ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιουλίου, 2012

Εγώ, ο λίβελος

Οι βεβαιότητές μου είναι και οι μικρές μου τραγωδίες. Αν εγώ, ο μικρός και μέγας ανίσχυρος δε στοιχίσω το γραφτό μου με το παγκόσμιο ποδοβολητό είμαι χαμένος. Ο λίβελος μπορεί να φαίνεται κάτι αποτρόπαιο μα είναι ιαματικός. Ο λίβελος έχει την οργή και το όργιο που σε κρατούν ζωντανό. Είναι πρώτης σειράς στασίδι στην εκκλησιά της γλώσσας. Δεν έχει λήθες, ταπεινοφροσύνες και γλυκερά αισθήματα. Όσο τιποτένιος κι αν είναι διαλαλεί πονετικά το ξεχαρβάλωμα της ύπαρξης. Γράφεται για να ξεβγάλει διαπιστώσεις και βεβαιότητες, διαιωνίζοντας έναν δημιουργικό θυμό που κάνει λογοτεχνίες και φιλοσοφίες και πουτανιές. Ο λίβελος είναι συστατικό της λογοτεχνίας και της ποιητικής του συναισθήματος. Θυμίζει πως η ζωή είναι ένα ακριβό σχολείο. Πως τα μαθήματα είναι πανάκριβα. Πως στη ζωή δεν έχει δωρεάν παιδεία. Πληρώνεις και μαθαίνεις. Δεν πληρώνεις, δεν μαθαίνεις. Ο λίβελος φανερώνει πως η ιστορία είναι ένα αλώνι γεμάτο γαϊδουρομούλαρα που κλωτσά το ένα το άλλο. Δαγκωματιές, ακρωτηριασμοί, καρφιά. Μπόχα και δυσωδία και φριχτοί πόλεμοι και πάθος για νέα σφαγή. Ο λίβελος χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως ιδεολογικό όπλο ενάντια σε κερατιάτικες κατεστημένες βεβαιότητες. Σε μαθαίνει να γράφεις και να αυτοαναιρείσαι. Να ξορκίζεις την αταξία γύρω σου με το δικό σου τρόπο χρησιμοποιώντας το σκοτεινό θάλαμο του μυαλού. Ο λίβελος μπορεί να αρχίζει παρωδώντας ένδοξους κομμένους λαιμούς που έπεσαν για την πατρίδα και να τελειώνει ειρωνευόμενος το πανδαιμόνιο αλληλοεξόντωσης για του Χριστού την πίστη την αγία. Μπορεί να στήνει έρωτες και να γκρεμίζει άμβωνες. Ο λίβελος ακόμη κι αν είναι μνησίκακος και φορτικός και άδικος δεν προκαλεί κακό διότι εξαρχής και προγραμματικά αυτοσυστήνεται ως τέτοιος. Την λύσσα του και την ωμότητά του την έχει προμετωπίδα κραυγάζοντας πως δεν κόπτεται δήθεν για δικαιοσύνη και αλήθεια αλλά για να ξεφτίσει βεβαιότητες επικαλούμενος μοιραία άλλες βεβαιότητες συνήθως κατάπτυστες και άσεμνες και μη αποδεκτές. Ο λιβελογράφος είναι ένα πληγωμένο ζώο. Κι η αλήθεια του πληγωμένου ζώου είναι η επιβίωση. Να βρει ανάσα, να κρατηθεί στη ζωή. Κι αν κρατηθεί στη ζωή να υπενθυμίσει, να ξεσκεπάσει το δόλο αρχόντων και δούλων, αρχιερέων και μη. Ο λίβελος είναι κατεξοχήν συγκρουσιακός. Ο λίβελος είναι το αληθινό όπλο των εξεγερμένων. Των συγγραφέων και των ποιητών που δεν αποδέχονται τη χλαπάτσα του διαφημιστή και το ρεμπελιό των ευνούχων αστών. Ο λίβελος υποκλέπτει τη ζωή για να στοιχειώσει τα δικά του φαντάσματα. Ο λιβελογράφος διεγείρεται απ’ την ταπεινή τέχνη του χαρτογράφου που ανατρέπει τα ονόματα των πραγμάτων άρα και τη θέση τους άρα και τις βεβαιότητες που απορρέουν απ’ το αεικίνητον της εξουσίας. Ο λιβελογράφος προκαλεί τη μήνιν του παντοδύναμου αυτοκράτορα αφού γίνεται το ανελέητο μάτι των τυφλωμένων υπηκόων του. Ο λιβελογράφος είναι ο σεσημασμένος ηδονιστής που όσο πιπέρι κι αν του βάζουν στη γλώσσα αποθηριώνεται εσχάτως, αντιστεκόμενος με μιαν αμετακίνητη προσήλωση στην ουτοπία, που λέει, κι αν με σκεπάσει εμένα ο θάνατος θ’ ακούγεται από πάνω μου αιωνίως το ποδοβολητό της ζωής. Τίποτε μάταιο κι όλα μάταια. Αγώνας ενάντια στους διαστρεβλωτές και τους ψευδομάρτυρες της ζωής. Μην πιστεύεις σε θεούς δαίμονες και ήρωες. Γίνε θεός δαίμονας και ήρωας. Η μεγάλη έκρηξη δεν υπήρξε ποτέ. Άπειρες εκρήξεις μονάχα στον άπειρο κυκλικό ορίζοντα. Σπέρματα αλλαγές διαπορθμεύσεις στη γλυπτή αρμονία του σύμπαντος. Πέρα απ’ την παραφορά και την υπόσχεση, το έλεος, την ευφροσύνη και την ευσπλαχνία, τους γάμους, τους θανάτους και τις λατρείες υπάρχει ο λόγος που χορδίζει την ανάγκη για ποίηση εξέγερση κι αθώο λυτρωτικό γαμήσι.

