ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Μαΐου, 2012

Ο καλόγερος και ο γενετιστής

     

        Ένας άθεος παρακολούθησε τη συζήτηση μεταξύ ενός καλόγερου κι ενός γενετιστή. Ο καλόγερος και ο γενετιστής είχαν αναπτύξει μια σχετικά ειλικρινή σχέση. Ο γενετιστής ζήτησε τη συμβουλή του καλόγερου για ένα καθαρά προσωπικό ζήτημα.

     «Γέροντα με κάλεσαν στην Ελβετία να πάρω μέρος σ’ ένα πείραμα για την απόδειξη της ύπαρξης ή της μη ύπαρξης του θεού και σκέφτομαι αν θα πρέπει να πάω», είπε ο γενετιστής στον καλόγερο.

    «Φυσικά και θα πρέπει να πας», αντέτεινε ο καλόγερος.

    «Μα Γέροντα υπάρχει πιθανότητα να αποδείξω πως δεν υπάρχει θεός», είπε ο γενετιστής.

    «Ο θεός φίλε μου δεν έχει τίποτε να φοβηθεί. Ο θεός είναι η αλήθεια. Αν αποδείξεις πως δεν υπάρχει θα έχεις φτάσει στην αλήθεια. Αν αποδείξεις ότι υπάρχει τόσο το καλύτερο γι’ αυτόν», απάντησε ο καλόγερος.

      Ο άθεος που βρισκόταν συχνά στη δεινή θέση να αντικρούει τα παράλογα επιχειρήματα ενός θρησκόληπτου ή ενός φανατικού πιστού σκέφτηκε πως η σοφία τού καλόγερου δεν είναι ούτε ανώτερη ούτε αληθέστερη της δικής του αλλά απ’ ότι φαίνεται διαθέτει έναν πιο εντυπωσιακό τρόπο να τη μεταδίδει.

Πατριώτες όλων των κορμιών, ενωθείτε!

Πατριώτες όλων των κορμιών, ενωθείτε!
να κατεβείτε ζωντανοί στον Άδη. Να
βρείτε χάδια νεκρά που έστησαν κάποτε
έρωτες, σπιτικά και λαχτάρες. Να βρείτε
τη λύσσα του πεθαμένου που έγραψε
άσκοπα ποιήματα για το γλυφό καθρεφτάκι
και τους βυθούς κάποιας εύθραυστης
κυράς που τη βρήκαν τα λόγια της αγάπης
στο δοξαπατρί κι η θηλιά της γύμνιας
στον τρυφερό λαιμό. Πατριώτες όλων
των κορμιών που σαλέψατε πάνω
από χείλη υγρά, κήρυκες μιας πατρίδας
γυμνής που έχει εξουσία μέσ’ το πηχτό
σκοτάδι καταπραΰνοντας τον Κέρβερο
με το πρώτο φως της αυγής.
Λέξεις που άφησ’ ο ήλιος μέσ’ το μέλι.
Κόρφος κλαδευτήρι και βυζιά μυλόπετρες.

