ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Νοέμβριος, 2012

Απ’ το γυμνό γράμμα

Γυναίκα που δε διαβάζεις σωστά, τώρα σου στέλνω ένα ζευγάρι γυαλιά για να μπορείς να διαβάζεις την καρδιά μου και με τα ωραία σου δάχτυλα να χαϊδεύεις τα τυπογραφικά μου στοιχεία και να χύνεις το μελάνι σου μέσα στην άγρια νύχτα του κόσμου.

Να ψηλαφείς αποφασισμένη το ποίημα. Γιατί κάθε ποίημα είναι μια μεγάλη τρύπα απ’ όπου ξεμπουκάρουν οι ξεδιάντροπες θύελλες.

Απόνερα της νοημοσύνης. Κορεσμένη κι ορθάνοιχτη κυρά, έλα να σου δείξω την οριστική μου γυμνότητα κι έλα να μου μάθεις την τεμπελιά.

Οι νεκροθάφτες αναλαμβάνουν υπηρεσία. Μαστούρηδες κατεβάζουν τους ναυαγούς στον άλλο κόσμο, κυρά εσύ που παίρνεις μάτι το φιλί της κοφτερής λάμας με της οδαλίσκης το ξενυχτισμένο βυζί.

Επιθυμίες των δυο χεριών σου ανασκολοπίζουν τους πολύτροπους έρωτες.

Πάντα καθεδρική και πάντα πρόστυχη καλπάζεις ελέω θεού. Δόλια, που αυτάρεσκα σαλιώνεις το πείσμα για διείσδυση και των φιλμ νουάρ διαβλέπεις τις υποθέσεις.

Θα σε χαρακώσω σαν ελιά και θα σε κερδίσω σαν στοίχημα εκεί γλιστρώντας στου βουνού την ωραία καλύβα.

Μου συμβαίνει καμιά φορά να χτίζω γέφυρες και να υποτροπιάζω γράφοντας ωδές ακόμη και για την εντεύθεν των μηρών σου σατραπεία.

Εγώ που έχω την επικαρπία των υγρών σου και σε δαγκώνω, όπως μητροπολίτης δαγκώνει τη λειτουργιά.

Όσοι δε με καταλαβαίνουν ας πλαντάξουν σαν ζευγάρι αχάιδευτα κωλομέρια. Εσύ με νοείς, βία ανοιγμένη του ακροτελεύτιου σπασμού.

Αγρεύεις οίστρο θανάτου με το δόλωμα που σου χάρισα.

Σπλάχνο της πόλης και της λίμνης Βόλβης κατατρεγμένο κορμάκι όταν θα ζευγαρώνεις με κάποιο σύζυγο όλο στύσεις μαινόμενες και πανσπερμίες ολκής, εγώ θα σε παίρνω με λέξεις.

Εφευρίσκουν θαύματα οι άλλοι για μας και διαλευκάνουν εγκλήματα.

Δολοφονούν εν ψυχρώ τους ποιητές γλυκιά μου.

Γραφειοκράτες είμαστε της ηδονής, λογοπομποί των ολοσχερώς χαμένων στιγμών. Έρμαια των σφιγκτήρων και της μαγαρισμένης θείας βοής.

Όταν μας μιλούν τα δαιμόνια ουδέν σχόλιο. Κι όταν αποθανατίζουμε συθέμελα προστριβές με τη μήτρα.

Αγωγός των εν εξελίξει προσδοκιών. Διαπομπεύοντας την ύπαρξη με λέξεις.

Οι μπάσταρδοι σπασμοί θα μας βγάλουν στην ανεργία. Στην ανυπαρξία. Στα έμμηνα και τις τεθλασμένες γραμμές του χάους.

Τυραγνισμένη μου, κάποτε θα μου κάτσεις, κάποτε θα εκραγείς στα χέρια μου.

Εγώ το ψοφίμι προσφεύγω στα όρνια για δικαιοσύνη και για ξεσπλάχνισμα ύλης φθαρτής από κάτι θηλυκά ιλαρά και λάγνα.

Καταλογίζω δόλο στα σκοτάδια εγώ ο μονήρης της συντεχνίας των ήλιων.

Αλβανοί μου, με τα στρώματα δεμένα στις οροφές των γιοταχί ολοταχώς απ’ τα Τίρανα στην τυραννία, περνώντας νύχτα το Καλπάκι και τη γενέτειρα των ονείρων σας.

Δεν είναι η Φλώρινα του Καντιώτη που επισκέφτηκα κάποτε μα η Φλώρινα του απόδημου Μίμη Σουλιώτη, του μάστορα. Μνήμη λιωμένου χιονιού και χαρούμενης λάσπης.

Σε θέλω τόσο που και να μη σ’ έχω σε κουβαλώ, καθώς ανατέλλεις λάθρα, ποίηση καρτέρι ξενυχτωμού και ποίηση φαιά μικροαστή της εταιρίας λογοτεχνών.

Κύκνος στα σκέλια κάποιας Λήδας που απεργάζεται πούπουλα.

Στο ενυδρείο μου γράφω κι απέξω η βροχούλα διαλευκάνει την έμπνευση.

Μη μου κρατάτε μούτρα γυμνούλες μνήμες εμένα του απαθή που λάτρεψα διασταλμένους πόρους και οργίασα ως ηλεκτρολύτης των υφάλμυρων παραδείσων σας.

Δια στόματος μηρών έβγαλες τη γλώσσα στη Σελήνη.

Γούσταρες σάλιο, αδρό μπαξίσι.

Βούτυρο αλείφοντας τις νεκρές φύσεις.

Αγροίκος για πάντα που θωρεί το σπέρμα του να κυλά προς τη θάλασσα. Απ’ όλους τους νεροχύτες των θηλυκών στο σεληνόφως.

Εμείς τα μαστόρια της γλώσσας, οι ποντίφικες, με μια ντουζίνα κλειδαρότρυπες για κάθε διαλεκτική φλόγα και για κάθε παχύδερμη αυταπάτη.

Έχουμε με το μέρος μας το τρεμούλιασμα κάθε τρέλας και κάθε έρωτα τη μαγγανεία.

Ω! Γουτεμβέργιε υποδόριε πορνογράφε.

Βυζάκια που το σκάνε απ’ τα σουτιέν για να δειπνήσουν σάλιο, χέρσα των συνειρμών και των φωνήεντων τραυμάτων.

Θήλαιες καμπύλες, ορυμαγδοί συντεταγμένων σε πεδία μαχών. Ότι έχω, το δαιμονικό κολάζ της πανικόβλητης χαράς κι ο λούστρος οργασμός.

Πλάσματα της οικουμένης σε ποια Δευτέρα παρουσία θα υποτροπιάσετε για μια τρανή συγκομιδή ζωής! Σε ποιους διαβόλους θα στείλτε καρτ ποστάλ με τα αιδοία σας! Άχραντα τοπία του ερέβους και μυστικά περάσματα της καύλας.

