ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιουνίου, 2012

ΔΩΡΕΑΝ ΒΙΒΛΙΟ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΘΕΟΜΗΝΙΕΣ

ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

_

ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΣΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΠΑΤΗΣΤΕ:

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΘΕΟΜΗΝΙΕΣ

20 πολύ μικρά πεζά

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Οι ερωμένες μου έχουν γίνει φαντάσματα και ιστορίες μέσα σε βιβλία και ποιήματα. Συναντιόμαστε, συνήθως, στον ύπνο μου. Πίνουμε καφέ, συζητούμε για τα παλιά κι επιδιδόμαστε σε ανάρμοστες πράξεις.

ΕΦΟΔΟΣ

Έγραφε με τόσο πάθος που ξεχάστηκε νηστικός και διψασμένος για μέρες. Οι γείτονες ανησύχησαν. Έσπασαν την πόρτα του. Μα αυτός είχε ήδη δραπετεύσει στα γραπτά του.

ΖΕΥΓΑΡΙ

Αυτή ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Το δωμάτιο σκοτεινό. Μια λουρίδα φως διαγράφεται στο πάτωμα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Μια βρύση ανοίγει κάπου στο διαμέρισμα κι αρχίζουν να σφυρίζουν οι σωλήνες που είναι σα να την έχουν περικυκλώσει. Αυτός ανοίγει την πόρτα. Κρατά ένα ποτήρι νερό. Τι κάνεις στα σκοτεινά; τη ρωτά, την ώρα που το χέρι του ψαχουλεύει στον τοίχο το διακόπτη για ν’ ανάψει το φως.

ΠΛΑΣΙΕ

Ξέρει ποια πόρτα να χτυπήσει, με ποιών τα νερά να πάει. Ξέρει να δακρύζει την κατάλληλη στιγμή. Ξέρει πώς να ερωτοτροπήσει με τη μάνα και τη κόρη συνάμα. Θαρρείς πως είναι ένας άγιος. Κι είναι πράγματι ένας άγιος με τη σύγχρονη έννοια. Ένας μολυσμένος άγιος που μιλάει με μιαν ανάσα για την αγάπη, την ισότητα, την αδελφοσύνη, τις εγκυκλοπαίδειες, τη βίβλο, τα εσώρουχα και πάει λέγοντας.

ΛΗΔΑ ΚΑΙ ΚΥΚΝΟΣ

Συμβαίνει να είναι νέγρα, ψωμωμένη κι όμορφη σαν πάνθηρας. Αυτός γέρος σχεδόν που πρέπει να διεγερθεί για τα καλά. Της κάνει δώρο έναν πολύχρωμο παπαγάλο μέσα σ’ ένα στενό κλουβί. Λέει πάντα πως αυτό είναι το κόλπο με τη Λήδα και τον κύκνο και πως το πετάρισμα των φτερών την καυλώνει τρομερά.

ΕΜΗΝΟΠΑΥΣΗ

Τίποτε δεν προμηνούσε πως, τουλάχιστον σύμφωνα με το ημερολόγιο, πλησίαζε η άνοιξη.

ΝΥΧΤΑ

Μένω ξάγρυπνος συχνά ως αργά τη νύχτα. Ακούω το παθιασμένο αλύχτημα ενός σκύλου, πέρα μακριά. Την απόγνωση στο ασταμάτητο γάβγισμα. Τη σκυλίσια του δυστυχία έξω απ’ τα όρια της ανθρώπινης λογικής. Χωρίς να ξέρει το τι ή το γιατί, χωρίς να ξέρει πως άρχισε ή γιατί θα έπρεπε κάποτε να σταματήσει.

ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ

Συναντηθήκαμε στο μετρό. Χωρίς να πούμε κουβέντα, αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Αυτή ένοιωσε με το στήθος της το χτυποκάρδι μου κι εγώ μύρισα τη βαναυσότητα των πρώην αξιοσέβαστων οργασμών της.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Με ρώτησε για τα γούστα μου και πως θα ’θελα να πεθάνω. Της απάντησα πως θέλω να πεθάνω από κάποιο αφροδίσιο στο καρναβάλι του Ρίο στη Βραζιλία και πως τα γούστα μου είναι απλά. Φαγητό, ποτό, γυναίκες και βιβλία. Και προσωπική μπανιέρα. Α ναι, κυρίως αυτό!

ΔΥΟ ΦΟΥΣΚΑΛΙΑΣΜΕΝΑ ΔΑΧΤΥΛΑ

Μονίμως κουρασμένοι. Τρώγονται μεταξύ τους σαν δυο φουσκαλιασμένα δάχτυλα. Κάνουν έρωτα αδιάφορα κι αποκοιμιούνται, για να ξυπνήσουν αργότερα ζευγαρωμένοι, με το πέος του ακόμα σκληρό και άκαμπτο μέσα της.

ΑΣΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΥΔΑΙΜΩΝ

Αργά το βράδυ έπιασε βροχή. Ο αέρας έφερνε με δύναμη τις σταγόνες στο παράθυρο. Πότε-πότε θαρρείς και πετούσε κάποιος χούφτες με χαλίκια. Όταν ξύπνησα μέσα στη νύχτα έριχνε ακόμα κατακλυσμό. Η μανία της νεροποντής μού δημιούργησε ένα αίσθημα ασφάλειας. Κοίταξα το γάτο μου, που φαινόταν να πιστεύει στον εαυτό του όσο κι εγώ. Ασφαλής και ευδαίμων. Τελείως άφοβος στο μεταξύ, κουλουριασμένος πάνω στις στρωμένες εφημερίδες στο πάτωμα του μπάνιου, περιμένοντας να μαγειρέψω κάτι νόστιμο για τους δυο μας στο καμινέτο του γκαζιού.

ΓΡΑΦΕΙΑ

Περνώ τη μισή μου ζωή σε γραφεία δίχως παράθυρα. Συσκευές τελευταίας τεχνολογίας ρυθμίζουν την υγρασία και τη θερμοκρασία με απόλυτη ακρίβεια. Ένας χλωμός φωτισμός από νέον με κάνει να φαντάζομαι πως βρίσκομαι αρκετά μέτρα κάτω απ’ τη γη. Τα πατώματα είναι καλυμμένα με χαλί απ’ άκρη σ’ άκρη έτσι ώστε αν κάποιος υψώσει τη φωνή του αυτή να πνιγεί προτού ακουστεί. Όμως εδώ ποτέ κανείς δεν υψώνει τη φωνή του!

HYDE PARK

Είναι Κυριακή πρωί. Ο ήλιος εμφανίζεται σποραδικά. Οι Λονδρέζοι ορμούν στο μεγάλο τους πάρκο, ξεσκεπάζοντας γόνατα και μηρούς, μπράτσα και ώμους, με μια γαλακτερή ασπρίλα, σα να ’χουν βγάλει πρόσφατα τους επιδέσμους.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Το μακρύ λευκό της νυχτικό την δείχνει πιο αδύνατη από κάθε άλλη φορά. Τα χέρια της είναι γυμνά και κοκκαλιάρικα κάτω απ’ τους αγκώνες. Οι γαλάζιες φλέβες ξεχωρίζουν πάνω στο άσπρο δέρμα. Το μέτωπο ζαρώνει και φαίνεται έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Η Βουλγάρα αποκλειστική σχεδόν μεθυσμένη και σχεδόν παρανοϊκή με παροτρύνει να σηκωθώ πιάνοντάς με απ’ τον ώμο. Της γυρίζω την πλάτη χωρίς να την κοιτάξω. Αφήνω το συμπυκνωμένο χυμό και τα μπισκότα πάνω στο κομοδίνο και προχωρώ αργά προς την έξοδο στο βάθος. Εκείνη, αναρωτιέται αν θα γυρίσω να τη δω. Όταν φτάνω στην πόρτα της ρίχνω ένα φευγαλέο βλέμμα. Επιστρέφω στο χολ και διασχίζω το διάδρομο. Κατεβαίνω την περιστρεφόμενη σκάλα, βγαίνω απ’ την είσοδο του σπιτιού, στρίβω στη γωνία κι από κει τραβώ προς την παραλία όπου είχα παρκάρει το αμάξι μεσ’ τη λιακάδα.

ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Είναι ξύπνιος πολλές ώρες. Ξενυχτά. Γράφει. Το πρωί πηγαίνει στη δουλειά. Ανταλλάσει μονάχα τις απαραίτητες κουβέντες. Έχει μάτια κατακόκκινα πρησμένα. Αποφεύγει τα βλέμματα. Πολλές φορές τους μιλά ψυχρά, αλλά, κατά τη γνώμη του, με περισσότερη αξιοπρέπεια απ’ ότι αυτοί. Περιμένει τη νύχτα για να γράψει πονεμένα γραπτά. Να στραγγίξει το σώμα του το νυχτέρι. Ν’ αφήσει έργο πίσω του γι’ αυτούς. Αυτός ο βαθύτατα ανθρωπιστής. Που ίσως αγαπάει τον ανθρωπισμό περισσότερο απ’ τους ανθρώπους.

ΛΟΓΙΑ

Είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο της είπε, μέσα σ’ ένα απ’ αυτά τα χαμηλά ομοιόμορφα σπίτια από μπετόν όπου οι συζυγικές αντιζηλίες φαίνονται πιο καθαρά.

ΣΧΟΛΙΚΗ ΑΙΘΟΥΣΑ

Κάθε αβεβαιότητα τροχίζεται εκεί πάνω. Σε τούτη τη σταθερή ακτινοβολία. Σε τούτο το άγρυπνο και επικριτικό μάτι του Ιησού.