Εγκώμιον γυμνισμού

στο Βασίλη Νόττα

Ο γυμνισμός του περασμένου αιώνα υπήρξε ως ειρωνεία θανάτου. Δίπλα σε συμβατικούς πολέμους και αρχαιότητες. Ανοργάνωτος στα περίχωρα κάποιου χωριού. Απότοκος της ιδιοτροπίας ενός μηχανοκίνητου τρισκατάρατου κόσμου που φόρεσε φίμωτρο στις γενετήσιες ορμές. Ο κυνισμός του υπήρξε νηπιωδώς τρυφερός και η γλυκιά του αύρα εξόχως υπονομευτική. Ο γυμνισμός προσέδωσε μιαν ενδιαφέρουσα φόρμα βασισμένη στην αντίθεση ευχαρίστησης-καθημερινότητας. Είδε τα πρόσωπα ως κωμικοτραγικές φιγούρες που προσπαθούν ν’ αποφύγουν τον ανεόρταστο βίο. Γι’ αυτό άλλωστε λειτούργησε ως κίνημα της βιαίως εξορισμένης γύμνιας. Κίνημα μιας άτολμης οργανωμένης κοινωνίας θεμελιωμένης στην εκμετάλλευση και τους στρατηγούς, τους μεσσίες και το συρματόπλεχτο φράχτη των απαγορεύσεων. Ο γυμνισμός ήρθε να υπογραμμίσει σκωπτικά την ανθρώπινη καταγωγή και την ελεύθερη βούληση που περιόρισε οριστικά και αμετάκλητα ο πολιτισμός του διαφημιστή και του προϊόντος. Ο γυμνισμός ως φυσική κατάσταση ξεσκέπασε τη γελοιότητα ενός καρναβαλικού δρωμένου που ελέγετο κοινωνικότητα. Ανέτρεψε την καρναβαλική στημένη φιέστα που εθιμοτυπικά εξαγνίζει τα αδιέξοδα και τις μοναξιές όντων αγκιστρωμένων σε μια πραγματικότητα απ’ την οποία όσο περισσότερο επιθυμούν να δραπετεύσουν τόσο περισσότερο καθηλώνονται. Όταν ο συλλογικός βίος μεταμορφώνεται σ’ ένα εκτροφείο καταναγκασμών και το έγκλημα του Οιδίποδα φτάνει το ύψος του παγκόσμιου κύρους το ανθρώπινο είδος φοράει το βρακί του. Τα ρούχα λειτουργούν ως ανθρώπινες πανοπλίες που προφυλάσσουν το πολύπαθο κορμάκι απ’ τα ερωτικά βέλη, απ’ τη φυσική του ροπή προς την ευχαρίστηση και το δημιουργικό πόνο. Ο γυμνιστής είναι ο ρομαντικός επαναστάτης της πόλης. Ο άγνωστος στρατιώτης του κήπου των τέρψεων που επιστρέφει κάθε τόσο στις κοιλάδες και τα δάση, τα βουνά και τους ωκεανούς όπου κατοικούσαν τέρατα θεοί και δαιμόνια λίγο πριν η αφηρημένη πόλη τους καταστήσει έκπτωτους κι αποδιοπομπαίους ανάμεσα στα μνημεία, τις σεβάσμιες πλατείες και τον τρομακτικό νεοτερισμό των μηχανών. Ο γυμνιστής δεν μπορεί να πιαστεί εύκολα στη φάκα της υπεραξίας. Είναι πολίτης του σύμπαντος χωρίς χαρτιά ταυτότητες διαβατήρια και πιστοποιητικά. Καυλώνει, τρώει, κοιμάται και φχαριστιέται τη χρυσή αγριότητα του ήλιου. Μπορεί να ζήσει δίπλα σε μια πηγή ή σε μια σπηλιά ως Ροβινσώνας Κρούσος ή ως Οδυσσέας. Δίπλα στην ποίηση της θάλασσας και της απεραντοσύνης, εκεί που απλώνονται άγνωστες χώρες κι εξωτικοί πολιτισμοί. Εκεί που το φεγγάρι και ο δράκος δεν είναι στοιχεία ενός νατουραλιστικού ιδεαλισμού αλλά αθώο παραμύθι καμωμένο απ’ τα στοιχεία της φύσης. Η αθωότητα τού γυμνισμού είναι η αντίστιξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τού φονικού τροχού ενός κόσμου που τέρπεται απ’ την κερδοφορία που αποφέρει το Κεφάλαιο που ονομάζεται εργατική δύναμη. Σ’ έναν πεπερασμένο πλανήτη η αέναη ανάπτυξη είναι το φονικό όπλο της γυμνής και ανυπεράσπιστης σάρκας. Τα κορίτσια που χαριεντίζονται κάτω απ’ το γαλανό ουρανό ζωσμένα τη γύμνια τους είναι οι αντάρτισσες που ραγίζουν το θεόρατο ψεύτικο καθρέφτη των ειδώλων. Είναι οι ιέρειες μιας αποκαθήλωσης κι ενός εξαγνισμού απ’ το μολυσμένο πετσί ενός στερημένου κόσμου, ενός στρατού εθελοντών μισαλλοδοξίας και τοξινομένης ηθικής.

Θα’ ρθουν τα πάνω κάτω

Θα’ ρθουν τα πάνω κάτω. Κι οι
διαμάχες θα ξεχειλίσουν. Κι αυτή
η όμορφη γη με τ’ αμπέλια και
τις αρχαιότητες θα αχνίσει επικήδειους.
Λυγμούς, καθήκοντα, νέα συμφέροντα
και νύστα απ’ τα θηριώδη ξενύχτια
τις επιτροπές, τη λύσσα για τους
κροτάφους μιανής νυχτόβιας που
έβγαλε γλώσσα κι απορύθμισε
την ολομέλεια. Θα’ ρθουν τα πάνω
κάτω κι οι θηλές θα καταγγείλουν
τις γλώσσες και τα κατσίκια στα
κατσάβραχα τον άτεγκτο παχνώδη
ήλιο της πατρίδας.

