάντα κάποιοι άλλοι. Κάποιοι Αμερικάνοι που βομβαρδίζουν και κατουράνε τους λαούς. Κάποιοι Ισραηλινοί που εξοντώνουν τους Παλαιστίνιους, κάποιοι μισθοφόροι πληρωμένοι φονιάδες. Τα δικά μας παιδιά δεν τα στέλνουμε στους Περσικούς κόλπους και στις κτήσεις. Εμείς είμαστε αθώοι. Κοιτάζουμε τη δουλειά μας και το σπίτι μας. Πηγαίνουμε στην εκκλησία, προσευχόμαστε, δίνουμε το ένα μας ευρώ για τα παιδιά του τρίτου κόσμου.

Δεν πήραμε όμως χαμπάρι πόσοι Χριστοί σταυρώνονται καθημερινά για να φτιάξουν το πλαστικό παιχνίδι του jumbo μ’ ένα ευρώ μεροκάματο. Δεν πήραμε χαμπάρι πως ζούμε είκοσι χρόνια περισσότερο απ’ τους Ινδούς και σαράντα χρόνια περισσότερο απ’ τους Αιθίοπες. Δεν πήραμε χαμπάρι πως τα καραβάνια που καταφτάνουν στη γειτονία μας δεν κάνουν τουρισμό, αλλά ψάχνουν έναν τόπο να ζήσουν αφού στον τόπο τους αφανίστηκαν ολοσχερώς.

Δεν πήραμε χαμπάρι πως οι πολυεθνικές που κατασκευάζουν και πουλάνε τα όπλα, οι ατομικές βόμβες, τα υποβρύχια, τα αεροπλανοφόρα, τα βομβαρδιστικά, τα στέλθ και τα απάτσι είναι αναπόσπαστα κομμάτια ετούτου του πολιτισμού που υπερασπιζόμαστε με την ανοχή μας.

Τοκίζουμε τα λεφτά μας στις μπίζνες αυτών των πολέμων. Μας θρέφει η πείνα των άλλων. Διεκδικούμε την ευημερία που εξοικονομούν για τον καπιταλισμό οι πόλεμοι ετούτων των φονιάδων. Αγανακτούμε για τον πετσοκομμένο μας μισθό κι όχι για τον άθλιο κόσμο που υπηρετούμε. Ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σ’ αυτό τον πλανήτη ζουν μ’ ένα ευρώ την ημέρα για να μπορεί η κυρία Λανγκάρντ να κάνει απολέπιση στο αιδοίο της με βασιλικό πολτό, για να μπορεί ο κύριος Λάτσης να έχει σαράντα σπίτια και δέκα νησιά κι εμείς να γλείφουμε τα ψίχουλα ευημερίας που μας πετάνε για να μας εξαγοράζουν, να μας κλείνουν το στόμα και να δεχόμαστε την παντοδυναμία τους.

Ένας στρατός πουλημένων που γράφουν στις εφημερίδες, που μιλάνε στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις υμνούν την ελευθερία αυτού του συστήματος, τη δημοκρατία και την ελεύθερη επιλογή. Κανείς δεν αντέχει να βλέπει στο υπέροχο νεοκλασικό απέναντι απ’ το σπίτι του βρωμερούς μελαμψούς πακιστανούς. Ο πακιστανός δεν είναι συνάνθρωπος. Είναι λαθραίος. Ένας υπάνθρωπος.

Ο άνθρωπος που συμμετέχει στην καρναβαλική κατάνυξη της μεγάλης εβδομάδος δεν μπορεί να νιώσει τον πόνο του διπλανού του. Την απόλυτη εξαθλίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Να του δώσει λίγο απ’ τη στέγη του και τροφή απ’ την τροφή του. Το αγαπάτε αλλήλους είναι για τα κατηχητικά και τις ακαδημίες θεολογίας. Ο τύραννος είναι και σπόνσορας των τεχνών και χαμαιλέοντας των καλών πράξεων. Ο τύραννος όμως είναι τύραννος πάντα με τη βοήθειά μας.