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ

Ένας φιλήσυχος κουλτουριάρης τρώει τα αρνίσια του παϊδάκια σε ρεστοράν της Εμμανουήλ Μπενάκη. Έχει ανοιχτό μπροστά του ένα βιβλίο και ταυτοχρόνως διαβάζει απορροφημένος. Το πιρούνι του σκοντάφτει σε κάτι μαλακό ανάμεσα στο λίπος και το κρέας. Καθώς το σκαλίζει με το μαχαίρι πετάγεται μια χοντρή άσπρη κατσαρίδα. Αρχίζει να κάνει εμετό κι απ’ το στομάχι του ξεχύνεται ένα ατέλειωτο ποτάμι από τερατώδεις κατσαρίδες. Όλες ζωηρόχρωμες και ορισμένες με κατσαρές φουντωτές ουρές και μουστάκια.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Σηκώνομαι κάθε πρωί απ’ το κρεβάτι και σκέφτομαι τις ώρες που θα ξοδέψω στο σχολείο, περιμένοντας το διάλειμμα ή το μεσημεριανό φαγητό. Σκέφτομαι τους καθηγητές μου, όλα αυτά τα κακόμοιρα πλάσματα που μου κλέβουν το χρόνο. Όλα αυτά τα ακατανόητα πράγματα φροντισμένα προκαταβολικά πριν από χρόνια.

4 ΕΚΑΤΟΣΤΑ

Το σπίτι κουνιέται σαν ξεχαρβαλωμένο δόντι σε σάπια ούλα. Ένα δυνατός θόρυβος ακούγεται από μια ρωγμή στα ντουβάρια. Το κρεβάτι μου έχει πάρει κλίση προς τον απέναντι τοίχο. Πετάγομαι απ’ τον ύπνο στο σκοτάδι ιδρωμένος και βλέπω πως, μάλλον το κτήριο γέρνει, αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς. Ένας αιώνας ίσως συμβάλει μερικά εκατοστά. Ίσως τέσσερα εκατοστά το χρόνο. Όσο πλησιάζει η Ευρώπη την Αφρική.

Πρώτη δημοσίευση http://toparathyro.wordpress.com/2012/01/

Εγκώμιο φιλάθλων

Η θρησκεία, το ποδόσφαιρο και ο πατριωτισμός είναι το τρίπτυχο που ενώνει τους ηλίθιους του τόπου μου. Οι συλλογικοί μύθοι έχουν έναν δεσποτισμό που σε κάνει να βουρκώνεις και να μη σκέφτεσαι. Ο εθνικισμός που χειραγωγεί τα πλήθη είναι το ρεζιλίκι της ανθρώπινης ύπαρξης που φτάνει στο ξεχαρβάλωμα και στον εφιάλτη. Τα ολοκαυτώματα όπου γης είναι τα αποτελέσματα του αδυσώπητου έρωτα για το έθνος, τη θρησκεία και τις σωβρακοφανέλες του πολεμιστή. Πίσω απ’ την ανθρώπινη υποχονδρία τού να υπερασπίζεσαι ένα χονδροειδές ψέμα ή μιαν αυταπάτη και να προσδιορίζεσαι μέσα απ’ αυτή βρίσκεται η ποικιλώνυμη εξουσία και τα συμφέροντά της. Η εξουσία επινοεί και διαχειρίζεται τους συλλογικούς μύθους. Τους χρησιμοποιεί ως βαλβίδες ασφαλείας έτοιμες να εκτονώσουν τα καταπιεσμένα πάθη και τις ασύδοτες καύλες που όταν ξεφεύγουν αλλάζουν τις κοινωνίες και τη διαχείρισή τους. Οι συλλογικοί μύθοι είναι το αντίδοτο στην καταπίεση του οχταώρου σκλαβιάς που θα παράξει τα προς το ζην στον εργάτη και στα παιδιά του-τους μελλοντικούς εργάτες-αλλά και υπεραξία στον άρχοντα. Η υπεραξία τροφοδοτεί τη σοφία και την κουλτούρα της άρχουσας τάξης η οποία φυσικά δεν έχει θεούς, δαίμονες και ιδρωμένα πειραματόζωα. Η ελευθερία της στηρίζεται στο δεσποτισμό. Η σκλαβιά της κατώτερης τάξης στηρίζεται στο παράδοξο και τη μεταφυσική. Η ανώτερη τάξη εκφύλισε την κατώτερη και την έκανε πουτάνα της. Την ντύνει γελοία με τις υποκρισίες της, την κολακεύει με τον καρναβαλικό της ευδαιμονισμό. Επίσκοποι, ισχυροί άντρες, μονάρχες, αξιωματούχοι, διανοούμενοι είναι επιφορτισμένοι να επιβάλουν την εργασία σ’ αυτούς που προηγουμένως έχουν περάσει το χρυσοποίκιλτο χαλκά. Σ’ αυτούς που έχουν αποβλακώσει με κάθε μέσο. Σ’ αυτούς που μασκαρεύονται με τα χρώματα της πατρίδας και ουρλιάζουν σαν στείρες σκύλες πνίγοντας τη φύση τους μέσα στο βόθρο των συμβόλων, της φλυαρίας και των αναμνήσεων. Προλετάριους που διδάσκονται καθημερινά ότι το προλεταριάτο ψόφησε. Κακομοίρηδες που πίστεψαν στο μεγαλείο της δημοκρατίας και βαυκαλίζονται με αρχαιολατρίες και Περικλέτους. Ταλαίπωροι που έφυγαν απ’ τη μιζέρια του χωριού και βρέθηκαν υπάλληλοι στο κωλοχανείο της πόλης. Μαστουρωμένοι με τα ιδεώδη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το ΝΑΤΟ, τη γυναικούλα, την ασφάλεια και την ιερότητα των συνόρων που κάθε ξυπόλητος μαυριδερός πούστης παραβιάζει. Αγανακτισμένοι που διαμαρτύρονται για τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ελπίζοντας πως ένα μεγάλο κίνημα ελεημοσύνης θα αναπληρώσει την κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων, τη μείωση των μισθών, τη σταδιακή εξαφάνιση της χρήσιμης εργασίας, τη διάλυση της εκπαίδευσης, των συγκοινωνιών, των υπηρεσιών υγείας, της ποιοτικής γεωργίας, της φυσικής κτηνοτροφίας. Ελπίζοντας πως το κακό θα περάσει ξυστά όταν αυτοί θα μαλακίζονται με σημαίες, μεγαλόσταυρους και λοιπά εθνικά άκρως ηρωικά μουνόπανα και τριχωτές θειάδες άλλων χωρών που έχουν στο ώμο περασμένες τσάντες από ανθρώπινο πετσί.