Ακμή

Στη δημόσια ζητιανιά ξεπέφτω και
βαριέμαι από μικρός κάθε που βλέπω
γούστο των άλλων στα γραφτά μου
στηθάκια που σε εχθρικά κρεβάτια
θα χαϊδευτούν. Ωσαύτος γράφω
μοντέρνα, παραγίνομαι γραφικός
σαν σπουδαστής των ΤΕΙ αισθάνομαι
που σε ντρέπεται ωραία κατά άλλα
πόλη με τους αγρούς γύρω σου
και τις λίμνες. Βουνά και χαράδρες
που ενίοτε ανιχνεύω και με θαμπώνουν
μυρίζοντας του χαλαρού ήθους το σπόρο.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα
Οι φάρσες έχουν μπόλικη κάβλα και τρυφεράδα
Τα πεθαμένα κορμιά ξεβράζονται στα σχολικά βιβλία
Οι πηγές που πίνουν τα ελαφάκια νερό
Τα όμορφα κορίτσια που πνίγουν τον καβάλο σε σφιχτά τζίν
Οι γιαγιάδες που βάζουν πιπέρι στη γλώσσα των παιδιών
Τα παιδιά που ζυμώνουν το ψωμί του μέλλοντος με βρομόλογα
Η στιγμή της αιωνιότητας που κρατάει μια αιωνιότητα
Η φτωχή αγαπημένη που πεθαίνει χωρίς εμένα
Ο εραστής που σουβλίζει στοργικά στήθια
Τα πηγάδια με τους νεκρούς και τα σκεπασμένα βαγόνια
Η αϋπνία μέσα στον καύσωνα
Το χνώτο στα γυαλιά μου κι η αγωνία των πουλιών
Οι γλυκοί χυμοί απ’ το στόμα της
Οι εκτελέσεις
Τα πτώματα
Το μάτι του κύκλωπα μέσα στο λάκκο
Η μάνα μου που επέζησε και κάθεται στην άκρη των σκιών
Το εμφιαλωμένο νερό κι ο Αύγουστος από νέους τόπους
Η φάρσα που επαναλαμβάνεται ως ιστορία
Ο εβραίος που πουλάει μέθη χωρίς κρίση ηθικής
Τα χημικά χρώματα της αυγής γύρω απ’ το κάστρο της ανάσας σου
Η νύχτα που με ξενυχτά ενώ εσύ κοιμάσαι
Χελιδονάκια που τσιμπολογούν αδρεναλίνη απ’ το νεκρό πετεινό
Ταΐζοντας τα νεογέννητα πάθη τους
Θα ξυπνήσουμε γυμνοί και καυλωμένοι όσο χρειάζεται
Θα ψάλουμε μικρές πρόστυχες προσευχές
Θα δανειστούμε φόνους απ’ την ιστορία
Και τεχνοτροπίες απ’ τα ποιήματα
Θα τελειώσουμε εκεί που αρχίσαμε
Σπρωγμένοι από δόλο σε δρόμο σκοτεινό
Είμαστε άνθρωποι της σιωπής
Δεν υπάρχει τίποτε παρά σιωπή πίσω μας
Και μπροστά μας σιωπή
Κι ανεκπλήρωτοι έρωτες
Σε τενεκεδάκια και σπιρτόκουτα της μιας νύχτας
Ω αγέννητοι έρωτες
Αγαπημένοι μου νεκροί
Ζήστε τον ωραίο σας θάνατο
Που αυτοαναιρείται γιατί επαναλαμβάνεται ως φάρσα

Η δέκατη εντολή

Οι θρησκείες στέγνωσαν την ανθρώπινη φύση με τη φράση Οὐκ ἐπιθυμήσεις πάντα ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστι. Την ακροτελεύτια εντολή που κρατά τα πλήθη στην τρέλα και τους συμβιβασμούς. Οι πολλοί δεν μπορούν να έχουν αυτό που ξεχειλίζει απ’ τους λίγους. Υπάρχει μια θεολογική νομοτέλεια που οδηγεί στη βαρβαρότητα του συμβιβασμού. Η έκκληση ορμονών περιορίζεται στον σπιτίσιο γαμηστρώνα και η βία ξεθυμαίνει μέσα στα ντουβάρια του παραχωρημένου πεδίου απ’ την εξουσία. Όποιος τολμά να έχει επιθυμίες που ξεφεύγουν απ’ τους τέσσερις τοίχους είναι ο έκπτωτος της κανονικότητας που σμίλεψε ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός στο κοινωνικό σώμα. Τα περισσότερα τραγούδια του λαού μιλάνε για βάσανα και ανακυκλώνουν κλάψες. Ακόμα και ο πόνος ευθυγραμμίζεται με την κυρίαρχη ιδεολογία. Όποιος αμφισβητεί την αυθεντία και τις φωτισμένες δεσποτείες καίγεται στην πυρά. Ναι, θέλω πλούτο κι εγώ. Επιθυμώ, με όλο μου το είναι. Ναι, θέλω να διασπάσω το νόημα. Να πολλαπλασιάσω τις ετερόκλητες μορφές. Την ασέλγεια των ασύμμετρων αναγκών, την κατάργηση της υπογραφής και της αυθεντίας απορυθμίζοντας τις δομές. Ναι, αντιστέκομαι ακαταπαύστως στην Ιστορία, στη Φιλολογία, στη βιβλιογραφία. Στο κύκλωμα που αναπαράγει τη δέκατη εντολή. Αντιστέκομαι είτε με εκρήξεις αισθησιασμού είτε με μεγαλοστομίες αλλά κυρίως με την πάλη στους δρόμους. Στήνω έργο παραδίδοντάς το απροστάτευτο στην οποιαδήποτε αυθαίρετη χρήση. Μπορεί κάποιος να το αγνοήσει ή να το ερμηνεύσει ή μπορεί ακόμα και να ξεχαστεί μέσα του. Δεν είναι δυνατό όμως να το αποκτήσει, να γίνει ιδιοκτήτης του, να το κατέχει αφού δεν υπάρχει ως αυθεντικό και μοναδικό αλλά πλάθεται και αναδημιουργείται ανάλογα με το κέφι και την περίσταση. Πολεμώ για τη ζωντάνια μιας τέχνης προκλητικής στην ασυδοσία και την απροσδιοριστία της. Πολεμώ την ουσία της θρησκευτικής πίστης, που προσφέρει στον αφελή υποτελή παραλήπτη της, την ψευδαίσθηση μιας πλήρους παρουσίας. Η θρησκεία στήθηκε πάνω στη χαβούζα των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Στα συνταγματικά δικαιώματα και τους νόμους. Ο φτωχός απαγορεύεται να είναι λάγνος κάτι που αυτονόητα είναι ο πλούσιος. Κι αυτό διότι αν ο φτωχός αρχίσει να διεκδικεί τη λαγνεία και τα πάθη του, το καλύτερο φαγητό και τις ελάχιστες ώρες εργασίας, αυτομάτως η αυθεντία τού πλουσίου θα καταργηθεί, άρα και η εξουσία του. Δηλαδή θα θιγεί η βασική σχέση του με την κατώτερη τάξη. Θα κατατροπωθεί η αρχή της εκμετάλλευσης. Αυτή η αρχή που διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού απ’ τις ακαδημίες και τη διανόηση. Τα υποκατάστατα δηλαδή του ιερατείου μέσα στο κοινωνικό σώμα. Οι μητροπολίτες και οι διάκοι είναι παντού. Ο στρατός είναι πάντα έτοιμος να διασφαλίσει την δέκατη εντολή. Σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.

