Τρύγος

Αγάπες μου, προβληματισμένες
που ανοίγετε κάθε τόσο την
κάνουλα του σεξ, όλο πικρόχολα
υγρά και μητρικά ένστικτα, όλο
αχνιστή επιφοίτηση και
μακρόσυρτες λήγουσες.
Αγάπες μου, κατοχυρώστε
τρύγο για τον αποστακτήρα σας.
Να βγει ανόθευτος οργασμός
για το μέλλον του κόσμου.
Να στάξει ο λιλιπούτιος σπασμός.
Ο Αρμαγεδδών της αλκοόλης σας
στα σκιώδη στομάχια.

Κριτική εν ενεργεία

Όλα είναι κριτική εν ενεργεία. Η κριτική είναι πλέον όργανο της αλλαγής. Ο μοντερνισμός είναι η παράδοση της ρήξης. Μια παράδοση που αρνιέται τον ίδιο της τον εαυτό κι έτσι διαιωνίζεται. Οι αρνήσεις στις μέρες μας είναι τελετουργικές επαναλήψεις. Οι ανταρσίες προμελετημένες φόρμουλες και οι παραβιάσεις των κανόνων εθιμοτυπίες. Με το να αυτοαποκαλούμεθα μοντέρνοι επιβεβαιώνουμε τον παλιμπαιδισμό μας. Η γραμμική αντίληψη του χρόνου θεωρείται πλέον αναχρονισμός. Η γη της επαγγελίας τώρα είναι ο ανοιχτός χρόνος προς το μέλλον. Η γενιά του τριάντα επένδυσε στα γόητρα του παρελθόντος αλλά και στην πτώση της γενέθλιας Εδέμ. Για τους νεότερους, το μέλλον υπήρξε ο τόπος της εκλογής, η γη της επαγγελίας. Όμως το τώρα υπήρξε πάντα ο χωροχρόνος των ποιητών και των ερωτευμένων. Των επικούρειων και των ηδονιστών. Ενός ηδονισμού της χαράς αλλά και του θανάτου. Οι ανθρωποποιητές θα πρέπει τώρα να οικοδομήσουν μια Ηθική, μια Πολιτική κι έναν Ερωτισμό. Συνιστώσες και οι τρείς μιας ακραιφνούς ποιητικής του παρόντος, αφού, οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ξεπέσανε σ’ έναν μηχανικό και ανάκατο ηδονισμό οδηγημένο απ’ το διαφημιστή και τον εξομολόγο. Το παρόν είναι η σπορά όπου η ζωή κι ο θάνατος συγχωνεύονται. Κι εμείς οι δόλιοι αιθεροβάμονες λαγοί ολοσχερώς δοσμένοι στα τραγανά φρέσκα δροσερά βοτάνια και στις μικρές λαμπρές ανταύγειες του παρόντος, ανάμεσα στο ποικιλόμορφο παρελθόν και το ακατοίκητο μέλλον.

Βρέφη στην άβυσσο

Απομεινάρια των cash and carry. Ανθρώπινο αταξινόμητο υλικό. Χίλιοι δυο φόβοι φορεμένοι σαν κατσαρόλες στα κεφάλια των νοικοκυραίων της παθητικής άμυνας. Διασυμμαχικοί απεσταλμένοι, τοποτηρητές, ευρωπαίοι της χριστιανικής ένωσης νέων, ειδήμονες στην κατατρόπωση ανθρώπων συναντιούνται με τ’ αυτιά ανοιχτά. Έρχονται εκ περιτροπής και σχεδιάζουν μάχες στα δωμάτια. Μιλούν χωρίς εμπάθεια λες κι η γερμανική επίθεση δεν είναι τίποτε περισσότερο από το εσφαλμένο σχέδιο ενός ενοχλητικού λαού κι όχι ενός τέρατος μπουκωμένου με χαρτονομίσματα. Ο πόλεμος αυτός γίνεται εδώ μια σχολή υπόκωφων κι αόρατων κινήσεων. Εκπαιδευτές των καμουφλάζ σχεδιάζουν πως θα σβήσουνε τους θόλους των μνημείων. Πως θα κατασπαράξουν τη μνήμη. Μελετούν τις ραβδώσεις της Ζέβρας και το δέρμα του χαμαιλέοντα. Λύνουν εξισώσεις, παρατηρούν τις σκιές, τις στιλπνές επιφάνειες. Λογομαχούν λυσσαλέα στα ατελιέ τους κόβοντας, ψαλιδίζοντας, ψαχουλεύοντας ανθρώπινες σάρκες. Μελετούν τις ραβδώσεις απ’ την καταστολή, τις ωχρές όψεις στα κρεματόρια των συσσιτίων. Μελετούν το κάλυμμα του πέους της φυλής των Μασάι που θυμίζει προβοσκίδα, τις περικοπές, τον παραλογισμό. Τις συνήθειες του παπαγάλου που ξεδιπλώνει τα φτερά του σαν παλέτα για να μοιάζει με φύλλο. Είναι οι μισθοφόροι καραβανάδες μιας αρμάδας χτικιάρικων μορφωμένων. Οι οικοδόμοι των φιλανθρωπικών ενώσεων. Τα μπάσταρδα τέκνα ενός λαού μαγαρισμένων και αόμματων σκύλων. Είναι οι τρόφιμοι του στρατού σωτηρίας που μεθούν τα θύματά τους με μαύρα μανιτάρια και φτηνό θέαμα. Είναι μια φυλή ανθρώπων με καρδιές φαρδιές σαν στρατιωτικές μπότες. Είναι οι πρεσβυτεριανοί που κηρύττουν τον Αρμαγεδδών. Είναι οι αιρετικοί της έβδομης μέρας της δημιουργίας που προτρέπουν για συμμόρφωση στη διαθήκη. Είναι αυτοί που γράφουν το πρελούντιο της Ευρώπης. Την πρόγευση του σκοτεινού ταξιδιού. Είναι αυτοί που μέσα στον εκτυφλωτικό φαρισαϊσμό τους διασχίζουν την κόλαση. Μια κόλαση που θα φτιάξουν με όσα πλάσματα θα σωθούν στο τέλος. Είναι οι γλύπτες που θέλουν τα πλάσματα ακούνητα, στατικά, βυθισμένα στο λήθαργο της πέτρας, αιωνίως νέα και αιωνίως νεκρά. Είναι τα αρπαχτικά με το σκόπευτρο. Με το ντουφέκι και την κάμερα. Η συνεχής οπισθοφυλακή ενός φλεγόμενου κόσμου. Ο άκρατος αποικιακός μποβαρισμός που σαπίζει τα κορμάκια που θέλουν μονάχα τη ζωή και τίποτε άλλο.