Κι οι μεγάλες ζέστες είναι η υγεία των ποιητών.

Χορτάστε δασύτριχα μουνάκια παραλήρημα και κακοφορμισμένα μυαλά χορτάστε παραγγέλματα.

Φιλοτεχνείστε στα κορμάκια σας αγρούς από μεταθανάτια μπορντέλα. Δραπετεύσται τις λέξεις απ’ τα δεσμά τους. Τις ανορθογραφίες στης παιδικής ηλικίας το σκιόφως.

Ω! ναι. Βγήκα νωρίς στην ποιητική παρανομία. Και τα τσογλάνια δεν πρόλαβαν να με θάψουν.

Πυρ γυνή και θάλασσα

Είναι μελετημένη σωστά η θάλασσα.
Πότε αξέσπαστη και πότε χαρισάμενη.
Και πότε στην ύστατη αντάρα παραδομένη.
Αναδεύοντας βυθούς, επάξια θολώνοντας
τα νερά. Λασπωμένη, σκάβοντας
την ατάραχη στεριά. Ασορτί μ’ έναν ουρανό
όλο νεφέλες. Δείχνοντας κάθε τόσο
τα φοβερά της έγκατα σε μισθοφόρους
ναυτεργάτες. Φτωχόπαιδα που λιμπίστηκαν
μπορντέλα εξωτικά στα λιμάνια.
Πυρ γυνή και θάλασσα. Απ’ τη θάλασσα
αρχίζοντας πάντα και καταλήγοντας
στη φωτιά. Στο πυρ το εξώτερο.

Οι μυστικές ασέλγειες των πραγμάτων

Όταν ξεφύγεις απ’ τη δικτατορία της ερμηνείας μοιραία θα γίνεις ποιητής. Ίσως όχι καλός ή κακός με την κλασική έννοια που απαιτεί η θρησκευτική τάξη των πραγμάτων αλλά αληθινός με την πιο παιδαριώδη έννοια αυτής της οικουμενικής ανάγκης για δημιουργία. Ενός διαδραστικού γαμησιού που αναδημιουργεί ένα συναίσθημα αδιάφορο για ηθικούς σκοπούς, αναζητώντας μιαν αρμονία χωρίς αντικείμενο. Η ποίηση σε οδηγεί με τα χρόνια στην αναρχία. Σε μια ουσιαστική άρνηση όλων των κατακτημένων με τη χατζάρα βεβαιοτήτων. Βεβαίως η αναρχία είναι βαθιά πεσιμιστική. Όσοι όμως διασχίζουν την κόλασή της βρίσκουν ανάπαυση μόνο στη δύναμη να δημιουργήσουν την τάξη και την υγεία της κοινότητας. Υπογραμμίζουν πως ισχυρός άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί να ξαναβρεί τη χαρά. Κι είναι αυτός που μπορεί να διαφυλάξει την όρασή του και τα θαυμαστά μάτια του. Τους καθρέφτες του κόσμου που σπιθοβολούν τις μυστικές ασέλγειες των πραγμάτων.

Κεραυνοβόλα

Είναι σα να ζευγαρώνεις με τα μάτια. Σα να κόβεις φέτες τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού. Είναι σα να γυρνάς ανάποδα τη δυνατότητα ν’ ανακαλύψεις τον κόσμο. Σα να γεμίζεις τις χούφτες σου με πέτρες μεταφυσικής και να πετροβολάς τους έρωτες και τις συνουσίες. Τις ταραχές και τις πράξεις που χρειάζονται ματογυάλια για να τις δεις. Τους μασκαρεμένους εφιάλτες, τους ποτισμένους με τη σκουριά και το όργιο ενός κόσμου που ξεχείλισε. Ενός κέντρου που χάθηκε κι ενός πόθου που μαγαρίστηκε. Κι είναι σα να επιχειρείς να συνθέσεις τις εξαιρετικές συνάξεις της γύμνιας. Την ακατέργαστη ομορφιά που στοιχειώνει την ανάμνηση. Αδέξια πάντα μέσα στον απέραντο θόλο του κόσμου, απόλυτα απαλλαγμένη από κάθε λογοτεχνική πρόθεση. Με τους ψαλμούς ενός σκληρού ηρωικού ύφους και τις αδρές γραμμές της αταξίας, που διαστρεβλώνει τη μεροληψία των μορφών. Η εποχή μας είναι υπερβολικά σκληρή και το ευρωπαϊκό πνεύμα βαριά άρρωστο. Και ποιος αλήθεια, μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες, αυτής της δαιμονικής ανάγκης για εργασία και πλούτο, που περιλαμβάνεται ολόκληρη μέσα στη μέθη των υλικών, στα σύμβολα του χάους και της φλόγας, του βόρβορου, της τροφής και του αίματος, εκεί που κατασκευάζονται όλα τα σύμπαντα. Εκεί που ο οίκτος ανεβαίνει απ’ τα βάθη των αιώνων για να συνοδεύσει τους κολασμένους στην άβυσσο. Εκεί που η τραγωδία της πείνας βρυχάται σαν θύελλα. Εκεί που το σκελετωμένο άλογο δε μπορεί να κουβαλήσει κάτι πιο βαρύ απ’ τον ισχνό ιππότη που σκιαμαχεί, διασχίζοντας μια έρημο τέφρας. Εκεί όπου, εκείνος που κατέχει τους δρόμους, κατακτά το μέλλον κι όλη η σκοτεινή ροή των ανθρώπων υπακούει στο δικό του κάλεσμα.