Άρλεκιν

Αυτή φυλακισμένη σε κουζινάκι της ενδοχώρας. Αυτός ράθυμος ηδονιστής. Συναντιούνται τόσο αργά όσο η φωτιά με το νερό. Αυτός τη χαϊδεύει στα γόνατα. Αυτή παίρνει το χέρι του στο χέρι της. Αυτή οκνηρή μα ηδονική. Οι λέξεις σα να τις έχει κυλήσει στον ουρανίσκο πριν τις εγκαταλείψει στο κενό. Αυτός την αγκαλιάζει. Η σάρκα της αφράτη και ζεστή. Αυτός είναι ότι αυτή ποθεί κι ονειρεύεται. Αυτός τη ρίχνει στο κρεβάτι. Σκύβει πάνω της. Αυτός γλιστρά το δάχτυλό του μέσα της. Την τραβά πάνω του και βυθίζεται μέχρι τέρμα. Αυτή τού γλείφει το λαιμό, τις μασχάλες και τ’ αυτιά. Αυτή βγάζει βαθύ αναστεναγμό κι αφήνεται πάνω του. Αυτός τη γυρίζει ανάσκελα και της σηκώνει τις γάμπες πάνω απ’ τον ώμο. Αυτή πονάει και ουρλιάζει και χτυπιέται. Αυτός δεν μπορεί να κρατηθεί. Τραβιέται κι αφήνει ελεύθερο το χείμαρρό του στον αφαλό της. Αυτή ξαπλωμένη ανάσκελα. Τα μάτια της γυαλίζουν. Οι γάμπες της μισάνοιχτες κι η σάρκα της ανατριχιάζει ελαφρά. Αυτός ξεψυχισμένος δίπλα της. Αυτός ένας ράθυμος ηδονιστής. Αυτή φυλακισμένη σε κουζινάκι της ενδοχώρας. Με τα μανίκια ανασηκωμένα μαγειρεύει για το σύζυγο και τα παιδιά. Το κορμί της σιγοβράζει κάτω απ’ το μαύρο μακό, μακριά απ’ όλες τις προκλήσεις. Απ’ το καλό και το κακό.

Μικρό εγχειρίδιο φασισμού

Να αγαπάς τον πλησίον σου όσο μισείς τον εαυτό σου.

Να αυγατίζεις στο τερπνό εφηβαίο της ξένης σάρκας τους βανδαλισμούς.

Όταν ακούς μέσα στο αίμα τη λέξη μανούλα σε ξένη γλώσσα να της κόβεις τη γλώσσα.

Να αγαπάς την πατρίδα σου στα όρια του ηθικού κλονισμού.

Καμιά αμφιβολία και κανένα φόβο και καμιά διάψευση και καμιά προσδοκία και καμιά απόγνωση και καμιά προδοσία. Μονόφθαλμη μονάχα εγκαρτέρηση για αίμα.

Να είσαι ο καλπασμός της φυλής που ιριδίζει τις πιο αρχαίες έξεις.

Να είσαι η εκκωφαντική αντήχηση της δύναμης που παιανίζει σύσσωμη το μίσος της για την αδυναμία.

Ο θυμός σου να είναι το έμβλημα ευγενείας των πραγμάτων.

Να διαστρέφεις το λυρικό μαγνητισμό των σωμάτων τη λαγνεία και τις ορμές με μνησίκακο πόνο.

Να καθοδηγείς τις έσχατες φυλετικές ικμάδες.

Εν αρχή ην ο τρόμος. Ο πλάστης των ηθών. Ο ήλιος που πυροδοτεί τις εκρήξεις όλων των ήλιων.

Να εξασκείσαι στο βιασμό και στη γλυπτή ησυχία του θανάτου.

Να θωπεύεις τσακισμένα κρανία και σφαγές αμάχων στον ύπνο σου.

Να γράφεις την ωδή του μανιασμένου σου κορμιού στο σκοτεινό λαγούμι της αιμομιξίας. Να γεννάς παιδιά δασύτριχα θηρία. Να έχουν για μάνα τη μάνα σου και για πατέρα τον αδερφό τους.

Να είσαι η αυτοδίκως τέλεια συντέλεια κι η βασιλεία των ουρανών.

