Απ’ το γυμνό γράμμα

Γυναίκα που δε διαβάζεις σωστά, τώρα σου στέλνω ένα ζευγάρι γυαλιά για να μπορείς να διαβάζεις την καρδιά μου και με τα ωραία σου δάχτυλα να χαϊδεύεις τα τυπογραφικά μου στοιχεία και να χύνεις το μελάνι σου μέσα στην άγρια νύχτα του κόσμου.

Να ψηλαφείς αποφασισμένη το ποίημα. Γιατί κάθε ποίημα είναι μια μεγάλη τρύπα απ’ όπου ξεμπουκάρουν οι ξεδιάντροπες θύελλες.

Απόνερα της νοημοσύνης. Κορεσμένη κι ορθάνοιχτη κυρά, έλα να σου δείξω την οριστική μου γυμνότητα κι έλα να μου μάθεις την τεμπελιά.

Οι νεκροθάφτες αναλαμβάνουν υπηρεσία. Μαστούρηδες κατεβάζουν τους ναυαγούς στον άλλο κόσμο, κυρά εσύ που παίρνεις μάτι το φιλί της κοφτερής λάμας με της οδαλίσκης το ξενυχτισμένο βυζί.

Επιθυμίες των δυο χεριών σου ανασκολοπίζουν τους πολύτροπους έρωτες.

Πάντα καθεδρική και πάντα πρόστυχη καλπάζεις ελέω θεού. Δόλια, που αυτάρεσκα σαλιώνεις το πείσμα για διείσδυση και των φιλμ νουάρ διαβλέπεις τις υποθέσεις.

Θα σε χαρακώσω σαν ελιά και θα σε κερδίσω σαν στοίχημα εκεί γλιστρώντας στου βουνού την ωραία καλύβα.

Μου συμβαίνει καμιά φορά να χτίζω γέφυρες και να υποτροπιάζω γράφοντας ωδές ακόμη και για την εντεύθεν των μηρών σου σατραπεία.

Εγώ που έχω την επικαρπία των υγρών σου και σε δαγκώνω, όπως μητροπολίτης δαγκώνει τη λειτουργιά.

Όσοι δε με καταλαβαίνουν ας πλαντάξουν σαν ζευγάρι αχάιδευτα κωλομέρια. Εσύ με νοείς, βία ανοιγμένη του ακροτελεύτιου σπασμού.

Αγρεύεις οίστρο θανάτου με το δόλωμα που σου χάρισα.

Σπλάχνο της πόλης και της λίμνης Βόλβης κατατρεγμένο κορμάκι όταν θα ζευγαρώνεις με κάποιο σύζυγο όλο στύσεις μαινόμενες και πανσπερμίες ολκής, εγώ θα σε παίρνω με λέξεις.

Εφευρίσκουν θαύματα οι άλλοι για μας και διαλευκάνουν εγκλήματα.

Δολοφονούν εν ψυχρώ τους ποιητές γλυκιά μου.

Γραφειοκράτες είμαστε της ηδονής, λογοπομποί των ολοσχερώς χαμένων στιγμών. Έρμαια των σφιγκτήρων και της μαγαρισμένης θείας βοής.

Όταν μας μιλούν τα δαιμόνια ουδέν σχόλιο. Κι όταν αποθανατίζουμε συθέμελα προστριβές με τη μήτρα.

Αγωγός των εν εξελίξει προσδοκιών. Διαπομπεύοντας την ύπαρξη με λέξεις.

Οι μπάσταρδοι σπασμοί θα μας βγάλουν στην ανεργία. Στην ανυπαρξία. Στα έμμηνα και τις τεθλασμένες γραμμές του χάους.

Τυραγνισμένη μου, κάποτε θα μου κάτσεις, κάποτε θα εκραγείς στα χέρια μου.

Εγώ το ψοφίμι προσφεύγω στα όρνια για δικαιοσύνη και για ξεσπλάχνισμα ύλης φθαρτής από κάτι θηλυκά ιλαρά και λάγνα.

Καταλογίζω δόλο στα σκοτάδια εγώ ο μονήρης της συντεχνίας των ήλιων.

Αλβανοί μου, με τα στρώματα δεμένα στις οροφές των γιοταχί ολοταχώς απ’ τα Τίρανα στην τυραννία, περνώντας νύχτα το Καλπάκι και τη γενέτειρα των ονείρων σας.