Art povera ή τα όπια του λαού

Όσοι νοθεύουν τα μυαλά τους με κάθε λογής όπια αρχίζουν να γίνονται ειλικρινείς με τον τρόπο τους. Όμως η ειλικρίνεια φέρνει την παρακμή, ενώ η υποκρισία τον πολιτισμό. Οι στρατηγοί της δημοσιογραφίας κάνουν κουμάντο και ο λαός έμαθε να αγαπά τους στρατηγούς. Ο λαός έχει ανάγκη να λυτρωθεί, δηλαδή να χαθεί. Οι κρίσεις ναρκώνουν, αφιονίζουν. Όταν οι άνθρωποι προγραμματίζονται μαζικά για να διασώσουν την ιδιωτική τους και μόνο ζωή, μέσα στα ερείπια και τα κοινωνικά κουφάρια ενός κόσμου παρακμής, τότε βιώνουν τον εκφυλισμό τους ως αναγκαίο κακό. Ξεκομμένοι απ’ την τάξη τους αποτελούν πλέον προϊόντα της παρακμής. Βουλιάζουν στη μελαγχολία, στην έπαρση και στον ανελέητο χαβαλέ. Όλα αυτά όμως προδίδουν ανθρώπους που οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν και τώρα σαν μέσα σε κάποιο όνειρο κάνουν κωμικές γκριμάτσες. Πλιατσικολογούν και γκρινιάζουν. Πότε πότε φτύνουν κιόλας το κομμάτι της τάξης τους που αντιστέκεται. Είναι ικανοί να προσφέρουν τον κώλο του παιδιού τους σε κάποια εταιρία. Στο φωτισμένο αδιάφθορο ιδιώτη που τόσο παστρικά κουνάει το δάχτυλο στους εργάτες που θέλουν φαγητό, φάρμακο, σπίτι, ξεκούραση αξιοπρέπεια. Στήνεται τώρα η γενιά των αιφνιδιαστικών πολέμων. Η γενιά που δεν θα υποκύπτει στο νόμο του δικαίου αλλά του νικητή. Ακόμη κι αν ο νικητής είναι ένας αδίστακτος φονιάς. Μια τεράστια διεφθαρμένη Αμερική ασχολείται με το πόσες γυναίκες γάμησε ο αρχηγός της CIA κι όχι με το πόσα γυναικόπαιδα έσφαξε για να προασπίσει το δικαίωμα του Αμερικάνου να είναι καλός οικογενειάρχης και να βγάζει λεφτά. Η σημερινή τους δύναμη είναι στην πραγματικότητα η αδυναμία των μελλοντικών ηττημένων. Ένας λαός που βρίσκει μονάχα απαλλακτικές δικαιολογίες για να ντύσει την ανήθικη ηθική του. Δεν είναι τυχαίοι οι φασίζοντες υπερασπιστές του δήθεν δικαίου. Μια εφεύρεση της κυρίαρχης τάξης, μια ευρεσιτεχνία των στρατηγών, διασκευασμένη και διορθωμένη από τη γερμανική κοσμιότητα. Ένα σμάρι Ούννων σε αγρό με παπαρούνες. Τάταροι επιληπτικοί. Ηλίθιοι με τη γήινη έννοια της λέξης. Εθνικιστές που έχουν πάρει αγκαλιά τον καλόγερο Ρασπούτιν και τους αιμοφιλικούς γιούς του Τσάρου. Ρατσιστές με αγγλοσαξονικό φλέγμα που φοβούνται μήπως, νέγροι με κολιέ από δόντια αγριογούρουνου που πίνουν συμπυκνωμένο γάλα, προσθέσουν ένα σόλο από ταμ ταμ στον εθνικό ύμνο ή αν αλβανοί μεγαλοϊδεάτες βασιλέψουν στο προεδρικό μέγαρο. Όμως και σήμερα και τότε και πάντα προσπαθούμε να ψηλαφίσουμε την άκρη αυτών των ανθρώπινων λαβυρίνθων. Κι όταν όλα αμβλύνονται ο χρόνος παίζει μαζί μας και μας ξαναγυρίζει πίσω. Και μοιάζουμε σαν πόρτες που βροντάν σ’ ένα άδειο σπίτι μ’ ανοιχτά παράθυρα. Εκεί απ’ όπου τρύπωσαν όλες οι θύελλες της προϊστορίας και δεν είναι πια οι χαύνες νύμφες που αναδύονται απ’ τις πεδιάδες αλλά η καρβουνιασμένη όψη των κολασμένων.

Πλατεία Κοτζιά

Είναι η μέρα που διαδηλώνουν για το Μωάμεθ.
Με τα ματωμένα πόδια τους σα να ’χουν βγάλει μόλις τους επιδέσμους.
Σαν άμαχοι σε σχολικά βιβλία.
Κακόκεφοι και κουρασμένοι και καχύποπτοι.
Φτάσανε στην Ευρώπη περπατώντας.
Σαν γέρικες αγελάδες στο λευκό τους πετσί τουρτουρίζοντας.

Γαλήνια πετροβολούν τους Ματατζήδες.
Κι η πυροσβεστική τους καταβρέχει σαν φλεγόμενες δεντροστοιχίες.
Ούτε ουρλιαχτά, ούτε παρακάλια.
Από μικρά δρομάκια το σκάνε, να φτάσουν στις συνοικίες.
Σε κάποιο ρηχό υπόγειο να ταΐσουν τις αδέσποτες γάτες.

Και τον κατοικίδιο να προσκυνήσουν θεό.
Δίπλα στις αράχνες και τους φόβους
και το σκοτάδι που τιτιβίζει υπνωτισμένο.

Το παιδί

Το κράτος προστατεύει τα δικαιώματα του παιδιού εκτός απ’ το δικαίωμά του να έχει δικαιώματα. Το παιδί παύει να είναι παιδί όταν μπει στην ηλικία που μπορούν να το κλείσουν φυλακή. Όταν θα γίνει έρμαιο των κριτών. Σε όσους προσφέρει υπεραξία για να του χυτεύουν τιμωρίες. Το παιδί είναι το αρχέτυπο του καταναλωτή. Οι ρυθμιστές του χρήματος που αγοράζουν και πουλάνε οδύνες έχουν στήσει ένα εργαστήριο επιδιορθώσεων των πατικωμένων υπάρξεων. Το εμπόρευμα με ανθρώπινο πρόσωπο. Τα παιδιά είναι τα μελλοντικά μέσα παραγωγής. Χωνεμένα σε καρικατούρες ρόλων. Οι μικροαστικές γονεϊκές αυταπάτες μετατρέπουν από νωρίς τα τέκνα τους σε εργαλεία εργασίας. Μετά απ’ τη δόξα του να πεθαίνεις υπέρ πίστεως και πατρίδος ήρθε η δόξα του να ζεις για την εταιρία και να χρυσώνεις τα δεσμά και τα σιρίτια της μισθωτής σου σκλαβιάς. Όσο πιο βέβηλος ο κόσμος τόσο πιο παιδοκεντρικός. Μια ψύχωση πλανιέται πάνω απ’ τους ευγενείς καταναγκασμούς. Βίαιοι νεανικοί σπασμοί απ’ τη μια και απ’ την άλλη προστασία της αθωότητας. Τα κομμάτια της κοινωνίας που δεν διαθέτουν αποθέματα πλούτου κατέχουν μόνο τα παιδιά τους. Έχουν στην ιδιοκτησία τους πλάσματα που συντηρούν και μορφώνουν με κρατικά κεφάλαια για να εξοπλίσουν αύριο το οπλοστάσιο διαχείρισης της δυναμικής του χρήματος. Όταν τα παιδιά σταμάτησαν να είναι άμεσα εκμεταλλεύσιμα απ’ τη μέγγενη της αχόρταγης παραγωγής η κοινωνία ανακάλυψε την παιδική ηλικία ως μια τελείως ξεχωριστή στιγμή στη ζωή, η οποία για να ενταχθεί στην κοινωνία θα πρέπει να επιμορφωθεί συστηματικά. Το έγκλημα και τη βία τα διαιωνίζουν πρώην παιδιά. Ξεχνάμε συχνά πως ο εγκληματίας υπήρξε κάποτε παιδί και το έγκλημά του είναι ένα ιδιάζων σημείο της εντροπίας της εκπαίδευσής του. Το έγκλημα είναι συχνά η απελευθέρωση απ’ τα δεσμά της προληπτικής καταστολής. Μέσα στο περιτύλιγμα του ενήλικα εαυτού μας βρίσκεται ένα πληγωμένο παιδί. Χαστουκίζουμε τα παιδιά ή τους κάνουμε ευγενικά κηρύγματα λίγο πριν γνωρίσουν τους ομοϊδεάτες τους στο σαλονάκι του ψυχολόγου. Εκεί που θα στηθεί διαλεκτικά ο πόλεμος πέους εναντίον κόλπου. Εκεί που το σύγχρονο κράτος ως καλοκάγαθος δικτάτορας κάνει τη διανομή των ρόλων και σκηνοθετεί τις συγκρούσεις στα οχυρά της οικογένειας. Όσο πιο ανθρωποφαγική η κοινωνία τόσο υμνεί τους αδύναμους που η ίδια έφτιαξε για να θρέφεται απ’ αυτούς σαν το αρπαχτικό που ξεσκίζει σάρκες ενώ προσποιείται πως βοηθά. Τα πριονιστήρια των επιθυμιών μας δουλεύουν με το πετρέλαιο της θρησκείας και τα σπίρτα της μεταφυσικής. Κι έτσι χορεύουμε πάνω στα πριονίδια κάθε κοινωνικής ήττας που κολακεύει τον κομφορμισμό μας.