Υποταγή

Όσοι ορκίζονται υποταγή στο σύνταγμα
και τους θεσμούς και κομπορρημονούν
φιλοτεχνώντας χειρονομίες και φιγούρες
των κόμικς, έχουν με το μέρος τους
γενετιστές και προσκόπους, έτοιμους
ν’ αγγίξουν τις ψυχές του λαού
τις κάμπιες στα κουκούλια και
τις μύγες στον καυτό τεμπέλικο ήλιο
της πατρίδας, ξορκίζοντας
τον κάργα υλισμό και τα πάθη
έτοιμοι ν’ αμολήσουν το στρατό
και τους οπορτουνιστές
να γαμήσουν τα πάντα.

Οι λογοτέχνες λείπουν σε διακοπές

 

 

 

 

 

 

 

Οι λογοτέχνες λείπουν σε διακοπές.
Άλλοι στη θάλασσα, άλλοι στο βουνό.
Ίσως κάθονται απλώς στα σπίτια τους.
Οι λογοτέχνες δεν έχουν διάθεση
για δράση στους καιρούς που ζούμε.
Μελαγχολούν και ισχυρίζονται αλλόκοτα πράγματα.
Κοιτάζουν τον ουρανό πάνω απ’ τα χρωματιστά λαμπάκια
της πλατείας συντάγματος και νιώθουν πολύ μικροί.
Χαμένοι μέσα στο σύμπαν.
Παραγγέλνουν λεμονάδα με ανθρακικό
πιστεύοντας πως θα τους κάνει καλό.
Πως θα τους βοηθήσει να χωνέψουν αυτόν
το φριχτό και άσπλαχνο κόσμο
που τον περιγράφουν με τα πιο μελανά χρώματα
στις διακοπές τους.

Πρακτικά πράγματα

Όποια μανία έχω να με συνεπαίρνει
αυτή βάζω μπροστά στα δύσκολα.
Μερικές λέξεις που συμβολίζουν
πρακτικά πράγματα και ρέουν
απ’ τα τρίσβαθα ώσπου να πάρουν
μπρός τα εντόσθια αναβλύζοντας
αθωότητα και τοπωνύμια. Πνοή
ποιητική που μαρσάρει αφήνοντας
πίσω κάτι αγαπητικούς με νομίσματα
στα χείλη και στρουκτουραλισμό
στ’ απογευματινό τσάι.

Σωπαίνουμε τώρα!

Σωπαίνουμε τώρα που μιλούν οι άλλοι
σεσημασμένοι τηλεπότες μπανιστιρτζήδες
μας κρατάνε ζωντανούς και λίγο ζόρικους
και μας βάζουν να παρατηρούμε, να
κρατάμε σημειώσεις, να νιώθουμε την
ψωλή μας να σαλεύει σαν παλαβό ποντίκι
όταν μας χαϊδεύουν το πιο γλυκό
απ’ τα γλυκά μας όνειρα, ειδικοί που
πετάν αστραπές και βροντές και στάχτες
στα μάτια μας και μάς δίνουν κουράγιο
για τα δύσκολα που έρχονται άνθρωποι
άρρωστοι αγάμητοι που κρύβουν
την ακμή τους με πούδρα, οπορτουνιστές
που θα μπορούσαν να αυτομολήσουν
στο ίδρυμα Φόρντ, να γλιστρήσουν σα χέλια
στα χυτά μαλλιά μια θεάς επί αμοιβή
στα χείλη εγχώριας καλλονής να σπαράξουν
ως άρχοντες ιερού κράτους του σύμπαντος
που συμβολίζει της γυμνούλας ύπαρξης
την παρακμή στα ζεστά τσιμέντα ανάμεσα
και τους ντελικάτους ήχους απ’ το χαμηλόφωνο σεξ.

