Η μουγκή

Τη βρίσκω συχνά στην αγορά. Η αγορά είναι το σπίτι της. Οι δρόμοι. Οι πλατείες. Τα στενά. Τα καλντερίμια. Οι στοές. Μουγκρίζει με μια βραχνή φωνή που πότε πότε δυναμώνει. Είναι ένας βρώμικος δαίμονας. Ένας χείμαρρος από φθόγγους βγαίνει απ’ τα χείλη της. Μιλά μ’ έναν τρόπο φρενήρη. Ακατάληπτα και παράφορα. Σαν μαινάδα απέναντι σ’ ένα συντριπτικό πεπρωμένο. Δεν έχει όνομα, σπίτι, ανθρώπους, κατοικίδια. Έχει φωνητικές χορδές σαν μπλεγμένα καλώδια. Πληγωμένη, κομματιασμένη ύπαρξη που φτεροκοπά στη μαυρίλα. Μια ζωντανή πληγή που αιμορραγεί. Ζητιανεύει λίγο γάλα ή λίγο ποτό. Όλη την ώρα που μιλά μού σφίγγει το χέρι, σα να θέλει να βεβαιωθεί για την παρουσία μου. Νιώθω τα νύχια της να χώνονται μεσ’ τη σάρκα μου σα να προσπαθεί μ’ αυτά να μεταδώσει εκείνο που είναι αδύνατο να εκφραστεί με λέξεις.

Ο τρελός

Ο τρελός λέει: εγώ ειμί το φως του κόσμου. Ο τρελός κρατά στην αγκαλιά του το σώμα του. Τα χέρια, τα πόδια, τους γλουτούς, το πονεμένο στήθος που ρημάχτηκε, τα μάτια που στράγγιξε η πίστη που δεν υπάρχει πια. Ο τρελός κουβαλά το φέρετρο του κόσμου. Κουβαλά τον νεκρό κόσμο στην πλάτη του. Γιατί ο κόσμος που δεν πιστεύει πια τους τρελούς είναι ήδη νεκρός.