΄Αι γαμήσου Αγία Πετρούπολη

Η γλώσσα βγάζει τη γλώσσα στη γλώσσα. Όσες, με βυζάκια νωθρά, αποστήθισαν αφηρημένα στη βροχή, την απλωσιά ενός σπαραχτικού ρεαλισμού εγίνανε ποιήτριες. Εγίνανε κομμώτριες ή εργάτριες του έρωτα στη Βενετία του Βορρά. Εκεί που ο ποιητής Λένιν χορηγούσε στους μπολσεβίκους χαβιάρι και βότκα και κριτική σκέψη σκηνοθετημένη με τον ιστορικό υλισμό των παλαιών χρόνων και τις αστείες υποθέσεις των τσάρων που ευλογούσαν τα στρατεύματα με ορθόδοξους σαγηνευτές. Με τους Ρασπούτιν κάθε χυδαίας ακρότητας και κάθε τεχνολογίας που οδηγούσε στον Άδη. Εκεί που αργότερα κόχλαζαν τηγάνια με μπακαλιάρους στις καντίνες των κολχόζ κι έπαιρναν γραμμή οι εραστές για το νέο κόσμο και τις όπερες. Όμως όπως πάντα τα τέκνα σχεδίασαν πλιάτσικο και χαβαλέ κι άλλαξαν ονόματα και αριθμούς και τύλιξαν το κεφάλι τους με νάιλον σακούλες για να μαστουρώσουν από ασφυξία και να ονειρευτούν φέουδα λαμπρά των δυτικών και παρακμή με αγαθά στων υπόγειων πόθων τα χαντάκια. Αλωνίσανε των αφοσιωμένων κυράδων την αργοσάλευτη λίμπιντο και τα τρακόσια γεφύρια. Έπνιξαν τις γυναίκες και τον έρωτα, ρημάξανε τον πλούτο κι έψαλαν το τρισάγιο πάνω στους τάφους του κόκκινου στρατού που χνούδιασε στ’ απέραντα νεκροταφεία του Βερολίνου. Εκεί που μπήκε νικητής και βγήκε νικημένος αφού ο Κυρίαρχος του μάτωσε τη λαλιά και του διέφθειρε την τεμπελιά με ιδιοκτησία. Με απολαύσεις επί πληρωμή κι εταιρίες αγίων και θαυμάτων. Λεωφόρους με παγκάρια σπέρνοντας και υποσχέσεις για εύκολο γαμήσι κι εύκολη πρόσβαση στο ψυγείο του αστού. Χτίζοντας νέα τζάκια, επανδρώνοντας με πόνο και μισθωτή σκλαβιά τον πρώην χωρικό που τεμαχίστηκε για να χωρέσει στο φιλελεύθερο μαντρί των συμμάχων. Κι έγινε λούμπεν ξανά κι αγνώριστος παχύσαρκος. Με οδηγητές τα στομάχια των επισκόπων και τις κάριες της παραφοράς. Καταβροχθίζοντας κάθε τόσο ψευδαισθήσεις του προσφιλούς μέλλοντος.

Άραβες

Οι άραβες έχουν τη σεξουαλικότητα στο υπόγειο. Καλυμμένη. Με αθώο λευκό χρώμα. Έχουν ένα σινεμά και μια ποίηση που σου μαθαίνει τα πράγματα ψηλαφιστά. Λίγες εικόνες μετρημένες με μια λογοκρισία καυλωτική, στα όρια της αποχαυνωτικής αφέλειας. Έχουν ένα συναισθηματισμό απελευθερωτικό, που γέρνει κάθε τόσο στο μαγικό πηγάδι του ερωτισμού. Οι δυτικοί έχουν τον ερωτισμό σε όλους τους ορόφους. Και μάλιστα τον μοσχοπουλάνε. Κάθε κινητό τηλέφωνο στη Δύση λειτουργεί ως πρακτικό πολυμαλακιστήρι σε αντίστιξη με τις λεπτεπίλεπτες ματιές που χτυπάνε στην καρδιά των πραγμάτων. Η Δύση κρύβει τον φονταμενταλισμό της φανερώνοντας, ενώ η ανατολή φανερώνει τον δικό της κρύβοντας. Αυτή η αμφίρροπη συνδυαστική αποκαλύπτει τον ναρκοθετημένο δρόμο της συνύπαρξης. Έξω απ’ τις θρησκείες και τα ουτοπικά υπολείμματα της προσδοκίας για ανεξαρτησία υποβόσκει ο διαφορετικός σεξουαλικός πολιτισμός. Τα τοπία των σκοπευτηρίων της ερήμου και οι αχτινωτές κυκλικές σκηνές των οργίων. Ο αραβικός πανσεξουαλισμός πλέκει με κοφτερά αγκάθια την ανθοδέσμη του. Σκορπίζει μιαν άγρια λάμψη, ίσως πολλές φορές μαγαρισμένη απ’ το πετρέλαιο που τροφοδοτεί τα ντεπόζιτα του δυτικού ισοπεδωμένου ερωτισμού, κάτω απ’ τις φεγγαράδες και τα σιφώνια ενός βλοσυρού θεού παραδομένου στους διαφημιστές. Στους διάκους του και τους ειδικευόμενους αγίους που όλο μαγαρίζουν την ποίηση με μετρητά.