Παντοτινά


Είναι οι εμφανείς επιδράσεις κι ο ζόφος μιανής
που ύμνησε την πέστροφα στα κάρβουνα
και τον αχνό δοκίμασε μιας νύχτας με τη γλώσσα
στου κρυπτού φωτός τις συμπληγάδες
παντοτινά κλείνοντας το ποίημα.
Λάμνοντας το κορμάκι της δίπλα στο γκρεμό.
Γέννημα θρέμμα ποιητικής ασωτίας
βροχούλας που καρποφόρησε επιτυχώς
από αστραπές μέσα στη νύχτα σα νυφούλα.

Σχόλια για το μαύρο χρώμα

Να ξυπνήσουν τα κορίτσια του καμπαρέ Βολτέρ
νοικοκυρές ή να κατουρήσουν με τον τρόπο τους
μπροστά στο κοινό, καλύπτοντας ψυχρά
αυνανιστικές ανάγκες και πλατωνικές απολαύσεις
την ώρα που ο χαμαιλέοντας υποκρίνεται διείσδυση
κι αυτές οργασμό. Να πάρουν τηλέφωνο
την οικογένεια στη Βουλγαρία, να ρωτήσουν
στη γλώσσα τους δρομολόγια και συνταγές για σούπες
μετά τη δουλειά.

Καθαρτήριο

Σαν θα βγείτε απ’ το καθαρτήριο
με τη φορολογική ενημερότητα
υπό μάλης και τα κατοχικά κρίνα
σπαρμένα σε σχολικά εγχειρίδια
θα χαζέψετε απ’ τους ερωδιούς
και τις χειροβομβίδες που αμόλησαν
οι πολιτευτές κι οι θείες απ’ το
Σικάγο, όσες καταστρώνουν σχέδια
Μάρσαλ σε χαρτοπετσέτα
κι ασφαλίζουν τα τέκνα τους
σε φουρφούρια στοργικά και
αγγλόφωνα με τις ανταύγειες
εθνικού και άσπιλου κράτους
με στεφάνια, παρελάσεις και
μελλοντικές σφαγές υποστηρίζοντας
το θεσμό του λαού που συγκλίνει
στο βούρκωμα από κυματισμό
σημαίας, εθνικό ύμνο και γυμνούλα
αύτανδρη σάρκα της μισής ντροπής.

Με τις χίλιες ψυχές μας

Με τις χίλιες ψυχές μας σαλεύουμε
σαν από άγριο άσκοπο μεθύσι.
Αντικριστά με το βαλκανικό μας κορμάκι.
Ακούγοντας τα φρέσκα νέα και τις ανατροπές.
Κάθε, που αραιά και θλιμμένα
απλώνουμε το χέρι στους ζοφερούς ζητιάνους.
Βορά στις βροχούλες και τους ουμανισμούς.
Έμπλεοι θεωριών για το κοινωνικό κράτος
και τις ηδονές. Τα γιορταστικά τσίπουρα
που καθησυχάζουν τις ονειρώξεις μονοκοπανιά.
Και τα στυφά δημόσια πάθη.

