Ο καλόγερος και ο γενετιστής

     

        Ένας άθεος παρακολούθησε τη συζήτηση μεταξύ ενός καλόγερου κι ενός γενετιστή. Ο καλόγερος και ο γενετιστής είχαν αναπτύξει μια σχετικά ειλικρινή σχέση. Ο γενετιστής ζήτησε τη συμβουλή του καλόγερου για ένα καθαρά προσωπικό ζήτημα.

     «Γέροντα με κάλεσαν στην Ελβετία να πάρω μέρος σ’ ένα πείραμα για την απόδειξη της ύπαρξης ή της μη ύπαρξης του θεού και σκέφτομαι αν θα πρέπει να πάω», είπε ο γενετιστής στον καλόγερο.

    «Φυσικά και θα πρέπει να πας», αντέτεινε ο καλόγερος.

    «Μα Γέροντα υπάρχει πιθανότητα να αποδείξω πως δεν υπάρχει θεός», είπε ο γενετιστής.

    «Ο θεός φίλε μου δεν έχει τίποτε να φοβηθεί. Ο θεός είναι η αλήθεια. Αν αποδείξεις πως δεν υπάρχει θα έχεις φτάσει στην αλήθεια. Αν αποδείξεις ότι υπάρχει τόσο το καλύτερο γι’ αυτόν», απάντησε ο καλόγερος.

      Ο άθεος που βρισκόταν συχνά στη δεινή θέση να αντικρούει τα παράλογα επιχειρήματα ενός θρησκόληπτου ή ενός φανατικού πιστού σκέφτηκε πως η σοφία τού καλόγερου δεν είναι ούτε ανώτερη ούτε αληθέστερη της δικής του αλλά απ’ ότι φαίνεται διαθέτει έναν πιο εντυπωσιακό τρόπο να τη μεταδίδει.

Πατριώτες όλων των κορμιών, ενωθείτε!

Πατριώτες όλων των κορμιών, ενωθείτε!
να κατεβείτε ζωντανοί στον Άδη. Να
βρείτε χάδια νεκρά που έστησαν κάποτε
έρωτες, σπιτικά και λαχτάρες. Να βρείτε
τη λύσσα του πεθαμένου που έγραψε
άσκοπα ποιήματα για το γλυφό καθρεφτάκι
και τους βυθούς κάποιας εύθραυστης
κυράς που τη βρήκαν τα λόγια της αγάπης
στο δοξαπατρί κι η θηλιά της γύμνιας
στον τρυφερό λαιμό. Πατριώτες όλων
των κορμιών που σαλέψατε πάνω
από χείλη υγρά, κήρυκες μιας πατρίδας
γυμνής που έχει εξουσία μέσ’ το πηχτό
σκοτάδι καταπραΰνοντας τον Κέρβερο
με το πρώτο φως της αυγής.
Λέξεις που άφησ’ ο ήλιος μέσ’ το μέλι.
Κόρφος κλαδευτήρι και βυζιά μυλόπετρες.

