20 πολύ μικρά πεζά

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Οι ερωμένες μου έχουν γίνει φαντάσματα και ιστορίες μέσα σε βιβλία και ποιήματα. Συναντιόμαστε, συνήθως, στον ύπνο μου. Πίνουμε καφέ, συζητούμε για τα παλιά κι επιδιδόμαστε σε ανάρμοστες πράξεις.

ΕΦΟΔΟΣ

Έγραφε με τόσο πάθος που ξεχάστηκε νηστικός και διψασμένος για μέρες. Οι γείτονες ανησύχησαν. Έσπασαν την πόρτα του. Μα αυτός είχε ήδη δραπετεύσει στα γραπτά του.

ΖΕΥΓΑΡΙ

Αυτή ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Το δωμάτιο σκοτεινό. Μια λουρίδα φως διαγράφεται στο πάτωμα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Μια βρύση ανοίγει κάπου στο διαμέρισμα κι αρχίζουν να σφυρίζουν οι σωλήνες που είναι σα να την έχουν περικυκλώσει. Αυτός ανοίγει την πόρτα. Κρατά ένα ποτήρι νερό. Τι κάνεις στα σκοτεινά; τη ρωτά, την ώρα που το χέρι του ψαχουλεύει στον τοίχο το διακόπτη για ν’ ανάψει το φως.

ΠΛΑΣΙΕ

Ξέρει ποια πόρτα να χτυπήσει, με ποιών τα νερά να πάει. Ξέρει να δακρύζει την κατάλληλη στιγμή. Ξέρει πώς να ερωτοτροπήσει με τη μάνα και τη κόρη συνάμα. Θαρρείς πως είναι ένας άγιος. Κι είναι πράγματι ένας άγιος με τη σύγχρονη έννοια. Ένας μολυσμένος άγιος που μιλάει με μιαν ανάσα για την αγάπη, την ισότητα, την αδελφοσύνη, τις εγκυκλοπαίδειες, τη βίβλο, τα εσώρουχα και πάει λέγοντας.

ΛΗΔΑ ΚΑΙ ΚΥΚΝΟΣ

Συμβαίνει να είναι νέγρα, ψωμωμένη κι όμορφη σαν πάνθηρας. Αυτός γέρος σχεδόν που πρέπει να διεγερθεί για τα καλά. Της κάνει δώρο έναν πολύχρωμο παπαγάλο μέσα σ’ ένα στενό κλουβί. Λέει πάντα πως αυτό είναι το κόλπο με τη Λήδα και τον κύκνο και πως το πετάρισμα των φτερών την καυλώνει τρομερά.

ΕΜΗΝΟΠΑΥΣΗ

Τίποτε δεν προμηνούσε πως, τουλάχιστον σύμφωνα με το ημερολόγιο, πλησίαζε η άνοιξη.

ΝΥΧΤΑ

Μένω ξάγρυπνος συχνά ως αργά τη νύχτα. Ακούω το παθιασμένο αλύχτημα ενός σκύλου, πέρα μακριά. Την απόγνωση στο ασταμάτητο γάβγισμα. Τη σκυλίσια του δυστυχία έξω απ’ τα όρια της ανθρώπινης λογικής. Χωρίς να ξέρει το τι ή το γιατί, χωρίς να ξέρει πως άρχισε ή γιατί θα έπρεπε κάποτε να σταματήσει.

ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ

Συναντηθήκαμε στο μετρό. Χωρίς να πούμε κουβέντα, αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Αυτή ένοιωσε με το στήθος της το χτυποκάρδι μου κι εγώ μύρισα τη βαναυσότητα των πρώην αξιοσέβαστων οργασμών της.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Με ρώτησε για τα γούστα μου και πως θα ’θελα να πεθάνω. Της απάντησα πως θέλω να πεθάνω από κάποιο αφροδίσιο στο καρναβάλι του Ρίο στη Βραζιλία και πως τα γούστα μου είναι απλά. Φαγητό, ποτό, γυναίκες και βιβλία. Και προσωπική μπανιέρα. Α ναι, κυρίως αυτό!