Τα καμώματα του έρωτα

Με τα καμώματα αυτά γελά κι η Αφροδίτη.
Τους εραστές στον έρωτα
που αχόρταστοι πηγαίνουν
να τους χορτάσουν τα κορμιά.
Λυσσομανούν σαν άγρια θηρία.
Τρίβονται ιδρώνουν σέρνονται δαγκώνουν.
Μέχρι να βγει απ’ όλα αυτά ένα όφελος, αφού
με το κορμί τους όλο δε μπορούν
στο σώμα ο ένας τ’ αλλουνού
να μπει και να χωρέσει
να φαγωθεί τελειωτικά εκ θεμελίων.
Και μένουν πάλι έρμαια στον τρύγο της φθοράς
σοκολατένιες θυγατέρες και σάλια φαλλικά.

Εκεί

Βλάστηση χνουδωτή με συγκινείς
εκεί, στις ενώσεις των αποτρόπαιων σχισμών.
Στις δίνες του οξαποδώ, στα άμεμπτα
τελειωτικά σου πέρατα.
Σάρκα που εχνούδισες και θα φθαρείς έως απελπισίας
τυχάρπαστη σάρκα με τους πόρους τανυσμένους
και τον ιδρώτα σου τελάλη, άσεμνη, ζυμωμένη
στις συμπληγάδες του οργασμού, αθροίζοντας
σάλιο από φιλιά, σατανικά πλασμένο σπέρμα
έως του λάκκου τη νεκρώσιμη χαρά.