Εμείς είμαστε υπεύθυνοι για το μέλλον αυτού του κόσμου και δεν είμαστε λιγότερο φονιάδες απ’ τους μακελάρηδες Ισραηλινούς, απ’ τους Αμερικάνους, απ’ τους Χρυσαυγίτες που κρύβουμε μέσα μας. Αν κάποιο κάθαρμα μας υποσχεθεί αύριο πεντακόσια ευρώ παραπάνω θα πάψουμε να είμαστε αγανακτισμένοι και θα είναι όλα ωραία και καλά όπως πριν.

Αν αύριο ξαναβγούμε στις αγορές θα ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα με μπόλικα κινητά και συσκευές και χαβιάρι απ’ το Μαρινόπουλο. Τα παχύσαρκα παιδιά της Δύσης θα έχουν νικήσει για πάντα στην τραμπάλα τα λιποβαρή παιδιά της Αφρικής και της Ασίας.

Θα ξεχάσουμε την κακιά Μέρκελ και τον σάτυρο Στρος Καν, τις σταυροφορίες, την ιερά εξέταση, τους ναζί. Ως ανεξάρτητοι έλληνες που μας νοιάζει η Ελλάδα μας, τα ιερά και τα όσια κι ο ένδοξος ελληνοχριστιανικός μας πολιτισμός θα κλείσουμε τους λαθραίους ανθρώπους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μεθοδικά θα τους εκτελέσουμε, θα τους κάψουμε, θα τους αφανίσουμε αφού αυτοί θα είναι το μοναδικό αγκάθι που απειλεί την ευημερία μας και τις αιματόβρεχτες εκδρομές μας στο χωριό.

Μπορούμε το Άγιον Πάσχα αντί για αρνιά να σφάξουμε και να σουβλίσουμε ανθρώπους. Η ανθρωποφαγία δεν είναι αμαρτία. Δεύτε λάβετε ανθρώπινο κρέας. «Στις νάρκες του Έβρου, στον πάτο του Αιγαίου χτίζεται η ασφάλεια του κάθε Ευρωπαίου».

Προφητεία

Θα υποστείς ακόμη μπόλικα ηλεκτροσόκ
μνημονίων και θα κερνάς έως θανάτου
περαστικούς πολιτευτές απ’ τα χείλη της
κυράς σου. Εκεί, παρόντες εν τη οθόνη
οι τροχιστές του πικραμένου σου λοβού.
Οι έπαρχοι των πραιτορίων, με οργάνωση
καταστολή και βαθειά συλλογικό νου.
Ο στρατηγός διαφημιστής για τις αλλόφρονες
μάζες. Μωλωπισμένε καλοφαγά, πολίτη
που βάρυνες και χάιδεψες κάποτε Σλάβα
λιγνή του Βορρά, αφήνοντας της γύμνιας της
τον αχνό στου γιοταχί σου το καθρεφτάκι
βέβαιος για την ορθοδοξία και την ελεύθερη
αγορά, η δευτέρα παρουσία δεν είναι μακριά.

Ενός λεπτού σιγή

Των γεγονότων αναπνέω τον αέρα.
Τα πεπρωμένα επιμελούμαι αλλονών.
Μια φάρσα-εν θερμώ- η ιστορία.
Έντρομες θηλές και ηθική
από κολάζ και θραύσματα.
Ήχος ψηφιακός
η μητρική μου γλώσσα.
Μορφή, περιεχόμενο
στα πρωινά μου ούρα.
Το στυλ, το χιούμορ
ρεζέρβες μιας ζωής
κλαταρισμένης.
Να ζει κανείς ή να μη ζει!
Να γράφει ή να μη γράφει!
Τα σμιλεμένα τα βυζιά
καθώς αργοσαλεύουν.
Τα χείλη, τα ορφανά από φιλί.
Απαγγελίες, ίχνη, βιοπάλη.
Ενός λεπτού σιγή
για το θανόντα εραστή.
Όλα φετίχ και συντριβή.
Αλλεργικός από τη σκόνη των βιβλίων.
Ασφαλισμένος μεσ’ του πόθου τη φαγούρα.
Γράφω για τα φαινόμενα
και τα γυμνά κορίτσια.
Το θάνατο, τον Άδη, τα καπρίτσια.
Μούσες για να μη νιώθεται η ανία
σε σας προστρέχω
ιερά γαμήσια
απ’ την κορφή ως τα νύχια.
Μύχιες σκέψεις.
Σας δίνω εδώ τις περιλήψεις.
Ας είν’ ευλογημένες οι εκκρίσεις.
Κι ο λάκκος που καραδοκεί.

