Η μουγκή

Τη βρίσκω συχνά στην αγορά. Η αγορά είναι το σπίτι της. Οι δρόμοι. Οι πλατείες. Τα στενά. Τα καλντερίμια. Οι στοές. Μουγκρίζει με μια βραχνή φωνή που πότε πότε δυναμώνει. Είναι ένας βρώμικος δαίμονας. Ένας χείμαρρος από φθόγγους βγαίνει απ’ τα χείλη της. Μιλά μ’ έναν τρόπο φρενήρη. Ακατάληπτα και παράφορα. Σαν μαινάδα απέναντι σ’ ένα συντριπτικό πεπρωμένο. Δεν έχει όνομα, σπίτι, ανθρώπους, κατοικίδια. Έχει φωνητικές χορδές σαν μπλεγμένα καλώδια. Πληγωμένη, κομματιασμένη ύπαρξη που φτεροκοπά στη μαυρίλα. Μια ζωντανή πληγή που αιμορραγεί. Ζητιανεύει λίγο γάλα ή λίγο ποτό. Όλη την ώρα που μιλά μού σφίγγει το χέρι, σα να θέλει να βεβαιωθεί για την παρουσία μου. Νιώθω τα νύχια της να χώνονται μεσ’ τη σάρκα μου σα να προσπαθεί μ’ αυτά να μεταδώσει εκείνο που είναι αδύνατο να εκφραστεί με λέξεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s