Έρως

Έρως πρωτοπλάστης
Υπαίτιος σφαγής
Ένστιχτο υμέναιο
Ίαση χασικλίδικη φορτωμένος
Στύσεις ολκής στο δισάκι
Φαγούρα
Κάψα
Άλλοθι
Έρως όχλος, ολοσχερώς ξέφρενος
Ξέφραγο αμπέλι
Έρως μουνάκι
Μέγα τίποτε
Μέγα εδώ
Μέγα εκεί
Μέγα παντού
Έρως σφοδρός ανίατος
Ολόκληρο το θαύμα του
Μια χαρμολύπη ατελέσφορη
Έρως φτερωτός και έρως μαδημένος
Έρως αγεωγράφητος
Έρως αγάμητος
Έρως με καπότα και μύρον
Έρως βέβηλος
Εκμαυλιστής
Έρως φτερωτός
Έρως ξεκωλιάρης
Χυδαίος
Μυρωδάτος
Επικείμενος
Αναθρώσκοντος παραλογισμού
Έρως μετά δόξης και μετά βιασμού
Έρως λόγω ελλείψεως έρωτος
Σπάταλος έρως σάβανο κυράς
Έρως έλξη και έρως τρέλα
Έρως οπορωφόρος
Έρως ανίερος άφθαρτος
Έρως φθοροποιός στη ματωμένη άπνοια της παρθενιάς
Έρως στη λάμψη των αιδοίων που αχνίζουν
Έρως δια παντός απ’ τα κόκκαλα βγαλμένος
Έρως ροδοδάχτυλος
Και λύσσα και ωμότης
Έρως στους άμβωνες των φοβερών σχισμών
Έρως στις συσκοτίσεις
Έρως γαμήσι
Έρως μετά θάνατον ζωή
Ώσπου να λιώσει ο ίλιγγος του τελευταίου μίσχου
Έρως ξανά και ξανά
Έως λάκκου
Έρως λιμνάζων
Έρως καυλί
Φιλί εφηβικό στα χείλη
Λύσσα και πάλι λύσσα
Και πάλι εφηβικό φιλί στα χείλη
Έρως κωλάδικο
Συσπάσεις
Χαλασμός
Έρως θεωρία και έρως πράξη
Έρως πουτανιάρης
Έρως θεοσεβούμενος
Έρως νύστα σκέλια ανοιχτά
Έρως κάτουρα και σκατά
Έρως στο λάρυγγα και στο σφικτήρα
Έρως επιθανάτιος ρόγχος
Έρως στου χρόνου την πυρά του τρομερού δυνάστη
Έρως γλωσσίτσα άναρθρη
Έρως εθνεγερσία υγρών
Αγία Λαύρα ηδονής και κομουνάριος
Έρως κώλος
Εμπαθής ζηλόφθονος αιμοσταγής
Έρως απύθμενος προκατακλυσμιαίος
Έρως της απερισκεψίας των ορμών
Έρως λεηλατήσιμος
Αλόγιστος αβέβαιος
Αμνησιακός
Έρως που πέρδεται στο κράσπεδο του κρεβατιού
Έρως παρά φύσιν
Παρά πληρωμή
Έρως μουνοπέταλα του εφηβαίου κάλους
Έρως αγράμματος
Απερίσπαστος
Τραυλός
Έρως γρήγορος και έρως βασανιστικός
Και έρως πια δε μου σηκώνεται
Έρως του παπά με τα μανουάλια
Έρως του μυαλού με την ιδέα του έρωτα
Έρως αφόδευση και έρως τιμωρία
Έρως βρέφους με το βυζί
Κι έρως λαιμού κομμένου με τη σπάθα
Έρως εξέγερση κι έρως σαγιονάρες
Έρως πώρωση των εγκεφάλων
Έρως αγόρι άτριχο
Έρως πούστης
Έρως χαρτί και καλαμάρι
Έρως βουτυρομπεμπές
Έρως μουνόπανο
Έρως η νύχτα και η φούστα και
Κάτω απ’ τη φούστα η νύχτα
Έρως χάπι αφροδίσιο
Αχαριστία
Έρως παρομοιώσεις ψεύτικες και
Βλεφαρίδες ψεύτικες και
Υποσχέσεις ψεύτικες Έρως
Γλυκάδια του κορμιού
Έρως παντοκράτορας Έρως μητρομανής
Έρως ποιηματάκι αλυσοδεμένος Έρως σε
Κοριτσίστικο λεύκωμα
Έρως σεξ στεγνό και πόνος
Ανδραγάθημα
Έρως καύσωνας φαλλοί βυζιά και νύμφες
Έρως τουρλωμένος
Έρως όργιο
Έρως αστής με δονητή γαμπρό
Έρως ο πρώτος διδάξας
Έρως ενθύμιο
Έρως της παναγιάς με τους μάγους και τα δώρα
Έρως της παναγιάς τα μάτια
Έρως ανακωχή κι Έρως ποτέ και για τίποτε
Έρως το πρώτο γράμμα στον εαυτό μου
Έρως βροντή
Αστροπελέκι
Κεραυνός
Έρως νεροποντή
Θεομηνία
Έρως που άφησα
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
να μπει ολίγη άβυσσος στο σπίτι μου.