Εγκώμιον γυμνισμού

στο Βασίλη Νόττα

Ο γυμνισμός του περασμένου αιώνα υπήρξε ως ειρωνεία θανάτου. Δίπλα σε συμβατικούς πολέμους και αρχαιότητες. Ανοργάνωτος στα περίχωρα κάποιου χωριού. Απότοκος της ιδιοτροπίας ενός μηχανοκίνητου τρισκατάρατου κόσμου που φόρεσε φίμωτρο στις γενετήσιες ορμές. Ο κυνισμός του υπήρξε νηπιωδώς τρυφερός και η γλυκιά του αύρα εξόχως υπονομευτική. Ο γυμνισμός προσέδωσε μιαν ενδιαφέρουσα φόρμα βασισμένη στην αντίθεση ευχαρίστησης-καθημερινότητας. Είδε τα πρόσωπα ως κωμικοτραγικές φιγούρες που προσπαθούν ν’ αποφύγουν τον ανεόρταστο βίο. Γι’ αυτό άλλωστε λειτούργησε ως κίνημα της βιαίως εξορισμένης γύμνιας. Κίνημα μιας άτολμης οργανωμένης κοινωνίας θεμελιωμένης στην εκμετάλλευση και τους στρατηγούς, τους μεσσίες και το συρματόπλεχτο φράχτη των απαγορεύσεων. Ο γυμνισμός ήρθε να υπογραμμίσει σκωπτικά την ανθρώπινη καταγωγή και την ελεύθερη βούληση που περιόρισε οριστικά και αμετάκλητα ο πολιτισμός του διαφημιστή και του προϊόντος. Ο γυμνισμός ως φυσική κατάσταση ξεσκέπασε τη γελοιότητα ενός καρναβαλικού δρωμένου που ελέγετο κοινωνικότητα. Ανέτρεψε την καρναβαλική στημένη φιέστα που εθιμοτυπικά εξαγνίζει τα αδιέξοδα και τις μοναξιές όντων αγκιστρωμένων σε μια πραγματικότητα απ’ την οποία όσο περισσότερο επιθυμούν να δραπετεύσουν τόσο περισσότερο καθηλώνονται. Όταν ο συλλογικός βίος μεταμορφώνεται σ’ ένα εκτροφείο καταναγκασμών και το έγκλημα του Οιδίποδα φτάνει το ύψος του παγκόσμιου κύρους το ανθρώπινο είδος φοράει το βρακί του. Τα ρούχα λειτουργούν ως ανθρώπινες πανοπλίες που προφυλάσσουν το πολύπαθο κορμάκι απ’ τα ερωτικά βέλη, απ’ τη φυσική του ροπή προς την ευχαρίστηση και το δημιουργικό πόνο. Ο γυμνιστής είναι ο ρομαντικός επαναστάτης της πόλης. Ο άγνωστος στρατιώτης του κήπου των τέρψεων που επιστρέφει κάθε τόσο στις κοιλάδες και τα δάση, τα βουνά και τους ωκεανούς όπου κατοικούσαν τέρατα θεοί και δαιμόνια λίγο πριν η αφηρημένη πόλη τους καταστήσει έκπτωτους κι αποδιοπομπαίους ανάμεσα στα μνημεία, τις σεβάσμιες πλατείες και τον τρομακτικό νεοτερισμό των μηχανών. Ο γυμνιστής δεν μπορεί να πιαστεί εύκολα στη φάκα της υπεραξίας. Είναι πολίτης του σύμπαντος χωρίς χαρτιά ταυτότητες διαβατήρια και πιστοποιητικά. Καυλώνει, τρώει, κοιμάται και φχαριστιέται τη χρυσή αγριότητα του ήλιου. Μπορεί να ζήσει δίπλα σε μια πηγή ή σε μια σπηλιά ως Ροβινσώνας Κρούσος ή ως Οδυσσέας. Δίπλα στην ποίηση της θάλασσας και της απεραντοσύνης, εκεί που απλώνονται άγνωστες χώρες κι εξωτικοί πολιτισμοί. Εκεί που το φεγγάρι και ο δράκος δεν είναι στοιχεία ενός νατουραλιστικού ιδεαλισμού αλλά αθώο παραμύθι καμωμένο απ’ τα στοιχεία της φύσης. Η αθωότητα τού γυμνισμού είναι η αντίστιξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τού φονικού τροχού ενός κόσμου που τέρπεται απ’ την κερδοφορία που αποφέρει το Κεφάλαιο που ονομάζεται εργατική δύναμη. Σ’ έναν πεπερασμένο πλανήτη η αέναη ανάπτυξη είναι το φονικό όπλο της γυμνής και ανυπεράσπιστης σάρκας. Τα κορίτσια που χαριεντίζονται κάτω απ’ το γαλανό ουρανό ζωσμένα τη γύμνια τους είναι οι αντάρτισσες που ραγίζουν το θεόρατο ψεύτικο καθρέφτη των ειδώλων. Είναι οι ιέρειες μιας αποκαθήλωσης κι ενός εξαγνισμού απ’ το μολυσμένο πετσί ενός στερημένου κόσμου, ενός στρατού εθελοντών μισαλλοδοξίας και τοξινομένης ηθικής.