Να είσαι ο χριστιανός που ολοκληρώνει την αποστολή του. Που ξεβρομίζει το βρόμικο κόσμο.

Να μην κλαίς, να μη γελάς, να μην εκσπερματώνεις. Να μην κοιμάσαι απ’ το μέρος της καρδιάς.

Να σκάβεις με την τσάπα σου την κοιλιά του λαού και να σπέρνεις φρενιασμένα μεγαλεία.

Με τανάλιες να τραβάς τις καυλωμένες θηλές.

Να στήνεις μικρόφωνα, ηχητικές εγκαταστάσεις, να συσπειρώνεις τα αιμοσταγή πάθη. Να υψώνεις το χρυσοστόλιστο λάβαρο και τους λοστούς. Γλυκάδια κι αμελέτητα στον πυρωμένο άνεμο των φούρνων.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών.

Να υπόσχεσαι ευτυχία στα σκουλήκια, στους γυμνοσάλιαγκες πρόοδο, προαγωγές, διορισμούς στα ερπετά, ευδαιμονία στα κοράκια, να υπόσχεσαι στα κουνάβια και στους ασβούς παιδεία, πολιτισμό στις ύαινες, ελευθερία στις κύπτουσες υπάρξεις.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών.

Μπετό ταχείας πήξεως

Τα παχύδερμα έχουν φιλοδοξίες και βαθιές μπάσες φωνές. Μιλούν με σχολαστική ακρίβεια για το λιγδιασμένο καιρό. Πετούν φωτοβολίδες σωτηρίας στα μάτια του λαού και στα βλοσυρά βλέμματα. Δίνουν υποσχέσεις για αφράτο ψωμί και καθρεφτάκια ιθαγενών που φεγγρίζουν βαθύ καλοκαιράκι στο Στρυμόνα. Ταχτοποιούν τις ζωές στις προθήκες της κενοδοξίας τους. Περιαυτολογούν ασμένως συσπειρώνοντας τη ζαχαρωμένη ευφορία μας απέναντι στη θέα του εφιάλτη. Μας πατικώνουν, μας ταξινομούν, μας χωρίζουν και μας ενώνουν ως δείγματα της παγκόσμιας Έρημης χώρας. Η τσέπη μας, ο θεός κι η κόκα κόλα είναι οι κλεψύδρες που καταγράφουν τα υπολείμματα της αφθονίας ενός ρημαγμένου κόσμου. Είναι ο καταναγκασμός του θεάματος και τα κουδούνια των ισχνών αγελάδων ενός κόσμου που περιμένει τη σωτηρία απ’ τους άλλους. Ενός κόσμου που προσεύχεται για να φτιαχτεί και ελπίζει για να νοιώσει καλύτερα. Ενός κόσμου παραγεμισμένου με φυλαχτά και φετίχ και ζήλιες και μόδες και καθημερινά έξοδα και κάστρα πάνω στην άμμο.

H έωλη κατασκευή

Ένας πόθος νόθος, τελειωτικός
η λέξη αγωνία στο βάθος του καθρέφτη
κορμάκι με τα σχέδια των Πτολεμαίων
τα πεινασμένα τατουάζ που στάζουν
τελειωτικά γυμνή, μετά, έρως
ανίκατε μάχαν και χειμώνας
η έωλη κατασκευή
στο βάραθρο του κρεβατιού
με τις ειδήσεις πάντα να φωσφορίζουν
αρμονικά και ολέθρια, την ώρα
που σου δαγκώνω το λαιμό
και συ άπλετη γλωσσίτσα βγάζεις
το αρμόδιο καλτσόν και την κιλότα
ως να φανεί των επάλξεων η αιχμή
και το θλιπτό αιδοίο.

Πίσω απ’ τις γρίλιες

Παραμονεύω πίσω απ’ τις γρίλιες
εσένα Μούσα
μυρίζοντας τη βροχούλα
έχοντας για αιώνιο ενθύμιο σκέψεις
σκέψεις μαύρες από κάρβουνο και
σκέψεις ταραγμένες
απ’ τον ταραγμένο καιρό, τόσο
που ακτινοβολώ σαν ανήλιαγο δερματάκι
που’ χει πάρει το σχήμα του μαγιό
τόσο που λυγίζω κρύβοντας
τους πιο σπουδαίους φόβους μου
μέσ’ το φανταστικό σου
ποιητικό μουνί.

Βόρειες χώρες

είναι άσχημος κόσμος και πνιγηρός
τούτος εδώ
σκέφτομαι πολλές φορές να δραπετεύσω στις Βόρειες χώρες
μα κι εκεί συμβαίνουν θλιβερά πράγματα
τρελοί και ξενέρωτοι
και μισοπεθαμένα άλογα κούρσας
ιδρώνουν νευρικά περιμένοντας τη σύνταξη
μέσα σε ζαχαροπλαστεία
και μέσα σε ξενέρωτες παμπ
χωρίς καυγάδες
και χωρίς τη δροσούλα της γύμνιας
με το χάρτη του ουρανού να φαίνεται ατελής
και το κρύο χώμα να σε κάνει
να μη θες να γράφεις ποίηση