Όταν σφίγγει ο κλοιός

Όταν σφίγγει ο κλοιός
οι λέξεις σκορπίζουν τη
σκόνη τους στα φριχτά
γεγονότα, γδύνουν το
κρεμμυδάκι νοικοκυρές
καμωμένες από χώμα
που δε βλάστησε και
χείλη που δε βλαστημήσανε
το βλοσυρό θεό. Όταν
σφίγγει ο κλοιός και
χτυπάν οι καμπάνες
σημαίες σκεπάζουν
τα τραγικά συμβάντα κι
ολόγυμνες υπάρξεις ορμάνε
καταπάνω στον όλεθρο
ολοένα και πιο αφιονισμένες
να συναντήσουν τον άγνωστο
εραστή απ’ τα βίπερ της εφηβείας,
να συναντήσουν την μπάντα
του έρωτα να τους παίξει εμβατήρια
του Κάτω κόσμου κι αναμνήσεις
απ’ τα πεδία των μαχών.

Κυρά εσύ που ψάχνεις την αγάπη

Κυρά εσύ που ψάχνεις την αγάπη
και τον έρωτα κι άλλες αποδεκτές
αμαρτίες του μέσου όρου κι έναν
σκοπό στη ζωή και χάδια στον
γυμνό σου λαιμό κι ένα κύκνειο
άσμα ανακατωτά με φιλιά και
φεγγαρόφωτα και μιαν εμπειρία
να σε σκορπίσει στου ορίζοντα
τα τέσσερα σημεία, απόλαυσε
τώρα κρυφά με το δάχτυλο την
ηδονή, το μίσχο του φαλλού
φαντάσου, στα τροπικά δάση
του αιδοίου να βυθίζεται, στα χάη.

O πανικόβλητος σοφός

1

Τι τάχα, αναρωτήθηκε ο πανικόβλητος
σοφός κι έσφιξε με τα δόντια το σουγιά
και του σφιχτού καβάλου τα νοήματα!
Όλο ματαιοδοξίες και σάχλες, κουμάσια
νοήμονα που συντάχθηκαν με τα ερπετά.
Παγώνια όλο σωβινισμό και κουλτούρα.
Στρατηγήματα κάποιου μητροπολίτη
μητρομανή, με δορυφορικό πιάτο
προς του ουράνιου θόλου τα στούντιο
που δεν δάκρυσε ούτε μια φορά ο πούστης
τόσο που να φουντάρει ζωσμένος εκρηχτικά στο
Ισραήλ. Στου περιούσιου λαού τη χωσιά
να κακοφορμίσουν τα κηρύγματα.

2

Φορώ το ποιητικό μου πετραχήλι και γράφω.
Γράφω για βρέφη καταπλακωμένα στη Λωρίδα
της Γάζας και γράφω κάτι αλησμόνητες
μελαγχολίες, παρότι οι συμπολίτες μου
δεν καταλαβαίνουν χριστό κι έχουν τα
δικά τους αμοντάριστα πλάνα και τις δικές τους
γκρίνιες και το δικό τους κατακτημένο ψηφιακό
σήμα για να βλέπουν τις δυστυχίες σωστά.
Να διαβάζουν ευκρινώς τα μαντάτα. Κάτι γριές
σκοτεινές θανατηφόρες που τα λένε χύμα
στις ειδήσεις και ροβολάνε στις λαϊκές του Σαββάτου.

Ραντεβού με τη Μούσα

Όταν δίνεις ραντεβού με τη Μούσα
να είσαι στην ώρα σου. Ειδάλλως
θα καπακωθεί από άλλον. Και θα
του κάνει ωραίο ύστατο πρωινό
κάθε που θα ξυπνάει όλο έμπνευση
και λύσσα να προλάβει τη φύση
ομοιοκατάληκτη και ζωηρή
για να βουρκώσει αρπαχτικούς
αναγνώστες που αγοράζουν
συγκίνηση με μετρητά.

Οδηγίες για την κρίση

Αφού τα πολλά λόγια είναι φτώχια
αποκηρύξτε τα. Κόψτε τη γλώσσα σας
για να πλουτίσετε. Αδράξτε τις
κεραίες των νεύρων σας. Σαπίστε
βαθιά. Βράστε στο ζουμί σας.
Γράψτε χάι κου. Ερωτευτείτε
το κενό που σας ρουφάει. Τα
αποσμητικά χώρου, τις
προτηγανισμένες πατάτες,
τη θεία φώτιση. Κάντε ομαδικές
δεήσεις, φροντιστήρια.
Σκάστε το στο εξωτερικό.
Να επιστρέφεται εδώ
τη Μεγαλοβδόμαδα και το
Δεκαπενταύγουστο.
Αλλάξτε τη φωνή σας.
Κάντε τη γλυκιά παιχνιδιάρα
και ντελικάτη.
Να είστε λαίμαργοι,
σπαγκοραμμένοι.
Να γκρινιάζετε.
Να τα βάζετε με τους
εργάτες και τα ζαρκάδια.
Σφοδροί να είστε καταναλωτές
ως να σας πιάσει απ’ τα μαλλιά
η άβυσσος, να σας σκορπίσει
σαν άχυρα στους πέντε ανέμους.

Μαγικό κουτί

Είναι αυτό το μαγικό κουτί
που κάθε τόσο το ανοίγουν
οι τσίφτες οραματιστές της
ανοικοδόμησης. Τέκνα που
δε μαγάρισαν τα χέρια τους
και τις ψωλές τους. Διάσημοι
και χαρισματικοί, με σκοπό
και σύζυγο που παρεπιδημεί
στο μετερίζι καριέρας. Κατά
το θέλημα της εταιρίας, που
όλο δίνει νόημα στη ζωή της
μεσαίας τάξης. Δια παντός
πιστή στη βασιλεία των χορηγών.