Δίστιχα

Τόση στοργή και τόση αγάπη, οι παπάδες
για τους Αθλίους ετοιμάζουν φασουλάδες.

Αυτοί προσεύχονται ολημερίς στα θεία
τραβώντας στη μεταλαβιά μια μαλακία.

Βεβαίως είν’ ο πλούτος ανώτερη αξία
γι’ αυτό γύφτος περνιέσαι αν δεν έχεις εταιρία.

Και δεν αξίζει η ζωή σου αν δεν την πουλήσεις
θέλει φράγκα για να φας και να γαμήσεις.

Των εθνικών των επετείων ένδοξες οι μέρες
κάτω από ράσα και κουστούμια οι ζαρτιέρες.

Περνούν παιδάκια θύματα της σχολικής της ύλης
στρατιωτάκια τρυφερά για το βωμό της στήλης

εκεί, που θα γραφτούν τα ονόματα ηρωικών θανάτων
αγνής υπεραξίας και λοιπών μικρών θαυμάτων.

Την ώρα που θα παίρνουν το θεό στο κινητό
για να ρωτήσουν πότε θα ’ρθουν σε οργασμό

κι αυτός σαν μια ξανθιά περσόνα της τι βι
θα απαντά μειλίχια σαν το σοφό Ραβί.

Να ζείτε ταπεινά και τους πλουσίους αδερφούς να μη φθονείτε
δεν σας συμφέρει τέκνα μου, να ελευθερωθείτε.

Υπερμάχω

Γλώσσες βροχούλες ξέχωναν θηλές.
Ρουθούνια ερπετά, πάλευαν
να χωθούν μέσα στις τρύπες.
Λόγω που μου δινότανε
ο ακάλυπτος μηρός.
Λόγω που τόσα Υπερμάχω
φόρεσες κατάσαρκα.
Οσία Αικατερίνη εσύ,
μεγαλομάρτυς μου ο φαλλός
ο πολιούχος.

Ένας φαρσέρ

Τι υπήρξα αλήθεια!
Ένας φαρσέρ σε παρθεναγωγείο.
Βοσκημάτων παντοίων αμνός.
Τρυγητής βυζιών σιτοφόρων.
Γητευτής παμφόρων αιδοίων
και παραδείσων ποικίλων
γυναικείας σαρκός.
Τι υπήρξα αλήθεια!
Σκιαγμένος, μηδέν
σχεδόν αλητήριος.
Ενέχυρο της ηδονής και του ζόφου.
Από καταβολής κόσμου.
Από καταβολής σπαραγμού.

Στο καμίνι σου

Τρέμω και πάλι στο καμίνι σου
πομφόλυγα ποίηση, που σε
ξεφουρνίζουν οι αργόσχολοι
όλο ωραιοπάθειες τσίφτικες
δίχως ψίχα γραφτά, μουσίτσα
παρδαλή εξουσία, στιχάκια λιλιά.
Τόσες υποταγές πριν τα βαθειά
γεράματα και τόσες φωσφορίζουσες
γυμνές μεσ’ το πηχτό σκοτάδι
δίχως φωνή και δίχως χάδι.
Ω! χνώτο ζοφερό στο καθρεφτάκι
κανένα ποίημα ευτυχώς δεν πάει στράφι!