Θα’ ρθουν τα πάνω κάτω

Θα’ ρθουν τα πάνω κάτω. Κι οι
διαμάχες θα ξεχειλίσουν. Κι αυτή
η όμορφη γη με τ’ αμπέλια και
τις αρχαιότητες θα αχνίσει επικήδειους.
Λυγμούς, καθήκοντα, νέα συμφέροντα
και νύστα απ’ τα θηριώδη ξενύχτια
τις επιτροπές, τη λύσσα για τους
κροτάφους μιανής νυχτόβιας που
έβγαλε γλώσσα κι απορύθμισε
την ολομέλεια. Θα’ ρθουν τα πάνω
κάτω κι οι θηλές θα καταγγείλουν
τις γλώσσες και τα κατσίκια στα
κατσάβραχα τον άτεγκτο παχνώδη
ήλιο της πατρίδας.

Ακμή

Στη δημόσια ζητιανιά ξεπέφτω και
βαριέμαι από μικρός κάθε που βλέπω
γούστο των άλλων στα γραφτά μου
στηθάκια που σε εχθρικά κρεβάτια
θα χαϊδευτούν. Ωσαύτος γράφω
μοντέρνα, παραγίνομαι γραφικός
σαν σπουδαστής των ΤΕΙ αισθάνομαι
που σε ντρέπεται ωραία κατά άλλα
πόλη με τους αγρούς γύρω σου
και τις λίμνες. Βουνά και χαράδρες
που ενίοτε ανιχνεύω και με θαμπώνουν
μυρίζοντας του χαλαρού ήθους το σπόρο.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα
Οι φάρσες έχουν μπόλικη κάβλα και τρυφεράδα
Τα πεθαμένα κορμιά ξεβράζονται στα σχολικά βιβλία
Οι πηγές που πίνουν τα ελαφάκια νερό
Τα όμορφα κορίτσια που πνίγουν τον καβάλο σε σφιχτά τζίν
Οι γιαγιάδες που βάζουν πιπέρι στη γλώσσα των παιδιών
Τα παιδιά που ζυμώνουν το ψωμί του μέλλοντος με βρομόλογα
Η στιγμή της αιωνιότητας που κρατάει μια αιωνιότητα
Η φτωχή αγαπημένη που πεθαίνει χωρίς εμένα
Ο εραστής που σουβλίζει στοργικά στήθια
Τα πηγάδια με τους νεκρούς και τα σκεπασμένα βαγόνια
Η αϋπνία μέσα στον καύσωνα
Το χνώτο στα γυαλιά μου κι η αγωνία των πουλιών
Οι γλυκοί χυμοί απ’ το στόμα της
Οι εκτελέσεις
Τα πτώματα
Το μάτι του κύκλωπα μέσα στο λάκκο
Η μάνα μου που επέζησε και κάθεται στην άκρη των σκιών
Το εμφιαλωμένο νερό κι ο Αύγουστος από νέους τόπους
Η φάρσα που επαναλαμβάνεται ως ιστορία
Ο εβραίος που πουλάει μέθη χωρίς κρίση ηθικής
Τα χημικά χρώματα της αυγής γύρω απ’ το κάστρο της ανάσας σου
Η νύχτα που με ξενυχτά ενώ εσύ κοιμάσαι
Χελιδονάκια που τσιμπολογούν αδρεναλίνη απ’ το νεκρό πετεινό
Ταΐζοντας τα νεογέννητα πάθη τους
Θα ξυπνήσουμε γυμνοί και καυλωμένοι όσο χρειάζεται
Θα ψάλουμε μικρές πρόστυχες προσευχές
Θα δανειστούμε φόνους απ’ την ιστορία
Και τεχνοτροπίες απ’ τα ποιήματα
Θα τελειώσουμε εκεί που αρχίσαμε
Σπρωγμένοι από δόλο σε δρόμο σκοτεινό
Είμαστε άνθρωποι της σιωπής
Δεν υπάρχει τίποτε παρά σιωπή πίσω μας
Και μπροστά μας σιωπή
Κι ανεκπλήρωτοι έρωτες
Σε τενεκεδάκια και σπιρτόκουτα της μιας νύχτας
Ω αγέννητοι έρωτες
Αγαπημένοι μου νεκροί
Ζήστε τον ωραίο σας θάνατο
Που αυτοαναιρείται γιατί επαναλαμβάνεται ως φάρσα