Δεν είναι η Φλώρινα του Καντιώτη που επισκέφτηκα κάποτε μα η Φλώρινα του απόδημου Μίμη Σουλιώτη, του μάστορα. Μνήμη λιωμένου χιονιού και χαρούμενης λάσπης.

Σε θέλω τόσο που και να μη σ’ έχω σε κουβαλώ, καθώς ανατέλλεις λάθρα, ποίηση καρτέρι ξενυχτωμού και ποίηση φαιά μικροαστή της εταιρίας λογοτεχνών.

Κύκνος στα σκέλια κάποιας Λήδας που απεργάζεται πούπουλα.

Στο ενυδρείο μου γράφω κι απέξω η βροχούλα διαλευκάνει την έμπνευση.

Μη μου κρατάτε μούτρα γυμνούλες μνήμες εμένα του απαθή που λάτρεψα διασταλμένους πόρους και οργίασα ως ηλεκτρολύτης των υφάλμυρων παραδείσων σας.

Δια στόματος μηρών έβγαλες τη γλώσσα στη Σελήνη.

Γούσταρες σάλιο, αδρό μπαξίσι.

Βούτυρο αλείφοντας τις νεκρές φύσεις.

Αγροίκος για πάντα που θωρεί το σπέρμα του να κυλά προς τη θάλασσα. Απ’ όλους τους νεροχύτες των θηλυκών στο σεληνόφως.

Εμείς τα μαστόρια της γλώσσας, οι ποντίφικες, με μια ντουζίνα κλειδαρότρυπες για κάθε διαλεκτική φλόγα και για κάθε παχύδερμη αυταπάτη.

Έχουμε με το μέρος μας το τρεμούλιασμα κάθε τρέλας και κάθε έρωτα τη μαγγανεία.

Ω! Γουτεμβέργιε υποδόριε πορνογράφε.

Βυζάκια που το σκάνε απ’ τα σουτιέν για να δειπνήσουν σάλιο, χέρσα των συνειρμών και των φωνήεντων τραυμάτων.

Θήλαιες καμπύλες, ορυμαγδοί συντεταγμένων σε πεδία μαχών. Ότι έχω, το δαιμονικό κολάζ της πανικόβλητης χαράς κι ο λούστρος οργασμός.

Πλάσματα της οικουμένης σε ποια Δευτέρα παρουσία θα υποτροπιάσετε για μια τρανή συγκομιδή ζωής! Σε ποιους διαβόλους θα στείλτε καρτ ποστάλ με τα αιδοία σας! Άχραντα τοπία του ερέβους και μυστικά περάσματα της καύλας.

Κι οι μεγάλες ζέστες είναι η υγεία των ποιητών.

Χορτάστε δασύτριχα μουνάκια παραλήρημα και κακοφορμισμένα μυαλά χορτάστε παραγγέλματα.

Φιλοτεχνείστε στα κορμάκια σας αγρούς από μεταθανάτια μπορντέλα. Δραπετεύσται τις λέξεις απ’ τα δεσμά τους. Τις ανορθογραφίες στης παιδικής ηλικίας το σκιόφως.

Ω! ναι. Βγήκα νωρίς στην ποιητική παρανομία. Και τα τσογλάνια δεν πρόλαβαν να με θάψουν.

Πυρ γυνή και θάλασσα

Είναι μελετημένη σωστά η θάλασσα.
Πότε αξέσπαστη και πότε χαρισάμενη.
Και πότε στην ύστατη αντάρα παραδομένη.
Αναδεύοντας βυθούς, επάξια θολώνοντας
τα νερά. Λασπωμένη, σκάβοντας
την ατάραχη στεριά. Ασορτί μ’ έναν ουρανό
όλο νεφέλες. Δείχνοντας κάθε τόσο
τα φοβερά της έγκατα σε μισθοφόρους
ναυτεργάτες. Φτωχόπαιδα που λιμπίστηκαν
μπορντέλα εξωτικά στα λιμάνια.
Πυρ γυνή και θάλασσα. Απ’ τη θάλασσα
αρχίζοντας πάντα και καταλήγοντας
στη φωτιά. Στο πυρ το εξώτερο.