Πολεμικοί ανταποκριτές

 

ΜΑΛΕΒΙΤΣ

Το πρώτο κύμα πολέμου μοιάζει με τον κοινό σουρεαλισμό. Ο πόλεμος ξεκινά πάντα σαν μια φάρσα που δεν τελειώνει ποτέ. Κι είναι οι πρώην θορυβώδεις κοκκινομάλλες και οι πρώην κακοντυμένες μελαχρινές που έχοντας χάσει απότομα τους πελάτες τους περιφέρονται τυλιγμένες σε φτηνιάρικα αδιάβροχα έχοντας ζωγραφιστές ψευδοραφές στις γυμνές τους γάμπες. Κι είναι συγκινητική αυτή η φροντίδα τους για τον έρωτα, αυτή η σπειροειδής βουδιστική τρυφερότητα στο βλέμμα τους. Η πουτανιά μέσα στο χαμό. Το ομφαλοειδές εκκρεμές των υπνωτιστών μέσα στον αβυσσαλέο παραλογισμό της σφαγής. Ο κυβισμός τους είναι μια κάποια λύση. Τοποθετούν το λευκό τετράγωνο του Μάλεβιτς πάνω απ’ την τραγωδία για να την εξαφανίσουν.

ΠΙΚΑΣΣΟ

Ο Πικάσο είχε κρεμάσει στους τοίχους τα σκίτσα. Τα προκαταρκτικά της Γκουέρνικα. Δεν θα ξεχάσω το άλογο που ούρλιαζε, τις μάνες που σήκωναν προς τον ουρανό τα δολοφονημένα παιδιά τους. Αλλά η Γκουέρνικα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η λάμψη του φλάς πάνω στα παραμορφωμένα ζώα, η στιγμή όπου το μαγνήσιο πετρώνει τα βουβά πράγματα. Είχαμε πίστη, βεβαιότητες και τη σκιά ενός παρελθόντος πάνω μας βαριά. Και δεν ήμασταν καν νεκροί. Βρισκόμασταν εκεί, σ’ εκείνο το αδιέξοδο, στο βάθος ενός διαδρόμου από πεδία μαχών.

Γράμμα στο λαό

Γράψε για το συλλογικό
στομάχι κι όχι για το
συλλογικό νου. Ξεκούρδισε
της διανόησης την τεθλασμένη
γραμμή και τη φλύαρη ψωλή του
εκφωνητή. Λαέ δεν έχεις χρέος
χρέη χρεολύσια, συγγενείς,
συμπολίτες φωτογενείς
αναλφάβητους στα ρεπορτάζ.
Γράψε στ’ αρχίδια σου λαέ το
Θείον βρέφος, τις οδηγίες σε
τόνο προσταγής. Γράψε
γράψε γράψε. Το μεροκάματο
είναι περιορισμένο Λαέ.
Οι στοχασμοί εμείς
είμαστε εγώ. Είμαστε πολλοί.
Μην εύχεσαι να περάσουν
οι δίσεχτοι καιροί. Έτσι κούφιοι.
Και παρακάλεσε τον Χλεστακώφ
όταν φτάσει στην Πετρούπολη
να πληροφορήσει τον Τσάρο
πως σε μια ρώσικη μακρινή
επαρχία ζει ένας
Πέτρος Ιβάνοβιτς Ντόμτσισκυ.
Ένας λαός ολόκληρος, εσύ
που δεν επιθυμεί τίποτε άλλο απ’ το
να μάθει ο τσάρος την ύπαρξή του.