Η μουγκή

Τη βρίσκω συχνά στην αγορά. Η αγορά είναι το σπίτι της. Οι δρόμοι. Οι πλατείες. Τα στενά. Τα καλντερίμια. Οι στοές. Μουγκρίζει με μια βραχνή φωνή που πότε πότε δυναμώνει. Είναι ένας βρώμικος δαίμονας. Ένας χείμαρρος από φθόγγους βγαίνει απ’ τα χείλη της. Μιλά μ’ έναν τρόπο φρενήρη. Ακατάληπτα και παράφορα. Σαν μαινάδα απέναντι σ’ ένα συντριπτικό πεπρωμένο. Δεν έχει όνομα, σπίτι, ανθρώπους, κατοικίδια. Έχει φωνητικές χορδές σαν μπλεγμένα καλώδια. Πληγωμένη, κομματιασμένη ύπαρξη που φτεροκοπά στη μαυρίλα. Μια ζωντανή πληγή που αιμορραγεί. Ζητιανεύει λίγο γάλα ή λίγο ποτό. Όλη την ώρα που μιλά μού σφίγγει το χέρι, σα να θέλει να βεβαιωθεί για την παρουσία μου. Νιώθω τα νύχια της να χώνονται μεσ’ τη σάρκα μου σα να προσπαθεί μ’ αυτά να μεταδώσει εκείνο που είναι αδύνατο να εκφραστεί με λέξεις.

Ο τρελός

Ο τρελός λέει: εγώ ειμί το φως του κόσμου. Ο τρελός κρατά στην αγκαλιά του το σώμα του. Τα χέρια, τα πόδια, τους γλουτούς, το πονεμένο στήθος που ρημάχτηκε, τα μάτια που στράγγιξε η πίστη που δεν υπάρχει πια. Ο τρελός κουβαλά το φέρετρο του κόσμου. Κουβαλά τον νεκρό κόσμο στην πλάτη του. Γιατί ο κόσμος που δεν πιστεύει πια τους τρελούς είναι ήδη νεκρός.

Υπαρκτός μικροαστισμός

(δέκα μικροαστικές σκέψεις για το μικροαστισμό)

1

Την ίδια ώρα που αρνείται ο μικροαστός την εξουσία, την ίδια ώρα τη θαυμάζει ή την παρωδεί άγρια κι αλύπητα. Την αναθέτει πάντα σε άλλους ενώ αυτός αρκείται στο να την δικαιολογεί ή να την αμφισβητεί. Δεν καθορίζει τις ιστορικές συνθήκες αφού λειτουργεί ως ένα είδος μεσάζοντα μεταξύ της κυρίαρχης εκμεταλλεύτριας τάξης και του προλεταριάτου. Ο μικροαστός διαθέτει μεγάλη ικανότητα προσαρμογής διότι στερείται ταξικής συνείδησης, προσαρμόζει την ιδεολογία του, τα προσόντα του και τις συνήθειές του στο εκάστοτε σύστημα. Μαϊμουδίζει τις απόψεις όσων πλασάρονται ως αυθεντίες. Αντιγράφει με κωμικό τρόπο αστικές συνήθειες. Ανάμεσα στην ελευθερία και την ησυχία διαλέγει την ησυχία του.

2

Ο μικροαστός βασανίζεται κάθε στιγμή απ’ το συναίσθημα ότι είναι περιττός. Πιπιλίζει τη λέξη αυτοκριτική, αυτοσυνειδησία, αυτοαξιολόγηση. Αυτοαμφισβητείται διαρκώς διατηρώντας και διευρύνοντας τα όρια του χώρου που καταλαμβάνει. Ανήκει στην τάξη που θεωρείται παραδειγματική. Οικογένεια, θρησκεία, ασφάλεια. Ανήκει στην τάξη που πατάει σε δήθεν αναλλοίωτες αρχές, παράγοντας σε μαζική κλίμακα τους τρόπους της καθημερινής ζωής, καθιστώντας τους δεσμευτικούς ακόμη και για την κατώτερη τάξη. Εδώ αναπτύσσεται και ο ιδιόμορφος ρατσισμός του. Όποιος δεν διαθέτει προσαρμο-στικότητα στη δική του ηγεμονία της καθημερινής κουλτούρας είναι ξένος και αποσυνάγωγος.

3

Ολόκληρη η ουσία της μαζικής κατανάλωσης είναι διαποτισμένη απ’ τις αντιλήψεις του μικροαστού. Η διαφήμιση είναι η προβολή της συνειδήσεώς του. Ατομισμός, φορμαλισμός, ανάγκη διάκρισης. Ο μικροαστός απορροφά κάθε νεοτερισμό απ’ όπου κι αν προέρχεται. Προσεταιρίζετε κάθε αυτόνομη έκφραση και κάθε εναλλακτική κίνηση. Από τα μπλούζ και τα μοιρολόγια μέχρι τη ροκ μουσική ενστερνίζεται τα πάντα και τα προσαρμόζει στο ηγεμονικό εγώ της αισθητικής του. Απαλλοτριώνει και απορροφά χωρίς δισταγμό κάθε κίνημα απ’ την οικολογία μέχρι την πιο πειραγμένη καλλιτεχνική πρωτοπορία.