Οι μυστικές ασέλγειες των πραγμάτων

Όταν ξεφύγεις απ’ τη δικτατορία της ερμηνείας μοιραία θα γίνεις ποιητής. Ίσως όχι καλός ή κακός με την κλασική έννοια που απαιτεί η θρησκευτική τάξη των πραγμάτων αλλά αληθινός με την πιο παιδαριώδη έννοια αυτής της οικουμενικής ανάγκης για δημιουργία. Ενός διαδραστικού γαμησιού που αναδημιουργεί ένα συναίσθημα αδιάφορο για ηθικούς σκοπούς, αναζητώντας μιαν αρμονία χωρίς αντικείμενο. Η ποίηση σε οδηγεί με τα χρόνια στην αναρχία. Σε μια ουσιαστική άρνηση όλων των κατακτημένων με τη χατζάρα βεβαιοτήτων. Βεβαίως η αναρχία είναι βαθιά πεσιμιστική. Όσοι όμως διασχίζουν την κόλασή της βρίσκουν ανάπαυση μόνο στη δύναμη να δημιουργήσουν την τάξη και την υγεία της κοινότητας. Υπογραμμίζουν πως ισχυρός άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί να ξαναβρεί τη χαρά. Κι είναι αυτός που μπορεί να διαφυλάξει την όρασή του και τα θαυμαστά μάτια του. Τους καθρέφτες του κόσμου που σπιθοβολούν τις μυστικές ασέλγειες των πραγμάτων.

Κεραυνοβόλα

Είναι σα να ζευγαρώνεις με τα μάτια. Σα να κόβεις φέτες τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού. Είναι σα να γυρνάς ανάποδα τη δυνατότητα ν’ ανακαλύψεις τον κόσμο. Σα να γεμίζεις τις χούφτες σου με πέτρες μεταφυσικής και να πετροβολάς τους έρωτες και τις συνουσίες. Τις ταραχές και τις πράξεις που χρειάζονται ματογυάλια για να τις δεις. Τους μασκαρεμένους εφιάλτες, τους ποτισμένους με τη σκουριά και το όργιο ενός κόσμου που ξεχείλισε. Ενός κέντρου που χάθηκε κι ενός πόθου που μαγαρίστηκε. Κι είναι σα να επιχειρείς να συνθέσεις τις εξαιρετικές συνάξεις της γύμνιας. Την ακατέργαστη ομορφιά που στοιχειώνει την ανάμνηση. Αδέξια πάντα μέσα στον απέραντο θόλο του κόσμου, απόλυτα απαλλαγμένη από κάθε λογοτεχνική πρόθεση. Με τους ψαλμούς ενός σκληρού ηρωικού ύφους και τις αδρές γραμμές της αταξίας, που διαστρεβλώνει τη μεροληψία των μορφών. Η εποχή μας είναι υπερβολικά σκληρή και το ευρωπαϊκό πνεύμα βαριά άρρωστο. Και ποιος αλήθεια, μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες, αυτής της δαιμονικής ανάγκης για εργασία και πλούτο, που περιλαμβάνεται ολόκληρη μέσα στη μέθη των υλικών, στα σύμβολα του χάους και της φλόγας, του βόρβορου, της τροφής και του αίματος, εκεί που κατασκευάζονται όλα τα σύμπαντα. Εκεί που ο οίκτος ανεβαίνει απ’ τα βάθη των αιώνων για να συνοδεύσει τους κολασμένους στην άβυσσο. Εκεί που η τραγωδία της πείνας βρυχάται σαν θύελλα. Εκεί που το σκελετωμένο άλογο δε μπορεί να κουβαλήσει κάτι πιο βαρύ απ’ τον ισχνό ιππότη που σκιαμαχεί, διασχίζοντας μια έρημο τέφρας. Εκεί όπου, εκείνος που κατέχει τους δρόμους, κατακτά το μέλλον κι όλη η σκοτεινή ροή των ανθρώπων υπακούει στο δικό του κάλεσμα.