ΔΥΟ ΦΟΥΣΚΑΛΙΑΣΜΕΝΑ ΔΑΧΤΥΛΑ

Μονίμως κουρασμένοι. Τρώγονται μεταξύ τους σαν δυο φουσκαλιασμένα δάχτυλα. Κάνουν έρωτα αδιάφορα κι αποκοιμιούνται, για να ξυπνήσουν αργότερα ζευγαρωμένοι, με το πέος του ακόμα σκληρό και άκαμπτο μέσα της.

ΑΣΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΥΔΑΙΜΩΝ

Αργά το βράδυ έπιασε βροχή. Ο αέρας έφερνε με δύναμη τις σταγόνες στο παράθυρο. Πότε-πότε θαρρείς και πετούσε κάποιος χούφτες με χαλίκια. Όταν ξύπνησα μέσα στη νύχτα έριχνε ακόμα κατακλυσμό. Η μανία της νεροποντής μού δημιούργησε ένα αίσθημα ασφάλειας. Κοίταξα το γάτο μου, που φαινόταν να πιστεύει στον εαυτό του όσο κι εγώ. Ασφαλής και ευδαίμων. Τελείως άφοβος στο μεταξύ, κουλουριασμένος πάνω στις στρωμένες εφημερίδες στο πάτωμα του μπάνιου, περιμένοντας να μαγειρέψω κάτι νόστιμο για τους δυο μας στο καμινέτο του γκαζιού.

ΓΡΑΦΕΙΑ

Περνώ τη μισή μου ζωή σε γραφεία δίχως παράθυρα. Συσκευές τελευταίας τεχνολογίας ρυθμίζουν την υγρασία και τη θερμοκρασία με απόλυτη ακρίβεια. Ένας χλωμός φωτισμός από νέον με κάνει να φαντάζομαι πως βρίσκομαι αρκετά μέτρα κάτω απ’ τη γη. Τα πατώματα είναι καλυμμένα με χαλί απ’ άκρη σ’ άκρη έτσι ώστε αν κάποιος υψώσει τη φωνή του αυτή να πνιγεί προτού ακουστεί. Όμως εδώ ποτέ κανείς δεν υψώνει τη φωνή του!

HYDE PARK

Είναι Κυριακή πρωί. Ο ήλιος εμφανίζεται σποραδικά. Οι Λονδρέζοι ορμούν στο μεγάλο τους πάρκο, ξεσκεπάζοντας γόνατα και μηρούς, μπράτσα και ώμους, με μια γαλακτερή ασπρίλα, σα να ’χουν βγάλει πρόσφατα τους επιδέσμους.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Το μακρύ λευκό της νυχτικό την δείχνει πιο αδύνατη από κάθε άλλη φορά. Τα χέρια της είναι γυμνά και κοκκαλιάρικα κάτω απ’ τους αγκώνες. Οι γαλάζιες φλέβες ξεχωρίζουν πάνω στο άσπρο δέρμα. Το μέτωπο ζαρώνει και φαίνεται έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Η Βουλγάρα αποκλειστική σχεδόν μεθυσμένη και σχεδόν παρανοϊκή με παροτρύνει να σηκωθώ πιάνοντάς με απ’ τον ώμο. Της γυρίζω την πλάτη χωρίς να την κοιτάξω. Αφήνω το συμπυκνωμένο χυμό και τα μπισκότα πάνω στο κομοδίνο και προχωρώ αργά προς την έξοδο στο βάθος. Εκείνη, αναρωτιέται αν θα γυρίσω να τη δω. Όταν φτάνω στην πόρτα της ρίχνω ένα φευγαλέο βλέμμα. Επιστρέφω στο χολ και διασχίζω το διάδρομο. Κατεβαίνω την περιστρεφόμενη σκάλα, βγαίνω απ’ την είσοδο του σπιτιού, στρίβω στη γωνία κι από κει τραβώ προς την παραλία όπου είχα παρκάρει το αμάξι μεσ’ τη λιακάδα.

ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Είναι ξύπνιος πολλές ώρες. Ξενυχτά. Γράφει. Το πρωί πηγαίνει στη δουλειά. Ανταλλάσει μονάχα τις απαραίτητες κουβέντες. Έχει μάτια κατακόκκινα πρησμένα. Αποφεύγει τα βλέμματα. Πολλές φορές τους μιλά ψυχρά, αλλά, κατά τη γνώμη του, με περισσότερη αξιοπρέπεια απ’ ότι αυτοί. Περιμένει τη νύχτα για να γράψει πονεμένα γραπτά. Να στραγγίξει το σώμα του το νυχτέρι. Ν’ αφήσει έργο πίσω του γι’ αυτούς. Αυτός ο βαθύτατα ανθρωπιστής. Που ίσως αγαπάει τον ανθρωπισμό περισσότερο απ’ τους ανθρώπους.

ΛΟΓΙΑ

Είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο της είπε, μέσα σ’ ένα απ’ αυτά τα χαμηλά ομοιόμορφα σπίτια από μπετόν όπου οι συζυγικές αντιζηλίες φαίνονται πιο καθαρά.

ΣΧΟΛΙΚΗ ΑΙΘΟΥΣΑ

Κάθε αβεβαιότητα τροχίζεται εκεί πάνω. Σε τούτη τη σταθερή ακτινοβολία. Σε τούτο το άγρυπνο και επικριτικό μάτι του Ιησού.

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ

Ένας φιλήσυχος κουλτουριάρης τρώει τα αρνίσια του παϊδάκια σε ρεστοράν της Εμμανουήλ Μπενάκη. Έχει ανοιχτό μπροστά του ένα βιβλίο και ταυτοχρόνως διαβάζει απορροφημένος. Το πιρούνι του σκοντάφτει σε κάτι μαλακό ανάμεσα στο λίπος και το κρέας. Καθώς το σκαλίζει με το μαχαίρι πετάγεται μια χοντρή άσπρη κατσαρίδα. Αρχίζει να κάνει εμετό κι απ’ το στομάχι του ξεχύνεται ένα ατέλειωτο ποτάμι από τερατώδεις κατσαρίδες. Όλες ζωηρόχρωμες και ορισμένες με κατσαρές φουντωτές ουρές και μουστάκια.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Σηκώνομαι κάθε πρωί απ’ το κρεβάτι και σκέφτομαι τις ώρες που θα ξοδέψω στο σχολείο, περιμένοντας το διάλειμμα ή το μεσημεριανό φαγητό. Σκέφτομαι τους καθηγητές μου, όλα αυτά τα κακόμοιρα πλάσματα που μου κλέβουν το χρόνο. Όλα αυτά τα ακατανόητα πράγματα φροντισμένα προκαταβολικά πριν από χρόνια.

4 ΕΚΑΤΟΣΤΑ

Το σπίτι κουνιέται σαν ξεχαρβαλωμένο δόντι σε σάπια ούλα. Ένα δυνατός θόρυβος ακούγεται από μια ρωγμή στα ντουβάρια. Το κρεβάτι μου έχει πάρει κλίση προς τον απέναντι τοίχο. Πετάγομαι απ’ τον ύπνο στο σκοτάδι ιδρωμένος και βλέπω πως, μάλλον το κτήριο γέρνει, αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς. Ένας αιώνας ίσως συμβάλει μερικά εκατοστά. Ίσως τέσσερα εκατοστά το χρόνο. Όσο πλησιάζει η Ευρώπη την Αφρική.

