Ξένα κορμάκια

Αυτό που εύχεσαι πάντα είναι να σταματήσεις το χρόνο για να διατηρήσεις άφθαρτη την ομορφιά της στιγμής. Νεορομαντισμός. Ο τύμβος των πεσόντων της γραφής. Το χαρτί και το πληκτρολόγιο. Ο πόνος των δαχτύλων. Ραχιτικοί, σκεβρωμένοι, με το στομάχι διπλωμένο και το αδυσώπητο μάτι του κριτή. Φαντασμένοι, δίνουν συμβουλές χωρίς να τις ζητάει κανείς. Ένα παίγνιο χειραγωγημένης φαντασίας. Μεγαλειώδη ψεύδη για τις αλλόφρονες μάζες. Μηχανισμοί μιας άτυπης καταστολής κατακαβλωμένων σαρκίων. Η γραφή ως ανταλλακτική αξία σε κάποιο ιδεολογικό χρηματιστήριο με παραπέτασμα τη μυθολογία του καταραμένου ή του ασυμβίβαστου. Καλλιτεχνική τρέλα, ιδιαιτερότητα και άλλες νοστιμιές στο παιχνίδι της κατανάλωσης. Ένα περιβάλλον που υπερτονίζει και καλλιεργεί το μύθο της ατομικής ελευθερίας του επώνυμου δημιουργού, χρησιμοποιώντας τον ως άλλοθι, για να αποσιωπήσει την ευρύτερη ανελευθερία του ανώνυμου ατόμου που σκιαμαχεί στον καρναβαλικό Γολγοθά του ανταγωνισμού. Ένας φαύλος κύκλος μεροληψίας, ιδεοληψίας και σκοπιμότητας. Ο εύκολος τρόπος φυγής του καλλιτέχνη στο όνειρο. Το έργο τέχνης και ο κοινωνικός περίγυρος στην τροχιά ενός ασφυχτικού παιχνιδιού εμπορικής συναλλαγής. Η αποθέωση της συσκευασίας, της πόζας και του νεοακαδημαϊσμού. Ο πορνό-κυνισμός του διανοητή που φιλάρεσκα συμμετέχει, ψάχνοντας ταυτότητα και θέση μέσα στη νέα τάξη πραγμάτων. Ένας αποστειρωμένος λόγος με Αλκυονίδες εκλάμψεις ψευτοανθρωπισμού πασπαλισμένος με ακραίο φιλελευθερισμό που αφορά ξένα κορμάκια.

Η δυναμική του Κολοκοτρώνη

     Βγήκαμε τρέχοντας απ’ το φλεγόμενο σπίτι. Τα βάτα γύρω είχαν αρπάξει για τα καλά. Μέσα στη νύχτα, το θέαμα, έμοιαζε από ψηλά σαν μια τοπική έκλειψη ηλίου.

     Παρακολουθούσαμε όλοι προσεχτικά τη φωτιά που φαινόταν να μας μαγνητίζει. Άξαφνα το έδαφος άρχισε να τρέμει και να γίνεται ένας μικρός σεισμός. Μια ρωγμή, σαν ένα βιαστικό σχέδιο αστραπής στο χαρτί, άρχισε να διαγράφεται στο χώμα.

     «Μα τι διάολο», φώναξε κάποιος. «Εδώ είναι ο τάφος του Κολοκοτρώνη».

     Η γη άνοιξε στα δυο κι ο Κολοκοτρώνης ξεπετάχτηκε σα γιγάντιος τυφλοπόντικας όλο χώματα.

     «Που-που-βρίσκομαι», ψέλλισε ο γέρος του Μοριά με τη βαθιά γέρικη φωνή του.

     Προσπαθούσε να τινάξει τα χώματα απ’ τα μπράτσα και τους ώμους. Φαινόταν σαστισμένος και ζαβλακωμένος απ’ τη νύστα. Με δυσκολία μπόρεσε ν’ ανοίξει τα μάτια του μετά τον υπεραιωνόβιο ύπνο του.

     «Μόλις αναστήθηκες εκ νεκρών» του είπα και γύρισε τότε κι αυτός να κοιτάξει το πατρικό μας σπίτι που ισοπεδωνόταν απ’ τη φωτιά.