Προεκλογικό ρέκβιεμ για τη μεσαία τάξη

Ο εξαθλιωμένος προλετάριος, στο σύγχρονο κόσμο, βρίσκει μια θέση κάτω απ’ τη φτερούγα της θρησκείας κι ένα πιάτο φαί απ’ τις ελεημοσύνες. Κατά μια έννοια είναι ελεύθερος γιατί δεν έχει να φοβηθεί τίποτε αφού είναι ήδη εξαθλιωμένος. Αν δεχτούμε όμως, πως ελευθερία είναι να κάνουμε ηθικές επιλογές χωρίς κάποιον εξαναγκασμό και να ζούμε την ιδιωτική μας ζωή ελεύθεροι μέσα στα όρια που επιβάλλονται απ’ τα δικαιώματα των άλλων θα δούμε πως αυτές οι ηθικές επιλογές είναι κατευθυνόμενες απ’ τις μεγάλες επιχειρήσεις. Από ιδιώτες δηλαδή που διαχειρίζονται τις πληροφορίες. Μιαν απρόσωπη εξουσία φαίνεται πως ίπταται πάνω απ’ τις ζωές μας. Στην πραγματικότητα όμως είναι ο ιδιωτικός τομέας αυτός που ελέγχει τις ανάγκες, τη μόδα, το έγκλημα ή τις ορμές. Ο φορέας δηλαδή της υπεραξίας. Ο διαχειριστής του χρήματος αλλά κι ο αρχιερέας της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης. Ο προαγωγός των ανθρώπων και των λαών. Ο μεταμορφωτής όλων των ανθρώπινων και φυσικών ιδιοτήτων στα αντίθετά τους. Το καπιταλιστικό κράτος είναι ιδιοκτησία των μεγάλων επιχειρήσεων, δια μέσω του οποίου εισπράττουν παράλογους κεφαλικούς φόρους και χαράτσια απ’ τις κατώτερες τάξεις. Η εφορία για να ελέγξει τη φοροδιαφυγή ελέγχει την ιδιωτική ζωή. Ενδιαφέρεται δηλαδή να μάθει εάν ο πολίτης ζει αμαρτωλά ή όχι. Βεβαίως δεν είναι η αμαρτία αυτό που μετρά, αλλά ο πολίτης νιώθει ότι η ιδιωτική του ζωή απειλείται χωρίς να μπορεί να παραπονεθεί για ολοκληρωτική βαναυσότητα. Κάποιος μας υποβάλει στην ταπείνωση της σωματικής έρευνας στο αεροδρόμιο αφού θεωρούμαστε εν δυνάμει τρομοκράτες ή μας υποβάλει σε προσβλητικές ερωτήσεις αφού μας θεωρεί εν δυνάμει εμπόρους ναρκωτικών. Φυσικά το αν θα υπάρχουν τρομοκράτες ή ναρκωτικά δεν είναι θέμα έλεγχου αλλά θέμα κοινωνικής οργάνωσης. Οι μεγάλες επιχειρήσεις στηρίζουν την παντοδυναμία τους στο γενιτσαρισμό της μεσαίας τάξης. Η μεσαία τάξη ζει μιαν ανιαρή ζωή κάνοντας συνήθως μιαν ανιαρή δουλειά, απολαμβάνοντας το ίδιο ανιαρά την ηδονή. Παρότι φαινομενικά ελεύθερη αφού μπορεί λόγου χάρη να διαβάσει Σαίξπηρ, ν’ ακούσει Σοστακόβιτς ή να κατανοήσει τους νόμους του Κέπλερ, αυτή διαβάζει Εσπρέσο, ακούει Καρά ή δακρύζει με τούρκικες σαπουνόπερες. Η μεσαία τάξη είναι αδρανής και αμετάβλητη, ικανοποιημένη με τη φτηνή πατάτα, την δικτυακή πορνογραφία και τις λοταρίες του κράτους. Η μεσαία τάξη παρ’ όλα αυτά πιπιλίζει τη λέξη δημοκρατία, έχει φοβικά σύνδρομα και κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό, φοβούμενη μην έρθει ο κομουνισμός. Η μεσαία τάξη αγανακτεί δεν εξεγείρεται. Ελπίζει πάντα μ’ έναν μεταφυσικό τρόπο πως θα καλυτερέψουν τα πράγματα. Η μεσαία τάξη έχει ταυτιστεί με το προϊόν που καταναλώνει. Οι νέοι