Πρώτη δημοσίευση http://toparathyro.wordpress.com/2012/01/

Εγκώμιο φιλάθλων

Η θρησκεία, το ποδόσφαιρο και ο πατριωτισμός είναι το τρίπτυχο που ενώνει τους ηλίθιους του τόπου μου. Οι συλλογικοί μύθοι έχουν έναν δεσποτισμό που σε κάνει να βουρκώνεις και να μη σκέφτεσαι. Ο εθνικισμός που χειραγωγεί τα πλήθη είναι το ρεζιλίκι της ανθρώπινης ύπαρξης που φτάνει στο ξεχαρβάλωμα και στον εφιάλτη. Τα ολοκαυτώματα όπου γης είναι τα αποτελέσματα του αδυσώπητου έρωτα για το έθνος, τη θρησκεία και τις σωβρακοφανέλες του πολεμιστή. Πίσω απ’ την ανθρώπινη υποχονδρία τού να υπερασπίζεσαι ένα χονδροειδές ψέμα ή μιαν αυταπάτη και να προσδιορίζεσαι μέσα απ’ αυτή βρίσκεται η ποικιλώνυμη εξουσία και τα συμφέροντά της. Η εξουσία επινοεί και διαχειρίζεται τους συλλογικούς μύθους. Τους χρησιμοποιεί ως βαλβίδες ασφαλείας έτοιμες να εκτονώσουν τα καταπιεσμένα πάθη και τις ασύδοτες καύλες που όταν ξεφεύγουν αλλάζουν τις κοινωνίες και τη διαχείρισή τους. Οι συλλογικοί μύθοι είναι το αντίδοτο στην καταπίεση του οχταώρου σκλαβιάς που θα παράξει τα προς το ζην στον εργάτη και στα παιδιά του-τους μελλοντικούς εργάτες-αλλά και υπεραξία στον άρχοντα. Η υπεραξία τροφοδοτεί τη σοφία και την κουλτούρα της άρχουσας τάξης η οποία φυσικά δεν έχει θεούς, δαίμονες και ιδρωμένα πειραματόζωα. Η ελευθερία της στηρίζεται στο δεσποτισμό. Η σκλαβιά της κατώτερης τάξης στηρίζεται στο παράδοξο και τη μεταφυσική. Η ανώτερη τάξη εκφύλισε την κατώτερη και την έκανε πουτάνα της. Την ντύνει γελοία με τις υποκρισίες της, την κολακεύει με τον καρναβαλικό της ευδαιμονισμό. Επίσκοποι, ισχυροί άντρες, μονάρχες, αξιωματούχοι, διανοούμενοι είναι επιφορτισμένοι να επιβάλουν την εργασία σ’ αυτούς που προηγουμένως έχουν περάσει το χρυσοποίκιλτο χαλκά. Σ’ αυτούς που έχουν αποβλακώσει με κάθε μέσο. Σ’ αυτούς που μασκαρεύονται με τα χρώματα της πατρίδας και ουρλιάζουν σαν στείρες σκύλες πνίγοντας τη φύση τους μέσα στο βόθρο των συμβόλων, της φλυαρίας και των αναμνήσεων. Προλετάριους που διδάσκονται καθημερινά ότι το προλεταριάτο ψόφησε. Κακομοίρηδες που πίστεψαν στο μεγαλείο της δημοκρατίας και βαυκαλίζονται με αρχαιολατρίες και Περικλέτους. Ταλαίπωροι που έφυγαν απ’ τη μιζέρια του χωριού και βρέθηκαν υπάλληλοι στο κωλοχανείο της πόλης. Μαστουρωμένοι με τα ιδεώδη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το ΝΑΤΟ, τη γυναικούλα, την ασφάλεια και την ιερότητα των συνόρων που κάθε ξυπόλητος μαυριδερός πούστης παραβιάζει. Αγανακτισμένοι που διαμαρτύρονται για τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ελπίζοντας πως ένα μεγάλο κίνημα ελεημοσύνης θα αναπληρώσει την κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων, τη μείωση των μισθών, τη σταδιακή εξαφάνιση της χρήσιμης εργασίας, τη διάλυση της εκπαίδευσης, των συγκοινωνιών, των υπηρεσιών υγείας, της ποιοτικής γεωργίας, της φυσικής κτηνοτροφίας. Ελπίζοντας πως το κακό θα περάσει ξυστά όταν αυτοί θα μαλακίζονται με σημαίες, μεγαλόσταυρους και λοιπά εθνικά άκρως ηρωικά μουνόπανα και τριχωτές θειάδες άλλων χωρών που έχουν στο ώμο περασμένες τσάντες από ανθρώπινο πετσί.