Η σφαγή των αμνών

Ο ψηφοφόρος βαριέται. Βαριέται που ζει. Κοιμάται χρόνια τώρα με τους οροθετικούς του πολιτικού συστήματος. Πατικώθηκε και βολεύτηκε στα προσωπεία της πολιτικής ορθότητας. Οι κοινές εμπειρίες χτίσαν αγαπητικούς που ξεφυσάν χνώτα και απόψεις στρογγυλεμένες και ψύχραιμες. Ο ψηφοφόρος δέθηκε με την μικρο-ιδιοκτησία του και τις πηγές ενέργειας του λεγόμενου κοινωνικού κράτους. Μπορεί να θυσιάσει ακόμα και το παιδί του για να μη χάσει, όχι την μικρο-ιδιοκτησία του-αυτή την έχει χάσει προ πολλού-αλλά το ιδεολόγημά της. Εγκλωβίστηκε στις συμπληγάδες οικογένειας εκκλησίας και κράτους. Της αδιαιρέτου τριάδος που μεθοδεύει την εντροπία πλούτου και τις κοινωνικές νόρμες. Το αποδεκτό και οι πολιτισμικές του διαχύσεις, απ’ την εκπαίδευση μέχρι την κομμούνα του θεάματος, αναστέλλει κάθε σπαραγμό και κάθε αγανάκτηση. Οι σκατόφατσες που τυπώνουν καρτούλες και μοιράζουν τα βιογραφικά τους διανθισμένα με οικογενειακές φωτό και αλαξοκωλιές με τον αρχηγό, είναι παιδιά του λαού. Και τα παιδιά του λαού και του θεάματος εκτοπίζουν απ’ τον κριτικό λοβό του μέσου όρου τις όποιες αναστολές. Μεθοδεύουν τις ιδεοληψίες του κοινού με φοβικά σύνδρομα. Με φορτισμένη ευγλωττία περί διαφθοράς μίζας και δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Ο δύστυχος άνεργος τρώει στη μάπα τα τεχνάσματα της εξουσίας περί κουρσάρικου κράτους. Τα σάλια της κυράς της οποίας ο πατήρ βάφτισε τη μισή λεβεντογέννα Κρήτη κι ύστερα τη διόρισε προς άγρα ψήφων λειτουργώντας ως δερβέναγας κράτους, βγαίνοντας κάθε τόσο απ’ τον τάφο του, χρησμοδοτώντας με την αέρινη παπαρολογία του μελλοντικές καταστροφές. Ο ψηφοφόρος πείστηκε πως τον ζούνε άλλοι. Δοσάδες, δανεικά και παρεπιδημούντες ευρωπαϊκοί θεσμοί, δημοκρατικοί και προαιώνιοι. Ο ψηφοφόρος τώρα πασχίζει να επιλέξει το λιγότερο κακό. Αυτό που θα του αφήσει μεν κουσούρι αλλά θα τον ξαναγυρίσει στις θεόπνευστες αγορές. Στην πρώην μιζέρια των επιδομάτων και του δωρεάν. Ο ψηφοφόρος τα λέει χύμα τώρα στον πολιτευτή της γειτονιάς και μετά τον ψηφίζει. Το μεγαλείο της Δημοκρατίας είναι να βρίζεις το βιαστή σου κι έπειτα να του παραχωρείς κι άλλο μερίδιο κώλου. Μια θέση στον ήλιο της εξουσίας και των μηχανισμών. Εμείς έχουμε σπουδαία διαπραγματευτική ικανότητα διαφημίζουν οι φαντασιοκόποι της δημαγωγίας. Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας. Κι ανάμεσα το χαντάκι της ανεργίας, της φτώχιας και της εξαθλίωσης. Δικαστές, αρσιβαρίστες, πορνοστάρ της δημοσιογραφίας και του θεάματος μοιράζουν τα πρόσφορα διαχείρισης στη νεόπτωχη μεσαία τάξη. Το σύστημα αξιοποιεί τις μεγαλειώδεις προσωπικότητες που δημιούργησε με αίμα. Βγάζει απ’ τις ναφθαλίνες τα νέα αδειανά πουκάμισα και στέλνει στο καθαριστήριο τα παλιά. Μια νέα πολιτική ηθική ξεπροβάλει για να ενισχύσει τις παλιές κερδισμένες μάχες. Από τη μία ο πόλος ενός τραμπούκικου πατερναλισμού που εκφράζεται με ανελέητες περικοπές κι απ’ την άλλη ο παρακρατικός φασισμός που σε καιρούς κρίσης πρέπει να φαίνεται για να τρομοκρατεί αυτούς που δεν παραδίδονται στην αγκαλιά του πολιτικού Μορφέα. Αγανακτισμένοι που ψηφίζουν αγκυλωτούς σταυρούς και σβάστικες με το επιχείρημα ότι τα κουρεμένα παχύδερμα θα τα σπάνε στο κοινοβούλιο. Ανεξάρτητοι ελληναράδες με βαμμένα πρόσωπα και καμένα μυαλά που ο πόνος τους κι ο αποκλεισμός τους γίνεται χαβαλές. Γενιές που αποστηθίζουν τις κάψες του καθεστώτος. Μια σκυλοπνιγμένη αριστερά με συχνές στύσεις για εξουσία. Ένα συνονθύλευμα αντιφάσεων και μια λατρεία στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Μια αριστερά έτοιμη να διαπραγματευτεί με τους πρώην δυνάστες. Μια αριστερά με πρόταση και διανόηση που ευελπιστεί να στρογγυλοκαθίσει έστω για ένα τρίμηνο σε υπουργική καρέκλα. Ν’ ανοίξει τα παράθυρα να ξεβρομίσει λίγο το σύστημα και μετά κάθε κατεργάρης στον πάγκο του και τα αλφαδιασμένα επαναστατικά του μετερίζια. Η πρόταση εξουσίας μετράει. Ο τσαμπουκάς για συνεργασίες κατευνάζει την οργή. Συντονίζει τους σκόρπιους και τους ανεξάρτητους. Τους καμένους και τους παραπεταμένους απ’ τις κομματικές πίτες. Τους φωνακλάδες που το βουλώνουν με το πρώτο χάδι χορηγίας από εφοπλιστή, βιομήχανο ή επενδυτή. Ο ψηφοφόρος παπαγάλισε τη λέξη ανάπτυξη κι όχι τη λέξη αυτονομία. Η ανάπτυξη προφέρεται με ιερό σπασμό από κάθε πικραμένο. Η ανάπτυξη είναι αυτό που περιμένουν τα πρόβατα. Μα ανάπτυξη είναι η σφαγή τους και το τρυφερό τους κρέας. Το κρέας που στοιχίζει λίγα αλλά έχει πολλές πρωτεΐνες για το πεινασμένο κεφάλαιο. Το φρέσκο κρέας των δεξιοτήτων της γνώσης και της πληροφορίας για τα στομάχια των αγορών. Το βλέμμα του αδέκαστου δικαστή, το χαμόγελου του λαϊκού παλίμπαιδος αρσιβαρίστα, το χιούμορ του ηθοποιού διαφημιστή μακαρονά κι ο σιδερολοστός στα χέρια του μασκοφόρου ζορό θα λειτουργήσουν γλυκά στο υποσυνείδητο του ψηφοφόρου. Θα τον κοιμίσουν πολίτη χώρας δημοκρατικής και ηλιόλουστης και θα τον ξυπνήσουν σφαχτό στα χασάπικα των αγορών.