της μεσαίας τάξης έχουν μειωμένη την ικανότητα να σκέπτονται με ειρμό, να χρησιμοποιούν τις λέξεις έλλογα και να εκμεταλλεύονται τον πλούτο της γλώσσας. Απ’ την άλλη έχουν μιαν αυνανιστική εξάρτηση απ’ την τεχνολογία και διαβιούν ως θύματα μιας μυστικής λογοκρισίας που θεωρεί τον Δαρβίνο ή το Βολταίρο ανατρεπτικούς επιτρέποντας μόνο κινηματογραφικά έργα και βιντεάκια εμετικής βίας και καρναβαλικής σεξιστικής σάτιρας. Ο μεσαίος είναι τυλιγμένος με τη σημαία της χώρας του σαν φασκιωμένο βρέφος που το νανουρίζει ο μεγαλοϊδεατισμός του αστού. Ο μεσαίος μιλά για λαθρομετανάστες κι όχι για ανθρώπινες υπάρξεις. Αυτό που τον νοιάζει είναι αν θα χέσουν στην πόρτα του ή αν θα του κλέψουν ένα καρβέλι ψωμί. Ο μεσαίος είναι το ιερό πτολίεθρο του σύγχρονου καθεστώτος. Ετεροπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα σ’ ένα ρευστό σύστημα που σήμερα τον θέλει γλείφτη στου Ισραήλ και αύριο σύμμαχο του Ιράν. Ο μεσαίος ζει τις μεγάλες αφηγήσεις από τηλεοράσεως ως φίλαθλος ή ως πανηγυριστής μιας αλλότριας κουλτούρας φορώντας ένα ξένο δανεικό ρούχο. Η μεσαία τάξη δεν βλέπει, δεν ξέρει, δεν ακούει. Κοιτά τη δουλειά της. Ζει την ιστορία χωρίς αυτήν. Η μεσαία τάξη δολοπλοκεί εναντίον της μεσαίας τάξης. Μεθοδικά τρώει τις σάρκες της και αφομοιώνει τις φλυαρίες της άρχουσας τάξης. Θαυμάζει τις νεορθόδοξες πιρουέτες του κυρίου Γιανναρά ή τις κρυπτοχουντικές μισάνθρωπες σκατούλες του κυρίου Ράμφου. Ο μεσαίος είναι η λεγόμενη κοινή γνώμη που εμφανίζεται στα ρεπορτάζ -γκρινιάζοντας- ως το άλλοθι της δημοκρατικής νομιμότητας και του πλουραλισμού. Ο μεσαίος λοιδορεί τους ναυτεργάτες που κλείνουν τα λιμάνια, τους αγρότες που κλείνουν τους δρόμους και πάει λέγοντας. Ο μεσαίος δεν έχει ταξική συνείδηση, είναι μονάχα ο περήφανος έλληνας. Η μεταφυσική βάση του πολιτικού του πιστεύω διατυπώνεται ευθαρσώς απ’ τον Καψή και την Έλλη Στάη. Η έκφραση σοσιαλιστικό κίνημα έχει ξεπέσει στη χλευαστική διαστροφή του. Το κέντρο, ο κατεξοχήν πολιτικός χώρος του μεσαίου είναι πάντοτε έτοιμο να προσφέρει μια νέα εκδοχή της ιστορίας για να υπηρετηθεί, καλύτερα ίσως, το παρόν απ’ το παρελθόν. Οτιδήποτε είναι αληθινό για το παρόν είναι αιώνια αλήθεια, και, το παρελθόν πρέπει να διασκευασθεί, ώστε οι παλαιές διαδικασίες να ταιριάξουν στα σημερινά γεγονότα. Η μεσαία απατημένη τάξη, σε καιρούς φυματίωσης του συστήματος, απ’ το κέντρο ξεπέφτει στη χαβούζα της ακροδεξιάς πολεμώντας ακόμα πιο λυσσασμένα τους κομουνιστές. Η μεσαία τάξη πίστεψε κάποια στιγμή πως μπορεί να γίνει άρχουσα και κολακεύτηκε όταν ο μηδαμινός Σημίτης της πέταξε στα μούτρα το ευρώ αφού πρώτα την πέρασε απ’ το μπιντέ του χρηματιστηρίου. Μόνο που όπως αποδείχθηκε γι’ αυτήν, ο μπιντές δεν ανάβλυζε ζεστό ιαματικό νεράκι αλλά ρετσινόλαδο.