Θάμπος κρυμμένης καύλας

Έβαλες τα δυνατά σου ερημιά
και με ξενύχτησες. Έπεα πτερόεντα
λόγια εδώδιμα προς αλλήλους
των σκελιών και των βλεφάρων
που τα δούλεψα κάποτε νύχτα
παίρνοντας για σουβενίρ την παρακμή
και την ανάμνηση μυρουδιάς περιστρόφου
θάμπος κρυμμένης καύλας του αυτόχειρα
που υπήρξα κάποια αυγή, αφού
δε μπόρεσα να σηκώσω το βάρος
τόσων καρτ ποστάλ με καρδούλες
τόσους σκοτωμούς και τόσα
θεία στητά βυζιά στα γραφτούλια μου.

Paradiso terrestre

Όταν αθροίσεις την ένδεια και τους θανάτους τόσων και τόσων, που οι λογιστές και οι σοφοί ταξινόμησαν αβλεπί στα θύματα της κρίσης θα καταλάβεις την μελλοντική σπορά εξαγρίωσης και σφαγής. Θα δεις εκείνη την κραυγή που θα θεραπεύσει την αλαζονεία και τη δίψα για ελεύθερη εκμετάλλευση άλλου κορμιού. Θα δεις στο βάθος του ιστορικού καθρέφτη την ηθική του αστού να ποζάρει με τη φλεβίτιδα του λαού για να αποπερατώσει την απληστία του και να φτάσει το φυματικό σύστημα στο τέλος του και το ανθρώπινο είδος στην τελειωτική παρακμή. Οι συλλέκτες στείρας ευτυχίας που αγόρασαν το φτηνό πλαστικό για χρυσάφι κι έντυσαν τα παιδιά τους μεταφυσική και κοφτερή αδιαφορία θα σκιαχτούν απ’ την ταχύτητα των γεγονότων. Εκεί που μια σταθερή νοικοκυραίικη λύσσα εγκαρδίωνε τη συντήρηση και την υπεραξία που έβγαζε το στύψιμο της έξης προς την εργασία θα υψωθεί ένας ορίζοντας αλλαγής. Ένα ποτάμι αμφιβολίας που θα παρασύρει στο βόθρο σημαίες, σταυρούς, μουεζίνηδες και άμβωνες φοβερούς των απαγορεύσεων. Κάθε αλλαγή έχει ορμή βία και βαρβαρότητα. Έχει αιμοδιψείς αθώους που δεν είχαν ποτέ παιδικό δωμάτιο, που σφαγιάστηκαν απ’ τους ιαγουάρους του πλούτου, είτε ως υπηρέτες του, είτε ως κρέας για τα κανόνια του.  Έχει στερημένους από φαί, σεξ, κουλτούρα κι άλλα αγαθά που η αξία τους καθορίζει το αν αξίζει να ζεις. Όταν ο προλετάριος καταλάβει πως ο αστός τού κλαδεύει τ’ αρχίδια για να παίρνει δύναμη και τού διαχειρίζεται το θυμό, τη λύσσα και τη γύμνια του θα γίνει το θηρίο που θα σαρώσει δίχως έλεος όλα αυτά που έχτισε για να προστατεύουν τις κοιλιές των επισκόπων και τα οξέα σάλια του πλούτου. Όσες ακαδημίες κι αν χτιστούν ως αναχώματα κι όσοι διασυρμοί κι αν γίνουν της ηδονής απ’ τους χυδαίους εαυτούληδες και τις στερημένες κλώσες της διανόησης τόσο θα ξεσπούν αφηνιασμένα οι αποκλεισμένοι αυτού του κόσμου. Όσο οι επαναστάσεις θα ερμηνεύονται με την ηθική του αστού και θα κακολογούνται τα βήματα τού ανθρώπου προς την ελευθερία τόσο θα οξύνονται οι συγκρούσεις. Όσο η ηθική της εκμετάλλευσης θα ποζάρει επιδεικνύοντας την κερδοφόρα κραιπάλη της τόσο θα ξεσκεπάζεται ο λαοπλάνος κι ο αδίστακτος δημαγωγός. Όσο θα χτίζονται τείχη και θα στρατολογούνται δασύτριχα θηρία τόσο θα ξεσπούν οι χείμαρροι και τα πατικωμένα κορμιά στην κούφια ευζωία και στην πρόστυχη εθελούσια κακομοιριά.

