Στο δρόμο

Σηκώθηκα ένα πρωί κι άρχισα να γράφω όσα έλεγε ο κόσμος στο δρόμο. Πέρασα τη μέρα μου κόβοντας βόλτες. Πάνω κάτω, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σε λεωφορεία, μπαίνοντας σε μαγαζιά και σε στοές, σε φαγάδικα και σε κουρεία. Αργά γύρισα σπίτι κι άρχισα να καθαρογράφω πράγματα όπως: Ίσως κάποτε, κι εμένα μ’ ενδιαφέρει, τον περιμένω ακόμα, δεν έχω δύναμη, δε νομίζω να βρω δύναμη, δεν έχω λεφτά, δεν έχω κουράγιο, φύγε, έλα, κερδίσαμε, χάσαμε, θα μας πιάσουν, δε θα με πιστέψει, είναι ωραίος σαν θεός, βρήκα καινούργια δουλειά, σκύλοι στα υπόγεια και γάτοι στα σκαλιά, μας περιμένουν, μια ντουζίνα αγάπες, θα βρέξει, μετά βίας τον αγαπώ, κάτι μου λέει πως θα θρηνήσουμε θύματα, ο διάολος έχει πολλά ποδάρια, ποτέ δεν είχα δει σκιουράκια στο πάρκο, δε φορώ εσώρουχα, πήρα καινούργια παπούτσια, πεθαίνω, που τις βρήκες αυτές τις μπότες; θα σκότωνες ένα παιδί; Σ’ αγαπώ, δεν σ’ αγαπώ πια. Θα σκότωνες ένα αφηνιασμένο άλογο; αυτή η ζωή είναι σα να’ χεις καβαλήσει ένα αφηνιασμένο άλογο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s