2076 μ.χ

Το δίσεκτον έτος όπου η χώρα προχώρησε στα φλιτζάνια και τες προφητείες κι άκουσε τα εξ’ αμάξης απ’ τους γιουρογκρούπιζ σοφούς, που έχουν μανία με την ευσχημοσύνη και τα παρτσακλά σχέδια, επετράπη η μπομπότα και ο ζόφος, θεσμοθετήθη η αυτοχειρία και επετράπη ξανά το όνομα Χαρίκλεια-εκ του χάρου-που ήταν χρόνια απαγορευμένο. Χορτασμένοι με μπόλικο έρωτα μεταπολίτευσης οι κάτοικοι της χώρας άρχισαν να διηγούνται παλαιές ιστορίες με κότες και συνεταιρισμούς που είχαν ακούσει από γονιούς και παραμυθάδες. Επροτάθη μάλιστα να σφαγιαστούν οι μεσάζοντες και να ριχτούν σε λάκκο με χημικά. Ο κόσμος έτρεχε στις παρυφές της πόλεως και στις Τρείς Γέφυρες κοντά σε χωράφια για να πάρει πατάτα Νευροκοπίου και ζόχια Δομοκού. Εκφράσεις από παλαιά ποιήματα βγήκαν στην επιφάνεια και κάποιοι είπαν στ’ αρχίδια μας δε θέλουμε ηλεκτρικό, έχουμε και το σπαρματσέτο. Σταμάτησαν μάλιστα κι οι ανασκαφές αφού συμφωνήθηκε ελλείψει χρημάτων να μην ξανασχοληθούμε με το παρελθόν. Οι επεμβάσεις σιλικόνης στο στήθος μεταφέρθησαν σε πλησίστιες Βαλκανικές χώρες όπου το βάμμα ιωδίου και τα υγρά φρένων ήσαν φτηνά. Σχολεία συγχωνεύτηκαν και νέα βιβλία μαγειρικής βγήκαν στην αγορά. Ο οργανισμός Λαμπράκη μετά από πρόταση του Γιώργου Βέλτσου αποφάσισε να κάνει περιτομή στο προσωπικό του για να κλείσει πιο εύκολα δουλειές με το Ισραήλ. Η Νάντια Μπουλέ επήγε ως εθελόντρια στη Νετ προλογίζοντας το Αντρέι Ρουμπλιόφ και η Βάνα Μπάρμπα ξαναγύρισε το mediteraneo σε μια πιο πολιτική εκδοχή με γριές. Αυτή την μακρινή εποχή έγινε η ανασυγκρότησις της χώρας. Νέες λέξεις κατεχωρήθησαν στο λεξικό Μπαρμπινιώτη και επιτέλους έπεσε δραματικά το εργασιακό κόστος. Η χώρα ξαναπήρε τ’ απάνω της, βγήκε στις αγορές και στα σκλαβοπάζαρα. Οι πολίτες σήμερα καταναλώνουν φτηνή πατάτα, ζαρζαβατικά και καμπρολάχανο. Κυκλοφορούν με μάσκες τελευταίας γενιάς αφού η χώρα έγινε ένα τεράστιο εργοτάξιο παραγωγής ενέργειας. Φυσικό αέριο, πετρέλαιο, πετροχημικά. Κάθε σπιθαμή γης δίδει εις την ανθρωπότητα ενέργεια. Η χώρα που ήτο κατάπτυστη στα μάτια ευρωπαίων και μη, σήμερα τροφοδοτεί με ενέργεια ολόκληρο τον πλανήτη. Η πολυπόθητη ανάπτυξη έγινε κανών, ο δημόσιος τομέας καταργήθηκε και τα πανεπιστήμια εγίναν Χάρβαρντ και Μπέρκλει. Τους ζητιάνους και τους λαθρομετανάστες τους βρίσκεις πλέον ως κέρινα ομοιώματα στο μουσείο Βρέλλη. Οι θυσίες και οι εκκαθαρίσεις πιάσανε τόπο. Οι κυβερνώντες τού τότε και ο Νταλάρας γιορτάζονται και τιμούνται ως αντιστασιακοί. Άνθρωποι που κυνηγήθηκαν και χλευάσθησαν απ’ το πλήθος και τον όχλο αποκατεστάθησαν. Η χώρα γέμισε προτομές και μετονομάσθη σε Athens ανακηρύσσοντας την athens voice σε επίσημο και μοναδικό έντυπο της χώρας με περήφανο χορηγό την αμερικάνικη πρεσβεία. Το έντυπο που καταβαράθρωσε τον κομουνισμόν και το γερούνδιο απ’ τη λογοτεχνία. Οι συντάκτες του θεωρούνται ήρωες φεντεραλιστές και τιμούνται παντοιοτρόπως στα γιουροφερνάλια που γιορτάζονται παγκοσμίως την εικοστή πρώτη Μαρτίου μαζί με την ημέρα ποίησης, μπριζόλας, ύπνου και πεολειχίας.

