Νυχτερινό λεωφορείο

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Είχε φοβερό κρύο. Τσουχτερό. Η παγωνιά συνέθλιβε τα πάντα σαν την πατούσα ενός ελέφαντα. Το λεωφορείο κυλούσε σχεδόν βασανιστικά στον παγωμένο δρόμο. Εκατό πουλιά άρχισαν να στριφογυρίζουν γύρω από ένα στύλο ηλεκτρισμού κι έπειτα εκατό νυχτερίδες, κι ύστερα νύχτωσε για τα καλά και δε φαινόταν πια τίποτε. Είπαμε τα τυπικά κι αυτή σχεδόν έγειρε κάποια στιγμή στον ώμο μου να κοιμηθεί. Τότε φαντάστηκα πως μου έδωσε ένα φιλί κι ένοιωσα τη γλώσσα της μέσα στο στόμα μου κι άρχισα να νοιώθω την υγράδα στην άκρη της πούτσας μου όπως όταν αγγίζεις τη μουσούδα ενός σκύλου. Όταν φτάσαμε και σταματήσαμε στο σταθμό είχε τόσο πολύ νυχτώσει κι ήταν τόσο πηχτό το σκοτάδι που θα μπορούσε να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε μέρος. Όλα όσα κάναμε κι όσα είπαμε κι όσα φανταστήκαμε εξανεμίστηκαν σα να μην υπήρχαν και σαν να μην είχαν συμβεί ποτέ.