4

Ο μικροαστός επιτίθεται λυσσαλέα στις κατώτερες τάξεις αλλά κυρίως στην οργανωμένη εργατική τάξη που τη θεωρεί απειλή. Ο μικροαστός είναι σταθερά ο μεσαίος. Ο ψηφοφόρος της κεντροδεξιάς, της κεντροαριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας. Ενίοτε μεταμορφώνεται σε κουκουλοφόρο δήθεν αναρχικό ή σε πατριώτη εθνικιστή.

5

Είναι ευφυής, ταλαντούχος, επινοητικός διότι απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά εξαρτάται η επιβίωσή του. Πουλάει τις δεξιότητές του για να μπορεί να συντηρηθεί. Οι γνώσεις που χρυσοπληρώνει για να τις αποκτήσει είναι χαρτιά, πιστοποιητικά, βεβαιώσεις, τίτλοι σπουδών κι ένας πακτωλός εγγράφων που βοηθούν να πιάσει καλλίτερη τιμή στο παζάρι. Αυτοί που έχουν κάθε φορά την εξουσία αγοράζουν απ’ αυτόν ευφυΐα και επινοητικότατα για να μπορούν να διατηρήσουν αλλά και να διευρύνουν την εξουσία τους.

6

Ο μικροαστός δεν θέλει να είναι μικροαστός. Αρνείται συστηματικά την τάξη του κι αυτό είναι που τον καθορίζει. Θεωρεί μικροαστό οποιονδήποτε άλλο εκτός απ’ τον εαυτό του.

7

Δεν διανοείται την αλληλεγγύη και την συλλογική δράση. Θεωρεί τον εαυτό του διαφορετικό και ξεχωριστό και απολαμβάνει τον αυνανιστικό παροξυσμό των εγχειριδίων τού «κάντο μόνος σου». Θεωρεί ατιμωτική την εξάρτηση απ’ τους άλλους. Πιστεύει στις ατομικές λύσεις, έχοντας τη βαθιά μεταφυσική πεποίθηση, πως αυτός θα τα καταφέρει μαζεύοντας βρούβες ή φυτεύοντας λάχανο μάπα στον ακάλυπτο.

8

Είναι το αιωρούμενο υπόλοιπο και το κατάλοιπο των ταξικών πολέμων. Βγάζει φλύκταινες όταν ακούει για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και κομουνισμό. Στο εικονοστάσι του έχει τα στέφανα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ελεύθερης αγοράς.

9

Η μικροαστική τάξη είναι η πιο διασπασμένη και κομματιασμένη τάξη. Ασυνάρτητη και απρόβλεπτη. Ο μικροαστός πότε κολλά ως ουρά στο προλεταριάτο-όταν το βλέπει να δυναμώνει και να αποκτά δύναμη-και πότε χειμάζει στη δεξιά κάνοντας τη λάντζα του μεγαλοαστού. Η σχέση του με τα μέσα παραγωγής υπήρξε πάντα έμμεση και διαμεσολαβημένη και αυτό τον στιγματίζει ως ανίκανο να αναλάβει την πολιτική εξουσία. Αυτή η τάξη δεν μπορεί και δε θέλει να γίνει κυρίαρχη τάξη και αυτήν την ανικανότητά της την έχει εσωτερικεύσει.

10

Εσχάτως η μικροαστική νοοτροπία έχει παρασύρει το ευρωπαϊκό προλεταριάτο στην ηττοπάθεια αλλά και ο τρόπος ζωής των μεγαλοαστών έχει διαβρωθεί απ’ την μικροαστική κουλτούρα. Αποτέλεσμα ο σημερινός ευρωπαϊκός χυλός που δυσκολεύεται να προσδιοριστεί ταξικά. Που ψάχνει άμεσες και τυχοδιωκτικές λύσεις στα δύσκολα. Που αλέθει κάθε φορά στις αντιδραστικές του μυλόπετρες τις ανθρώπινες συνειδήσεις.

Σχόλιο πάνω στους ορισμούς της ποίησης

Ποίηση είν’ αυτό που προϋπάρχει του ποιήματος.
Το ποίημα είναι ότι απέμεινε απ’ την ποίηση και
πρέπει να ειπωθεί για να θυμίζει την ποίηση που
προϋπήρξε του ποιήματος. Ποίηση είναι να ζητάς
ανταπόκριση βίαια. Να προκαλείς έναν απότομο
στιγμιαίο πόνο. Ποίηση είναι η επιθυμία να
ρίξεις μια πέτρα στο πλήθος. Το ποίημα είναι
η πέτρα που δεν ξέρεις ποιόν θα βρει. Που δεν
ξέρεις αν θα βρει κάποιον ή αν θα πέσει στο κενό.
Γράφω ποίηση σημαίνει πετροβολώ το πλήθος.
Διεκδικώ τη μυθική συναρπαγή της στιγμής
στο χείλος του κενού.