Πρόβατα

Δοξασμένος ο ερχόμενος τοκογλύφος
πρόβατα εσείς που γουργουρίζει
η κοιλιά σας για επιδόματα και ήσυχη
τακτοποιημένη ζωή. Τώρα
σας σκέφτομαι απ’ το ισόγειο σπίτι μου
να εμπιστεύεστε τη ζωή σας στους λύκους.
Πρόβατα, εσείς οφθαλμό αντί οφθαλμού μα
οι λύκοι αδελφοσύνη. Πρόβατα εσείς που
απονέμετε παράσημα στους δολοφόνους
και ρίχνεστε στο τεμπέλικο κρεβάτι της υποταγής
φτάνουν στις πόρτες σας δυστυχίες απ’ τα
μονοπάτια της νύχτας, μορφές που ματώνουν
στις χρυσές πεδιάδες και στα μαύρα δάση.
Βρέφη που πιπιλίζουν το πετρωμένο βυζί
της ελεημοσύνης. Πρόβατα εσείς που ζητάτε
απ’ το τσακάλι ν’ αλλάξει δέρμα. Κύπτουσες
υπάρξεις μπροστά στο αιμάτινο φιλοδώρημα.
Πρόβατα εσείς που χάνεται τον ύπνο σας
ξεφυλλίζοντας το ρομάντζο της μεγάλης σφαγής.

Βυζί

Περιμένω και δεν περιμένω κάτι
από τούτο τον κόσμο.
Δοκιμάζω τη μύτη του μολυβιού στο δάχτυλο.
Το ακονίζω για να χαράξω τη λέξη βυζί.
Ότι συμβεί θα συμβεί εν τη απουσία μου.
Ο αυτοκράτορας θα εξαπολύσει αιματοχυσία.
Ο σημαίνον στρατηγός θα πυρπολήσει γυναικόπαιδα.
Ο στρατιώτης θα πυροβολήσει εξ’ επαφής
κάποιον που δοκιμάζει τη μύτη του μολυβιού
στο δάχτυλο κι ετοιμάζεται να χαράξει τη λέξη βυζί.
Κάποιον που περιμένει και δεν περιμένει
κάτι από τούτο τον κόσμο.