Το οικείο τέρας

Ανομολόγητα μόνοι. Μεταγλωττιστές του πάθους που φωσφορίζει, δύσμορφο και βιβλικό. Ταξιδεύουμε σ’ ένα βαγόνι με βαθειά καθίσματα. Διαβάζουμε τις τελευταίες ειδήσεις. Κάνουμε λογικές υποθέσεις και βασικές πράξεις. Αθροίζουμε, διεκδικώντας μορφή συνόλου. Κάπως έτσι ξεγεννάμε ένα οικείο τέρας, συνεπικουρούμενο απ’ το εύγλωττο θετικιστικό πνεύμα του διαφωτισμού. Ο άνθρωπος αγωνιά να υπερβεί τα όριά του φτάνοντας στο θεϊκό απόλυτο. Εκεί όπου καιροφυλαχτεί ο σισύφειος μύθος. Ο Προμηθέας απέμεινε δεσμώτης στη μακρινή λίθινη εποχή. Θέλησε να προσφέρει στον άνθρωπο τη φωτιά καταπατώντας το άβατο των θεών. Τις συνθήκες δηλαδή των αρχόντων. Η φωτιά του ήθελε να είναι η ζεστούλα του Απρίλη της γνώσης. Αυτή η γνώση που έγινε στουπί για μολότοφ. Αυτή η γνώση που μαγάρισε το νεράκι για τα περιστέρια και τους πατριωτισμούς. Κι έπειτα ο Φάουστ ο όλεθρος, προεκτείνοντας στο άπειρο την τραγική κατάληξη της προσπάθειας του δυτικού ανθρώπου, να γίνει κυρίαρχος των νόμων της φύσης και του πεπρωμένου του. Είμαστε παιδιά τους. Ρομαντικοί ουμανιστές. Είμαστε οι πρωτόπλαστοι της βιομηχανικής επανάστασης αλλά και η ένοχη συνείδησή της. Είμαστε το σύγχρονο ανάλογο του έκπτωτου βιβλικού ζεύγους, που για να εκπολιτιστεί και να ξεφύγει απ’ το ζωώδες θα πρέπει να κατακτήσει τη νέα γνώση και τη νέα σοφία. Να λουφάξει στη μυρουδιά μέσα των γεννητικών του οργάνων. Όταν ξεπερνάμε προς τα κάτω τα όριά μας, καταστρέφουμε υπάρχουσες μορφές, σκοτώνουμε και πλησιάζουμε τη βαρβαρότητα. Όταν όμως τα ξεπερνάμε προς τα πάνω, αναπαριστώντας μορφές, τότε συναντάμε τον καλλιτέχνη που ξορκίζει το φθαρτό του σαρκίο. Τον οικείο χειροποίητο κόσμο μας. Μέσω του οποίου η κοινωνία του θεάματος καταβάλει τον οβολό της τελειότητάς της σε κάθε του έκφανση. Εκεί που αποσύρθηκαν δια παντός οι θεοί. Πίσω απ’ τη μάσκα του ανθρώπου. Στα χρόνια της βαρβαρότητας οι άνθρωποι ανακαλύπτουν μέσα τους το θεϊκό. Εμπνέονται απ’ αυτό. Το μορφοποιούν κι οχυρώνουν πίσω του την ανθρώπινη μοίρα. Έτσι, η μύηση στον έρωτα, λόγου χάριν, είναι μια τελετή θείας ελευθεριότητας. Το άφατο της προσωπίδας ελιξίριο, στα πάθη του έρωτα, του θανάτου και της εξουσίας.

Θράσος αιώνιο

Θα τα γράψουμε όλα εμείς.
Και κείνα που γράφονται
και κείνα που δε γράφονται.
Θα ξεθαρρέψουμε τις πελώριες
μνήμες και του γυμνοσάλιαγκα
το χλόμιασμα και των πρώτων
αριθμών το ζουμάκι θα πιούμε.
Έχουμε θράσος αιώνιο και φράσεις
μαγικές, ολίγον μπανάλ θνητά και
ξάστερα όνειρα, με κοινοκτημοσύνες
και τέτοια, έτοιμα να βγάλουν μάτια
και να κάνουν δικτατορίες ωραίες
σφόδρα στην αντίστιξη με κάτι
παρελθούσες σεμνότητες που μας
θελαν κουτάβια στο μέτωπο για τα
λεφτά του Συγγρού.