Ορμητικά και βίαια

14

Τελικά όλες αυτές οι σκέψεις
κι όλες αυτές οι λαχτάρες.
Κι όλα αυτά τα ποιήματα
πεταμένα σαν άπλυτα
στο δάπεδο του μπάνιου.
Χτισμένες σκέψεις
και χτισμένες λαχτάρες
κάτω από μισές λάμπες
και μισές στιγμές.
Χωρίς κανόνες.
Ορμητικά και βίαια
μυρίζοντας τα ζωντανά πράγματα.
Τη μουνίλα ή το χώμα μετά τη βροχή.
Σχεδιάζοντας με το χέρι έναν αόρατο ορίζοντα.
Λέξεις που θα συμπονέσει
κάποιος καταδικασμένος σαν εμένα.
Κάποιος ευτυχέστερος θνητός
που θα καταναλώσει τις τρομαχτικές μου σκέψεις
σκεπτόμενος κοτσύφια να κάθονται σε γαϊδουράγκαθα
και νερόφιδα να γλιστρούν σε αμμουδερούς βάλτους.

Αφηρημένη με διασχίζεις

12

Αφηρημένη με διασχίζεις
κι ας στραβώνει η αγάπη κάποτε
κι ας κλονίζεται ο κόσμος
και σου χαϊδεύω τώρα τα μαλλιά
αργά, πολύ αργά
αφού δεν ανήκεις πια σε κανένα
και το χέρι μου πιάνει το δικό σου
και νιώθω τη ζωή να χτυπά στη χούφτα σου.
Είμαστε ξένοι, μέσα στη νύχτα και το σκοτάδι.
Πλάσματα που αναζητούν το ένα το άλλο
πριν έρθει η μέρα και το πρώτο φως.

Έχουν τον τρόπο τους οι όμορφες

13

Έχουν τον τρόπο τους οι όμορφες
κι αργοσαλεύουν. Τα χείλη τους
σκέφτονται και χωράν ένα ολόκληρο
αρσενικό. Τα δάχτυλά τους χαμογελούν
στο χειμωνιάτικο ήλιο. Στα σπίτια τους
δεν έχουν κουρτίνες αφού δεν έχουν
να κρύψουν τίποτε. Σαν τους προτεστάντες.
Τα βράδια μπορεί να δεις να παρασύρουν
κάποιον καταμεσής στ’ αυλάκια
της γύμνιας τους. Της παραδομένης
στους δολοφονικούς ανέμους της καύλας.

Φτωχοί

ftoxoi

Οι φτωχοί θάβουν τους νεκρούς τους μ’ ένα είδος ντροπής
Σφηνώνονται άγαρμπα στις κακοτοπιές
Όλο ευαισθησίες και ανεξακρίβωτα μισόλογα

Σιγοβράζουν αναρχικά τροπάρια μέσα τους
Έρωτες πνιγμένοι στα συνέδρια της διανόησης

Όλο τρύπιες κάλτσες κι ανήκατε μάχαν στον πρωινό ήλιο
Περασμένοι σ’ εκρηχτικές νουβέλες δίχως
κοινωνικές αλλαγές, ονειρώξεις και σταυροφορίες

Σημαιούλες ποδοπατημένες ενός ράθυμου εθνικισμού
Στα εντόσθια μέσα του σκιαγμένου κόσμου
που θα βγει μια νύχτα ξεβράκωτος πάλι στους δρόμους
Διαγράφοντας αντιποιητικά γεγονότα αιώνων
και οικόσιτα ήθη της μιας στιγμής

On the road

OnTheRoad

Το κρύο είναι αφόρητο σ’ αυτό τον πλανήτη.
Κι η ζέστη επίσης. Εδώ, σ’ αυτό τον πλανήτη
οι ιερείς έχουν ακλόνητο άλλοθι την ηθική τους.
Κι ο Έβρος ποταμός είναι μια καταχθόνια ιστορία.
Όλο συντέλειες και τραγωδίες ανθρώπων της Ανατολής.
Σπαρμένα κορμιά δίπλα σε σούπερ μάρκετ με προσφορές.
Αγάπη αραδιασμένη αντικριστά στη λαιμαργία
στα ωραία μας λιβάδια και στα ωραία μας δάση.
Τώρα κρατώ σημειώσεις, την ονειρεύομαι γυμνή.
Την ώρα που η μικρή οθόνη καταβροχθίζει
τις μεγάλες μου σκέψεις
και τις ποιητικές μου σκευωρίες.

Ωραία συννεφιά

tumb

Ωραία συννεφιά
που όλο κερδίζεις οπαδούς
και με κάνεις να γράφω ποίηση
θηλυκιά εσύ, που σκορπίζεις
τα χνώτα σου σε αγρούς
και κορμάκια
κάτω από έναν ήλιο αχάτη
έτοιμο για επίθεση
στ’ ανατριχιασμένα χνουδάκια
που αφέθηκαν στη χαρμολύπη
και την υγρασία σου
τετραγωνίζοντας ευθυτενώς
τον ίλιγγο που αφήνει το αεράκι
αυτό που σε πάει καταπάνω
στα φυσίγγια και τις αστραπές
μουσκεύοντας τη γοερή διάνοια
των σκιάχτρων και τα εσώρουχα
των καυλωμένων κοριτσιών
που στοιχειώνουν
τα τρομερά μας ποιήματα.

Οι στρατιώτες στον ύπνο τους

ston

Οι στρατιώτες στον ύπνο τους
κουρσεύουν πολιτείες.
Πέφτουνε χτυπημένοι
στα πεδία των μαχών.
Οι δικηγόροι βγάζουν λόγους.
Αγορεύουν, βλέποντας νόμους
κι ένοχους μπροστά τους.
Οι σπαγκοραμμένοι μετρούν
τις πεντάρες τους και τις θάβουν στη γη.
Οι κυνηγοί ορμάν με τα σκυλιά τους
κι οι ναύτες βλέπουν
το καράβι να βουλιάζει.
Κυράδες γράφουν ραβασάκια
σε θερμούς εραστές. Κυνηγόσκυλα
μυρίζουνε στον ύπνο τους λαγούς
με πετραχήλια. Κι οι συμφορές
της μέρας κι οι χαρές
στον ύπνο ζευγαρώνουνε. Γιατί
ο ύπνος είναι πέρασμα στον εφιάλτη.
Και στους ερωτικούς μηρούς. Στην
κόλαση και στον παράδεισο.
Στην αρχή και στο τέλος. Είναι
σκαρφάλωμα στο δέντρο της ζωής.
Είναι το πέρασμα στις ατέλειωτες
πλεκτάνες. Η θηλυκή σχισμή. Εκεί
που οι καύλες μας ταΐζουνε
τ’ αδέσποτα συμβάντα.