Μαύρο γάλα

Όταν πιάνουν δουλειά οι ψυχίατροι η σεξουαλικότητα γίνεται εντομοκτόνο. Η σεξουαλικότητα έχει ένα είδος πόνου που δεν μπορεί να αντέξει ο πολιτισμός. Όμως αν κάποιος αποφασίσει να ζήσει ουσιαστικά θα πρέπει να δεχτεί ορισμένες παγίδες, παρά τη γνώση ότι κουβαλούν μαζί τους ολέθριες συνέπειες. Όλη η γοητεία της ζωής οφείλετε σ’ αυτόν τον αντιφατικό βηματισμό της σεξουαλικότητας. Σ’ αυτή την έντονη παρουσία της σάρκας. Ο έρωτας είναι η πρόφαση που μας σώζει απ’ το θάνατο. Απ’ τη φθορά που συντελείται σε κάθε χιλιοστό χρόνου. Ο ψυχίατρος είναι η ναφθαλίνη των κρεμασμένων σαρκίων στη ντουλάπα της αγαμίας. Σ’ έναν κόσμο καταναγκασμών που έχει ως βάση κάθε χημικής ουσίας το κέρδος η σεξουαλικότητα μετριέται με εταιρικούς όρους. Απ’ την αγαμία του ανθρώπου της πίστης περάσαμε στην αγαμία του ανθρώπου της κατανάλωσης. Ο πολιτισμός προάγει την αναπαραγωγή κι όχι τη σεξουαλικότητα. Ο πολιτισμός είναι δημιούργημα της κυρίαρχης τάξης που έγινε κυρίαρχη όταν συνειδητοποίησε τη σεξουαλικότητά της. Όταν κατάλαβε πως βρισκόταν κάτω από έναν ζυγό καμωμένο με τις διαστροφές και τα κηρύγματα ενός ιερατείου, χωροφύλακα στο μαντρί της εργασιακής σκλαβιάς. Διότι ο Κυρίαρχος γαμεί από ευχαρίστηση κι όχι από καθήκον διαιώνισης των σκλάβων. Και για να είναι Κυρίαρχος θα πρέπει να έχει πλούτο έτοιμο κάθε φορά να συντηρήσει το ναρκισσιστικό σεξουαλισμό του. Στους σύγχρονους καιρούς ο Κυρίαρχος έχει αντιστρέψει την παλαιά συνθήκη του χριστιανικού όχλου της αποχής και της νηστείας, της εγκράτειας και της παρθενοραφής. Έχτισε έναν εμμονικό εμπορικό σεξισμό. Μια νευρωτική γυναίκα ξεπεσμένη στο οικοκυρικό σεξ και στην εκπλήρωση της εικόνας ενός ειδώλου, ενός μοντέλου πουδραρισμένου με ολόκληρη τη χημική βιομηχανία. Απολειφάδι μιας κίβδηλης ομορφιάς. Ενός ομοιόμορφα ποδοπατημένου ερωτισμού από τις μάσκες ομορφιάς που κρύβουν αυτό που η αληθινή φύση υπαγορεύει. Μέσα στις ασφαλτουπόλεις η σάρκα κι η ψυχή δεν είναι ένα. Γι’ αυτό οι άνθρωποι επισκέπτονται τον ψυχίατρο. Η ψυχοκτόνα πραγματικότητα ροκανίζει τη σάρκα. Ο στερημένος από εμπειρίες και εικόνες αλλά πλούσιος σε μεσοτοιχίες και δουλικές σιωπές ζει με κοκτέιλ ψυχοφαρμάκων. Μεθά με ναρκωτικά, εξατμίσεις και μεγάφωνα κι όχι με θορύβους ηδονής. Είναι πατικωμένος σε απάνθρωπα διαμερίσματα και οχτάωρα βυθισμένα στο σκότος. Έχει σεβντάδες και γκρίνιες. Είναι ο γιός της πλύστρας και η κόρη του αγρότη που μαγαρίστηκαν απ’ τα θεάματα. Είναι όσοι φύγανε απ’ το χωρίο τους αλλάζοντας την προφορά τους κι όταν επιστρέφουν πίσω χοροπηδούν σα μαϊμούδες για να διαφυλάξουν τις νεκρόφιλες παραδόσεις. Είναι οι άνθρωποι που κυνηγάνε τα σκυλοτράγουδα στο ραδιόφωνο για να ευθυμήσουν. Μιας και δε μπορούν να γαμήσουν, γαυγίζουν. Ψηφίζουν τη Δεξιά και ψευτοπιστεύουν σ’ έναν εκδικητικό θεό που φτιάξαν στα μέτρα τους. Οι πεποιθήσεις τους ακλόνητες παραδέρνουν μέσα στην ατομική μιζέρια πάντα με την ελπίδα της λοταρίας και της τύχης. Νευριασμένοι μαγαζάτορες και συννεφιασμένοι υπάλληλοι, γιατροί που κάποτε φυλάγαν πρόβατα, ανόρεχτοι δάσκαλοι και κακοφορμισμένοι καλλιτέχνες, έρμαια που περιμένουν τη δευτέρα Παρουσία και τη Δευτέρα να παν στη δουλειά.

Εκκλησιασμός του Σαββάτου

Γράψε, γυμνούλα, το κύκνειο άσμα σου.
Να λουφάξω ο τρελός μεσ’ το χάσμα σου.

Το φαναράκι σου άναψε που κρύβεις.
Να φωτιστεί ο παράδεισος της ήβης.

Στήσου στο πρωινό αεράκι, πρίμα.
Να λουλουδίσει η καύλα δίχως ρίμα.

Θεσπέσια μπαλαρίνα των ονείρων.
Ενθυμού κυρά, το άρωμα των κρίνων.

Πρώτη στις λιτανείες των ερώτων.
Χατίρια εκτελείς των πιερότων.

Έχεις μιαν άπειρη καρδούλα πυρωμένη.
Από θεσπέσιες χαραμάδες καμωμένη.

Στα βάθη σου ανθίζει το σκοτάδι.
Λωτός των ουρανίσκων και του Άδη.

Να γράφεις γυμνούλα ύπαρξη, καρβέλι.
Γκαστριά απόγονη του λήσταρχου Νταβέλη.

Να συσπειρώνεις έθνη αρσενικά και πέη.
Άπλετη. Βορά στα μαντολίνα και τα κλέη.

Φαντάρια σε ρημάζουνε και σμήνη.
Στα Βατερλώ της οικουμένης δίχως μνήμη.

Των σκύλων των αδέσποτων οι ήλιοι.
Της κλειτορίδας σου φωτίζουνε την ύλη.

Ανεξιχνίαστη δια παντός και πλατυτέρα.
Αμνάδα σκορπισμένη στον αέρα .

Αντίδωρο της ηδονής. Έσχατη φύση.
Μεταξύ ουρανού και γης η θεία στύση.

Γκρεμοί χαράδρες σάρκες και γαμήσι.
Κυρά εσύ που έχτισες την κτήση.

Γράψε γυμνούλα τώρα, πάνω μας, τις άσεμνες ωδές.
Να’ ρθεί ο λυράρης χάροντας να κρούσει τις χορδές.