Άρλεκιν

Αυτή φυλακισμένη σε κουζινάκι της ενδοχώρας. Αυτός ράθυμος ηδονιστής. Συναντιούνται τόσο αργά όσο η φωτιά με το νερό. Αυτός τη χαϊδεύει στα γόνατα. Αυτή παίρνει το χέρι του στο χέρι της. Αυτή οκνηρή μα ηδονική. Οι λέξεις σα να τις έχει κυλήσει στον ουρανίσκο πριν τις εγκαταλείψει στο κενό. Αυτός την αγκαλιάζει. Η σάρκα της αφράτη και ζεστή. Αυτός είναι ότι αυτή ποθεί κι ονειρεύεται. Αυτός τη ρίχνει στο κρεβάτι. Σκύβει πάνω της. Αυτός γλιστρά το δάχτυλό του μέσα της. Την τραβά πάνω του και βυθίζεται μέχρι τέρμα. Αυτή τού γλείφει το λαιμό, τις μασχάλες και τ’ αυτιά. Αυτή βγάζει βαθύ αναστεναγμό κι αφήνεται πάνω του. Αυτός τη γυρίζει ανάσκελα και της σηκώνει τις γάμπες πάνω απ’ τον ώμο. Αυτή πονάει και ουρλιάζει και χτυπιέται. Αυτός δεν μπορεί να κρατηθεί. Τραβιέται κι αφήνει ελεύθερο το χείμαρρό του στον αφαλό της. Αυτή ξαπλωμένη ανάσκελα. Τα μάτια της γυαλίζουν. Οι γάμπες της μισάνοιχτες κι η σάρκα της ανατριχιάζει ελαφρά. Αυτός ξεψυχισμένος δίπλα της. Αυτός ένας ράθυμος ηδονιστής. Αυτή φυλακισμένη σε κουζινάκι της ενδοχώρας. Με τα μανίκια ανασηκωμένα μαγειρεύει για το σύζυγο και τα παιδιά. Το κορμί της σιγοβράζει κάτω απ’ το μαύρο μακό, μακριά απ’ όλες τις προκλήσεις. Απ’ το καλό και το κακό.

Μικρό εγχειρίδιο φασισμού

Να αγαπάς τον πλησίον σου όσο μισείς τον εαυτό σου.

Να αυγατίζεις στο τερπνό εφηβαίο της ξένης σάρκας τους βανδαλισμούς.

Όταν ακούς μέσα στο αίμα τη λέξη μανούλα σε ξένη γλώσσα να της κόβεις τη γλώσσα.

Να αγαπάς την πατρίδα σου στα όρια του ηθικού κλονισμού.

Καμιά αμφιβολία και κανένα φόβο και καμιά διάψευση και καμιά προσδοκία και καμιά απόγνωση και καμιά προδοσία. Μονόφθαλμη μονάχα εγκαρτέρηση για αίμα.

Να είσαι ο καλπασμός της φυλής που ιριδίζει τις πιο αρχαίες έξεις.

Να είσαι η εκκωφαντική αντήχηση της δύναμης που παιανίζει σύσσωμη το μίσος της για την αδυναμία.

Ο θυμός σου να είναι το έμβλημα ευγενείας των πραγμάτων.

Να διαστρέφεις το λυρικό μαγνητισμό των σωμάτων τη λαγνεία και τις ορμές με μνησίκακο πόνο.

Να καθοδηγείς τις έσχατες φυλετικές ικμάδες.

Εν αρχή ην ο τρόμος. Ο πλάστης των ηθών. Ο ήλιος που πυροδοτεί τις εκρήξεις όλων των ήλιων.

Να εξασκείσαι στο βιασμό και στη γλυπτή ησυχία του θανάτου.

Να θωπεύεις τσακισμένα κρανία και σφαγές αμάχων στον ύπνο σου.