Το ιστορικό μας κέντρο

Από αύριο θ’ αρχίσουν πάλι οι δοσάδες
να βγάζουν μπουμπούκια στους αγρούς
των αγορών και το ιστορικό μας κέντρο
θα ρέει ακατοίκητο και θα λαμπαδιάζει
από κατοχικές ψυχές μιας άλλης χώρας.
Γυμνούλες υπάρξεις στις φασκιές του
χρόνου. Ανδρόγυνα σκυλιά
περισσεύματα του σύμπαντος.

Η ελεημοσύνη ως πηγή δυστυχίας.

Τα παλαιά χρόνια όταν υπέφερε κάποιος υπέφερε κατά μόνας και τον βοηθούσε ο όποιος περίγυρος. Σήμερα η δυστυχία ο πόνος και η εξαθλίωση έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνία του θεάματος. Είμαστε σε ζωντανή σύνδεση με τη δυστυχία του άλλου αλλά δεν μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Ακόμα κι αν τον βοηθήσουμε οργανωμένα θα είναι για να μπορέσουμε αύριο να έχουμε οφέλη, άρα στην πραγματικότητα να εκμεταλλευτούμε τη δυστυχία του προκαλώντας του μια ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία.

Ο όρος ανθρωπιστικές τραγωδίες είναι το ακαδημαϊκό προκάλυμμα της επέλασης του «πολιτισμένου κόσμου» που σωρεύει και τοκίζει τις δυστυχίες. Η ελεημοσύνη έρχεται να σπαράξει και το τελευταίο χιλιοστό αξιοπρέπειας. Χωρίς αξιοπρέπεια δεν μπορείς να βγεις απ’ την όποια τραγωδία και να ορθοποδήσεις. Θα είσαι πάντα υποχείριο του ελεήμονα, που αυτάρεσκα σκουπίζει το χνώτο της ζητιανιάς απ’ το ναρκισσιστικό καθρέφτη της καλοζωίας του.

Η εξουσία υπογραμμίζει την ανωτερότητά της με την ελεημοσύνη. Η ελεημοσύνη είναι ο βρυχηθμός του τέρατος που για να χορτάσει κατασπαράζει την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ελεημοσύνη ξεφτά και ξεθωριάζει το πιο ελεύθερο πνεύμα. Ο ελεήμων δέχεται την κατωτερότητα των πλασμάτων που ελεεί. Ο φτωχός είναι το απολίθωμα στο χείλος της αβύσσου του πλούτου. Η ελεημοσύνη είναι ένα ελάχιστο ποσοστό υπεραξίας που ισοφαρίζει την ευθύνη και την ενοχή. Ο φτωχός είναι φτωχός γιατί είναι αβέβαιος και φοβισμένος. Είναι αποτέλεσμα επιδρομής.

Η λέξη πρόοδος έχει μια θολούρα και μιαν υποκρισία. Προοδεύει η κυρίαρχη τάξη εξαθλιώνοντας την κατώτερη. Διαχειρίζεται τους όρους εξαθλίωσης κάθε πλάσματος που την υπηρετεί. Κλεμμένη υπεραξία, κυνική καταστολή, αποβλάκωση. Πλήθη συρρέουν για να χαθούν στην ανώνυμη πλήξη μιας εργάσιμης μέρας που οδηγεί στην εκκλησία, στο γάμο, στο γήπεδο ή στη Χρυσή Αυγή. Ο θεός και το εμπόρευμα πάνε χέρι χέρι μετατρέποντας το λαό σε ανήμπορη αγέλη.

Ο εργαζόμενος δούλεψε, υπερσυσσώρευσε και τώρα δεν μπορεί να χαρεί τον πλούτο που έχτισε με τα χέρια και το μυαλό του. Τον πλούτο που απορρόφησε την ύπαρξή του για να μορφοποιηθεί. Ο πλούτος τώρα δεν τους χρειάζεται όλους. Κάποιους θα τους ρίξει στον καιάδα της ανεργίας. Κάποιους θα τους κρατάει στον προθάλαμο της μιζέριας και της εξαθλίωσης. Κάποιους θα τους καλλιεργεί ως γενίτσαρους στο θερμοκήπιο της ελεημοσύνης.