Κυβιστικό γυναικείο πορτραίτο

Όταν ακουμπά κλειστή τη βεντάλια στα χείλη της σημαίνει άρνηση. Όταν την κουνάει αργά αργά σημαίνει αδιαφορία. Αλλά, μια γυναίκα που περνά το δείκτη της πάνω σε ανοιχτή βεντάλια εκφράζει μια πρόσκληση. Κι η κλειστή βεντάλια που απομακρύνει μια τούφα μαλλιά απ’ το πρόσωπο σημαίνει, Μη με ξεχνάς. Η γυναίκα είναι σπουδαγμένη μέσα στις καλαμποκιές και στα παλιά καλοκαίρια. Είναι νυφούλα που φεγγοβολάει στις ασβεστωμένες αυλές. Καθισμένη σ’ ένα πεζούλι ξεφλουδίζει το κρεμμύδι του γάμου. Έχει ανατραφεί με το λιβανιστήρι του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Έχει ποζάρει στα σουρεαλιστικά παρεκκλήσια της οικογένειας. Πότε νιώθει βασίλισσα και πότε σύζυγος του αυτοκράτορα. Ελπίζει στις γλυκές αναμονές. Ζει μέσα στα όνειρα που κάνουν άλλοι γι’ αυτήν. Θέλει να τη λατρεύουν. Τελικά τη ζωγραφίζουν. Ποζάρει στον πρώτο τυχόντα. Βρίσκεται σε πόλεμο. Πάνω στο μουσαμά δέχεται επίθεση. Διυλίζεται, κόβεται σε γωνίες, μπαίνει σε προοπτική, τεμαχίζεται, εκμηδενίζεται. Πότε είναι μια γυναίκα που γελάει και πότε μια γυναίκα που κλαίει. Πότε χαραγμένη σαν ζέβρα και πότε χορεύτρια με κόκκινα βυζιά. Είναι μια συγκέντρωση γραμμών, μια σπείρα, ένας κοχλίας. Ένας αστεροειδής. Είναι τεμαχισμένη στα τέσσερα. Είναι σύνθεση κυβιστική. Έχει τριπλό στόμα. Δαγκωμένα δάχτυλα, ένα μάτι. Είναι αθώα και όμορφη. Έρμαιο του εραστή. Η μήτρα της ένα μυδράλιο. Σπαραχτικά λιβάδια και συμμετρίες. Το ελπιδοφόρο άνοιγμα. Το απελπισμένο βλέμμα. Έχει δουλέψει φασόν στου Δουρίδα. Έχει γυαλίσει θολωτά καμπαναριά. Έχει κρύψει τα χείλη της σε φαρδιές φούστες. Έχει ξεψυχήσει σε ζυθοποιεία και πριονιστήρια. Σκοτώνει έναν δράκο και γεννιούνται δέκα. Πιστεύει στο θεό και στο διάβολο. Πιστεύει στον έρωτα και στα μικροπράγματα. Ξέρει πως κάποτε τα καλούπια σπάνε και τα ποτάμια ανεβαίνουν προς την πηγή. Είναι θεούσα και χαρτορίχτρα. Ένα κολασμένο πλάσμα παραδομένο σε πατεράδες, μανάδες και συζύγους. Μια γριά ανακατώστρα. Η Ευρυδίκη ανάμεσα στους νεκρούς. Μια Μαύρη θάλασσα. Μια Βαλτική. Μια τρικέφαλη Εκάτη. Μια ηδονική Κωστάντζα που αυνανίζεται με το δάχτυλο. Μια μαυρομάτα που κρατάει την παλάμη της κλειστή, λες και φοβάται μήπως διαβάσει κανείς εκεί κάποιο σημάδι!

Του ύπνου

Υπάρξεις φλεγόμενες και υπάρξεις
φλογισμένες η τρέλα δεν είναι μακριά.
Και η γλώσσα της στον ουρανίσκο μου
και τα χείλη της ταιριασμένα σα
βουνοπλαγιές κι η ψυχούλα της χίλια
κομμάτια. Στον ύπνο μου βλέπω
τα τραγικά συμβάντα, σκηνές απείρου
κάβλους με τα τρυπάνια του έρωτος, τις
συνουσίες με Ρωσίδες στα πεδία των
μαχών, αδέσποτους στίχους και άστατες
σκέψεις κάνοντας για να χω έτοιμο φαγάκι
μόλις βγω στο πρωινό φως. Να διασχίσω
αισιόδοξος τη μέρα, γράφοντας το ποίημα μου
χαϊδεύοντας τα κεφαλάκια των παιδιών μου
που περιμένουν το παραμύθι τους
απ’ τον μπαρουτοκαπνισμένο τους πατέρα
που επέστρεψε προσωρινώς
απ’ τον παγκόσμιο πόλεμο της νύχτας.

Ποιητών αγνώστων

Σκέφτομαι πολλές φορές
όσους δεν έχουνε λεφτά
για να τυπώσουνε ποιήματα.
Και τους τρώει το συρτάρι.
Και το μαύρο σκοτάδι.
Και δε θα γράψουνε γι’ αυτούς
ούτε έναν κάλπικο διθύραμβο.
Ούτε μια ψευτοκριτική στο Βήμα.
Μονάχα σε στενό κύκλο φίλων
ή συγγενών διαβάζουνε ποιήματα
σαν λάμπες κρεμασμένες
απ’ το γυμνό καλώδιο της ύπαρξης
βγάζοντας ένα κακόκεφο φως
στο δωμάτιο, φωτίζοντας τους
τοίχους μ’ έναν λιγότερο βίαιο ήλιο
που δεν δοκιμάστηκε στους δρόμους
συνθλίβοντας τα πάντα.

Όταν έρχεται η έμπνευση είναι αργά

Όταν έρχεται η έμπνευση είναι αργά.
Οι έρωτες έχουν ήδη διευθετηθεί
από άλλους και το κραγιόν στον
καθρέφτη μοιάζει ξεραμένο σαν μελανιά.
Και το καυλωμένο κορίτσι άφαντο
οργιάζει, δεμένο στη θηλιά άλλων αντρών
που το λυγίζουν σαν κλαδάκι
στα μπροστινά καθίσματα
κάποιου τρομερού γιοταχί.

Χωρισμοί

Οι χωρισμοί είναι δύσκολο πράγμα.
Σα να σκοτεινιάζει όλο και περισσότερο.
Σα να βρέχει όλο και πιο δυνατά.
Κι αισθάνεσαι όπως την ώρα ακριβώς
που κατεβάζουν το φέρετρο στο λάκκο.
Ένα είδος απουσίας των πάντων.
Σα να μη μπορείς να είσαι χαρούμενος
ή λυπημένος. Σα να μη μπορείς
να αισθανθείς απολύτως τίποτε.
Ούτε καν τον παράλογο ψίθυρο
του άπειρου σύμπαντος.