Art povera ή τα όπια του λαού

Όσοι νοθεύουν τα μυαλά τους με κάθε λογής όπια αρχίζουν να γίνονται ειλικρινείς με τον τρόπο τους. Όμως η ειλικρίνεια φέρνει την παρακμή, ενώ η υποκρισία τον πολιτισμό. Οι στρατηγοί της δημοσιογραφίας κάνουν κουμάντο και ο λαός έμαθε να αγαπά τους στρατηγούς. Ο λαός έχει ανάγκη να λυτρωθεί, δηλαδή να χαθεί. Οι κρίσεις ναρκώνουν, αφιονίζουν. Όταν οι άνθρωποι προγραμματίζονται μαζικά για να διασώσουν την ιδιωτική τους και μόνο ζωή, μέσα στα ερείπια και τα κοινωνικά κουφάρια ενός κόσμου παρακμής, τότε βιώνουν τον εκφυλισμό τους ως αναγκαίο κακό. Ξεκομμένοι απ’ την τάξη τους αποτελούν πλέον προϊόντα της παρακμής. Βουλιάζουν στη μελαγχολία, στην έπαρση και στον ανελέητο χαβαλέ. Όλα αυτά όμως προδίδουν ανθρώπους που οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν και τώρα σαν μέσα σε κάποιο όνειρο κάνουν κωμικές γκριμάτσες. Πλιατσικολογούν και γκρινιάζουν. Πότε πότε φτύνουν κιόλας το κομμάτι της τάξης τους που αντιστέκεται. Είναι ικανοί να προσφέρουν τον κώλο του παιδιού τους σε κάποια εταιρία. Στο φωτισμένο αδιάφθορο ιδιώτη που τόσο παστρικά κουνάει το δάχτυλο στους εργάτες που θέλουν φαγητό, φάρμακο, σπίτι, ξεκούραση αξιοπρέπεια. Στήνεται τώρα η γενιά των αιφνιδιαστικών πολέμων. Η γενιά που δεν θα υποκύπτει στο νόμο του δικαίου αλλά του νικητή. Ακόμη κι αν ο νικητής είναι ένας αδίστακτος φονιάς. Μια τεράστια διεφθαρμένη Αμερική ασχολείται με το πόσες γυναίκες γάμησε ο αρχηγός της CIA κι όχι με το πόσα γυναικόπαιδα έσφαξε για να προασπίσει το δικαίωμα του Αμερικάνου να είναι καλός οικογενειάρχης και να βγάζει λεφτά. Η σημερινή τους δύναμη είναι στην πραγματικότητα η αδυναμία των μελλοντικών ηττημένων. Ένας λαός που βρίσκει μονάχα απαλλακτικές δικαιολογίες για να ντύσει την ανήθικη ηθική του. Δεν είναι τυχαίοι οι φασίζοντες υπερασπιστές του δήθεν δικαίου. Μια εφεύρεση της κυρίαρχης τάξης, μια ευρεσιτεχνία των στρατηγών, διασκευασμένη και διορθωμένη από τη γερμανική κοσμιότητα. Ένα σμάρι Ούννων σε αγρό με παπαρούνες. Τάταροι επιληπτικοί. Ηλίθιοι με τη γήινη έννοια της λέξης. Εθνικιστές που έχουν πάρει αγκαλιά τον καλόγερο Ρασπούτιν και τους αιμοφιλικούς γιούς του Τσάρου. Ρατσιστές με αγγλοσαξονικό φλέγμα που φοβούνται μήπως, νέγροι με κολιέ από δόντια αγριογούρουνου που πίνουν συμπυκνωμένο γάλα, προσθέσουν ένα σόλο από ταμ ταμ στον εθνικό ύμνο ή αν αλβανοί μεγαλοϊδεάτες βασιλέψουν στο προεδρικό μέγαρο. Όμως και σήμερα και τότε και πάντα προσπαθούμε να ψηλαφίσουμε την άκρη αυτών των ανθρώπινων λαβυρίνθων. Κι όταν όλα αμβλύνονται ο χρόνος παίζει μαζί μας και μας ξαναγυρίζει πίσω. Και μοιάζουμε σαν πόρτες που βροντάν σ’ ένα άδειο σπίτι μ’ ανοιχτά παράθυρα. Εκεί απ’ όπου τρύπωσαν όλες οι θύελλες της προϊστορίας και δεν είναι πια οι χαύνες νύμφες που αναδύονται απ’ τις πεδιάδες αλλά η καρβουνιασμένη όψη των κολασμένων.

Πλατεία Κοτζιά

Είναι η μέρα που διαδηλώνουν για το Μωάμεθ.
Με τα ματωμένα πόδια τους σα να ’χουν βγάλει μόλις τους επιδέσμους.
Σαν άμαχοι σε σχολικά βιβλία.
Κακόκεφοι και κουρασμένοι και καχύποπτοι.
Φτάσανε στην Ευρώπη περπατώντας.
Σαν γέρικες αγελάδες στο λευκό τους πετσί τουρτουρίζοντας.

Γαλήνια πετροβολούν τους Ματατζήδες.
Κι η πυροσβεστική τους καταβρέχει σαν φλεγόμενες δεντροστοιχίες.
Ούτε ουρλιαχτά, ούτε παρακάλια.
Από μικρά δρομάκια το σκάνε, να φτάσουν στις συνοικίες.
Σε κάποιο ρηχό υπόγειο να ταΐσουν τις αδέσποτες γάτες.

