Art povera ή τα όπια του λαού

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Όσοι νοθεύουν τα μυαλά τους με κάθε λογής όπια αρχίζουν να γίνονται ειλικρινείς με τον τρόπο τους. Όμως η ειλικρίνεια φέρνει την παρακμή, ενώ η υποκρισία τον πολιτισμό. Οι στρατηγοί της δημοσιογραφίας κάνουν κουμάντο και ο λαός έμαθε να αγαπά τους στρατηγούς. Ο λαός έχει ανάγκη να λυτρωθεί, δηλαδή να χαθεί. Οι κρίσεις ναρκώνουν, αφιονίζουν. Όταν οι άνθρωποι προγραμματίζονται μαζικά για να διασώσουν την ιδιωτική τους και μόνο ζωή, μέσα στα ερείπια και τα κοινωνικά κουφάρια ενός κόσμου παρακμής, τότε βιώνουν τον εκφυλισμό τους ως αναγκαίο κακό. Ξεκομμένοι απ’ την τάξη τους αποτελούν πλέον προϊόντα της παρακμής. Βουλιάζουν στη μελαγχολία, στην έπαρση και στον ανελέητο χαβαλέ. Όλα αυτά όμως προδίδουν ανθρώπους που οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν και τώρα σαν μέσα σε κάποιο όνειρο κάνουν κωμικές γκριμάτσες. Πλιατσικολογούν και γκρινιάζουν. Πότε πότε φτύνουν κιόλας το κομμάτι της τάξης τους που αντιστέκεται. Είναι ικανοί να προσφέρουν τον κώλο του παιδιού τους σε κάποια εταιρία. Στο φωτισμένο αδιάφθορο ιδιώτη που τόσο παστρικά κουνάει το δάχτυλο στους εργάτες που θέλουν φαγητό, φάρμακο, σπίτι, ξεκούραση αξιοπρέπεια. Στήνεται τώρα η γενιά των αιφνιδιαστικών πολέμων. Η γενιά που δεν θα υποκύπτει στο νόμο του δικαίου αλλά του νικητή. Ακόμη κι αν ο νικητής είναι ένας αδίστακτος φονιάς. Μια τεράστια διεφθαρμένη Αμερική ασχολείται με το πόσες γυναίκες γάμησε ο αρχηγός της CIA κι όχι με το πόσα γυναικόπαιδα έσφαξε για να προασπίσει το δικαίωμα του Αμερικάνου να είναι καλός οικογενειάρχης και να βγάζει λεφτά. Η σημερινή τους δύναμη είναι στην πραγματικότητα η αδυναμία των μελλοντικών ηττημένων. Ένας λαός που βρίσκει μονάχα απαλλακτικές δικαιολογίες για να ντύσει την ανήθικη ηθική του. Δεν είναι τυχαίοι οι φασίζοντες υπερασπιστές του δήθεν δικαίου. Μια εφεύρεση της κυρίαρχης τάξης, μια ευρεσιτεχνία των στρατηγών, διασκευασμένη και διορθωμένη από τη γερμανική κοσμιότητα. Ένα σμάρι Ούννων σε αγρό με παπαρούνες. Τάταροι επιληπτικοί. Ηλίθιοι με τη γήινη έννοια της λέξης. Εθνικιστές που έχουν πάρει αγκαλιά τον καλόγερο Ρασπούτιν και τους αιμοφιλικούς γιούς του Τσάρου. Ρατσιστές με αγγλοσαξονικό φλέγμα που φοβούνται μήπως, νέγροι με κολιέ από δόντια αγριογούρουνου που πίνουν συμπυκνωμένο γάλα, προσθέσουν ένα σόλο από ταμ ταμ στον εθνικό ύμνο ή αν αλβανοί μεγαλοϊδεάτες βασιλέψουν στο προεδρικό μέγαρο. Όμως και σήμερα και τότε και πάντα προσπαθούμε να ψηλαφίσουμε την άκρη αυτών των ανθρώπινων λαβυρίνθων. Κι όταν όλα αμβλύνονται ο χρόνος παίζει μαζί μας και μας ξαναγυρίζει πίσω. Και μοιάζουμε σαν πόρτες που βροντάν σ’ ένα άδειο σπίτι μ’ ανοιχτά παράθυρα. Εκεί απ’ όπου τρύπωσαν όλες οι θύελλες της προϊστορίας και δεν είναι πια οι χαύνες νύμφες που αναδύονται απ’ τις πεδιάδες αλλά η καρβουνιασμένη όψη των κολασμένων.