Μονόλογος

Ο γέρο ζητιάνος μονολογούσε
πως ο θεός είναι πολύ αναίσθητος
και πως έχει ήδη ξεκάνει ένα κάρο κόσμο
με τους λοιμούς του και τη Βαβέλ του. Και πως
δεν θα μπορούσε ποτέ να σκοτώσει κανείς
τόσους όσους σκότωσε αυτός στον κατακλυσμό.
Και πως τον μισοφαντάζεται σχεδόν
αναίσθητος μέσα στην πείνα του
σαν έναν μικροκαμωμένο κερατά
της άριας φυλής με γένια ως τον αφαλό
που ψάχνει τρόπο να τον ξεπαστρέψει.

Ανθρωπάκια

Υπάρχουν σχολές και σπουδές που σπουδάζεις πώς κατασκευάζονται άνθρωποι από διάφορα υλικά. Άνθρωποι από ξύλο που πρέπει να προσέχουν τη φωτιά. Άνθρωποι από πάγο που θα πρέπει να ζουν σε ψυγεία. Άνθρωποι από τσιγαρόχαρτο και άνθρωποι από άχυρο, από σοκολάτα ή από πλαστικό. Άνθρωποι που η ανάλυση της ύλης τους μας προσφέρει τον κανόνα. Τους φόβους και τις συναναστροφές. Για παράδειγμα ένα γυάλινο ανθρωπάκι θα πρέπει να δράσει, να κινηθεί, να δημιουργήσει σχέσεις, να πάθει ατυχήματα, να προκαλέσει γεγονότα, υπακούοντας μόνο στη φύση της ύλης απ’ την οποία είναι φτιαγμένο. Το γυάλινο ανθρωπάκι είναι διάφανο. Άρα τού διαβάζεις τις σκέψεις. Δεν χρειάζεται να μιλήσει για να επικοινωνήσει. Δεν μπορεί να πει ψέματα γιατί θα φανεί αμέσως εκτός κι αν φοράει καπέλο. Κι επειδή το γυαλί είναι εύθραυστο το σπίτι του θα πρέπει να είναι σκεπασμένο με αφρολέξ. Τα πεζοδρόμια καλυμμένα με στρώματα. Απαγορεύεται ν’ αγκαλιάζονται και να σφίγγουν τα χέρια. Ο γιατρός της χώρας τους είναι ο τζαμάς. Βεβαίως οι άνθρωποι τελευταίας γενιάς έχουν δέρμα από χαρτονομίσματα. Σπλήνες και σπλάχνα από κέρματα, γεννητικά όργανα καμωμένα από μασούρια δωροεπιταγές. Η καρδιά τους αγοράζεται και πουλιέται. Ο έρωτας γι’ αυτούς είναι η τριβή μεταξύ ένδοξων προτομών. Οι γιατροί τους είναι οι τραπεζίτες. Η θαλπωρή τους το χάδι του ταμία. Η ηθική τους είναι η ακραία εκμετάλλευση και η μαζική παραγωγή. Άνθρωποι που σκέφτονται με το δέρμα τους. Αρματωμένοι στο ιερό καθήκον που τους θέλει αιωνίως καταναλωτές δίπλα σε κάθε είδους δυστυχία. Τραβώντας άγριες βελονιές στο εργόχειρο της ανθρώπινης τραγωδίας.

Υποσημειώσεις στο χάσμα των γενεών

Λέω στους μαθητές μου
συχνά
να μη γίνουν σαν
τους γονείς τους
μα το ξέρω πως
θα γίνουν σαν
τους γονείς τους
κάποτε
και θα δίνουν
στους μαθητές τους
συχνά
συμβουλή
να μη γίνουν
σαν τους γονείς τους.

Το μάτι του λαού

Ο λαός δεν είναι και τόσο καλός όσο τον παρουσιάζει η κυρίαρχη τάξη. Ο λαός δεν είναι ένα καρβέλι ψωμί. Έχει μπαγαπόντηδες και λωποδύτες. Είναι η ραχοκοκαλιά του πλούτου. Ο λαός είναι εχθρός του λαού. Ο λαός είναι κουρασμένος δε διεκδικεί. Ένα ελάχιστο κομμάτι του λαού σκέφτεται και πράττει. Θυσιάζεται πολλές φορές για την ευημερία του μεγάλου κομματιού που ξύνει τ’ αρχίδια του. Ο λαός οδηγείται στα πεδία των μαχών για να γαρνίρει τις μεγάλες αφηγήσεις που χρειάζεται ο αστός για να υπάρχει. Ο λαός είναι ο σκηνογράφος του θανάσιμα θλιμμένου κόσμου. Ο λαός καταπίνει αμάσητες τις κουράδες της μεταφυσικής. Κάνει τα τέκνα του στρατιώτες για να υπερασπιστούν το δουλικό του ήθος. Ο λαός δουλεύει υπάκουα. Σηκώνει τα μανίκια και χτίζει κάθε τόσο ξανά απ’ την αρχή τον κόσμο που κατέστρεψαν οι βόμβες, που με τόση σπουδή και τόσο πάθος ξυπνούσε νωρίς το πρωί για να τρέξει να τις γεμίσει στο εργοστάσιο. Ο λαός διψά για θέσεις εργασίας. Χορεύει τον πολεμικό χορό του μπροστά στον θολωτό τάφο της χαμένης του ζωής. Οι δυνάστες είναι παιδιά του λαού. Οι λιτανείες των μαγαρισμένων στο Άβε Μαρία. Το κιγκλίδωμα που κρατάει το λαό έξω απ’ τις απολαύσεις και τις ηδονές. Οι άνθρωποι που επιτηρούν τους υποτελείς. Ο λαός βυθίζεται στην υποτέλεια με τον πιο ανεξιχνίαστο τρόπο. Ο λαός σαμποτάρει τις επαναστάσεις με εκκωφαντική κατάνυξη και θείες λειτουργίες δουλοφροσύνης. Ο λαός είναι λυσσασμένος για το τεμάχιο μισθωτής σκλαβιάς. Είναι εξαγορασμένος. Ο λαός γκρινιάζει και ποδοπατιέται στις ουρές. Ο λαός συντηρείται με επιδόματα-ξεροκόμματα για να μη δαγκώσει το χέρι του πλούτου. Ο λαός βλέπει τον εχθρό στο διπλανό του λαό. Ο λαός είναι καταναλωτής. Καταναλώνει πλαστική σαβούρα. Βρωμίζει κάθε σπιθαμή γης. Ο λαός στήνει κώλο στους παπάδες, στους στρατηγούς, στους διαφημιστές, στους επιφανείς, στους τραπεζίτες, στους προγόνους του, στο ηρωικό του ταπεραμέντο, στους καυλιάρηδες του τρίτου ράιχ, στους διαφωτιστές, στους ταξινομητές, στους σκυλάδες, για να του χώσει ο καθείς όλο και πιο βαθειά το υπόθετο της λήθης και του καταναγκασμού.