Ειδήσεις

Κάθεται στη σιωπή. Κοιτά τα ράφια απέναντι στον τοίχο. Το μπράτσο που κρατά μια ορθογώνια φωσφορίζουσα φέτα. Οι ειδήσεις σκέφτεται δεν έχουν καμία σημασία. Τα νέα διαβάζονται για να λησμονηθούν. Οι εικόνες για να ξεχαστούν. Τις μακρινές ειδήσεις, έναν εκτροχιασμό τρένου στη Βομβάη, μια γάτα που παγιδεύτηκε στο φωταγωγό, ένα βιασμό στο Σουδάν, μια ληστεία στο Μοντεβιδέο, διαβάζονται για να λησμονηθούν, να ξεχαστούν, να πεταχτούν στα σκουπίδια, αφού λίγα λεπτά αργότερα άλλες ασημαντότητες θα τις σβήσουν. Κάθεται στη σιωπή. Κοιτά τις φωτογραφίες στον τοίχο. Σκέφτεται πως αυτές οι φωτογραφίες είναι πιο αληθινές απ’ τα πράγματα που αντιπροσωπεύουν. Αυτές είναι ζωντανές, μα τα πρόσωπα που παριστάνουν πεθαμένα. Ο κόσμος είναι μια αέναη διαδικασία ολέθρων και καταστροφών. Ρουθούνια που οσμίζονται το θάνατο. Ακροβάτες που αιωρούνται πάνω από στεγνά λαρύγγια. Νεκροτομεία, νύχτες, αξιωματούχοι. Στον ύπνο της παρελαύνουν όλοι οι προσήκοντες όλεθροι. Ένα κουβάρι από φράσεις χωρίς σημεία στίξης. Μια πανωλεθρία από εικόνες. Μια αρμαθιά από αβύσσους. Ένα διαβρωμένο κορμί απ’ την παλίρροια και την άμπωτη της μνήμης. Λάσπη και σκοτάδια. Στον ύπνο της θα βρεθεί μισοπεθαμένη στις ράγες ενός τρένου που εκτροχιάστηκε στη Βομβάη. Στον ύπνο της θα είναι μιαν απαρηγόρητη γριά που βλέπει τη γάτα της παγιδευμένη στο φωταγωγό. Στον ύπνο της θα είναι παιδούλα απ’ το Σουδάν στα χέρια του βιαστή της ν’ αλυχτά σα δαρμένο σκυλί. Στον ύπνο της θα ψυχορραγήσει, πυροβολημένος ληστής στο Μοντεβιδέο.

Ψαλμός

Τσούπες που εβγήκατε για λιτάνευση
και το κεράκι βαστάτε της συνευρέσεως
κατ’ εξακολούθηση επωάζοντας φλογίτσες
μεσ’ τις χούφτες σας. Ευθυτενώς κι αλάργα.
Λαίλαπες που το νιογέννητο βυζάκι σας
έξω απ’ τις ράγες του σουτιέν άσπρο και γοερό
εκκολάπτει ρητορείες, μεταφορές αρσενικών
που όλο μηχανεύονται ωθήσεις, εσπερινό
χνουδάκι γάργαρο που χύνεται απ’ τον αφαλό
μεσ’ τα αγγεία των μυστηρίων, πλασμένα
για να ξεδιψούν το αλαφιασμένο σύμπαν.
Τη λύσσα μας που όταν ξεσπά γίνεται πόλεμος.
Σώμα με σώμα ο πιο εύχυμος ηχηστής της
υπάρξεως. Ω ύλη στριγκλιά στο απέραντο τίποτε!
Επιρρεπής η σάρκα μου στις Σκύλες και τις Χάρυβδες.
Ω έβδομη μέρα της δημιουργίας!
Αιώνια ανέσπερη μέρα του θεού φαλλού!