Αλαφρόμυαλοι κι αλαφροΐσκιωτοι

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

372365475_036

Για να γράψεις ένα σωστό βιβλίο για το θάνατο και να σου βγει ανεξίτηλα κωμικό και γελοίο θα πρέπει να έχεις μιαν εμπειρία θανάτου. Να ορίσεις έναν περσότερο ελκυστικό κόσμο απ’ αυτόν που ζεις και να διανθίσεις τα φιλολογικά κομμάτια με βιοχημεία και κλινική παθολογία. Αναγνώστη αμερόληπτε τα πιο μεγάλα αποτελέσματα τα προκαλούν οι πιο παραμικρές αιτίες και οι πιο μηδαμινές καταστάσεις. Και το γράφω τούτο για να εκθειάσω κάθε ποιητική χρήση και κάθε χρηστική ποιητικότητα. Το ανθρώπινο πνεύμα υποτροπιάζει όταν είναι να πάρει θέση. Με τις πείνες ή με τους πλούτους; Ή με τους ενδιάμεσους κέρβερους που παίζουν τους καλοζωισμένους μα από μέσα έχουν αβύσσους κενών και θλίψεων! Ο καθένας μας μπορεί ατιμώρητα να γευτεί μια παρομοίωση ή να πιστέψει σε κάποιο σμιλεμένο μύθο. Να ζήσει ακόμη και τα ποιήματα που γράφει για την ακρίβεια. Να γίνει ο γραφικός. Ένας επαίσχυντο και θεληματικό απογύμνωμα της ανθρώπινης κτίσης. Μιαν αδιάκοπη τάση να φοδράρεις κάθε σου πράξη με το γελοίο και το κωμικό τόσο που το ρηχό και επιπόλαιο θέμα σου να γίνεται μέγιστο έπος με σοβαροφανή όψη. Ένα πάθος ακριβολογίας σε πιάνει όταν περιγράφεις τη Τζιμπιράλντα και τους σοφούς που χλευάζουν τους ζυγούς της φτωχής ποίησης του κόσμου. Και δεν τον αφήνουν ήσυχο στη δίψα του και στο πείσμα του να πλέει σε λογισμούς πεζής καθημερινότητας με λογαριασμούς και σκηνοθεσίες ανταπόκρισης για φιλίες και σεξ. Μόνος και πολύ αργά τη νύχτα γράφω. Ή μόνος και πολύ νωρίς το πρωί. Δια βίου γράφω ένα βιβλίο για το θάνατο. Και δια βίου ψάχνω εμπειρίες θανάτου να υποστηρίξουν το υλικό. Ακόμα κι αν πάνε αδιάβαστα τα τόσα γραπτά, ολοφάνερα διαθέτουν όμως εκείνη τη δύναμη που χρειάζεται για να με πάνε πέρα από κάθε έτοιμη γνώση εκεί που η γνώση δεν έχει εξουσία. Εκεί που ο αστός δεν τρέφεται απ’ τη δικαιοσύνη που έχτισε για να προστατεύεται κι εκεί που δεν τοποθετεί σε ανθρώπινη ζυγαριά τις εμπνεύσεις του ο ποιητάκος της πλάσης. Εκεί που ξεσπά στον ίδιο του τον εαυτό αυτό που θα πρέπει να ξεσπάσει στις μάζες. Κι αυτό που δημιούργησε για να φοβίζει, τελικά φοβίζει τον ίδιο. Όμως πάντα με μια χαρμόσυνη υποκρισία. Με γέλιο, αμαρτία, περηφάνια και τρέλα. Η ποίηση ίσα με σήμερα ακολουθεί λοξό δρόμο. Άλλοτε στις νεφέλες κι άλλοτε χαμοσουρνάμενη παραγνωρίζοντας κανόνες και βασικές αρχές που θα μπορούσαν να δικαιώσουν την ύπαρξή της. Ανέκαθεν σολομώντεια ονειδίστηκε από κάθε τίμιο άνθρωπο που ήθελε τη μοιρασιά στα μέτρα του. Δεν κατάφερε ποτέ να μείνει ταπεινή στα συρτάρια και τα ράφια αλλά χύθηκε βιαίως πάνω στις οστεώδεις κορμοστασιές των βεβαιοτήτων. Βγήκε να πει τα πιο σεπτά και ιερά αλλά σε μια έκπληχτη βλακομούνα ανθρωπότητα που ζητούσε θυσίες για να ανακυκλώσει τα πάθη της και τις μεγαλειώδεις διαστροφές της. Όσοι οπωσδήποτε κάνουν αριθμητικές πράξεις με τα αισθήματα κι έχουν αποθήκες με σάρκες για εργασία και καταναγκασμό δεν υποψιάζονται την αγάπη των ποιητών για την ανθρωπότητα. Τη μάνα που κουβαλά εννιά μήνες στα σπλάχνα της ένα κορμάκι που δεν ξέρει πράξεις αλλά μαθαίνει τις ανασούλες απ’ τους βίαιους χτύπους της ξενυχτισμένης καρδιάς. Κι ο υποτροπιάζων ερωτισμός θέλει μαστοριλίκι για να βρει θέση σωστή στο βιβλίο του θανάτου που είναι η κατάργηση του θανάτου αφού μελετάται και καταγράφεται πλέον όχι με ηθικούς όρους επιστήμης αλλά με ποιητικούς σπασμούς αγωνιώδους καύλας. Αν κατανοήσεις αναγνώστη το μη χρηστικό παραλήρημα και την τέχνη για την αναπνοή θα σβήσεις την αριθμητική και θα παρελάσεις δίπλα στα βάραθρα και τα κλέη των παρορμητικών που δε σκεπάζουν τη στύση τους με πετραχήλια. Θ’ αφήσεις στου νέου Σαρδανάπαλου εαυτού σου τα δόντια το πετσί του καθημερινού χάρου που περνά δίπλα σου και σου κλέβει τις χαρμόσυνες υπάρξεις. Θα εγκαταλείψεις την οδό της Αρετής για την οδό της λαγνείας εκεί που η ουτοπία αναμετριέται με τον μέλλοντα καιρό. Θα γίνεις αλαφρόμυαλος και αλαφροΐσκιωτος του παλιού καιρού των μύθων. Σπέρμα σπέρμα θα γεννήσεις τον νέο άνθρωπο των απολαύσεων που θα κατασπαράξει τον παχύδερμο αγροίκο του βιοπορισμού.