Να γράφεις την ωδή του μανιασμένου σου κορμιού στο σκοτεινό λαγούμι της αιμομιξίας. Να γεννάς παιδιά δασύτριχα θηρία. Να έχουν για μάνα τη μάνα σου και για πατέρα τον αδερφό τους.

Να είσαι η αυτοδίκως τέλεια συντέλεια κι η βασιλεία των ουρανών.

Να είσαι ο χριστιανός που ολοκληρώνει την αποστολή του. Που ξεβρομίζει το βρόμικο κόσμο.

Να μην κλαίς, να μη γελάς, να μην εκσπερματώνεις. Να μην κοιμάσαι απ’ το μέρος της καρδιάς.

Να σκάβεις με την τσάπα σου την κοιλιά του λαού και να σπέρνεις φρενιασμένα μεγαλεία.

Με τανάλιες να τραβάς τις καυλωμένες θηλές.

Να στήνεις μικρόφωνα, ηχητικές εγκαταστάσεις, να συσπειρώνεις τα αιμοσταγή πάθη. Να υψώνεις το χρυσοστόλιστο λάβαρο και τους λοστούς. Γλυκάδια κι αμελέτητα στον πυρωμένο άνεμο των φούρνων.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών.

Να υπόσχεσαι ευτυχία στα σκουλήκια, στους γυμνοσάλιαγκες πρόοδο, προαγωγές, διορισμούς στα ερπετά, ευδαιμονία στα κοράκια, να υπόσχεσαι στα κουνάβια και στους ασβούς παιδεία, πολιτισμό στις ύαινες, ελευθερία στις κύπτουσες υπάρξεις.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών.

Μπετό ταχείας πήξεως

Τα παχύδερμα έχουν φιλοδοξίες και βαθιές μπάσες φωνές. Μιλούν με σχολαστική ακρίβεια για το λιγδιασμένο καιρό. Πετούν φωτοβολίδες σωτηρίας στα μάτια του λαού και στα βλοσυρά βλέμματα. Δίνουν υποσχέσεις για αφράτο ψωμί και καθρεφτάκια ιθαγενών που φεγγρίζουν βαθύ καλοκαιράκι στο Στρυμόνα. Ταχτοποιούν τις ζωές στις προθήκες της κενοδοξίας τους. Περιαυτολογούν ασμένως συσπειρώνοντας τη ζαχαρωμένη ευφορία μας απέναντι στη θέα του εφιάλτη. Μας πατικώνουν, μας ταξινομούν, μας χωρίζουν και μας ενώνουν ως δείγματα της παγκόσμιας Έρημης χώρας. Η τσέπη μας, ο θεός κι η κόκα κόλα είναι οι κλεψύδρες που καταγράφουν τα υπολείμματα της αφθονίας ενός ρημαγμένου κόσμου. Είναι ο καταναγκασμός του θεάματος και τα κουδούνια των ισχνών αγελάδων ενός κόσμου που περιμένει τη σωτηρία απ’ τους άλλους. Ενός κόσμου που προσεύχεται για να φτιαχτεί και ελπίζει για να νοιώσει καλύτερα. Ενός κόσμου παραγεμισμένου με φυλαχτά και φετίχ και ζήλιες και μόδες και καθημερινά έξοδα και κάστρα πάνω στην άμμο.

H έωλη κατασκευή

Ένας πόθος νόθος, τελειωτικός
η λέξη αγωνία στο βάθος του καθρέφτη
κορμάκι με τα σχέδια των Πτολεμαίων
τα πεινασμένα τατουάζ που στάζουν
τελειωτικά γυμνή, μετά, έρως
ανίκατε μάχαν και χειμώνας
η έωλη κατασκευή
στο βάραθρο του κρεβατιού
με τις ειδήσεις πάντα να φωσφορίζουν
αρμονικά και ολέθρια, την ώρα
που σου δαγκώνω το λαιμό
και συ άπλετη γλωσσίτσα βγάζεις
το αρμόδιο καλτσόν και την κιλότα
ως να φανεί των επάλξεων η αιχμή
και το θλιπτό αιδοίο.