Κεραυνοβόλα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Είναι σα να ζευγαρώνεις με τα μάτια. Σα να κόβεις φέτες τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού. Είναι σα να γυρνάς ανάποδα τη δυνατότητα ν’ ανακαλύψεις τον κόσμο. Σα να γεμίζεις τις χούφτες σου με πέτρες μεταφυσικής και να πετροβολάς τους έρωτες και τις συνουσίες. Τις ταραχές και τις πράξεις που χρειάζονται ματογυάλια για να τις δεις. Τους μασκαρεμένους εφιάλτες, τους ποτισμένους με τη σκουριά και το όργιο ενός κόσμου που ξεχείλισε. Ενός κέντρου που χάθηκε κι ενός πόθου που μαγαρίστηκε. Κι είναι σα να επιχειρείς να συνθέσεις τις εξαιρετικές συνάξεις της γύμνιας. Την ακατέργαστη ομορφιά που στοιχειώνει την ανάμνηση. Αδέξια πάντα μέσα στον απέραντο θόλο του κόσμου, απόλυτα απαλλαγμένη από κάθε λογοτεχνική πρόθεση. Με τους ψαλμούς ενός σκληρού ηρωικού ύφους και τις αδρές γραμμές της αταξίας, που διαστρεβλώνει τη μεροληψία των μορφών. Η εποχή μας είναι υπερβολικά σκληρή και το ευρωπαϊκό πνεύμα βαριά άρρωστο. Και ποιος αλήθεια, μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες, αυτής της δαιμονικής ανάγκης για εργασία και πλούτο, που περιλαμβάνεται ολόκληρη μέσα στη μέθη των υλικών, στα σύμβολα του χάους και της φλόγας, του βόρβορου, της τροφής και του αίματος, εκεί που κατασκευάζονται όλα τα σύμπαντα. Εκεί που ο οίκτος ανεβαίνει απ’ τα βάθη των αιώνων για να συνοδεύσει τους κολασμένους στην άβυσσο. Εκεί που η τραγωδία της πείνας βρυχάται σαν θύελλα. Εκεί που το σκελετωμένο άλογο δε μπορεί να κουβαλήσει κάτι πιο βαρύ απ’ τον ισχνό ιππότη που σκιαμαχεί, διασχίζοντας μια έρημο τέφρας. Εκεί όπου, εκείνος που κατέχει τους δρόμους, κατακτά το μέλλον κι όλη η σκοτεινή ροή των ανθρώπων υπακούει στο δικό του κάλεσμα.