Η αυτοκράτειρα του πλούτου απ’ τη μια χαϊδεύει το παιδικό μάγουλο κι απ’ την άλλη του κλέβει τον έναν νεφρό. Περήφανοι εκλεπτυσμένοι πατριώτες κόβουν κορδέλες στα μαγαζιά ελεημοσύνης. Παντοπωλεία, φαρμακεία, ιατρεία για φτωχούς. Οι φτωχοί και οι άλλοι. Οι φτωχοί εδώ, στο παραπέτασμα που έφτιαξαν οι άλλοι για να τους κρύβουν. Οι άλλοι, οι καλοί, οι ελεήμονες, που διαχειρίζονται τον πλούτο και τα αγαθά του θεού βρίσκονται αλλού, σε άλλα σχολεία, σε άλλα ιατρεία, σε άλλα μαγαζιά.

Η φτώχια λειτουργεί ως επιδημία. Σαν ένα φυσικό φαινόμενο. Και το εμβόλιό της είναι φυσικά η ελεημοσύνη. Κανένας δεν την προκαλεί. Έρχεται ξαφνικά. Θεϊκά αυθόρμητη και θεϊκά επιτηδευμένη. Η φτώχεια δεν έχει υπεύθυνους, άρα για τη φτώχεια τους ευθύνονται αποκλειστικά και μόνο οι φτωχοί που είναι φτωχοί και δεν είναι πλούσιοι. Κανένα δικαστήριο της λεγόμενης δημοκρατίας δεν θα δικάσει κάποιον που οδήγησε κάποιον άλλο στη φτώχεια. Τα δικαστήρια της δημοκρατίας δεν δικάζουν τον εκμεταλλευτή. Η δημοκρατία μας έχει προστάτιδα την υπεραξία.

Στη δημοκρατία μας μπορείς να μιλάς ελεύθερα, να σκέπτεσαι ελεύθερα. Στην δημοκρατία μας όλες οι απόψεις είναι σεβαστές. Μα η εφαρμοσμένη άποψη είναι μία και μοναδική. Η εφαρμοσμένη ελευθερία επίσης. Είναι η άποψη και η ελευθερία που σου δίνει το δικαίωμα να ζεις μόνο όταν υπερασπίζεσαι το αξίωμα της εκμετάλλευσης που οδηγεί στο θεώρημα της δυστυχίας. Μόνο όταν αποδέχεσαι τον εκμεταλλευτή ως κυρίαρχο πάνω στη φύση και τους ανθρώπους. Όταν γράφεις ύμνους γι’ αυτόν, όταν είσαι αυλικός του, όταν τον γλείφεις. Όταν τού κάνεις χάρες σαν υποτακτικός σκύλος. Τότε ναι, είσαι ελεύθερος, ηδονίζεσαι με την λέξη ελευθερία κι όλο παιάνες και στιχουργήματα.

Η ελευθερία λειτουργεί ως φετίχ και όχι ως πανανθρώπινη αξία. Η ελευθέρια τους πουλιέται κι αγοράζεται. Έχει ανταλλακτική αξία. Τη διαχειρίζονται κυρίες με διπλά ονόματα στις ακαδημίες. Ξεματιάστρες της δημοσιογραφίας και της κρατικής τηλεόρασης. Σπόνσορες των τεχνών και της παχυσαρκίας. Μαζορέτες της αγοράς που επενδύουν στον αμοραλισμό του πλούτου. Διανοούμενοι που θρηνούν ανάβοντας κεράκια έξω απ’ τα φλεγόμενα νεοκλασικά ντουβάρια, μα για την εκμετάλλευση, το φόβο και την εξαθλίωση δε βγάζουν τσιμουδιά.

Η ελευθερία γίνεται κάτι μεταφυσικό για τα σχολικά εγχειρίδια και τις πατριωτικές επάλξεις. Δεν έχει σημασία που δεν έχεις σπίτι. Είσαι ελεύθερος όμως. Δεν έχει σημασία που δεν έχεις φάρμακο αλλά γενόσημο κόπρανο. Έχεις ελευθέρια όμως. Δεν έχει σημασία που δεν έχεις βιβλία, εργασία, μέλλον. Έχεις ελευθερία. Δεν έχει σημασία που ζεις με τα σκουπίδια. Έχεις ελευθερία. Κάτσε στ’ αυγά σου λοιπόν αφού έχεις ελευθερία. Μούτζωνε με την ψυχή σου. Γκρίνιαζε, αγανάκτησε. Έχεις ελευθερία. Ένα πράγμα όμως δεν έχεις, ζωή. Γιατί τη ζωή σου τη ρουφάν οι βδέλλες και σου πετάνε στα μούτρα μια κουράδα ελεημοσύνης κι ένα γενόσημο ζωής. Γιατί η ανάπηρη ελευθερία που σου προσφέρουν είναι μια σακατεμένη ζωή.