Yπερήφανος χορηγός

Πάντα το μέλλον κάνει επέλαση. Κάθε
στιγμή δείχνει τα δόντια του. Κι οι γέροι
αναρωτιούνται, τι μέλλον θ’ αφήσουν

στα παιδιά τους. Άλλους εργάτες κι άλλους
τρισκατάρατους αναλυτές. Κι άλλους λάγνους
μπουρζουάδες μαινόμενους που γλείφουν

της καλοζωίας τα σπλάχνα. Που βγάζουν
νόμους, ψηφίσματα στον ΟΗΕ χάρτα
δικαιωμάτων πρωτόκολλα. Άλλους γλείφτες

και φλογερούς ανθρωπιστές που εκ των έσω
ανθοφορούν, που ευλογούν την ανατροπή
με χορηγό την κόκα κόλα και το πένθος

το μαύρο θάνατο που φέρνει τη λεπίδα
στο λαιμό και τα χείλη όσων δεν
υπογράφουν τη δήλωση, σκοτεινούς

συνωμότες της ουτοπίας που αναρωτιούνται
σε τι παιδιά θα παραδώσουμε το μέλλον μας!
Ποια εταιρία θα γίνει του μέλλοντος

ο υπερήφανος χορηγός!

Ξένα κορμάκια

Αυτό που εύχεσαι πάντα είναι να σταματήσεις το χρόνο για να διατηρήσεις άφθαρτη την ομορφιά της στιγμής. Νεορομαντισμός. Ο τύμβος των πεσόντων της γραφής. Το χαρτί και το πληκτρολόγιο. Ο πόνος των δαχτύλων. Ραχιτικοί, σκεβρωμένοι, με το στομάχι διπλωμένο και το αδυσώπητο μάτι του κριτή. Φαντασμένοι, δίνουν συμβουλές χωρίς να τις ζητάει κανείς. Ένα παίγνιο χειραγωγημένης φαντασίας. Μεγαλειώδη ψεύδη για τις αλλόφρονες μάζες. Μηχανισμοί μιας άτυπης καταστολής κατακαβλωμένων σαρκίων. Η γραφή ως ανταλλακτική αξία σε κάποιο ιδεολογικό χρηματιστήριο με παραπέτασμα τη μυθολογία του καταραμένου ή του ασυμβίβαστου. Καλλιτεχνική τρέλα, ιδιαιτερότητα και άλλες νοστιμιές στο παιχνίδι της κατανάλωσης. Ένα περιβάλλον που υπερτονίζει και καλλιεργεί το μύθο της ατομικής ελευθερίας του επώνυμου δημιουργού, χρησιμοποιώντας τον ως άλλοθι, για να αποσιωπήσει την ευρύτερη ανελευθερία του ανώνυμου ατόμου που σκιαμαχεί στον καρναβαλικό Γολγοθά του ανταγωνισμού. Ένας φαύλος κύκλος μεροληψίας, ιδεοληψίας και σκοπιμότητας. Ο εύκολος τρόπος φυγής του καλλιτέχνη στο όνειρο. Το έργο τέχνης και ο κοινωνικός περίγυρος στην τροχιά ενός ασφυχτικού παιχνιδιού εμπορικής συναλλαγής. Η αποθέωση της συσκευασίας, της πόζας και του νεοακαδημαϊσμού. Ο πορνό-κυνισμός του διανοητή που φιλάρεσκα συμμετέχει, ψάχνοντας ταυτότητα και θέση μέσα στη νέα τάξη πραγμάτων. Ένας αποστειρωμένος λόγος με Αλκυονίδες εκλάμψεις ψευτοανθρωπισμού πασπαλισμένος με ακραίο φιλελευθερισμό που αφορά ξένα κορμάκια.

Η δυναμική του Κολοκοτρώνη

     Βγήκαμε τρέχοντας απ’ το φλεγόμενο σπίτι. Τα βάτα γύρω είχαν αρπάξει για τα καλά. Μέσα στη νύχτα, το θέαμα, έμοιαζε από ψηλά σαν μια τοπική έκλειψη ηλίου.

     Παρακολουθούσαμε όλοι προσεχτικά τη φωτιά που φαινόταν να μας μαγνητίζει. Άξαφνα το έδαφος άρχισε να τρέμει και να γίνεται ένας μικρός σεισμός. Μια ρωγμή, σαν ένα βιαστικό σχέδιο αστραπής στο χαρτί, άρχισε να διαγράφεται στο χώμα.

     «Μα τι διάολο», φώναξε κάποιος. «Εδώ είναι ο τάφος του Κολοκοτρώνη».

     Η γη άνοιξε στα δυο κι ο Κολοκοτρώνης ξεπετάχτηκε σα γιγάντιος τυφλοπόντικας όλο χώματα.

     «Που-που-βρίσκομαι», ψέλλισε ο γέρος του Μοριά με τη βαθιά γέρικη φωνή του.

     Προσπαθούσε να τινάξει τα χώματα απ’ τα μπράτσα και τους ώμους. Φαινόταν σαστισμένος και ζαβλακωμένος απ’ τη νύστα. Με δυσκολία μπόρεσε ν’ ανοίξει τα μάτια του μετά τον υπεραιωνόβιο ύπνο του.

     «Μόλις αναστήθηκες εκ νεκρών» του είπα και γύρισε τότε κι αυτός να κοιτάξει το πατρικό μας σπίτι που ισοπεδωνόταν απ’ τη φωτιά.