Πολεμική σκηνή

Όταν τελειώσαμε, αυτή, κουλουριάστηκε τρυφερά δίπλα μου και μού είπε: δεν σου φαίνεται κάπως απάνθρωπο εμείς εδώ πάνω να πηδιόμαστε κι ο κόσμος κάτω στους δρόμους να σφάζεται και να σκοτώνεται και να ξεψυχά! Ναι της λέω είναι κάπως απάνθρωπο αλλά έτσι είναι η ζωή. Απόλυτα κυριαρχημένη κι απίστευτα ωραία γύρισε και μου ψιθύρισε: στ’ αλήθεια θέλω πάλι να γαμηθώ. Τακτοποίησα τότε καλύτερα το πριονισμένο πυροβόλο και το τριανταοχτάρι στο κομοδίνο και της είπα: ναι, ας τον αφήσουμε λιγάκι έξω τον κόσμο να σφάζεται και να σκοτώνεται και να ξεψυχά να δούμε τι θα γίνει με το γαμήσι.

Θα φωλιάσω μέσα σου

Θα φωλιάσω μέσα σου αλαφιασμένος
όλο υποσχέσεις, σπαρταριστά ανέκδοτα
θα σου πω, όρκους θα δώσω όπως η
όρκα στους σκοτεινούς βυθούς κι οι
αλεπούδες στις εσχατιές χωριού λίγο
πριν πάρουν για ενθύμιο μια κότα ή
κάποιο γηραλέο λειρί πετεινού που
ζορίστηκε να ξυπνάει τον κοσμάκη
απ’ το βραδινό του σεξ.

Χαράματα με κορεάτικο μηχανάκι

Χαράματα με κορεάτικο μηχανάκι
πέρασε ξυστά
ανέμιζε λευκό φουστανάκι
στηθάκια βουβά στο σουτιέν
τα μαλλιά τρικυμίας
μαύρα θαρρείς
μια κόμμωση σκέτο ποίημα
δέξου της είπα
μια σπονδή απ’ το μπαλκόνι μου στα μπαλκόνια σου
και μια μπανάλ παρομοίωση αρχαιοπρεπή
μα το πουκάμισό της ανέμιζε
στη γαλήνη της βραδιάς
κι αυτή λαχταρούσε ταχύτητα
ηδονές στα χείλη
μυρουδιά στο σκοτάδι βενζίνας
αχ της λέω
σε τι λημέρια ξεδιψάς αγριμάκι
κι αχ να σε ρουφήξει η αγκαλιά μου κι αχ
να σε φάω ο πεινασμένος
που ονειρεύομαι καρβέλια κορμάκια
εσένα με κορεάτικο μηχανάκι που περνάς ξυστά
μέσ’ τη νύχτα
για να διώξεις τις τρομάρες μου

Την ώρα της αυγής

Κορίτσι που πέρασες την πόρτα μου
την ώρα της αυγής
άλλης εποχής κορίτσι
δούλη δική μου κι όχι του θεού
Ρωμαία ρωμαλέα τόσο γδυτή
που εμψύχωσες εμένα τον πολέμαρχο
το κοφτερό τσεκούρι μου
πεποιθήσεις πολιτικές της παρακμής
κορίτσι όλο άβυσσο και χαμομηλάκι
στην εξοχότατη ρωγμή που όσο να ’ναι
περιμένεις εραστή
μάστορα τόσο φαντασμένο και γυμνό
όσο την πρώτη μέρα της δημιουργίας.