Και τον κατοικίδιο να προσκυνήσουν θεό.
Δίπλα στις αράχνες και τους φόβους
και το σκοτάδι που τιτιβίζει υπνωτισμένο.

Το παιδί

Το κράτος προστατεύει τα δικαιώματα του παιδιού εκτός απ’ το δικαίωμά του να έχει δικαιώματα. Το παιδί παύει να είναι παιδί όταν μπει στην ηλικία που μπορούν να το κλείσουν φυλακή. Όταν θα γίνει έρμαιο των κριτών. Σε όσους προσφέρει υπεραξία για να του χυτεύουν τιμωρίες. Το παιδί είναι το αρχέτυπο του καταναλωτή. Οι ρυθμιστές του χρήματος που αγοράζουν και πουλάνε οδύνες έχουν στήσει ένα εργαστήριο επιδιορθώσεων των πατικωμένων υπάρξεων. Το εμπόρευμα με ανθρώπινο πρόσωπο. Τα παιδιά είναι τα μελλοντικά μέσα παραγωγής. Χωνεμένα σε καρικατούρες ρόλων. Οι μικροαστικές γονεϊκές αυταπάτες μετατρέπουν από νωρίς τα τέκνα τους σε εργαλεία εργασίας. Μετά απ’ τη δόξα του να πεθαίνεις υπέρ πίστεως και πατρίδος ήρθε η δόξα του να ζεις για την εταιρία και να χρυσώνεις τα δεσμά και τα σιρίτια της μισθωτής σου σκλαβιάς. Όσο πιο βέβηλος ο κόσμος τόσο πιο παιδοκεντρικός. Μια ψύχωση πλανιέται πάνω απ’ τους ευγενείς καταναγκασμούς. Βίαιοι νεανικοί σπασμοί απ’ τη μια και απ’ την άλλη προστασία της αθωότητας. Τα κομμάτια της κοινωνίας που δεν διαθέτουν αποθέματα πλούτου κατέχουν μόνο τα παιδιά τους. Έχουν στην ιδιοκτησία τους πλάσματα που συντηρούν και μορφώνουν με κρατικά κεφάλαια για να εξοπλίσουν αύριο το οπλοστάσιο διαχείρισης της δυναμικής του χρήματος. Όταν τα παιδιά σταμάτησαν να είναι άμεσα εκμεταλλεύσιμα απ’ τη μέγγενη της αχόρταγης παραγωγής η κοινωνία ανακάλυψε την παιδική ηλικία ως μια τελείως ξεχωριστή στιγμή στη ζωή, η οποία για να ενταχθεί στην κοινωνία θα πρέπει να επιμορφωθεί συστηματικά. Το έγκλημα και τη βία τα διαιωνίζουν πρώην παιδιά. Ξεχνάμε συχνά πως ο εγκληματίας υπήρξε κάποτε παιδί και το έγκλημά του είναι ένα ιδιάζων σημείο της εντροπίας της εκπαίδευσής του. Το έγκλημα είναι συχνά η απελευθέρωση απ’ τα δεσμά της προληπτικής καταστολής. Μέσα στο περιτύλιγμα του ενήλικα εαυτού μας βρίσκεται ένα πληγωμένο παιδί. Χαστουκίζουμε τα παιδιά ή τους κάνουμε ευγενικά κηρύγματα λίγο πριν γνωρίσουν τους ομοϊδεάτες τους στο σαλονάκι του ψυχολόγου. Εκεί που θα στηθεί διαλεκτικά ο πόλεμος πέους εναντίον κόλπου. Εκεί που το σύγχρονο κράτος ως καλοκάγαθος δικτάτορας κάνει τη διανομή των ρόλων και σκηνοθετεί τις συγκρούσεις στα οχυρά της οικογένειας. Όσο πιο ανθρωποφαγική η κοινωνία τόσο υμνεί τους αδύναμους που η ίδια έφτιαξε για να θρέφεται απ’ αυτούς σαν το αρπαχτικό που ξεσκίζει σάρκες ενώ προσποιείται πως βοηθά. Τα πριονιστήρια των επιθυμιών μας δουλεύουν με το πετρέλαιο της θρησκείας και τα σπίρτα της μεταφυσικής. Κι έτσι χορεύουμε πάνω στα πριονίδια κάθε κοινωνικής ήττας που κολακεύει τον κομφορμισμό μας.