Γράμμα στον Πάνο

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

γραμμα

Υπάρχουν άνθρωποι που δε μπορούν να δεχτούν αλλαγές που θα ξεσκεπάσουν τα πραγματικά αίτια της βολικής και με ωράριο ευσπλαχνίας τους. Της προγραμματισμένης φιλανθρωπίας τους και τού ψεύτικου αντιρατσισμού τους. Χωνεμένοι σε γιορτές με σημαιοστολισμένες πλατείες, σε φτηνή λογοτεχνία και σε λαϊκή μουχλιασμένη τέχνη. Σε ομολογίες καταναλωτικής πίστης και ανόητες αγωνίες στο συγκεχυμένο κενό του τηλεοπτικού αχταρμά. Σε κάτεργα σχολείων και οικόσιτων πεποιθήσεων. Η καλή ρητορική είναι η επανάληψη. Και το μεγάλο ταμπού λέγεται αταξική κοινωνία. Λέγεται απελευθέρωση απ’ τα δεσμά της υποκρισίας και του καταναγκασμού κάθε πίστης. Λέγεται κοινοκτημοσύνη και ανατροπή των κατεστημένων βεβαιοτήτων. Φτωχέ μου φίλε, πόσο λυπάμαι να σε βλέπω να υπερασπίζεσαι σαν ηλίθιος ψεύτικες αξίες που μια μέρα θα σ’ εξοντώσουν, εσένα και τα παιδιά σου. Να υπερασπίζεσαι το δίκιο του φεουδάρχη και του πλούτου, εσύ που δεν έχεις ούτε θέρμανση στο ασοβάτιστο σπίτι σου. Να υπερασπίζεσαι τις αρχές της Εκκλησίας που σε πότισε αδιαφορία ως το μεδούλι, όταν ο θρησκευτικός αμοραλισμός της γυναίκας σου τίποτε δε σε ωφέλησε και σε οδήγησε να αποζητάς παρηγοριά σε ερωμένες άλλης εκλογικής περιφέρειας. Εσύ που υπερασπίζεσαι μια υποθετική ατομική ελευθερία για να ξεχρεωθείς απ’ τις εμμονές σου και τις ανικανοποίητες μικροαστικές σου επιθυμίες. Λυπάμαι να σε βλέπω να υπερασπίζεσαι το σκοταδισμό και τη βλακεία από φόβο, από το φόβο της αλλαγής, απ’ τον σκεπτικισμό και την έλλειψη εμπιστοσύνης, που είναι οι μόνοι ζωντανοί θεοί στη φτωχή και ταλαιπωρημένη σου πατρίδα. Φτωχέ μου φίλε, που παλεύεις ν’ αρνηθείς αυτό που είσαι περικυκλωμένος απ’ την προσφιλή πεποίθηση του μέσου όρου πως τίποτε δεν πρόκειται ν’ αλλάξει και πως η γη παραμένει αιωνίως ακίνητη κι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι και καλώς δεν είναι. Εσύ ακριβέ μου φίλε, που παίζεις τυφλόμυγα με τη φτώχια στα λίγα τετραγωνικά του βιοπορισμού σου, που δε γαμείς, που δεν ταξιδεύεις, που δεν δαγκώνεις και μεταφέρεις την αυγούλα, λαχταριστές ντομάτες απ’ τα θερμοκήπια του κάτω κόσμου στη λαϊκή του Σαββάτου.