Η δέκατη εντολή

Οι θρησκείες στέγνωσαν την ανθρώπινη φύση με τη φράση Οὐκ ἐπιθυμήσεις πάντα ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστι. Την ακροτελεύτια εντολή που κρατά τα πλήθη στην τρέλα και τους συμβιβασμούς. Οι πολλοί δεν μπορούν να έχουν αυτό που ξεχειλίζει απ’ τους λίγους. Υπάρχει μια θεολογική νομοτέλεια που οδηγεί στη βαρβαρότητα του συμβιβασμού. Η έκκληση ορμονών περιορίζεται στον σπιτίσιο γαμηστρώνα και η βία ξεθυμαίνει μέσα στα ντουβάρια του παραχωρημένου πεδίου απ’ την εξουσία. Όποιος τολμά να έχει επιθυμίες που ξεφεύγουν απ’ τους τέσσερις τοίχους είναι ο έκπτωτος της κανονικότητας που σμίλεψε ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός στο κοινωνικό σώμα. Τα περισσότερα τραγούδια του λαού μιλάνε για βάσανα και ανακυκλώνουν κλάψες. Ακόμα και ο πόνος ευθυγραμμίζεται με την κυρίαρχη ιδεολογία. Όποιος αμφισβητεί την αυθεντία και τις φωτισμένες δεσποτείες καίγεται στην πυρά. Ναι, θέλω πλούτο κι εγώ. Επιθυμώ, με όλο μου το είναι. Ναι, θέλω να διασπάσω το νόημα. Να πολλαπλασιάσω τις ετερόκλητες μορφές. Την ασέλγεια των ασύμμετρων αναγκών, την κατάργηση της υπογραφής και της αυθεντίας απορυθμίζοντας τις δομές. Ναι, αντιστέκομαι ακαταπαύστως στην Ιστορία, στη Φιλολογία, στη βιβλιογραφία. Στο κύκλωμα που αναπαράγει τη δέκατη εντολή. Αντιστέκομαι είτε με εκρήξεις αισθησιασμού είτε με μεγαλοστομίες αλλά κυρίως με την πάλη στους δρόμους. Στήνω έργο παραδίδοντάς το απροστάτευτο στην οποιαδήποτε αυθαίρετη χρήση. Μπορεί κάποιος να το αγνοήσει ή να το ερμηνεύσει ή μπορεί ακόμα και να ξεχαστεί μέσα του. Δεν είναι δυνατό όμως να το αποκτήσει, να γίνει ιδιοκτήτης του, να το κατέχει αφού δεν υπάρχει ως αυθεντικό και μοναδικό αλλά πλάθεται και αναδημιουργείται ανάλογα με το κέφι και την περίσταση. Πολεμώ για τη ζωντάνια μιας τέχνης προκλητικής στην ασυδοσία και την απροσδιοριστία της. Πολεμώ την ουσία της θρησκευτικής πίστης, που προσφέρει στον αφελή υποτελή παραλήπτη της, την ψευδαίσθηση μιας πλήρους παρουσίας. Η θρησκεία στήθηκε πάνω στη χαβούζα των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Στα συνταγματικά δικαιώματα και τους νόμους. Ο φτωχός απαγορεύεται να είναι λάγνος κάτι που αυτονόητα είναι ο πλούσιος. Κι αυτό διότι αν ο φτωχός αρχίσει να διεκδικεί τη λαγνεία και τα πάθη του, το καλύτερο φαγητό και τις ελάχιστες ώρες εργασίας, αυτομάτως η αυθεντία τού πλουσίου θα καταργηθεί, άρα και η εξουσία του. Δηλαδή θα θιγεί η βασική σχέση του με την κατώτερη τάξη. Θα κατατροπωθεί η αρχή της εκμετάλλευσης. Αυτή η αρχή που διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού απ’ τις ακαδημίες και τη διανόηση. Τα υποκατάστατα δηλαδή του ιερατείου μέσα στο κοινωνικό σώμα. Οι μητροπολίτες και οι διάκοι είναι παντού. Ο στρατός είναι πάντα έτοιμος να διασφαλίσει την δέκατη εντολή. Σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.