Δυο γύφτοι

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

γυφτοι

Η ώρα πέρασε και καθώς
η ώρα περνούσε, πέρασαν
δυο γύφτοι με τα κιλίμια τους
στον ώμο, σκεπτόμενοι
θαυμάσιες γάμπες και χάδια
πάνω στα κιλίμια τους
και κορμιά να κυλιούνται
και να χαλάνε το ντουνιά
και τον κόσμο που είναι
το κόσμημα του σύμπαντος.
Και τη νύχτα ονειρεύτηκαν
να τρώνε ρεβίθια και να
πίνουν με τα λεφτά που
εβγάλαν απ’ τα κιλίμια τους
το φοβερό ποτό της λήθης
ακούγοντας τους λύκους
και τα τσακάλια μακριά
χαϊδεύοντας τα ωραία
μαύρα μαλλιά της αγαπημένης
δίπλα στις πλεξούδες με τα σκόρδα
και δίπλα στη γλυκιά ζωή
που ξετυλίγεται πανταχού
στον πλανήτη νυχθημερόν
κάτω από ήλιο βροχή χαλάζι χιόνι
και κάτω από σύννεφα
υπνωτισμένα την αυγή.