Απ’ το γυμνό γράμμα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Γυναίκα που δε διαβάζεις σωστά, τώρα σου στέλνω ένα ζευγάρι γυαλιά για να μπορείς να διαβάζεις την καρδιά μου και με τα ωραία σου δάχτυλα να χαϊδεύεις τα τυπογραφικά μου στοιχεία και να χύνεις το μελάνι σου μέσα στην άγρια νύχτα του κόσμου.

Να ψηλαφείς αποφασισμένη το ποίημα. Γιατί κάθε ποίημα είναι μια μεγάλη τρύπα απ’ όπου ξεμπουκάρουν οι ξεδιάντροπες θύελλες.

Απόνερα της νοημοσύνης. Κορεσμένη κι ορθάνοιχτη κυρά, έλα να σου δείξω την οριστική μου γυμνότητα κι έλα να μου μάθεις την τεμπελιά.

Οι νεκροθάφτες αναλαμβάνουν υπηρεσία. Μαστούρηδες κατεβάζουν τους ναυαγούς στον άλλο κόσμο, κυρά εσύ που παίρνεις μάτι το φιλί της κοφτερής λάμας με της οδαλίσκης το ξενυχτισμένο βυζί.

Επιθυμίες των δυο χεριών σου ανασκολοπίζουν τους πολύτροπους έρωτες.

Πάντα καθεδρική και πάντα πρόστυχη καλπάζεις ελέω θεού. Δόλια, που αυτάρεσκα σαλιώνεις το πείσμα για διείσδυση και των φιλμ νουάρ διαβλέπεις τις υποθέσεις.

Θα σε χαρακώσω σαν ελιά και θα σε κερδίσω σαν στοίχημα εκεί γλιστρώντας στου βουνού την ωραία καλύβα.

Μου συμβαίνει καμιά φορά να χτίζω γέφυρες και να υποτροπιάζω γράφοντας ωδές ακόμη και για την εντεύθεν των μηρών σου σατραπεία.

Εγώ που έχω την επικαρπία των υγρών σου και σε δαγκώνω, όπως μητροπολίτης δαγκώνει τη λειτουργιά.

Όσοι δε με καταλαβαίνουν ας πλαντάξουν σαν ζευγάρι αχάιδευτα κωλομέρια. Εσύ με νοείς, βία ανοιγμένη του ακροτελεύτιου σπασμού.

Αγρεύεις οίστρο θανάτου με το δόλωμα που σου χάρισα.

Σπλάχνο της πόλης και της λίμνης Βόλβης κατατρεγμένο κορμάκι όταν θα ζευγαρώνεις με κάποιο σύζυγο όλο στύσεις μαινόμενες και πανσπερμίες ολκής, εγώ θα σε παίρνω με λέξεις.

Εφευρίσκουν θαύματα οι άλλοι για μας και διαλευκάνουν εγκλήματα.

Δολοφονούν εν ψυχρώ τους ποιητές γλυκιά μου.

Γραφειοκράτες είμαστε της ηδονής, λογοπομποί των ολοσχερώς χαμένων στιγμών. Έρμαια των σφιγκτήρων και της μαγαρισμένης θείας βοής.

Όταν μας μιλούν τα δαιμόνια ουδέν σχόλιο. Κι όταν αποθανατίζουμε συθέμελα προστριβές με τη μήτρα.

Αγωγός των εν εξελίξει προσδοκιών. Διαπομπεύοντας την ύπαρξη με λέξεις.

Οι μπάσταρδοι σπασμοί θα μας βγάλουν στην ανεργία. Στην ανυπαρξία. Στα έμμηνα και τις τεθλασμένες γραμμές του χάους.

Τυραγνισμένη μου, κάποτε θα μου κάτσεις, κάποτε θα εκραγείς στα χέρια μου.

Εγώ το ψοφίμι προσφεύγω στα όρνια για δικαιοσύνη και για ξεσπλάχνισμα ύλης φθαρτής από κάτι θηλυκά ιλαρά και λάγνα.

Καταλογίζω δόλο στα σκοτάδια εγώ ο μονήρης της συντεχνίας των ήλιων.

Αλβανοί μου, με τα στρώματα δεμένα στις οροφές των γιοταχί ολοταχώς απ’ τα Τίρανα στην τυραννία, περνώντας νύχτα το Καλπάκι και τη γενέτειρα των ονείρων σας.

Δεν είναι η Φλώρινα του Καντιώτη που επισκέφτηκα κάποτε μα η Φλώρινα του απόδημου Μίμη Σουλιώτη, του μάστορα. Μνήμη λιωμένου χιονιού και χαρούμενης λάσπης.

Σε θέλω τόσο που και να μη σ’ έχω σε κουβαλώ, καθώς ανατέλλεις λάθρα, ποίηση καρτέρι ξενυχτωμού και ποίηση φαιά μικροαστή της εταιρίας λογοτεχνών.

Κύκνος στα σκέλια κάποιας Λήδας που απεργάζεται πούπουλα.

Στο ενυδρείο μου γράφω κι απέξω η βροχούλα διαλευκάνει την έμπνευση.

Μη μου κρατάτε μούτρα γυμνούλες μνήμες εμένα του απαθή που λάτρεψα διασταλμένους πόρους και οργίασα ως ηλεκτρολύτης των υφάλμυρων παραδείσων σας.

Δια στόματος μηρών έβγαλες τη γλώσσα στη Σελήνη.

Γούσταρες σάλιο, αδρό μπαξίσι.

Βούτυρο αλείφοντας τις νεκρές φύσεις.

Αγροίκος για πάντα που θωρεί το σπέρμα του να κυλά προς τη θάλασσα. Απ’ όλους τους νεροχύτες των θηλυκών στο σεληνόφως.

Εμείς τα μαστόρια της γλώσσας, οι ποντίφικες, με μια ντουζίνα κλειδαρότρυπες για κάθε διαλεκτική φλόγα και για κάθε παχύδερμη αυταπάτη.

Έχουμε με το μέρος μας το τρεμούλιασμα κάθε τρέλας και κάθε έρωτα τη μαγγανεία.

Ω! Γουτεμβέργιε υποδόριε πορνογράφε.

Βυζάκια που το σκάνε απ’ τα σουτιέν για να δειπνήσουν σάλιο, χέρσα των συνειρμών και των φωνήεντων τραυμάτων.

Θήλαιες καμπύλες, ορυμαγδοί συντεταγμένων σε πεδία μαχών. Ότι έχω, το δαιμονικό κολάζ της πανικόβλητης χαράς κι ο λούστρος οργασμός.

Πλάσματα της οικουμένης σε ποια Δευτέρα παρουσία θα υποτροπιάσετε για μια τρανή συγκομιδή ζωής! Σε ποιους διαβόλους θα στείλτε καρτ ποστάλ με τα αιδοία σας! Άχραντα τοπία του ερέβους και μυστικά περάσματα της καύλας.

Κι οι μεγάλες ζέστες είναι η υγεία των ποιητών.

Χορτάστε δασύτριχα μουνάκια παραλήρημα και κακοφορμισμένα μυαλά χορτάστε παραγγέλματα.

Φιλοτεχνείστε στα κορμάκια σας αγρούς από μεταθανάτια μπορντέλα. Δραπετεύσται τις λέξεις απ’ τα δεσμά τους. Τις ανορθογραφίες στης παιδικής ηλικίας το σκιόφως.

Ω! ναι. Βγήκα νωρίς στην ποιητική παρανομία. Και τα τσογλάνια δεν πρόλαβαν να με θάψουν.